Το κείμενο-κάλεσμα της "Γέφυρας"

Γέφυρα

Πρωτοβουλία προοδευτικών πολιτών

 

Ως πολίτες που αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στη δημοκρατία, στην Ευρώπη και στην πληθυντική δημοκρατική, αριστερή, σοσιαλδημοκρατική, και οικολογική παράταξη, επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε γέφυρες που θα υπερβούν τις διαφορές μας και θα οδηγήσουν σε μια προοδευτική διακυβέρνηση.

 

Αυτή η υπέρβαση είναι αναγκαία γιατί στον διεθνή ορίζοντα, αλλά και στην ίδια την Ευρώπη, αναδύονται απειλές που θέτουν σε κίνδυνο δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών. Η Ακροδεξιά φουντώνει και δηλητηριάζει την πολιτική ζωή, διαδίδοντας μίσος και μισαλλοδοξία, ξενοφοβία και εθνικισμό. Η Ευρώπη μοιάζει παραλυμένη και αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις μεγάλες εσωτερικές και διεθνείς προκλήσεις. Οι πολίτες της την αμφισβητούν. Tο Ηνωμένο Βασίλειο την εγκαταλείπει. Tα ρήγματα Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης την διχάζουν. Παρ’ όλα αυτά παραμένει το μόνο πεδίο για να υπερασπίζουμε τις αξίες μας.

Αναγνωρίζουμε ότι η πεισματική εμμονή στο νεοφιλελευθερισμό παράγει ακραίες ανισότητες, ανεργία, ανασφάλεια και διάβρωση του κοινωνικού κράτους. που παρέχουν έδαφος στην ακροδεξιά δημαγωγία. Και δυστυχώς βλέπουμε πολλά κόμματα του συντηρητικού χώρου να υιοθετούν την ατζέντα της ή και να συγκυβερνούν μαζί της, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι θα την αναχαιτίσουν, ενώ διολισθαίνουν προς αυτήν.

 

Οι σημερινές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν σε εθνικό και μόνο επίπεδο. Χρειαζόμαστε μια ισχυρή, δημοκρατική και αλληλέγγυα Ευρώπη, ανοικτή στον υπόλοιπο κόσμο. Που να κινείται δηλαδή προς άλλη κατεύθυνση από ό,τι τις τελευταίες δεκαετίες.

 

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ωστόσο ότι η Ελλάδα, παρά τη βαθιά κρίση και την καταστροφική θεραπεία που της επιβλήθηκε, δεν πήρε το δρόμο της δεξιάς στροφής.

 

Δεν συμφωνούμε όλοι με επιλογές και χειρισμούς της σημερινής κυβέρνησης και το εύρος της κριτικής του καθενός μας ποικίλλει, τόσο πριν από τις εκλογές, όταν υποσχόταν τα πάντα, όσο και στο πρώτο εξάμηνο του 2015.

 

Συνεχίζουμε να είμαστε κριτικοί σε δισταγμούς και ολιγωρίες που μπλοκάρουν τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας και θολώνουν το πολιτικό στίγμα της διακυβέρνησης.

 

Εκτιμούμε ωστόσο πως η κυβέρνηση διηύθυνε, μέσα από δύσκολες συμπληγάδες, την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, παρά τις δεσμεύσεις που συνεχίζουν να ισχύουν, έχει στο επίκεντρο της προσοχής της τα ασθενέστερα στρώματα της κοινωνίας, προχώρησε σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, νομοθέτησε σε δύσκολα ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα των πολιτών (ιθαγένεια, σύμφωνο συμβίωσης κ.λπ.) και ακολουθεί φιλοευρωπαϊκή πολιτική, συμπαρατασσόμενη με τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

 

Θεωρούμε ως καταλυτικό γεγονός την ιστορική συμφωνία των Πρεσπών. Επιλύει, χωρίς νικητές και ηττημένους, ένα μακρόχρονο πρόβλημα που δηλητηρίαζε την εξωτερική μας πολιτική και συμβάλλει στη σταθερότητα στα Βαλκάνια. Δείχνει τον δρόμο για να ξεπεράσει η χώρα μας την φοβική εθνικιστική αγκύλωση. Γιατί το κλίμα εθνικισμού και φανατισμού που καλλιεργείται με αφορμή το μακεδονικό είναι επικίνδυνο. Λυπούμαστε για τα κόμματα της αντιπολίτευσης που εναντιώθηκαν στη συμφωνία για λόγους μικροπολιτικούς, συμβάλλοντας έτσι στην αναζωπύρωση του εθνικιστικού κλίματος.

 

Όλα δείχνουν πως εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο. Η ΝΔ, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη ευαγγελίζεται τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό, αλλά ταυτόχρονα κινείται ραγδαία προς τον εθνικισμό, τον λαϊκισμό και ακροδεξιές θέσεις, όμηρος της πιο ακραίας πτέρυγάς της.

Εντάσσεται έτσι στις αντίστοιχες τάσεις στην Ευρώπη, όπου στο ΕΛΚ συγχρωτίζεται με τα κόμματα του Όρμπαν, του Κουρτς και του Σαλβίνι.

 

Για τους λόγους αυτούς:

Σε Ελλάδα και Ευρώπη, επείγει να διαμορφωθεί ένας ισχυρός προοδευτικός πόλος που θ αφράξει το δρόμο στο Δεξιό/Ακροδεξιό μπλοκ και θα πραγματοποιήσει τις μεγάλες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα.

 

Επείγει οι προοδευτικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν το εναγκαλισμό με τη Δεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό που κινδυνεύει να τις σβήσει από τον πολιτικό χάρτη. Επείγει να ξεπεράσουν την πολυδιάσπασή τους συγκλίνοντας σε μια τολμηρή αριστερή μεταρρυθμιστική πολιτική.

 

Η Ισπανία και η Πορτογαλία δείχνουν το δρόμο σύγκλισης και συνεργασίας των δυνάμεων της Αριστεράς.

 

Καλούμε τον ΣΥΡΙΖΑ, τώρα απαλλαγμένο από την παράταιρη συμμαχία με τους ΑΝ.ΕΛΛ, να αναλάβει πιο τολμηρές πρωτοβουλίες για διάλογο και σύγκλιση με τους προοδευτικούς πολίτες και τις συλλογικότητες της Κεντροαριστεράς. Καλούμε επίσης το ΚΙΝ.ΑΛΛ και όσες δυνάμεις τοποθετούνται στο φιλοευρωπαϊκό προοδευτικό χώρο να εγκαταλείψουν την αδιέξοδη πολιτική της μετωπικής αντιπαράθεσης και «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ και να συμμετάσχουν σε ένα διάλογο με βάση προγραμματικές θέσεις για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού πόλου με άξονα τα μεγάλα προβλήματα της Ελλάδας και της Ευρώπης.

 

Καλούμε όλους τους προοδευτικούς δημοκρατικούς πολίτες να υπερβούν τις διαιρέσεις και τις πικρίες του παρελθόντος και να συμβάλουν ενεργά στη διαμόρφωση ενός πόλου που θα διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας και θα ενισχύσει τις προοδευτικές δυνάμεις στο Ευρωκοινοβούλιο, στις επικείμενες κρίσιμες αναμετρήσεις.

 

Για να παραμείνει η Ελλάδα στο προοδευτικό στρατόπεδο.

 

Για να ολοκληρωθεί η επούλωση των πληγών από την κρίση.

 

Αλλά και για να βγει η χώρα από το περιθώριο της στασιμότητας, να δημιουργήσει υποδοχείς της τεχνοεπιστημονικής καινοτομίας και της αειφόρου ανάπτυξης, συνδυασμένους με συνθήκες αξιοπρεπούς εργασίας και την κοινωνική αλληλεγγύη.

 

Για να προχωρήσει η χώρα σε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις με επίκεντρο τον εκσυγχρονισμό των θεσμών, για να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες που αυξήθηκαν στα χρόνια της κρίσης, και να καταπολεμηθούν οι κάθε λογής διακρίσεις που τρέφουν τον φασισμό.

 

Είναι καιρός να δούμε τη μεγάλη εικόνα και κυρίως τους αναδυόμενους κινδύνους, πέρα από συναισθήματα που προκάλεσαν οι πρόσφατες ιστορικές εξελίξεις. Αυτές είναι οι προκλήσεις που καλούν τον καθένα να αναμετρηθεί με την συνείδηση και την ιστορία του.

 

Σε κάθε περίπτωση, επειδή ο χρόνος επείγει και οι συνθήκες έχουν ωριμάσει, αναλαμβάνουμε πρωτοβουλία συνάντησης όσων θεωρούν ότι οι εξελίξεις καθιστούν επίκαιρο το αίτημα της ανασυγκρότησης του προοδευτικού χώρου, και καλούμε όσες και όσους συμφωνούν να βαδίσουμε μαζί.

 

25/2/2019

 

 

 

Πρακτικές επιστήμες και Αισθητική

Πώς η Φυσική γίνεται Τέχνη

(…ή το αντίστροφο…)

(Σημ.: Η φωτογραφία είναι από τη Βραζιλία, όπου λίγες μέρες μετά την εκλογή του νεοφασίστα Μπολοσονάρου στην προεδρία της χώρας, η αστυνομία εξαπέλυσε ένα άνευ προηγουμένου κυνήγι κατά των "μουσικών του δρόμου" στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Εδώ τα λάφυρα από τις κατασχέσεις των αστυνομικών στον δρόμο για την πυρά)    

O πασίγνωστος τύπος του Αϊνστάιν άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο μας και το σύμπαν. Τα λιγοστά σύμβολα, E=mc2, ίσως ήταν η απτή γλώσσα να λεχθούν τόσο πολλά με τόσο λίγα μέσα. Και τα σύμβολα αυτά, πέραν της επίδρασής τους στους φυσικούς επιστήμονες, μοιάζει να κλείνουν πονηρά το μάτι σ’ όλους τους ανθρώπους, με τον υπαινιγμό ότι μπορούμε να έχουμε όση Ενέργεια χρειαζόμαστε χωρίς αλλάζουν, να φθείρονται και να περιορίζονται οι πόροι της Φύσης.

Ήταν δηλαδή, ένα μήνυμα αιωνιότητας –αν την προλάβουμε!…

Αυτό που δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε, ή απλά το παραβλέψαμε, ήταν πόσο ευρύτερο ήταν το πεδίο αναφοράς, που συνδέεται με τον τύπο, εκουσίως ή ακουσίως δρώντος του εμπνευστή του.

Διότι, αν Ενέργεια (Ε) ισούται (=) με Μάζα (m) επί Ταχύτητα (c) εις το τετράγωνο, τότε η ισχύς του Νόμου εκτείνεται και στον κόσμο των αισθήσεων. Και εννοώ εδώ τον συντεταγμένο κόσμο της Τέχνης! Την πρόσληψη, δηλαδή, του καλλιτεχνικού Έργου από τους θαμώνες της αισθητηριακής πτυχής των πραγμάτων. 

Η αναλογία περίπου θα ήταν: Έργο (Ε) ισούται (=) με το Νόημά του (m) επί τα Εκφραστικά Μέσα (c), που επιστρατεύτηκαν για τη δημιουργία του εις το τετράγωνο.

Όπου:

 Έργο = Το τελικό αποτέλεσμα μιας ανθρώπινης δραστηριότητας στον χώρο της Τέχνης, κάθε Τέχνης,

Νόημα του Έργου = Η απόσταση ανάμεσα στο τί ήθελε να βγάλει από μέσα του, να εκφράσει  ανοιχτά, ο καλλιτέχνης και στο τελικό δημιούργημά του, και

Εκφραστικά Μέσα = Η πρωτογενής εκφραστική δυνατότητα του καλλιτέχνη καθώς και ο βαθμός του βάθους κατανόησης και γνώσεών του στις τεχνικές υπηρέτησης του  πεδίου Τέχνης που υπηρετεί.

Τα τρία θεμελιώδη στοιχεία ενός Έργου Τέχνης, αναμφίβολα είναι τα κίνητρα του δημιουργού του, το Έργο αυτό καθ’ αυτό, και τα μέσα με τα οποία έγινε δυνατό να καταστεί τούτο μέρος του κόσμου!  Αυτό που απέμενε αδιευκρίνιστο ήταν πως αυτά συνδέονται και αλληλεξαρτώνται. Και ίσως η απάντηση βρίσκεται σ’ έναν τύπο, με τον οποίο ξημεροβραδιάζονται οι φυσικοί επιστήμονες και κάθε άλλο παρά οι καλλιτέχνες.

Στην αλληλουχία αξιών που δικαιώνουν το ανθρώπινο είδος η Επιστήμη και η Τέχνη ηγούνται! Η Ιστορία δεν θα ήταν επαρκής αφήγηση της ανθρώπινης παρουσίας, χωρίς αναφορά βάθους σ’ αυτά.

Με τον εγκλωβισμό -σε κάποιο βαθμό αρκετά σημαντικό- της έννοιας της εξέλιξης, όχι αμιγώς ως φυσικής διεργασίας, αλλά και ως ανθρώπινης δραστηριότητας (αντιπαρερχόμενοι εδώ το δαρβινικού φορτίου ζήτημα εάν ο άνθρωπος είναι μέρος της Φύσης και μόνον ή και αυτόνομος παράγων της εξέλιξης), η Επιστήμη, φαίνεται να έχει πάρει ένα προβάδισμα στην εποχή μας, έναντι της Τέχνης, ως πεδίο προσδιοριστικού βάρους του ανθρώπινου Έργου για το μέλλον μας. Αυτό από μια μάλλον επιφανειακή αναλυτική προσέγγιση θα ερμηνευόταν ως απόρροια της εμπορευματοποίησης των πάντων. Πόσο, δηλαδή, κέρδος (προσέξτε, και όχι όφελος) θα μπορούσε να αποκομιστεί από ένα επιστημονικό Έργο, σε σύγκριση με το κέρδος από ένα καλλιτεχνικό Έργο.

Νομίζω πως η απώλεια εδάφους από μεριάς της Τέχνης σ’ αυτόν τον κατά βάση άγονο αντιπαραθετικό αγώνα με την Επιστήμη, δεν είναι μόνον και κυρίως η κερδοσκοπική κατανόηση της Φύσης των ημερών μας, αλλά και η ανημπόρια της Τέχνης να διευκολύνει την κατανόησή των Έργων της από το κοινό της, τους ανθρώπους!

Κι αν η Τέχνη εξ αρχών αντιπαλεύει με τη μετασκευή της σε πρακτικό εφόδιο του ζην, σε αντίστιξη κατά κάποιο τρόπο με την Επιστήμη, ίσως το E=mc2, δηλαδή ένα μεγάλο επιστημονικό «μνημείο», θα μπορούσε συμβολικά να εξασφαλίσει μια ισχυρή ρεβάνς για την καλλιτεχνική δημιουργία: Με εφόδιο την Αισθητική και τα όπλα της, να αποκαταστήσει  το νοηματικό περιεχόμενο της λέξης «αξία» στις έμβιες σημασίες μιας απόλαυσης ίσως στιγμιαίας, αλλά ανεκτίμητης.

 

 

 

Από τον άνθρωπο-παραγωγό στον άνθρωπο-μηχανή

Εικόνα και Οικονομία

εναντίον της ατομικής Ελευθερίας

Σε μια εμπνευσμένη συμβολική γραφή του πριν μερικά χρόνια ο Ευγένιος Αρανίτσης περιέγραψε πως η αντικατάσταση του πόσιμου νερού με τα ποτά τύπου Cola στον σημερινό κόσμο, εικονογραφεί τη μετάβαση από τον ζώντα άνθρωπο της δημιουργικής διαύγειας, στον σκοτεινό και ρυπαντή άνθρωπο καταναλωτή-μηχανή, που καλύπτει τις έμβιες ανάγκες του με πόσιμο υλικό, του οποίου η όψη θυμίζει τα αναγκαία για την λειτουργία των κινητήρων ορυκτέλαια.

Φυσικά, πολύ νωρίτερα, ο Άλβιν Τόφλερ, στο «Τρίτο Κύμα», περιέγραψε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου των πολιτισμένων ανθρώπων, κατατάσσοντάς την σε 3 περιόδους: την αγροτική επανάσταση, τη βιομηχανική επανάσταση και την επανάσταση της εποχής της πληροφορίας.

Κι ακόμη, η επιδρομή της τηλεόρασης στην ανθρώπινη πραγματικότητα, έφερε το άλμα του «πολιτισμού της επικοινωνίας» από την εποχή της γραφής στην εποχή της εικόνας. Σε μια παραλληλική θεώρηση με τις 3 περιόδους του Τόφλερ, η επικοινωνία μεταξύ νοημόνων όντων, ξεκίνησε με το 1ο κύμα του προφορικού Λόγου, εξελίχτηκε με το 2ο κύμα του γραπτού Λόγου και η επέλευση (κυρίως διά της τηλεόρασης) του 3ου κύματος είναι η σχεδόν νομοτελειακά επικαθοριζόμενη αλληλουχία των πραγμάτων, με την εμφάνιση του εικονικού Λόγου.

(Απλώς για τη διευκόλυνση παρακολούθησης των εδώ γραφομένων, να διευκρινίσω ότι παρ’ όλο που η γραφή εμφανίζεται πριν από χιλιάδες χρόνια, η γενική πρόσβαση των ανθρώπων σ’ αυτήν έρχεται πολύ αργότερα, με την εφεύρεση της τυπογραφίας. Δηλαδή, ως μαζική πολιτισμική συνέπεια, έχει διάρκεια ζωής μερικών μόνον εκατονταετηρίδων. Οι χρόνοι περίπου συμπίπτουν τελικά με τη σειρά «αγροτική επανάσταση-βιομηχανική επανάσταση-επανάσταση της εποχής της πληροφορίας»…)

Όλ’ αυτά, λοιπόν, δεν είναι καινούρια! Ωστόσο, αν παρατηρήσει κανένας το κοινωνικό υπόστρωμα των αλλαγών που συνεπάγονται οι μεταβολές βάθους στον  ανθρώπινο πολιτισμό, θα διαπιστώσει ότι η σημερινή κρίση του καπιταλισμού, έχει πλήξει περισσότερο παρά ποτέ και καίρια την ποιότητα -ίσως, μάλιστα, και την ποσότητα- της επικοινωνίας μεταξύ μας.

Η μεγάλη διαφορά μεταξύ της παλιάς μετάβασης από τον κόσμο των συνομιλούντων ανθρώπων στον κόσμο του γραπτού Λόγου, σε σύγκριση με την μεταπήδηση από τη γραφή στον εικονικό Λόγο, νομίζω είναι ότι στην πρώτη περίπτωση η νέα εξέλιξη ήρθε στο πλευρό της παλαιότερης και χωρίς να την εξοστρακίσει να συμβάλλει στην εμβάθυνση των ανθρώπινων σχέσεων. Αντίθετα, η εικόνα επέλαυνε με διάθεση εξοστρακισμού της γραφής, σχεδόν επιδιώκοντας να την καταστήσει αχρείαστη.

Οι άγριες διαθέσεις της εικόνας εναντίον των άλλων εκφραστικών μέσων επικοινωνίας μεταξύ πολιτισμένων ανθρώπων, βεβαίως, δεν εμφανίστηκαν σήμερα με την τελευταία καπιταλιστική κρίση. Ήδη, αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ανθρωπότητα βυθιζόμενη στον διπολισμό, η εικόνα διά της τηλεόρασης στρατεύεται για να εκπέμψει μαζική πολιτική πειθώ στους ανθρώπους, καθιστώντας τους καταναλωτές, αντί για πολίτες. Ας μην ξεχνάμε ότι η ολοσχερής ήττα του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» σε σημαντικό βαθμό κρίθηκε από το αποτύπωμα της υπεροχής του καλοντυμένου και περιστοιχιζόμενου από τεχνολογικές ανέσεις δυτικού πολίτη-καταναλωτή, συγκρινόμενου με τον αντίπαλό του, που διαβιεί στον αντίπαλο και γκριζαρισμένο άλλο πόλο του τότε κόσμου.

Όλ’ εκείνα, με την τηλεόραση σε πρώτο ρόλο, έκαναν τις προπαγανδιστικές εικόνες του γκεμπελισμού, που είχαν προηγηθεί λίγα έτη νωρίτερα, να μοιάζουν «φτωχός συγγενής» του ολόφωτου κόσμου της δυτικής «αλήθειας».

Για να επιστρέψω, όμως, στην «επιτάχυνση προς το κακό» που επέφερε η σημερινή καπιταλιστική κρίση, θα πρέπει να αναφέρω ότι η αφετηρία αυτής της καθοδικής για τον ανθρώπινο πολιτισμό διαδρομής εγκαινιάστηκε περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με την οριστική ήττα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την τελική επικράτηση του νεο-φιλευθερισμού, ως εναπομένουσας προμετωπίδας-κατάλοιπου των καπιταλιστικών προταγμάτων.

Ο μετασχηματισμός του ανθρώπου, από νοήμονα πολίτη, ως δρώσας μονάδας της κοινωνίας επικοινωνούντων προσώπων, σε άτομο βυθιζόμενο εν τη ρύμη του χρόνου στη μοίρα της μοναξιάς των μηχανών (και με μόνη ψυχαγωγία και θεμελιώδες όχημα Πολιτισμού την τηλεόραση, όπου απλώς θα επαναβεβαιώνεται η θέση του ως «κινητήρα της οικονομίας», καταναλωτή ή παραγωγικού γραναζιού της), είναι η συνέπεια του σκληρού πυρήνα της σημερινής κρίσης.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, με την επικυριαρχία της οικονομίας ως μόνης αναγνωριζόμενης κεντρικής συμβολής του ανθρώπινου στοιχείου στη γραφή της Ιστορίας, η ανθρώπινη εργασία από την αξιολόγησή της με όρους αποτίμησης σε παραγωγιμότητα, μετέπεσε σε παραγωγικότητα. Μ’ άλλα λόγια, προτιμητέα μοίρα των ανθρώπων, ως εργαζομένων, δεν είναι το τί θα μπορούσαν να παράγουν, αλλά το τι παρήγαγαν. Πόσο και τί θα παράγεται από την ανθρώπινη εργασία, σε εξατομικευμένη σχεδόν βάση, σχεδιάζεται από ένα κέντρο που επιβάλλει και τους στόχους που πρέπει να «πιαστούν». Προφανέστατα, πρόκειται για ένα πανίσχυρο κέντρο ενάσκησης εξουσίας, επί των ανθρώπων! Και στο βωμό της επιβολής του δεν διστάζει  να θυσιάσει και την εφευρετικότητα που θα μπορούσε να ξεπηδήσει από την ανθρώπινη παραγωγιμότητα, προς όφελος των κοινωνιών και ακόμη και της ίδιας της οικονομίας. Ο ελεγχόμενος και υπό διευθυντική επιβολή άνθρωπος της εργασίας, προτιμάται αντί του ανθρώπου που εγκυμονεί διαρκώς νέες λύσεις στα προβλήματα της εξέλιξης, απλούστατα διότι έτσι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της σύγχρονης κυρίαρχης τάξης.          

Και κάπως έτσι, η αγροτική επανάσταση του 1ου κύματος του Άλβιν Τόφλερ, που δημιούργησε ο άνθρωπος-επιβιωτής, οδήγησε στον άνθρωπο-παραγωγό της βιομηχανικής επανάστασης του 2ου κύματος και μεταπίπτει στον άνθρωπο-μηχανή του 3ου σημερινού κύματος.

Σε μια τυπική επανάληψη του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες των ανθρώπων αντέδρασαν διά του λουδιτισμού  στην επέλευση των μηχανών στην αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, σήμερα οι χάκερς αντιδρούν στην επιδρομή των υπολογιστών.   

Ίσως έτσι εξηγείται και γιατί η τηλεόραση ποτέ δεν υπήρξε «μεγάλη ευκαιρία», για την πληροφόρηση των πολιτών και τη Δημοκρατία καθώς και για τον Πολιτισμό των ανθρώπων. Νομίζω πως ο εξ αρχής έλεγχός της από την άρχουσα τάξη, δεν άφηνε περιθώρια για κάτι διαφορετικό από τον ρόλο της, ως μηχανισμού ενσωμάτωσης και ένταξης στο ισχύον σύστημα. Ποτέ δεν είχε άλλες προθέσεις!… 

-------------------------------------

(Υγ.: Το σημερινό κείμενο, με την ευκαιρία της Πρωτομαγιάς, αφιερώνεται σε φίλο μου που του αρέσει να αντιπαρατίθεται στις απόψεις μου (κατά τεκμήριο υποκείμενες στην αγωνία για το μέλλον της πολιτικής αριστεράς), με τη γενίκευση ότι θεωρητικολογώ. Το κάνει, προφανώς ελλείψει άλλου σοβαρού τεκμηριωτικού λόγου, δυστυχώς υπό το μοναδικής «ρηχότητας» κίνητρο να υποστηρίξει …τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη σημερινή ελληνική δεξιά, που μοιάζει περισσότερο ανιστόρητη παρά ποτέ. Εύχομαι και ελπίζω να βοηθηθεί να κατανοήσει ότι πολιτικός λόγος χωρίς θεωρητικές αναφορές και προσβάσεις σε ιδέες και αρχές με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις τύχες του, δεν είναι άλλο από η επιβεβαίωση  του «ελλειπτικού ανθρώπου», που μας επιδικάζει η κρατούσα τάξη και το ισχύον υπό την έλεγχό της σύστημα του εικονικού Λόγου)

1/5/2018

(Το κείμενο δημοσιεύεται και στην ενημερωτική ιστοσελίδα www.circogreco.gr)

 

 

 

 

Η πραγματική διάσωση

της Ελλάδας

Ήταν στα πράγματα και εφηύραν τον χαρακτηρισμό "διάσωση της πατρίδας", για πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις, που -πλέον, υπό το βάρος του ιστορικώς αποδεδειγμένου- την έβλαψαν! Οι απέναντι, κραύγαζαν για το κακό που γινόταν! 

Μετά οι πρώτοι έφυγαν και ήρθαν οι υποσχόμενοι το τέλος της καταστροφής! Οι πρώτοι, άρχισαν να βλέπουν τί έκαναν τόσα χρόνια και (εξαιρουμένων ελαχίστων εξαιρέσεων που μανιοκαταθλιπτικά επιμένουν να ζουν στο αστερισμό της «αριστερής παρένθεσης») φωνάζουν εκείνοι τώρα για το κακό που γίνεται! Και οι άλλοι, εκείνοι δηλαδή που σήμερα είναι στα πράγματα, προσήλθαν στην ορολογία της «διάσωσης».

Κι έτσι, επιστρατευμένοι εξ ανάγκης και αγωνίας όλοι οι Έλληνες σε στρατόπεδα από «διασώστες» και «αντι-διασώστες», τότε και τώρα, πριν και σήμερα, βαδίζουμε όλοι μαζί στον μοιραίο δρόμο της δικής μας ιστορικής προσφυγιάς, με ορατό για πρώτη φορά τον κίνδυνο της εξαφάνισής μας. Παγιδευμένοι στο τίς πταίει (ανάμεσά μας)! Εθελοτυφλώντας μπροστά στο πολιτικώς αυτονόητο: Ο δρόμος που επελέγη να βαδίσει η Ελλάδα για να ξεπληρώσει τις αμαρτίες της ευρωπαϊκής ανωριμότητάς της, έχει τίμημα τον θάνατό της. Με τη μία ή με κάποιαν άλλη διαδρομή!

Αυτός είναι, λοιπόν, ο εθνικός σκοπός σήμερα: Να αποφύγουμε να πεθάνουμε! Και όχι για να τη «γλιτάρουμε», να τη «σκαπουλάρουμε» για λίγο καιρό, και μετ’ ου πολύ ξανά τα ίδια! Θα πετύχουμε τον στόχο μας, υπό την προϋπόθεση και μόνον ότι δεν θα επιβιώσουμε απλώς αλλά θα αποκατασταθεί στη συνείδηση του μέσου ευρωπαίου (ημών των Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων) η ξεχασμένη εκείνη αρχή που συμπεριλαμβάνεται στο ευγενές όραμα της ευρωπαϊκής  συνένωσης: Η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο τμήμα του ενοποιητικού σκοπού και χωρίς αυτήν το σχέδιο της συνένωσης είναι εξ αρχής υπονομευμένο και καταδικασμένο σε αποτυχία!

Όχι γιατί, είμαστε το «πνεύμα», το θεμέλιο παραδεγμένων αξιών, της υπόθεσης. Αλλά διότι, είμαστε το γεωπολιτικό και πολιτισμικό στοιχείο, άνευ του οποίου η Ευρώπη θα είναι μια ανάπηρη διεθνής οντότητα! Γεωπολιτικό, πολιτισμικό και ιστορικό βάρος έχουμε! Τίποτα άλλο! Αυτά τα στοιχεία υπονομεύουν τα σχέδια διάσωσής μας και γι’ αυτό αποτυγχάνουν.  

Η παγίδευσή μας σε προβληματικές του τύπου «το σχέδιο για την Ελλάδα δεν προχώρησε επειδή δεν έγιναν οι μεταρρυθμίσεις» εξεμέτρησε τα προς το ζην ως επιχείρημα -μερικής έστω πειστικής απόδοσης. Ποτέ, άλλωστε, αυτά δεν ήταν πραγματικά ελληνικά προβλήματα, όσο κι αν κραύγασαν και συνεχίζουν να κραυγάζουν οι επωφελούμενοι από «μεταρρυθμίσεις» καθαρού ταξικού προσήμου διά των μέσων ενημέρωσης της στρεβλής αλήθειας. Η ίδια η ζωή αποδεικνύει ότι μεταρρύθμιση σκοπευμένης αναδιανομής πλούτου υπέρ συμφερόντων με ονοματεπώνυμο, πλήττει κατάστηθα τη δημοκρατική προαίρεση της ίδιας της «μεταρρύθμισης». Άρα δεν είναι μεταρρύθμιση, αλλά πτυχή της ιστορικά  ακατάβλητης ταξικής πάλης! Παραδοχής, που ως αναλυτική βάση της ιστορικής εξέλιξης, με τόση αφροσύνη και αλαζονεία «κλώτσησαν» από τη δεκαετία του ’90 οι δυτικοί θριαμβευτές από τα εργαλεία ανάλυσης των συμβαινόντων! Για να τα υποκαταστήσουν με το «μοντέλο σκέψης και παραδοχών Σόιμπλε»: Τις πταίει; Οι Έλληνες κι από κοντά και οι άλλες κοντοπόδαρες φυλές της μεσογειακής Ευρώπης. 

Ποιά διάσωση της Ελλάδας, λοιπόν; Διάσωση μικρού μέρους των Ελλήνων ήταν εξ αρχής το σχέδιο! Με το «ευρωπαϊκώς αζημίωτο» για τους επωφελούμενους συμπατριώτες μας. Και ήταν τόσο άφρονες οι αλλοδαποί σχεδιαστές της διάσωσής μας, που απαξίωσαν τόσο την Ελλάδα, ώστε να μη μπορεί να είναι τελικός προορισμός για τα εκατομμύρια προσφύγων που αργά ή γρήγορα θα ‘ρχονταν στην Ευρώπη! Από φυσικό όριο, μια γεωπολιτική «ζώνη ασφαλείας» φραγής προς την κεντρική Ευρώπη -θα ‘λεγε κανένας- που ήταν η Ελλάδα, έγινε διαμετακομιστικός σταθμός της παγκόσμιας προσφυγιάς. Κι όσο κι αν της ρίξουν το βάρος της ελλιπούς δακτυλοσκόπησης, ως δήθεν αιτίου της πολιτικής του ευρωπαϊκού μεταναστευτικού αδιεξόδου, τίποτα δεν θα ανακόψει την πορεία των πληθυσμών προς την ευρασιατική Δύση. Με σοφιστείες, υπεκφυγές και 30 πρόσφυγες που πήρε το Λουξεμβούργο, το πρόβλημα θα βαθαίνει, όσον μονεταρισμό κι αν επιστρατεύουν τα μέλη του eurogroup. Αν δεν σταματήσει ο πόλεμος στη Συρία και δεν καταλογιστεί στην Τουρκία ο αντικειμενικά αποσταθεροποιητικός ρόλος της στην εγγύς μας Ανατολή, η κατάσταση θα επιδεινώνεται! Ναι, μπορεί η Ελλάδα να πληγεί πρωτίστως (και ήδη το βιώνει), αλλά η Ευρώπη αλώβητη δεν θα μείνει. Η θεία δίκη σε βάρος της έλθει είτε με τη μορφή ανεξέλεγκτων προσφυγικών κυμάτων που διαρκώς θα τείνουν να γίνουν διασυνοριακά θερμά επεισόδια, είτε με την πολιτική κατίσχυση του νεο-ναζισμού στις χώρες-μέλη της Ε.Ε., που θα πάνε όλη την ήπειρο πίσω κατά έναν αιώνα.

Ακούω από τον έναν πόλο του εσωτερικού διχαστικού σκηνικού το επιχείρημα ότι μια γραφική κυρία ακτιβίστρια που διετέλεσε υπουργός ευθύνεται για όλα! Με τέτοιου βάθους αναλύσεις και προαιρέσεις να αναζητήσουμε οι Έλληνες από κοινού λύσεις, πιστεύει κανένας ότι η πατρίδα μας θα επιβιώσει; Διερωτώμαι, πόσοι και ποιοί το πιστεύουν! 

Γι’ αυτό, πολύ καλά πράττει η Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, και συχνά-πυκνά δηλώνει ότι διαφωνεί με το σχέδιο που αποσκοπεί στη δήθεν διάσωσή της! Η επίμονη πρόσκληση μερίδας συμπατριωτών μας να προσέλθουμε ομοθύμως σε δήλωση συλλογικής συναίνεσης στο σχέδιο καταστροφικής διάσωσής μας, θα ήταν η προσυπογραφή του ελληνικού τέλους. Και είναι ολέθριο σφάλμα τέτοια ομαδική προσχώρηση των Ελλήνων στην παράκρουση. Συναινέσαμε από την αρχή σε μια μέθοδο, με την οποία ποτέ δεν συμφωνήσαμε, επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων ήταν τόσο αρνητικοί σε βάρος μας, ώστε να μας παγιδεύουν σε μια πορεία, αρκεί να αποφεύγαμε, τότε και τώρα, τον άμεσο και ξαφνικό μας οικονομικό θάνατο. Όσο περνάει ο καιρός, αργά και βασανιστικά -πάντα έτσι ήταν, θα επιχειρούμε να αλλάζουμε προς το συμφέρον μας αυτόν τον συσχετισμό των δυνάμεων.  Και όποτε κρίνουμε ότι το επιτρέπουν οι συνθήκες, θα δραπετεύσουμε από τη θανατηφόρα διάσωση που ζούμε!

Δεν θα μας το προτείνει κανένας άλλος! Εμείς θα το κάνουμε. Κι αν δεν το έχουμε αυτό σαν κρυφή σκέψη και ελπίδα μας, δεν θα το πετύχουμε ποτέ! 

Το 4ο κύμα

4ο κύμα της κρίσης (αυτόν τον όρο χρησιμοποίησε πρώτος ένας καλός αναλυτής) ονομάζουμε  τον σημερινό γύρο των εξελίξεων στον κόσμο.

Προηγήθηκαν:

- Ο 1ος γύρος, δηλαδή η εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης των τραπεζών και του διεθνούς νομισματοπιστωτικού συστήματος.  

- Ο 2ος γύρος, δηλαδή η επέκταση της κρίσης στις πραγματικές οικονομίες των περισσότερων χωρών.

- Ο 3ος γύρος, δηλαδή η μεταπήδηση της κρίσης από το πεδίο της Οικονομίας στο πεδίο των κοινωνιών, με τις συνεπάγωγες συνέπειες πολιτικών αποσταθεροποιήσεων  στο εσωτερικό μέτωπο πολλών χωρών.

Ο 4ος γύρος, που βιώνουμε σήμερα, δηλαδή, δεν είναι κάτι άλλο από τη μετάσταση της πολιτικής αποσταθεροποίησης ανά χώρα στο διεθνές περιβάλλον και το παγκόσμιο σκηνικό και μάλιστα με όρους σεισμικής κατάρρευσης ισχυουσών εδώ και δεκαετίες γεωπολιτικών ισορροπιών.

Η κουβέντα «ποιός ευθύνεται για την κρίση» δεν έχει πια και πολύ νόημα! Τέτοιο μοτίβο σκέψης και ανάλυσης, άλλωστε, είναι χρήσιμο, μόνον εφ’ όσον ο εντοπισμός του «φταίχτη» οδηγεί με βάση τον δυτικό ορθολογικό τρόπο του σκέπτεσθαι στον εντοπισμό των αιτίων ενός προβλήματος, ώστε η αντιμετώπισή τους να άγει σε λύσεις. Αν, αντιθέτως, η αναζήτηση του «φταίχτη» προσλαμβάνει προσχηματικό χαρακτήρα, τότε οι «λύσεις» που επιστρατεύονται  αποδεικνύονται ατελέσφορες και το κακό παρατείνεται αποκτώντας πυώδεις συνέπειες.

…αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και σήμερα;  Ο ίδιος ο διεθνής καπιταλισμός στη ιδιότυπη ευρωπαϊκή εκδοχή του, είναι που -φερ’ ειπείν-  για την κρίση στην ευρωζώνη  απεφάνθη ότι ευθύνεται …η Ελλάδα (άντε και κανά-δυο ακόμη μεσογειακές χώρες της Ε.Ε.), ενώ όλα πήγαιναν ρολόι! Κι έτσι, μια προδήλως αδιέξοδη πορεία για το ενιαίο νόμισμα (τουλάχιστον με όρους και προϋποθέσεις ισότητας ευκαιριών αλλά και συνευθύνης για τυχόν αστοχίες, όπως υπήρξε η εξαγγελία κοινού πεπρωμένου για τις καλές και τις κακές περιόδους σ’ όσες χώρες ανέβηκαν στο τρένο) χρεώθηκε όπου χρεώθηκε για να μη ομολογηθεί το αδιέξοδο και αποδοθεί στα διά γυμνού οφθαλμού ορατά συστημικά αίτια της κρίσης.

Θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Ασφαλέστατα! Από την αρχή ήδη της κρίσης, πολλοί αναλυτές, αλλά και ολόκληρες δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένης και της καπιταλιστικής Μέκκας, δηλαδή των Η.Π.Α.), εζήτησαν να ενεργοποιηθούν οι κλασσικές διαδικασίες και οι μηχανισμοί  που ιστορικά επιστρατεύει ο καπιταλισμός για την αντιμετώπιση των κυκλικών κρίσεων:  Την έκδοση πληθωριστικού χρήματος, ώστε με την τόνωση της ζήτησης σε πρώτη τουλάχιστον φάση να κερδηθεί ο αναγκαίος χρόνος για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο παραγωγικών και αναπτυξιακών προταγμάτων επένδυσης των διαθέσιμων κεφαλαίων, με σκοπό νέες θέσεις εργασίας, ανάπτυξη και βαθμιαία επιστροφή σε κατάσταση οικονομικής υγείας. (Άλλωστε, μ’ αυτήν τη μέθοδο ο καπιταλισμός μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο  πέτυχε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές κρίσεις που εκδηλώθηκαν και να αντέξει στην δαπανηρότατη αντιπαράθεση με το στρατόπεδο του υπαρκτού σοσιαλισμού, βγαίνοντας απ’ αυτήν νικητής. Είναι, δηλαδή, μια απολύτως δοκιμασμένη μέθοδος!).  Ενώ, λοιπόν, στην ευρωζώνη οι προτάσεις για έκδοση ευρω-ομολόγων  για τη χρηματοδοτική στήριξη και ενίσχυση  της ζήτησης (αλλά και άλλες προτάσεις) έπεσαν στο τραπέζι από επίλεκτα καπιταλιστικά χρηματοοικονομικά κέντρα  και αναλυτές, …αποφασίστηκε ότι η δημοσιονομική περιστολή (δηλαδή οικονομική πολιτική αντιθέτου φοράς)  ήταν η επιβεβλημένη λύση!         

Έτσι, η χαμένη εξαετία χειρισμού ευρωπαϊκής κρίσης, με το μονοσήμαντο πρόταγμα της δημοσιονομικής περιστολής:

-  δεν έλυσε τα προβλήματα της οικονομίας (κανένας δεν τολμά να ισχυριστεί κάτι τέτοιο),

- παγίωσε τον αντι-αναπτυξιακό και αποπληθωριστικό γύρο  στην ευρωζώνη,

- προκάλεσε σοβαρές ρωγμές στην ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης επί τη βάσει συγκρότησης εξελιγμένων συστημάτων πολιτικής οργάνωσης  και κοινωνικής αλληλεγγύης,

- προχώρησε σε πολιτική εμβάθυνση της κρίσης, προς όφελος ακροδεξιών και νέο-ναζιστικών πολιτικών σχηματισμών και με σημαντικό δημοκρατικό κόστος,

- έπληξε το κοινοτικό κεκτημένο, και

- βρίσκεται σήμερα πλέον στη φάση γεωπολιτικού κλονισμού των νοτιοανατολικών κοινών συνόρων της Ε.Ε..

Ήδη, ολοένα και περισσότεροι ομονοούν πως ό,τι έγινε μέχρι τώρα δεν έλυσε τα προβλήματα. Πολλοί ανάμεσά τους -όλοι, όμως, από τη σκοπιά του υποστηρικτή του καπιταλισμού-  ζητούν ανοιχτά να δοθεί επί τέλους προτεραιότητα  στην επιζήτηση της ανάπτυξης και την αντιμετώπιση της ανεργίας, αντί της εμμονής στις δημοσιονομικές περιστολές.  Το ίδιο το ΔΝΤ αποστασιοποιείται πια από την εμφανέστατα πλέον αφελή, αντιεπιστημονική και γέννημα μικρών σκοπιμοτήτων θέση πως «φταίει το ότι δεν έγιναν οι μεταρρυθμίσεις για το αδιέξοδο στην Ελλάδα» και ότι «οι μεταρρυθμίσεις είναι εκείνες που θα βγάλουν την ευρωζώνη από την κρίση». Ακόμη και η ΕΚΤ με την πολιτική της δείχνει ότι προτεραιότητα για εκείνην είναι η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα κεφαλαίων και ρευστότητας, ως προτιμητέα μέθοδος χειρισμού των πραγμάτων από ‘δω και πέρα, αντί της δημοσιονομικής περιστολής.              

Απέναντι σ’ όλα αυτά  ένας στενότατος πια κύκλος προσώπων και συμφερόντων κάθε λογής αμύνεται, με το πάθος των ηττημένων απόψεων. Ο επικεφαλής του κύκλου αυτού, Σόιμπλε, κάθε ώρα που περνάει δέχεται πλήγματα. Ως πολιτική άποψη, ως πρόσωπο και ως κύκλος συμφερόντων που υπηρετούνται από αυτές τις επιλογές.

Το τέλος αυτή της πολιτικής είναι πια αναπόφευκτο! Παρά ταύτα, το τέλος θα αργήσει ακόμη! Πιστοποιούν περί τούτου  η ψυχολογία Σόιμπλε ως δημόσιου προσώπου, με ό,τι κουβαλάει μαζί του ο άνθρωπος. Αρκεί να δει κανένας, στην Ελλάδα αλλά και σ’ όλην την  υπόλοιπη Ευρώπη ποιοί συμπαρίστανται και πολιτικά εκπροσωπούνται (πολιτικές δυνάμεις, χώρες, επιχειρήσεις, ακόμη και πρόσωπα) από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, για να κατανοήσει  πόσο γρήγορα στενεύει ο κύκλος.

Η Ευρώπη μπορεί να είναι πολύ καλύτερη και πολύ πιο ανθρώπινη και δίκαια για όλους μας! Και θα γίνει, αφήνοντας πίσω  τις δυνάμεις της διεθνούς συντήρησης, που στην Ευρώπη της κρίσης έχουν ανακαλύψει  τον φανατικότερο  εκπρόσωπό τους.            

Είναι απλά θέμα χρόνου και ώριμης πολιτικής διαχείρισης των εξελίξεων.

Ρεαλισμός και κρίση (Α΄ μέρος)

 Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Ολοένα και συχνότερα ακούω (ιδίως μετά τις εκλογές) την προτροπή προς την κυβέρνηση «να δείξει ρεαλισμό» στις αποφάσεις της, κατά τη σκληρή διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με τους ευρωπαίους δανειστές μας.

 Για να είμαστε ειλικρινείς, η έννοια του «ρεαλισμού» (όπως την εννοούμε στην Πολιτική σήμερα στην Ελλάδα), πρωτοεμφανίστηκε παρ’ ημίν επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη! Ήταν η εποχή που το τότε νεοπαγές «κυβερνητικό σύστημα» περί τον πρωθυπουργό, σε αγαστή συνεργασία με το σύνολο περίπου του μηχανισμού ενημέρωσης της κοινής γνώμης, εξεδήλωνε εκείνην την «παιδευτική στάση» του απέναντι στο «πόπολο των ατάκτων» (δηλαδή του πολιτικού και κοινωνικού χώρου που είχε κληρονομήσει ο τότε πρωθυπουργός από τον Ανδρέα Παπανδρέου).

Η διδαχή μέσες-άκρες ήταν: «Δεχτείτε σήμερα μια ζημία, για να πάει καλύτερα η χώρα και όλοι μας στο μέλλον». (Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνης της αντίληψης των πραγμάτων υπήρξε το σύνθημα «ισχυρή Ελλάδα», που επιστράτευσε το «σημιτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ.» στις ευρωεκλογές).

[Την μη αποδοχή τούτης της πρόσκλησης από τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις προς τις οποίες απευθυνόταν, επικαλούνται σήμερα τα απομεινάρια του λεγόμενου «εκσυγχρονισμού» για τη σημερινή ταλαιπωρία της χώρας. Δηλαδή, επειδή οι μικρομεσαίοι της περιόδου ένταξης στη ζώνης του ευρώ, απέρριψαν τον «ρεαλισμό» μικρότερης συμμετοχής τους στην κατανομή των αναπτυξιακών πλεονασμάτων εκείνης της εποχής, είναι αυτοί που θα πρέπει να ενοχοποιηθούν για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό από το 2004 και εντεύθεν!].

Προς επίρρωση τούτης της άποψης επιφορτίστηκαν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης να «αποδείξουν»:

- γιατί το δημόσιο είναι σπάταλο -ενώ οι ιδιώτες θα έκαναν την ίδια δουλειά πολύ φθηνότερα-,

- γιατί η εγκατάλειψη της «πρότασης Σπράου» για το ασφαλιστικό (που επίσης απερρίφθη και τελικά εγκαταλείφτηκε και από τον ίδιον τον Κώστα Σημίτη) συνιστά την εξήγηση της σημερινής κατάρρευσης του συστήματος κοινωνικής μέριμνας, υπό την εγγύηση του δημόσιου τομέα. (Ασχέτως του ότι την ίδια περίοδο οργίαζε η εισφοροδιαφυγή του ενάμισι εκατομμυρίου νεοαφιχθέντων οικονομικών μεταναστών -κυρίως από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης- προς άμεση ενίσχυση των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, και παρ’ ότι τότε εγράφοντο αναπτυξιακές επιδόσεις της τάξης του 3-4% και υπήρχε υπερεπάρκεια ρευστότητας, ώστε οι εργοδοτικές εισφορές να μπορούσαν εύκολα και χωρίς επίπτωση στα οικονομικά των επιχειρήσεων να καταβληθούν. Κι ολ’ αυτά ενώ καμιά ουσιαστική προσπάθεια για την περισυλλογή των χαμένων εισφορών δεν ελάμβανε χώρα από την κυβέρνηση, που την ίδια ώρα ζητούσε αύξηση της συμμετοχής των εργαζομένων στις δαπάνες των ταμείων τους),

- γιατί γενικώς ο τρόπος προαγωγής της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας θα έπρεπε να στηριχτεί πρωτίστως στο ενιαίο νόμισμα (με την άλλη παράλληλη ενοποιητική διαδικασία, την πολιτική ενοποίηση -σχέδιο ευρωπαϊκού συντάγματος ντ’ Εστέν-, να φθίνει και τελικά να εγκαταλείπεται). [Κατά τραγική ειρωνεία, την ταφόπλακα στην πολιτική ενοποίηση έθεσαν τα «όχι» στο σχέδιο ευρωπαϊκού συντάγματος ντ’ Εστέν, που έδωσαν τα δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία (δηλαδή, δύο από τις χώρες που βρίσκονται στον πυρήνα του ευρώ). Με αποτέλεσμα όλη η διαδικασία ενοποίησης να προωθηθεί από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, με πρωτοβουλία της Γερμανίας και με έναν και μόνον «ενοποιητικό παράγοντα»: το ενιαίο νόμισμα].                                   

 Ο «ρεαλισμός» αυτός, ο ίδιος στο ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενό του, προσαρμοσμένος στις σημερινές «συστημικές ανάγκες» έχει, λοιπόν, «μεταμφιεστεί» στην επιλογή των σκληρών περιοριστικών πολιτικών στην ευρωπαϊκή οικονομία της κρίσης: Με το εξής περίπου περιεχόμενο: Πληρώστε τώρα εσείς οι μικρομεσαίοι κατά συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος συμμετοχής σας το κόστος διάσωσης του ενιαίου νομίσματος, …αφού δεν το κάνατε την προηγούμενη δεκαετία!…

Και ο αμοραλιστικός αυτός «ρεαλισμός», συνοδεύεται από την επωδό: Αν δεν πληρώσετε σεις οι μεσαίες κοινωνικές και εισοδηματικές τάξεις το κόστος της διάσωσης του ενιαίου νομίσματος, θα τεθείτε εκτός της ευρωζώνης!

(Συνέχεια στο Β΄ μέρος)

Ρεαλισμός και κρίση (Β΄ μέρος)

 Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 Ο «ρεαλισμός», επομένως στην εποχή της κρίσης, δεν είναι άλλο παρά μια προσέγγιση οικονομικής διαχείρισης της κρίσης του ενιαίου νομίσματος, με έμφαση στην προσπάθεια του κυρίαρχου συστήματος να εξασφαλίσει τους πόρους διάσωσής του μέσω της αποκόμισης μέρους των εισοδημάτων των μικρομεσαίων και αφήνοντας κατά βάσιν αλώβητες:

- τις οικονομικά ανώτερες τάξεις της ευρωζώνης,

- τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, και τέλος

- τις ισχυρότερες οικονομικά χώρες του ενιαίου νομίσματος (που πλασσάρονται και ως οι εγγυητές της ευρωστίας του ευρώ).             

Χωρίς εξαντλητική πολιτική αξιολόγηση του εν λόγω «ρεαλισμού» και των οικονομικών συνεπειών της εφαρμογής του επί των κοινωνιών της γηραιάς ηπείρου και επί του καπιταλισμού της ευρωζώνης, δεν θα μπορούσαν αρθρωθούν σοβαρές κριτικές αναφορές στο υπό διερεύνηση πεδίο.

Παλιότερα αυτό δεν ήταν εφικτό, διότι η κρίση δεν ήταν αντιληπτή παρά ως πρωτοφανές και απρόσμενο περιστατικό της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης. (Και όχι ως σύμπτωμα νομισματοπιστωτικής ανωριμότητας και πολιτικής ανετοιμότητας των υπό ενοποίηση κρατικών συστημάτων να χειριστούν από κοινού τα προβλήματα που ανεφύησαν). Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό και ενδεικτικό ότι οι ηγεσίες της Ε.Ε. αρχικώς χειρίστηκαν την ίδια την κρίση, ως «εισαγόμενη από τις Η.Π.Α.» και εν συνεχεία ως απόρροια πιέσεων από ασυμβατότητες με όμορα νομισματοπιστωτικά συστήματα της ζώνης του ευρώ (βρετανική λίρα, ρούβλι κ.λπ.) και όχι ως εγγενή αδυναμία του ευρώ να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας κλασσικής περίπτωσης κυκλικής καπιταλιστικής κρίσης. (Για παράδειγμα, η απόπειρα να επιτευχθεί δημοσιονομική περιστολή με ταυτόχρονη επιδίωξη  της αναπτυξιακής επανενεργοποίησης -στις χώρες του Νότου με καθαρή εσωτερική υποτίμηση- ποτέ άλλοτε στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού δεν έχει επιχειρηθεί. Και εν μέρει η πρόσδεση της ευρωπαϊκής αριστεράς (πρωτίστως του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που πρώτος δοκιμάζεται σε διαδικασίες διακυβέρνησης) σε νεοκεϋνσιανιστικά μοντέλα οικονομικής πολιτικής ως προτιμητέες μεθόδους αντιμετώπισης της σημερινής κρίσης, επιβεβαιώνει δύο πράγματα: α. την αποτυχία του παραδοσιακού καπιταλισμού και των πολιτικών εκφραστών του στην ευρωζώνη, και β. την ιδεολογικοπολιτική χρεοκοπία της πάλαι ποτέ κραταιάς ευρωπαϊκής αριστεράς να διαμορφώσει ουσιαστική εναλλακτική πολιτική πρόταση για την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία, με επιπτώσεις ροπής προς λαϊκίστικες συντηρητικές πολιτικές και επικοινωνιακού τύπου (κυρίως) νομιμοποιήσεις της ατζέντας περί «κωλοτούμπας» -ήδη στην Ισπανία οι Podemos δέχονται κριτική ακόμη και προεκλογικά για υπαναχωρήσεις από προηγηθείσες δεσμεύσεις τους και επιχειρούν κάποιαν αποστασιοποίηση από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.).  

Σήμερα, όμως, υπάρχει απτό δείγμα των συνεπειών της πολιτικής που προτιμήθηκε!

Υπάρχουν ενώπιόν μας:

- τα αποτελέσματα της ύφεσης και του ανομολόγητου αποπληθωρισμού στην ευρωζώνη,

- η αδυναμία να ελεγχθεί ουσιαστικά η ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, ως δυνάμει δήθεν εναλλακτικής πρότασης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αν και αντίκειται ακριβώς σ’ αυτήν την προοπτική,

- η «αναποτελεσματική» (και υπό αναθεώρηση) πολιτική διεύρυνσης της Ε.Ε., εφ’ όσον οι προτιμώμενες προς ενσωμάτωση χώρες (Βαλκάνια) ή και οι ήδη ενσωματωμένες (Βαλτικές χώρες), προφανώς φέρουν άλλα αίτια επιλογής τους (π.χ. γεωπολιτικές σκοπιμότητες) από την καθαρή συμβολή τους στην ενοποίηση (και επειδή ελέω κρίσης το κόστος ενσωμάτωσης των πραγματικών στόχων δεν καταβάλλεται από τις χώρες στον πυρήνα του ενιαίου νομίσματος»,    

- η απομυθοποίηση του ανέκλητου της πορείας του ενιαίου νομίσματος, από άφρονες αναφορές περί grexit,

- η αντιστροφή του ηθικού πλεονεκτήματος του ευρωπαϊκού καπιταλισμού έναντι «άλλων καπιταλισμών» (αμερικάνικος, ιαπωνικός), ένεκα της αποδόμησης  των κρατικών συστημάτων -συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων κοινωνικής αλληλεγγύης- στις φτωχότερες χώρες της ευρωζώνης, και

- η θεαματική ανισοκατανομή του πλούτου υπέρ των ισχυρών (κυρίως με τα βάρη της διάσωσης του ενιαίου νομίσματος να πέφτουν στους φτωχότερους - http://www.star.gr/Pages/Oikonomia.aspx?art=269404&artTitle=oi_ftochoi_plirosan_tin_krisi_katevalan_perissoterous_forous_kata_337) (...και ολόκληρη η μελέτη στο http://www.simplesite.com/builder/pages/preview3.aspx?InitPreview=true&pageid=414923945)

Θα προλάβει η ενοποίηση της Ευρώπης, είτε την αλλαγή οικονομικής πολιτικής της Δεξιάς, είτε την «κωλοτούμπα» της Αριστεράς, για να διασωθεί και να αναζωογονηθεί  το όραμα της δημοκρατικής σύγκλησης; Προσώρας τούτο δεν είναι ευκρινές. Και η απαισιοδοξία ομού μετά της ενδυνάμωσης της ακροδεξιάς ξεχωρίζουν.

Ευχή και ελπίδα να αντιστραφεί η πορεία της ευρωπαϊκής αποδόμησης! Θα φανεί μέσα στα επόμενα 2-3 χρόνια.       

Είναι «παράνομη» η ανατροπή των συστημάτων;

 Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

(Με αφορμή την καθημερινότητα των δημοσιευμάτων μιας εφημερίδας)

 - «…θα μπορούσε… …η ελληνική κυβέρνηση να γίνει πιο μετριοπαθής και πιο υπεύθυνη, μέσα από τη σύμπραξη για παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ με το Ποτάμι;…», διερωτάτο ο ένας από τους πολιτικούς σχολιαστές της εφημερίδας.  

- «…η διαπραγματευτική δύναμη της κυβέρνησης μεταφράστηκε γρήγορα σε όρους αντισυμβατικής εμφάνισης και συμπεριφοράς. Οι νέοι πρωταγωνιστές κατάφεραν να κατευθύνουν τη δημόσια συζήτηση επί μακρόν όχι στο περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ή στις συμμαχίες που (δεν) βρήκαν, αλλά στο ύφος ζωής που φέρουν…», διαπίστωνε ο δεύτερος σχολιαστής.

- «…ένας άλλος όρος τοτέμ είναι η εθνική κυριαρχία. Τη θέλουμε απαραβίαστη, αδιάφορο πως λειτουργεί. Το ελληνικό κράτος χρωστάει τη δημιουργία του στην παραβίαση της κυριαρχίας ενός άλλου κράτους στο Ναυαρίνο. Αυτό όμως είναι άλλου παππά ευαγγέλιο. Εμείς δεν θέλουμε να χώνουν οι ξένοι τη μύτη τους στα εσωτερικά μας, ούτε καν για να μας πιέσουν να περιστείλουμε την ασυδοσία της ολιγαρχίας μας. Γιατί είναι δική μας ολιγαρχία και μπορεί να (μας) κάνει ό,τι θέλει…», αποφαινόταν ο τρίτος σχολιαστής.   

- «…Ο φόβος της κυβέρνησης για την ίδια την κοινοβουλευτική της Ομάδα, όπως αποδείχτηκε με την άρνηση να φέρει τη γενικόλογη “συμφωνία” της 2ης Φεβρουαρίου στη Βουλή, θέτει το ερώτημα αν υπάρχει επί της ουσίας δεδηλωμένη ή αν η κυβέρνηση και ο κ. Τσίπρας είναι αναγκασμένοι να κυβερνούν με “μεταβαλλόμενες” πλειοψηφίες, ανάλογα με το θέμα…», δήλωνε ο τέταρτος αναλυτής.  

Κι ακολουθούσαν κι άλλοι… Πολλοί…

Μετά από ενδελεχή έρευνα στις σελίδες της εφημερίδας πολύ δύσκολα θα μπορούσες να βρεις κάποιαν εναλλακτική αναλυτική προσέγγιση στη διακυβέρνηση Τσίπρα. Δηλαδή, μια μονομέρεια εντυπωσιακή και γεροντικά επίμονη!

Και, βεβαίως, ουδέν μεμπτόν έως εδώ! Αυτό πιστεύουν οι αναλυτές που έχει επιλέξει η διεύθυνση της εφημερίδας να εκφράζουν την άποψή τους μέσα απ’ τις σελίδες, αυτό και γράφουν. Και κρίνεται η ευρύτητα αντιλήψεων που περιλαμβάνεται στις ανωτέρω εκτιμήσεις και στη γενική κατεύθυνση του εντύπου.

Υπάρχει, όμως, κι ένα κομμάτι -αθέατο διά γυμνού οφθαλμού-, που αφορά στη βάση παραδοχών που συνιστούν και το πεδίο επί του οποίου δομούνται οι αναλύσεις αυτές: Η διάγνωση ότι «η χώρα πηγαίνει στα βράχια»!

Όχι, βέβαια, επειδή τα επιχειρήματα είναι κατ’ ανάγκην ισχυρά. Για παράδειγμα:

- Από πού τεκμαίρεται ότι θα ήταν «πιο υπεύθυνη» μια διακυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-Ποταμιού; Έχει ο αναλυτής που το υποστηρίζει τεκμήρια πολιτικής σοβαρότητας και υπευθυνότητας από το νεοπαγές κόμμα; Μπορεί να υποστηριχτεί σοβαρά από κανέναν ότι υπάρχουν τέτοια τεκμήρια;

- Πώς αποδίδεται με τόση ελαφρότητα στην κυβέρνηση ότι εκείνη ήταν που προτίμησε να οδηγήσει την επικαιρότητα «…όχι στο περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ή στις συμμαχίες που (δεν) βρήκαν, αλλά στο ύφος ζωής που φέρουν…»; ‘Άλλο είναι να σχολιάζεις και να κρίνεις επικοινωνιακές υπερβολές μεμονωμένου κυβερνητικού στελέχους και άλλο να αποδίδεις αυτές τις υπερβολές σ’ ένα «επικοινωνιακό σχέδιο» κυβερνητικής πολιτικής. Και από πού άραγε προκύπτει ότι υπάρχει τέτοιο κυβερνητικό σχέδιο; Τουναντίον, περί του αντιθέτου αναφορές κυβερνητικών στελεχών υπάρχουν.

- Πώς περίπου καταγγέλλεται ως λανθασμένη και επικίνδυνη η θεώρηση της εθνικής κυριαρχίας ως όρου τοτέμ; Αν είναι προσωπική άποψη του σχολιαστή (και απολύτως περιθωριακή στην Ελλάδα και διεθνώς) ότι αυτό το στοιχείο θα πρέπει να υποχωρήσει  ως κριτήριο κατανόησης από μια χώρα και έναν πληθυσμό του ρόλου τους στην ιστορία και στις απαιτήσεις των καιρών, εν τάξει προσωπική άποψη είναι. Πώς, όμως, με βάση τόσο περιθωριακές παραδοχές μπορεί να αρθρώνεται κριτικός λόγος για την αντίδραση της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης στο ότι επιχειρούν «…να χώνουν οι ξένοι τη μύτη τους στα εσωτερικά μας…»; Και μάλιστα με επέκταση των συνεπειών της αυθαίρετης παραδοχής του γράφοντος περί εθνικής κυριαρχίας σε ζητήματα Οικονομίας και εγχώριων ολιγαρχών. (Και αφήνω τα περί Ναυαρίνου κατά μέρος, γιατί αν μπαίναμε σε τέτοια συζήτηση θα ήταν σαν να ξεκινάγαμε και πάλι σήμερα τη συζήτηση περί της ελευθερίας του ανθρώπου! Λες και η εξέγερση των μαύρων δούλων στις Η.Π.Α. για την προσωπική ελευθερία τους δεν ήταν κάτι  «παράνομο» όταν εκδηλώθηκε. Αυτές τις μέρες, μάλιστα, κατά σύμπτωση έχει πλημμυρίσει το διαδίκτυο από αναφορές και εικόνες από τη σύλληψη της μαύρης γυναίκας που στη δεκαετία του ’50 τόλμησε να καθίσει σ’ ένα λεωφορείο στις θέσεις των λευκών).

- Τέλος, πώς μπορεί να αμφιβάλλει περί της δεδηλωμένης κάποιος εξ αφορμής μιας αμφιλεγόμενης υποχρέωσης περί προσκόμισης στη Βουλή μιας («γενικόλογης», αναγνωρίζει κι ο ίδιος) συμφωνίας; Μόνο η «αποψάρα» του σχολιαστή λέει την αλήθεια; Με εφόδιο ιδεολογικοπολιτικές ιδιοτέλειες μπορούν να τίθενται ζητήματα συνταγματικής τάξης και τελικά δημοκρατικής ομαλότητας; (Γιατί ιδεολογικοπολιτική ιδιοτέλεια υπάρχει σε ακαδημαϊκούς τεχνοκράτες, που ασχολούνται με την Πολιτική!  Με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων μιαν αναφορά του κ. Χαρδούβελη περί των ανησυχιών του -κι εκείνου- μπας και «πέσουμε στα βράχια». Συγκεκριμένα, ένας φίλος μου σχολίασε πως θα πρέπει να είναι σεβαστή η άποψή του, επειδή ο πρώην υπουργός Οικονομικών είναι άξιος τεχνοκράτης. Μα, …ως πολιτικός μίλησε ο κ. Χαρδούβελης, φίλε μου. Και κάποια στιγμή ο μύθος των τεχνοκρατών που έρχονται να καλύψουν τις ανημπόριες της Πολιτικής πρέπει να τελειώσει. Όποιος τεχνοκράτης επιλέγει να κάνει Πολιτική, πολιτικά θα κρίνεται για τις αναφορές και τη στάση του, και όχι επιστημονικά! Αλλιώς, θα καταλήξουμε στα δημοκρατικά ελλείμματα που βιώνει η «υπερεθνική» Ε.Ε. και που πλέον δημιουργούν τέτοια προβλήματα, ώστε και ο ίδιος ο κ. Γιουνγκέρ να αναγκάζεται σχετικά με την Ελλάδα να δηλώνει (και μάλιστα στη γερμανική εφημερίδα Die Welt): «Δεν είναι αποδεκτό ένας πρωθυπουργός να πρέπει να διαπραγματεύεται μεταρρυθμίσεις με αξιωματούχους. Ο ένας είναι αιρετός, οι άλλοι δεν είναι». http://mignatiou.com/2015/03/filelliniko-xespasma-tou-zan-klont-giounker-ligi-ora-prin-to-eurogroup/).

Τελικά, όμως, υπάρχει και κάτι πέρα και πάνω απ’ αυτά! Πάνω απ’ τον εμμονικό γεροντισμό, την αναλυτική μονομέρεια (που έχει «κόστος αληθείας») και μακράν της ιδεολογικοπολιτικής ιδιοτέλειας που ανιχνεύονται σ’ όλα τούτα. Είναι η επιβεβαίωση της «αριστοκρατικής» ματιάς στις εξελίξεις, της μόνης οπτικής που διαθέτει το «σύστημα» και τα μέσα ενημέρωσης που το στηρίζουν. « Ή εμείς ή καταστροφή», είναι θέση τους απέναντι στα προβλήματα της χώρας. Και κάπως έτσι είναι μοιραίο να ηττηθούν οι κομιστές αυτών των απόψεων, επειδή ποτέ η ιστορία και η ίδια η φύση δεν υποστηρίζουν την αναπαραγωγή συστημάτων, ο ρόλος των οποίων έχει ξεπεραστεί. Επομένως, αργά ή γρήγορα η αλλαγή θα θριαμβεύσει και παρ’ ημίν.

Ανθρωπιστική κρίση ή σκληρή ταξικότητα

Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Εχθές, συγκρουστήκαμε με μια φίλη καρδιάς, με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις! Εκείνη είναι σίγουρη πως έρχεται η καταστροφή από τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εγώ -αν και ανησυχώ πολύ- αρνούμαι να δεχτώ ως αναπόφευκτες τις «προβλέψεις της κολάσεως»!
Λόγος της έντασης μεταξύ μας, όμως, υπήρξε κυρίως μια αποστροφή μου περί σκληρής ταξικής αναδιάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας, συνεπεία της εξαετούς κρίσης. Μαζί με την αυτοκριτική που κατέθεσα (καθ’ όσον φίλη καρδιάς, όπως είπα) για το ότι υποτίμησα τούτο το στοιχείο, παρ’ ότι το έχω επισημάνει εδώ και καιρό.

Εξηγούμαι: Νομίζω πως ο ταξικός αυτοπροσδιορισμός εκάστου εκ των πολιτών, όταν στέκεται απέναντι στις εξελίξεις, έχει καταστεί καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων, που έφερε την παρούσα κυβέρνηση στην ηγεσία της χώρας. Κι όμως! Εμείς εξακολουθούμε και κάνουμε κριτική πολιτικού φόρτου και επικοινωνιακών αξιολογήσεων για τις πολιτικές αποφάσεις και τις δράσεις, ενώ η κοινωνία εξεγείρεται στην κυριολεξία για τα προς το ζην. Ο προεκλογικός οικονομισμός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και ο διαρκής και αμετανόητος του Κ.Κ.Ε.), που συνιστούν παλαιόθεν sin equa non στοιχείο της ταυτότητας της αριστεράς, αδυνατούν απολύτως να εκφράσουν το βάθος και την έκταση του προβλήματος συσσώρευσης στην κοινωνική βαθμίδα των ιδιότυπων προλεταρίων του σήμερα τόσο πολλών ανθρώπων. Και μάλιστα, τούτο να συμβαίνει στην καρδιά της ίδιας της Ευρώπης.
Έτσι, ο ριζοσπαστισμός μεγάλων ομάδων πολιτών, ήρθε ως φυσική συνέπεια τούτης της αναδιαρθρωμένης ταξικής συγκρότησης της ελληνικής κοινωνίας της κρίσης. (Κι αν στην Ελλάδα αυτό εκπροσωπήθηκε από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., στις περισσότερες περιπτώσεις πολιτικώς ωφελήθηκε περισσότερο ο νεο-ναζισμός).

Η κυβερνητική ρητορεία περί παρεμβάσεων ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της «ανθρωπιστικής κρίσης», δεν είναι παρά μια αστοχία ολκής! Διότι, ασφαλώς δεν είναι «ανθρωπιστική κρίση» η διεύρυνση της φτώχειας, ακόμη και με τόσο μαζικό τρόπο. Ανθρωπιστική κρίση είναι όταν καταγράφεται μαζική λιμοκτονία, κατά κανόνα από φυσικές καταστροφές ή πολέμους. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οφείλει να ενεργοποιείται η διεθνής κοινότητα, ώστε ο παράγων της ανθρώπινης αλληλεγγύης σε διεθνή κλίμακα να προσπαθεί να απαλύνει τις συνέπειές τους. Κι εδώ, στην Ελλάδα δεν ομιλούμε περί αυτού!

Η κυβερνητική ρητορεία περί ανθρωπιστικής κρίσης είχε, λοιπόν, κίνητρα προσέλκυσης εκλογικής πελατείας πρωτίστως. Και η αξιοποίηση τέτοιας πολιτικής ατζέντας από μεριάς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αποδεικνύει πόσο επιδερμική πολιτική ανάλυση βρίσκεται πίσω από την ιδεολογικοπολιτική βάση, επί της οποίας στηρίζεται η γραμμή του κυβερνώντος κόμματος.

Επιπροσθέτως, η απόπειρα να σκιαγραφηθεί, να αναλυθεί και να εγκαθιδρυθεί στην αίσθηση της κοινής γνώμης, εγχώριας, ευρωπαϊκής και διεθνούς, ότι το πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας έχει βάση ανθρωπιστική και όχι ταξική, αποτελεί κατά τη γνώμη μου σοβαρότατο σφάλμα πολιτικής στρατηγικής για τη χώρα. Διότι πάνω στην ηθική προέλευση της έννοιας του ελέους των ισχυρών και των πολιτισμένων πιστωτών μας προς εμάς, τεκμηριώνεται και η βοήθεια που παραχωρείται στη χώρα, ενώ εδώ εντοπίζεται σ’ ολόκληρη την ήπειρο σοβαρότατο θέμα, σε ό,τι αφορά τον τρόπο κατανομής του παραγόμενου πλούτου. Ένας ευρωπαϊκός καπιταλισμός, δηλαδή, του οποίου οι ταξικές ανισότητες δομούνται πλέον και με όρους διαφοροποιήσεων από χώρα σε χώρα. (Πιθανότατα, ένεκα του ότι η προσπάθεια επιτάχυνσης της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης διά του ενιαίου νομίσματος, φυσικά μετεξελίσσεται σε διαμόρφωση ταξικών διαρθώσεων, διευρωπαϊκής πλέον, και όχι εθνικής και μόνον εμβέλειας. Είναι σαν οι Έλληνες «κάτοικοι» των χαμηλότερων ορόφων της ταξικής πυραμίδας να υφίστανται τις συνέπειες μιας διπλής εκμετάλλευσης: α. από την ελληνική κεφαλαιοκρατία προς τους Έλληνες εργαζομένους, και β. από τις πλούσιες χώρες προς τις φτωχές. Το φαινόμενο της «άνισης ανταλλαγής» -κυρίως ως προς τις οικονομικές του συνέπειες και με υποτίμηση των κοινωνικών του επιπτώσεων- είχε ήδη περιγραφεί από τους νεομαρξιστές της δεκαετίας του ’80, που ιδεολογικοπολιτικά καταδιώχτηκαν απηνώς ως ρεφορμιστές από τους μαρξιστές-λενινιστές, των πολιτικών προγόνων του σημερινού ΣΥ.ΡΙΖ.Α. -του Κ.Κ.Ε. εσ.- συμπεριλαμβανομένων).

Σε τέτοιες συνθήκες, οι εξελίξεις μαρτυρούν πως το φαινόμενο του διαρκώς διευρυνόμενου αποθέματος που συσσωρεύουν οι πλούσιες χώρες σε βάρος των φτωχότερων χωρών (η παλιότερη αντίθεση που έμεινε γνωστή ως αντίθεση Βορρά-Νότου), σήμερα έχει οξυνθεί. Κι αν στη δεκαετία του ’80 ο Ανδρέας Παπανδρέου έθεσε στην τότε ΕΟΚ το πρόβλημα (κερδίζοντας κατ’ αρχήν τα λεγόμενα Μ.Ο.Π. και εν συνεχεία σε μόνιμη βάση τα «πακέτα στήριξης», τώρα πια γνωστά και θεσμοθετημένα ως ΕΣΠΑ), σήμερα τούτη η πολιτική έχει σ’ ολόκληρη την Ευρώπη εξαντλήσει την πολιτική, οικονομική και κοινωνική αποτελεσματικότητά της, ως παράγων συνοχής της ενοποιητικής διαδικασίας.

Σ’ αυτά δεν απαντάς με ρητορείες περί «ανθρωπιστικών κρίσεων», ούτε με νεο-κεϋνσιανισμούς έμπνευσης ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλ’ ούτε βεβαίως με την «καταληκτική» κομμουνιστική εξαγγελία που διακινεί αμετανόητα το Κ.Κ.Ε.. Σ’ αυτά, μια γνήσια αριστερά απαντά με ιδεολογικοπολιτικές αναφορές που επιχειρούν να κάνουν τους ευρωπαίους πολίτες κοινωνούς των διαπιστώσεων περί ακραίας ταξικής συγκρότησης του οικοδομήματος του ευρώ, ορίζοντας έτσι και τους δυνάμει πολιτικούς και οικονομικά αναδιανεμητικούς στόχους, που θα μπορούσαν να εγγυηθούν στο μέλλον μιαν Ευρώπη πραγματικής συνοχής, δημοκρατίας και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Αλλιώς, τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδας ή στήριξης των φτωχότερων χωρών της ευρωζώνης, θα εξαντλούν την αιτιολόγησή τους σε «ανθρωπιστικές παρεμβάσεις», αφήνοντας το γνήσιο αίτημα της ισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους να υπηρετείται από ιδεολογικοπολιτικές «αρπαχτές» της μορφής του «εξισωτισμού», οδηγώντας την αριστερά σε αδιέξοδο και τις κοινωνίες σε απώλεια κάθε ελπίδας.

Κυριακή, 1/3/2015

Ο Γιώργος Ξένος, έφτιαξε αυτούς τους "συρμάτινους ανθρώπους". Όλους εμάς (;)