Διάλογος εν χρόνω 16

- Οι αντινομίες ανάμεσα σε μια επαναστατική στιγμή -που στην Ιστορία δεν μπορεί παρά να ‘ναι «στιγμή» και μόνο «στιγμή»- (η «διαρκής επανάσταση» απεδείχθη πομφόλυγα που στο τέλος καταλήγει σε ήττες των λαϊκών κινημάτων), και στην ανάγκη μια επαναστατική ηγεσία να διαχειριστεί τις συλλογικές υποθέσεις ενός κράτους, είναι -θαρρώ- το δίδαγμα από την περιπέτεια του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Ο μεσόκοπος άνδρας είχε ξεκινήσει…

- Στην περίπτωση της Ρωσίας η μεταμφίεση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας σε τόσο σύντομο χρόνο και με τόσο ραγδαίο τρόπο, από μια τυπική φεουδαρχία σε λειτουργικούς μηχανισμούς αναδιανομής του πλούτου υπέρ των φτωχών, είναι -από την άλλη μεριά- ό,τι εγώ προτείνω να κρατήσουμε ως θετικό στοιχείο, απ’ όσα έλαβαν εκεί χώρα, παγιώθηκαν και συντηρήθηκαν για 80 χρόνια…

- …Να σου ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι χωρίς προσφυγή στην εξατομίκευση των θετικών και των αρνητικών σημείων μιας πολιτικής πρακτικής που ενδύεται τον τύπο ενός καθεστώτος, δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω κάποια συζήτηση μαζί σου σχετικά με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», διέκοψε ο νεαρός!...

- …ούτε εγώ, είπε ο μεγάλος.

Και συνέχισε…

- Γνωρίζω εξ ιδίων -είχα άλλωστε την ευκαιρία να το δω ιδίοις όμμασι- ότι η καθεστωτική αντίληψη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής και κοινωνικής διεργασίας (είχε καταστεί δηλαδή αντεπαναστατική), ώστε να τολμά να κάνει λόγο για τη σύγκριση ανάμεσα στα 200 έτη από την αστική γαλλική επανάσταση και τα μόλις 80 της επανάστασης των μπολσεβίκων. Οι τότε συνομιλητές μου από το πολιτμπιρό του ΚΚΣΕ μου ζητούσαν, ούτε λίγο-ούτε πολύ, να σκεφτώ ότι ήταν άδικη η σύγκριση της ποιότητας δημοκρατίας στη Δύση με την ποιότητα δημοκρατίας στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, επειδή στην τότε κομμουνιστική Ρωσία είχαν λιγότερο ιστορικό χρόνο στη διάθεσή τους για την αστικοδημοκρατική ωρίμανση! Κι όταν εγώ τους έλεγα ότι η πολιτική επαγγελία τους στο θεωρητικό πεδίο ήταν ακριβώς η αποφυγή αυτής της αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης, με αντιμετώπιζαν σαν «αριστεριστή», τροτσκιστή συνήθως, ανάλογα με τη θεωρητική κατάρτιση του συνομιλητή μου στον επιστημονικό σοσιαλισμό…

- Μου λες, δηλαδή, ότι κριτική για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» από σοσιαλιστική σκοπιά είναι άνευ σημασίας, απλά διότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» είναι δεξιά πολιτική, ρώτησε -εν πολλοίς συμπερασματικά- ο νεαρός.

- Σ’ ευχαριστώ για την αμεσότητα κατανόησης, δήλωσε ο άλλος.

Και εν είδει επιστεγάσματος προσέθεσε.

- …άλλωστε, σ’ αυτό το πεδίο σύγκρισης επιπέδων εισοδήματος μεταξύ πολιτών της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης, αποδέχτηκε εξ ιδίων την πρόκληση ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» να δώσει τη μάχη με τον αντίπαλό του καπιταλισμό, και ηττήθηκε. Δεν δικαιούται, λοιπόν, να διατείνεται πως αδικήθηκε.

Ερχόταν η σειρά του αντιλόγου. Και η άλλη μεριά του τραπεζιού δεν παρέλειψε να ανταποδώσει…

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 15

- Παρ’ ότι περί Πολιτισμού ο λόγος, επιμένεις στις πολιτικές αναφορές, δήλωσε ο μεσόκοπος άνδρας ψέγοντας με μια τρυφεράδα τον νεαρό. Η μεταπήδηση από τον Πολιτισμό στην Πολιτική, δεν είναι δείγμα άλκιμων επιχειρημάτων σχετικά με τις ανθρώπινες αισθητικές αξίες, παλικάρι μου, προσέθεσε.

 

…κοντοστάθηκε για λίγο! Έμπαιναν σε βαθιά νερά, το γνώριζε και δεν ήταν σίγουρος ότι θα ήθελε να κατευθυνθούν σε τέτοια πορεία οι νοητικές διαδρομές που θα ακολουθούσαν από ‘δω και πέρα οι διάλογοί τους, με τον συγκεκριμένο συνομιλητή. Το μήνυμα, άλλωστε, ότι προχωρούσαν σε τέτοια κατεύθυνση το ‘χε στείλει και ο νέος απέναντί του. Οι επιφυλάξεις είχαν αμοιβαίο χαρακτήρα…

 

Η λίγη ώρα, που στη διάρκειά της και οι δύο αναλογίζονταν τον επόμενο κύκλο του κοινού χρόνου που θα μοιραζόντουσαν, κύλησε σε σιωπή! Αναγκαίο κενό για τη λήψη της οριστικής απόφασης έως πού θα έφθαναν αλλά και για κερδηθεί λίγο φαιά ουσία επενδεδυμένη στο νέο αντικείμενο της συζήτησης που είχε αναφυεί από την αντιπαράθεση σχετικά με ό,τι και οι δύο αντιλαμβάνονταν υπό τον όρο «υπαρκτός σοσιαλισμός», με αφορμή μια συζήτηση με επίκεντρο τον Πολιτισμό.

 

- Μια καθαρά πολιτική κουβέντα, λοιπόν, έσπασε πρώτος τη σιωπή ο μεγάλος…

 

- Μού φαίνεται πως είναι αναπόφευκτη, ψιθύρισε ο μικρός…

 

Λίγος χρόνος ακόμη, κενός περιεχομένου ομιλίας, προς χάριν των απαραίτητων εμπεδώσεων…

 

- Ας το πάμε!...

 

- Προηγουμένως, με κάποιαν ανάλογη αφορμή, είχα πει πως θα χρειαζόταν να μιλήσουμε για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό»! Έτσι δεν είναι;…

 

Μιλούσε ο ώριμος.

 

- Ακριβώς! Ήταν η πρώτη επαφή μας με τον χώρο της Πολιτικής, επ’ ευκαιρία του διαλόγου που είχαμε για τη «στρατευμένη τέχνη», επικύρωσε ο νέος.

 

Ο άλλος έπιασε το νήμα…

 

- Ξέρεις, …πριν πούμε ο,τιδήποτε, χρωστώ μιαν εξήγηση για την επιφύλαξή μου να συζητήσουμε εμείς οι δύο πολιτικά. Είναι γιατί η Πολιτική τρέφεται και ανασαίνει από τις αντιπαραθέσεις ιδεών. Και σήμερα, ελλείψει ιδεών, οι αντιπαραθέσεις μένουν γυμνές διακυβευμάτων και ξοδεύονται ασυλλόγιστα σε διαξιφισμούς εντυπώσεων. Είναι μια πολιτική συζήτηση με την Πολιτική …απούσα! Και σ’ αυτήν τη συζήτηση πια, ελέω τηλεόρασης και άλλων μέσων συλλογικής επικοινωνίας, παίρνουν μέρος πρακτικά όλοι οι πολίτες. Διατρέχουμε, δηλαδή, τον κίνδυνο μιας άσκοπης εχθρότητας μεταξύ μας, αφού και οι δύο σε τούτο το περιβάλλον της ιδεολογικοπολιτικής ξηρασίας θα ανταλλάξουμε απόψεις…

 

Ο μεγάλος άνδρας, σταμάτησε και πάλι για λίγο. Οι λέξεις λες κι έβγαιναν από το στόμα του με δυσκολία. Οι ασυμβατότητες δεν ήταν μόνον ηλικιακές. Δεν ήταν απλά ότι θα μίλαγαν για γεγονότα που ο ένας είχε ζήσει και ο άλλος όχι, και τα έβλεπαν και οι δύο μέσα απ’ τις παραμορφωτικές διόπτρες του χρόνου που εν τω μεταξύ είχε κυλήσει, συμπαρασύροντας βεβαιότητες –ανάμεσά τους ακόμη και μερικές που έμοιαζαν αναλλοίωτες όταν εμπεδώνονταν. Ήταν, ακόμη, ότι και τα παλιότερα εκείνα ιστορικά γεγονότα, που κανένας τους δεν είχε βιώσει, οι μεγάλες καμπές εξέλιξης, οι επαναστάσεις, οι αντεπαναστάσεις, οι θρίαμβοι και οι απογοητεύσεις, που έμμεσα υπήρξαν και οι δύο κοινωνοί τους, και που σήμερα φαινόταν να τις επανααφηγείται η γραφίδα του ιστορικού, προς χάριν σκοπιμοτήτων του τωρινού συρμού.

 

Ο κίνδυνος, δηλαδή, να κατισχύσουν οι παρεξηγήσεις των εξηγήσεων, ήταν μεγάλος.

 

…αλλά πάλι, πώς να αποφύγουν τέτοιον διάλογο, δύο πολίτες του μικρού πλανήτη της παγκοσμιοποίησης;…

(...συνεχίζεται...)

 

 

Διάλογος εν χρόνω 14

Ο νέος μετρούσε όσα είχε πει ο συνομιλητής του. Δεχόταν -αν και ανομολόγητα- πολλά σημεία της θέσης του άλλου. Και όσο κι αν αυτό ήταν στη διμερή αντιπαράθεση που εξελισσόταν μια «ήττα απόψεων και αντιλήψεων», πράγμα καθόλου ευχάριστο, την ίδια στιγμή αισθανόταν και την ικανοποίηση μιας αόριστης δικαίωσης...

 

- Νομίζω πως όσο σε αδίκησα εγώ με την αναφορά μου περί άκριτης αποδοχής από μέρους σου της «στρατευμένης τέχνης», άλλο τόσο με αδικείς κι εσύ, αποδίδοντάς μου ισοπεδωτική αντίδραση όποτε περί συλλογικού Πολιτισμού αξιώσεων ο λόγος ανάμεσά μας, απάντησε σε χαμηλό τόνο. Και συνέχισε...

- Μπορώ, βεβαίως, να διακρίνω και να ενστερνιστώ ως θετικό γεγονός το ότι αποτέλεσμα ακόμη και του καθόλου γοητευτικού και ίσως ακόμη και μισητού «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» που άνωθεν και διά του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης) επέβαλε ο σταλινισμός στη Σοβιετική Ένωση ως σύστημα αισθητικών προτύπων, είναι ότι τα παιδιά των Μογγόλων, των Γεωργιανών, των Ουζμπέκων, των Αρμενίων, των Αζέρων και τόσων άλλων καθυστερημένων ασιατικών λαών που συμπεριελήφθησαν στην ΕΣΣΔ (Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών), σήμερα αποδεικνύεται πως έχουν διδαχτεί μπαλέτο, κάποιο μουσικό όργανο, κλασσικό τραγούδι, σκάκι, ...που υπό διαφορετικές συνθήκες ασφαλώς δεν θα είχαν διδαχτεί πουθενά άλλου εκείνην την εποχή.

 

- ...και με την προσθήκη -που σε καλώ να συνεκτιμήσεις- ότι σήμερα για τα παιδιά των ίδιων -ανεξάρτητων σήμερα- ασιατικών χωρών που προανέφερες, τέτοιες σπουδές σε κλασσική καλλιτεχνική παιδεία, κάθε άλλο παρά δεδομένες είναι, παρενέβη ο μεγάλος άνδρας!...

 

Ο νεαρός αναλογίστηκε τη βασιμότητα της παρέμβασης του άλλου...

- Το χρονικά αθροισμένο επίπεδο μαζικού Πολιτισμού, δεν δικαιώνει τους ταγούς του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», φίλε μου, αντέτεινε. Ένα σημερινό παιδί σε κάποια πόλη της δυτικής Ευρώπης, υπερτερεί κατά πολύ σε γνώσεις και σπουδές κλασσικής παιδείας, σε σύγκριση μ’ ένα παιδί σε κάποια πρωτεύουσα μιας πρώην σοβιετικής δημοκρατίας...

 

Ο μεγάλος άνδρας άδραξε την ευκαιρία!

- ...δεν θα το απέδιδα στους κομμουνιστές αυτό, αλλά στους επιγόνους τους, είπε σε μάλλον αυστηρό ύφος...

 

Ο νέος δεν άφησε την πρόκληση να περάσει έτσι...

- Μα, καλέ μου φίλε, αν εκείνοι δεν εμερίμνησαν να καταστούν αυτές οι εξειδικευμένες σπουδές υψηλού επιπέδου στη χαμηλή εκπαιδευτική βαθμίδα -που ομολογουμένως δομούν συλλογικό Πολιτισμό άξιο λόγου- θεσμοθετημένες σταθερές αναφορές του εκπαιδευτικού συστήματος που επί εξήντα έτη οικοδομούσαν, τότε τί άλλο απο αποτυχία είναι αυτό;...

 

Είχε θέσει το ρητορικό ερώτημα και ανέμενε την αντίδραση του άλλου με μεγάλο ενδιαφέρον, τελώντας εν γνώσει του ότι είχε προχωρήσει πολύ!...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 13

...Ο μεγάλος άνδρας, ωστόσο, είχε μία ακόμη απαντητική αναφορά στις ενστάσεις που πρόβαλε ο φίλος του.

- Σφάλλεις, εάν νομίζεις πως επαινώ χωρίς δεύτερη σκέψη, όπως είπες, ό,τι ονομάζουμε «στρατευμένη τέχνη». Μιλώντας για το φαινόμενο αυτό, κρατώ τη μοναδικότητά του όπως εκδηλώθηκε εις τα καθ’ ημάς, και απορρίπτω διαρρήδην τις προσομοιώσεις με παλιότερα περιστατικά, αλλού, που μόνο άγονες και αδόκιμες ταυτίσεις θα μπορούσαν να δοκιμάσουν. Με αδικείς, λοιπόν, στο σημείο αυτό, αν και αντιλαμβάνομαι ότι το λάθος σου εξηγείται πιθανότατα από τον θυμό που προξενούν στον καθένα οι ψηλοί τόνοι τον κομματικών σχηματισμών που ομνύουν στο όνομα της «στρατευμένης τέχνης». ...Όμως, εγώ δεν λέγω αυτό!...

 

Μια γουλιά για να καθαρίσει η φωνή...

 

- Εγώ, αντίθετα, σ’ αυτά που συνέβησαν εδώ, σε μας, διακρίνω ένα σπάνιο στοιχείο ιστορικής «διακρισιμότητας»: Πως ξεχωρίζει ο αυθόρμητος και «από τα κάτω» χαρακτήρας τους, προσδίδοντας στο φαινόμενο τον τύπο «κινήματος λαϊκού Πολιτισμού» αναφοράς. Δεν ήταν καμιά ηγεσία που το πλάσαρε στον κόσμο, άνωθεν. Κι αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά που προσφέρει και τη μοναδικότητα που επισημαίνω. Ξέρεις, καλέ μου φίλε, ακόμη κι αν μπορούσε ένας αρχηγός από καθέδρας να συγκροτήσει σύστημα αισθητικών προτύπων, προσφερόμενων οργανωμένα για κατανάλωση προς και από τους πολίτες, ακόμη κι αν τέτοιας μορφής αισθητική μπορούσε να απεκδυθεί τον τύπο της ως γέννημα εξουσίας, θα είχε να αντιμετωπίσει την επιφύλαξη των δυνάμει καταναλωτών της, επειδή ακριβώς θα ερχόταν «από τα πάνω»...

 

Ο νεαρός τον διέκοψε σε έντονο ύφος:

- Μοναδικότητα βρίσκεις σε κάτι που ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα έλαβε χώρα στην Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ως «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», αλλά και αργότερα εκδηλώθηκε στην Κίνα με την «Πολιτιστική Επανάσταση»; Απορώ πως εσύ που γνωρίζεις Ιστορία έχεις τόσο επιλεκτική μνήμη!...

 

Η φωνή του άλλου πήρε έναν επεξηγηματικό τόνο.

 

- Κατ’ αρχάς, καθόλου δεν ταυτίζονται ο κομμουνιστικός «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» με την «Πολιτιστική Επανάσταση»! Θα πω περισσότερα σχετικά μ’ αυτό, ίσως αργότερα. ...αλλά για την ώρα ας μείνουμε στη μοναδικότητα της δικής μας «στρατευμένης τέχνης», που θεωρώ μείζονος σημασίας. Η διαφορά με τα ιστορικά παραδείγματα που επικαλέστηκες -το είπα και πριν- είναι πόθεν το σύστημα αισθητικών αξιών; Προέρχεται από την ασκούσα πολιτική εξουσία ηγεσία ή από τον κόσμο των πολιτών; Εδώ είχαμε ένα κίνημα πρωτοφανούς αυθορμητισμού, που έφερε τον λαϊκό Πολιτισμό στο επίκεντρο της πνευματικής ζωής. Μιλώντας σε μάλλον συμβολικό τόνο -και για εμένα τα σύμβολα, όποτε περί Τέχνης ο λόγος, βαρύνουν πολύ- θα συνέκρινα το δικό μας «κίνημα λαϊκού Πολιτισμού», με τις ιστορίες δημοκρατικής ωρίμανσης που έζησε όλη η Ευρώπη, σε Ανατολή και Δύση, από τα τέλη ήδη της δεκαετίας του 1960 και με κεντρικό σημείο αναφοράς τον Μάη του ’68. Γνωρίζεις βέβαια ότι εμείς λόγω του τυραννικού καθεστώτος δεν βιώσαμε ανάλογες στιγμές δημοκρατικών ωριμάνσεων. Κι όταν οι βιαστές της δημοκρατίας μας εξαλείφτηκαν η πολιτική πτυχή του εκδημοκρατισμού υπηρετήθηκε εις τα καθ’ ημάς από ένα κίνημα με αισθητικά προτάγματα, πρωτοφανούς λαϊκής στήριξης, αντί της πολιτειακής αποκατάστασης, που άλλωστε εκφραζόταν ταυτοχρόνως και εκ παραλλήλου με την ανατροπή των συνταγματαρχών...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 12

Στο πλαστικό ημίφως του απρόσωπου χώρου -οι λιγοστές ακτίνες έφταναν έως εδώ από την αντηλιά, έξω- οι δύο άντρες αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλον σε μιαν αέναη διαπάλη χωρίς νικητή, που, όμως, έκανε και τα δύο μέρη να αισθάνονται πώς ό,τι και να λεγόταν εδώ άξιζε τον κόπο. Δεν ήταν κουρασμένοι, ούτε και οι αντιπαραθέσεις τους έμοιαζαν ανούσιες. Ο νέος γύρος διαξιφισμών ανάμεσά τους φαινόταν να ξεκινάει με καλούς οιωνούς. Αφορμές για νέα πάθη ιδεών δίνονταν ήδη πολλές. ...αλλά κι η εξάρτηση από μια κλωστή ήθους που θα απέτρεπε έναν ανούσιο και αχρείαστο καυγά, ήταν αρκετά κοπιαστική για να παρέρχεται χωρίς καμιά φθορά. Αμυχές μικρών εγωιστικών πληγμάτων ήταν άλλωστε ορατές, ακόμη κι απ’ τον παγωμένο σ’ αυτήν την αίθουσα χρόνο. Οι απόψεις που έρρεαν από τις μικρές αυτές πληγές δεν θα επουλώνονταν ποτέ, ει μη μόνον εάν η θεραπεία τους ερχόταν σε μια ταυτόχρονη και αυτοματοποιημένη ίαση –εκείνο που ονομάζουμε δικαίωση. Δικαίωση παράλληλη και με τις επιρροές της να ξεχύνονταν παντού, παρ’ ότι εξ αρχής ήταν μια κλειστή συζήτηση.

 

Ύστερα ο μεγάλος άνδρας δήλωσε:

- Δεν ξέρω πώς ακριβώς αντιλαμβάνεσαι τον όρο «στρατευμένη τέχνη» -δεν θα διαφωνούσα και φανατικά από τον τρόπο που το βλέπεις. ...αλλά, αν ήταν η «στρατευμένη τέχνη» εκείνη που έκανε εκατομμύρια ανθρώπους, από κάθε κοινωνική τάξη και οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία, να τραγουδούν μαζικά τους στίχους του Ελύτη, του Βάρναλη, του Σεφέρη, τότε όλα καλά καμωμένα! Σε κάποια παλιότερη συζήτησή μας σου είχα περιγράψει τις αλλεπάλληλες αφίξεις των κατάφωτων συρμών του ηλεκτρικού σ’ έναν σταθμό, για να φτάσουν στο κοντινό γήπεδο προς χάριν μιας λαϊκής συναυλίας. Ήταν το ίδιο γήπεδο -αν κάτι λέει αυτός ο συμβολισμός- όπου λίγο καιρό νωρίτερα μια δικτατορία κρατούσε σε περιορισμό εκατοντάδες πολίτες, έχοντας μετατρέψει τον αγωνιστικό χώρο σε μια αυτοσχέδια φυλακή. Ήταν ένας παλλόμενος κόσμος εκείνος, φίλε μου. Τόσο πολλοί, τόσο διαφορετικοί ανάμεσά τους (κάθε ένας και μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου-πολίτη) και με τόσο κοινές αναφορές μεταξύ τους, είναι ωραία στιγμή του ιστορικού χρόνου, θα συμφωνήσεις...

 

- Αν εννοείς την παρακίνηση σε μια μαζική διασκέδαση, που υπακούει σε αισθητικά δεδομένα μιας αξίας, ασφαλώς συμφωνώ!

 

Ο νέος είχε συναινέσει ανυπόκριτα.

 

- ...όμως, ως περιστατικό μαζικής καλλιέργειας ενός κόσμου, δεν θα το επαινούσα χωρίς δεύτερες σκέψεις, όπως κάνεις εσύ. Η συνέχεια έδειξε ότι η απόσταση αυτών των ομαδικών διασκεδάσεων από τη χυδαιότητα είναι μικρή και εύκολα ο κόσμος ρέπει στη φθήνια της εμπορευματοποίησης.

 

Ο μεγάλος άνδρας αντέδρασε:

- Οι ωραίες στιγμές στον συλλογικό Πολιτισμό, είναι μόνο στιγμές. Άλλη υπόθεση η καλλιέργεια, του καθενός ανθρώπου, μεμονωμένα, που αθροίζεται ως μορφωτικό επίπεδο σε αριθμό πληθυντικό και χρονικές αναφορές του έχει αυτό που λέμε «εποχή»...

 

...Ύστερα απ’ αυτήν την αναφορά, τα δύο μέρη του μικρού τραπεζιού έμειναν με τις σκέψεις των αναλογισμών που είχαν γεννήσει οι απόψεις που είχαν ανταλλάξει. Όλα, όμως έδειχναν πως αυτό το ετάπ του διαλόγου θα είχε συνέχεια...

(...συνεχίζεται...)

 

 

Διάλογος εν χρόνω 11

- Δικαιολογημένος ο θυμός του, σκεφτόταν η άλλη πλευρά του τραπεζιού.

- Φυσικά, στην ηλικία του αδυνατεί να κατανοήσει ότι λήθη ή αναμνήσεις, δεν αποφασίζεται από τα υποκείμενα της Ιστορίας –τους απλούς ανθρώπους δηλαδή..., εάν θα έλθουν ή όχι, αναλογιζόταν επίσης ο μεσόκοπος άνδρας. Συνέχισε τις σκέψεις...

 

Ο νέος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία της σιωπής του άλλου και επέδραμε με πολιορκητικό κριό της επίθεσής του, αναφορές και σ’ άλλες αδυναμίες της εποχής αναφοράς του συνομιλητή του.

- «Στρατευμένη τέχνη»! Πού το βρήκατε πάλι αυτό; Πώς γέννησε το μυαλό σας τόση και αχαλίνωτη διάθεση να φορτώσετε με προαποφασισμένες ηθικές παραδοχές την Τέχνη; Μιλάς εσύ για τον Πολιτισμό!... Αν δεν εγνώριζα το αξιακό πλαίσιο των αντιλήψεών σου, θα είχα δικαίωμα να τα θεωρήσω όλ’ αυτά προϊόν συνειδητής προσπάθειας να καθυποτάξετε εν τη γενέσει τους τις αγαθές αυθαιρεσίες που κομίζει στον δημόσιο χώρο η ατομική ελευθερία.

 

Μια γουλιά ποτό και μια ανάσα... Κι έπειτα συνέχεια...

 

- Αντιλαμβάνομαι, φυσικά ότι δεν ήταν αυτές οι προθέσεις -τουλάχιστον οι δικές σου. Αλλά κρίνοντας σε, ως γενιά, η καλύτερη και η ηπιότερη για σας εξήγηση είναι ότι υπήρξατε θύματα του πανηγυρικά διαψευσμένου πια μύθου σήμερα, που κι εσείς οι ίδιοι είχατε πιστέψει σ’ εκείνον... Ότι, δηλαδή, μια πολιτική ηγεσία μπορεί να παράγει καλό κ’ αγαθό συλλογικό προϊόν αισθητικής, θετικής επίδρασης στον κόσμο, ακόμη και για όσους διαφωνούν ιδεολογικά μαζί της...

 

Ο μεγάλος άνδρας δεχόταν αδιαμαρτύρητα τις επιτιμήσεις.

Η πείρα του ανακαλούσε από τα βάθη του συνειδητού χώρου μέσα στο κεφάλι του, ότι όποιος δέχεται έτσι τα χτυπήματα, δίκαια ή άδικα, ευνοείται σε αντιλαμβανόμενη από το περιβάλλον των ανθρώπων αξιοπρέπεια.

Σιώπησε, λοιπόν...

(...συνεχίζεται...) 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 10

- Με εντυπωσιάζει που δεν θέλεις να ξεχάσεις! Έχετε κάνει τόσα και τόσο μεγάλα λάθη, που η λήθη θα ταίριαζε περισσότερο σε σας από τις αγαθές αναμνήσεις.

Ο νέος έδειξε μια ερειστικότητα. (Μάλλον δεν εγνώριζε τον ποιητή...)

 

- ...Ο Γιάννης Βαρβέρης, στο ποίημά του, περιγράφει την επιστροφή του νεκρού από καιρό πατέρα, με τον οποίον κάθονται να πιουν λίγο κρασί. Κι εκεί, διαπιστώνοντας την αποχή του επισκέπτη γονέα από το οινικό κέρασμα, τον ρωτάει γιατί δεν πίνει. Για να λάβει από τον ομοτράπεζό του την απάντηση «Εσύ να πιεις. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω».

...ο μεγάλος άνδρας «περιέγραφε την ποίηση» του χαμένου φίλου του...

- ...Ξέρεις, είναι ο ίδιος που γράφοντας για την αγαπημένη μητέρα του, όταν εκείνη βρισκόταν σε ηλικία αποδρομής, έγραψε ένα από το κορυφαία δραματικά κείμενα της εποχής της δικής μου...

Απάγγειλε σε χαμηλό τόνο και κάνοντας τον φωτισμό στον χώρο να συμπυκνώνεται αίφνης σε μια κίτρινη και πηχτή ακτινοβολία...

...«Στις λίγες μας κοινές εξόδους

κανένας δε γυρίζει να σε δει.

Ούτε απλοί σου γνώριμοι

δε ζούνε πια.

Έμεινες μόνο με όσους

σε αναγνωρίζουν

βλέποντάς με»

 

Ο άλλος, ο νέος, με τους στίχους αυτούς ανέκρουσε πρύμναν θυμού!

Κατά έναν μάλλον παράδοξο τρόπο δεν τον θύμωναν περισσότερο όσα χάθηκαν οριστικά, με ευθύνη του συνομιλητή του, ή ακόμη και όσα ποτέ δεν ήλθαν, αλλά εκείνα που δε θά ‘ρχονταν ποτέ από ‘δω και μπροστά. Συνειδητοποιούσε ότι το τελευταίο ελαφρυντικό του, δηλαδή πως «δεν εγνώριζε», εξεμέτρησε το ζην ως εξήγηση του «μικρού μέλλοντος» που φαινόταν να του απονέμουν οι καιροί. Μετρούσε πια μόνον ό,τι θα έκανε ο ίδιος. Καταλάβαινε κιόλας ότι αυτοί οι ίδιοι οι διάλογοί τους, εκ πρώτης όψεως ανεξήγητοι, δεν ήταν άλλο από μια έμπρακτη μεταμέλεια του άλλου, σε μια προσπάθεια να τού μεταφέρει όσα περισσότερα μπορούσε. Και κυρίως τα λάθη.

...αλλά, δεν θα του χαριζόταν κιόλας!...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 9

Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης

Η συζήτηση είχε βαρύνει! Ήταν τα συναισθήματα που γεννά ένα Έργο Τέχνης, ακόμη και απόν, και παρόν μόνο μέσω της διήγησης; Ή ήταν η σχέση των δύο ανδρών που το έκανε; Βέβαια απάντηση δεν μπορούσε να δοθεί! Όμως, και οι δύο άνδρες δεν έκρυβαν τη συγκίνηση, που ως αχλύς φθινοπωρινού πρωινού είχε παρεισφρήσει σ’ έναν διάλογο, ως τότε προσαρμοσμένο εννοιολογικά απολύτως στις προσταγές του στυγνού ορθολογισμού των δύο συνομιλητών.

- Τελικά κάθε Έργο έχει δύο Ζωές, μονολόγησε ο νεαρός! Η μία είναι το Έργο τη στιγμή που το συναντάς. ...η άλλη είναι το Έργο κατόπιν! Ως σύμβολο αξιών αισθητικών και πραγματιστικών στοιχείων.

Δεν ήταν απάντηση. Συλλογισμός ήταν!

Είχε, όμως, ακουστεί.

Ο μεγάλος άνδρας μουρμούρισε, με πρόδηλη διάθεση να συμβάλλει στην πληρότητα νοημάτων του προλαλήσαντος.

- Ο Έκο -μιλάει για τη συγγραφή βέβαια, αλλά δεν θα το περιόριζα εκεί- στο «Επιμύθιο στο “Όνομα του Ρόδου”», απαιτεί ο συγγραφέας να πεθαίνει μετά τη συγγραφή. Για να μη διαταράσσει την πορεία του κειμένου. Πρόκειται για την τρίτη Ζωή ενός Έργου! Τη ζωή, δηλαδή, του δημιουργού του.

- Ίσως, με τόσες Ζωές, έτσι εξηγείται η αθανασία στη Τέχνη, συνέχισε τις συλλογισμικές αναφορές ο νέος.

- ...κι, ίσως, έτσι, κάπου εδώ, με τέτοια αναφορικά εφόδια, γεφυρώνεται η συνάρμοση ενός Έργου ως προσωπική βιωματική περιπέτεια και ως αντικειμενικό βάρος στον συλλογικό Πολιτισμό, ανταποκρίθηκε η άλλη πλευρά.

Τα δύο «ίσως» βόλευαν πρακτικά ως μοίρασμα απόστασης τη διαφορά απόψεων μεταξύ των δύο μερών. Παρά ταύτα, απέμεναν μερικά ασαφή σημεία...

- Τελικά, όμως, η απόσυρση ενός ζωγραφικού πίνακα από τα μικρά εγκαύματα της εξατομικευμένης ματιάς του κάθε ανθρώπου-θεατή, που προκαλεί η παρουσίασή του σε δημόσια θέα -σε μια έκθεση ή κάπου άλλού- θανατώνει το Έργο, διαπίστωσε με θλίψη ο νεαρός.

- Καλύτερα να σκοτωθεί το Έργο από τη φθορά τέτοιων θεάσεων, και να δικαιωθεί ή όχι, παρά να μη ζήσει άλλο. Δεν γίνεται να το αφήσουμε να φύγει ήσυχα-ήσυχα. Διπλά τραγική η μοίρα του πίνακα της ιστορίας μας, προσέθεσε.

- Η δικαίωσή του, όμως, έχει επέλθει, δήλωσε ο μεγάλος.

Νέα σιωπή!

...μετά ο νέος ρώτησε.

- Θα πιούμε κάτι ακόμη;...

Και χωρίς να αναμένει την απάντηση στράφηκε στην ωραία γυναίκα που δέσποζε στον στενό χώρο και έκανε ένα νεύμα, με τα δύο δάχτυλα, τον δείκτη και τον μέσο...

- ...δύο...!

- Εγώ δεν θα πιω! Βλέπεις, εγώ δεν θέλω να ξεχάσω, είπε ο μεγάλος άνδρας παραφράζοντας τους στίχους του χαμένου πριν λίγο καιρό ποιητή και συμμαθητή του.

Κι έτσι έπεσε ο σπόρος για τον επόμενο γύρο.

(...συνεχίζεται...)

Διάλογος εν χρόνω 8

- Σ ευχαριστώ για την ευθύτητα!

Κοίταξε τον νεαρό άνδρα ασκαρδαμυκτί!

Κι έπειτα είπε:

- Θα σου μιλήσω παραβολικά. Μερικές φορές, ξέρεις, η παραβολή ήταν ένας τρόπος να απευθυνθεί στους Ιουδαίους ο Ιησούς, για να τους μεταφέρει πράγματα που μόνο ως μύθοι, αντί της αλήθειας, μπορούσαν να γίνουν ανεκτά σε μια τόσο περικυκλωμένη -ιστορικά, γεωγραφικά και γενεαλογικά- κοινωνία.

Σταμάτησε για λίγο, και κατέβασε το βλέμμα.  Γνώριζε πως στη γενιά του συνομιλητή του οι μύθοι είτε απλώς δεν υπήρχαν, αλλά ακόμη κι έμεναν κάποιοι απ’ αυτούς ζωντανοί, θεωρούνταν φτωχοί συγγενείς της καταιγίδας μυνημάτων που εκόμιζε εδώ και αρκετά χρόνια τώρα η τεχνολογία της τηλεπικοινωνίας. Παρά ταύτα, ήταν αποφασισμένος να το διακινδυνεύσει...

- ...πριν μερικούς μήνες -ίσως συμπληρώθηκε χρόνος-  ένας φίλος μου, τεχνοκριτικός, μου έδειξε έναν πίνακα ζωγραφικής -το πρωτότυπο Έργο- που βρίσκεται στα χέρια του. Βλέποντάς τον, κάτι σαν θλίψη και πόνος πλανήθηκε στον εσωτερικό μου χώρο πρόσληψης της ταραχής εκείνης που σε διαπερνά όταν -έτσι τελείως μεταφυσικά- αντιλαμβάνεσαι ότι βιώνεις κάτι σημαντικό. Δεν είπα, όμως, τίποτα!

 

Ο μεγάλος σταμάτησε και πήρε μια γουλιά. Κι ύστερα συνέχισε...

 

- ...Αφού θαυμάσαμε τον πίνακα -ένα καταπληκτικό πράγματι Έργο Τέχνης- μου διηγήθηκε μια μικρή ιστορία. Κι η ιστορία εκείνη έλεγε πώς ο πίνακας, για να μπορέσει να πουληθεί και να αποφέρει όφελος στον άρπαγά του, που τον είχε αφαιρέσει από τα χέρια του νόμιμου ιδιοκτήτη του, είχε κοπεί άτεχνα και βάρβαρα -μ’ ένα ξυράφι- από την αρχική κορνίζα του, ώστε να διευκολυνθεί η φυγάδευσή του. Το άτεχνο κόψιμο είχε τραυματίσει το έργο, αφού συνέπειά του ήταν ένας ακρωτηριασμός του, γύρω-γύρω, στα κράσπεδα θα ‘λεγα του καμβά.

 

Ο νεαρός είχε στ’ αλήθεια μαγνητιστεί από την αφήγηση.

- ...και μετά; Ρώτησε με αδημονία, που υπό άλλες συνθήκες μάλλον θα είχε κρύψει καλύτερα.                

 

- Ο πληγωμένος πίνακας, συνέχισε ο αφηγητής, έφερε καθαρά επάνω του τα σημάδια της βίαιας μεταχείρισής του. Κάποιος άλλος, που κι εκείνος θα τον έβλεπε για πρώτη φορά –όπως εγώ, δεν θα μπορούσε να δει τα σημάδια αυτά, αφού το κύριο θέμα της απεικόνισης ήταν κατά βάσιν άθικτο. Κι όμως, εγώ τα έβλεπα! Και τόλμησα να μοιραστώ τις σκέψεις μου με τον άνθρωπο. Τού είπα πως έβλεπα έναν αιμάσσοντα πίνακα ζωγραφικής. Τότε ήταν που τα μάτια του άρχισαν να εκβάλλουν ασταμάτητα δάκρυα, ενώ αναφυλλητά και λυγμοί καταιγιστικοί σκίασαν την αναπνοή του.

 

Νέα διακοπή του ομιλητή και νέα γουλιά απ’ το σκουρόχρωμο περιεχόμενο του φλυτζανιού. Νέα -ανεκδήλωτη αυτή τη φορά- αδημονία του νεαρού, που ψυχανεμιζόταν ένα σκηνικό παίγνιο γύρω απ’ αυτές τις διακοπές και τις αλλεπάλληλες ρουφηξιές.

 

- ...Τον παρηγόρησα, κι όταν συνήλθε, μού εξομολογήθηκε ότι εκείνος ο ίδιος ήταν που είχε κόψει και αρπάξει το Έργο, προκαλώντας την ανήκεστη βλάβη που έβλεπα στην ψυχή του Έργου. Δεν τον πούλησε ποτέ! Από τύψεις. Όταν έφευγα, με αγκάλιασε και με φίλησε με μεγάλη αγάπη, ευχαριστώντας με, αφού με όσα είχαν προηγηθεί, είχε -για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια- ανακουφιστεί ουσιαστικά από τις Ερινύες της καταστροφής που προκάλεσε. Χωρίς να το ζητήσω, μου υποσχέθηκε ότι τον πίνακα από ‘δω και πέρα θα τον έβλεπαν πολύ λίγα μάτια, σε μια προσπάθεια να τον προστατεύσει από το άγος του ακρωτηριασμού του...   

(...συνεχίζεται...)

Διάλογος εν χρόνω 7

Ο μεγάλος άνδρας είχε βρέξει τα χείλη του με λίγες σταγόνες νερό. Είχε πει πολλά! Το ήξερε. Και αναμενόταν ο αντίλογος, που ακόμη δεν είχε έρθει. Επιστράτευσε όλη τη θυμοσοφική διάθεση του χαρακτήρα του, ώστε να προετοιμαστεί να αποφύγει τις παρεκκλιτικές υπεκφυγές για να απαντήσει στις μικρές προκλήσεις των δευτερευουσών εννοιών που ξεπηδούν σαν άτακτες παιδικές ζαβολιές εν τη ρύμη ενός καλοπροαίρετου απαντητικού λόγου σ’ όσα είχε αναφέρει.

Τον έκαιγε η περιέργεια για την αντίδραση της άλλης πλευράς. Τον ικανοποιούσε διπλά η βεβαιότητα που είχε σχηματίσει μετά από αρκετούς μακρούς διαλόγους με τον νέο, ότι ήταν ένας καλός συζητητής. Με γνώσεις κάθε άλλο παρά αμελητέες αλλά και μεγάλα ανεξερεύνητα πεδία ενδιαφέροντος στο κεφάλι του. Γόνιμος νους παγιδευμένος, λες, στη μονοκαλλιέργεια τόσων κλισέ που περικύκλωναν τον θλιμμένο κόσμο της κρίσης, του περιβάλλοντος δηλαδή και των δυονών τους. 

Ο νέος επιτέλους ξιφούλκησε.

- Δες! Δεν θα κάνω μαζί σου παιχνίδια ανέξοδων ανταγωνισμών, όπως συχνά συμβαίνει στις αντροπαρέες. Άλλωστε, «ο καθείς και τα όπλα του» είχε πει ο Βάρναλης. Εσύ, λοιπόν, βάρος άποψης. Εγώ, από την άλλη, πετάρισμα αμφισβήτησης της άποψης. Για να πετύχει η συνταγή των διαλόγων μας, το μόνο που χρειάζεται είναι ειλικρίνεια. Γι’ αυτό όσα σου απαντήσω δεν είναι λεκτικά «κόλπα», αλλά οι γνήσιες αντιρρήσεις μου.

- (Μμμμ! Ενδιαφέρουσα εισαγωγή!), σκέφτηκε η άλλη μεριά.

- ...λοιπόν, συνέχισε ο μικρός, αναγνωρίζω δίκαιες ματιές σε πολλά απ’ όσα είπες. Δεν θα σου πω σε ποιά γιατί θα ήταν αχρείαστη κολακεία. ...αλλά έκανες και μεγάλες λογικές παρασπονδίες για να τις αφήσω να περάσουν έτσι. Αν το έκανα δεν θα σε σεβόμουν, θα σε ανεχόμουν.

Πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.

- Ό,τι και να αναδέχονται κάποιοι, κάπου, οποτεδήποτε, να πες, φερ’ ειπείν, εμείς, εδώ, τώρα, ως τον εικαζόμενο άριστο μετρητή της αντικειμενικής αισθητικής αξιολόγησης των αγαθών του  Πολιτισμού, μιλάμε εν χρόνω και τόπω της συγκεκριμένης στιγμής και του συγκεκριμένου χώρου. Επηρεαζόμενοι απ’ αυτά, είναι αδύνατο, επομένως, να αποφύγουμε αποτιμητικά σφάλματα, καίρια τόσο, ώστε η ετυμηγορία η δική μας να καταλήγει ακόμη και σε μείζονα πλάνη. Κι ακόμη χειρότερο είναι ότι η πλάνη μας αυτή, ενδεδυμένη τον τύπο της αυθεντίας που οι ίδιοι έχουμε ορίσει, επιδεινώνεται. ...Και από πλάνη τείνει να καταστεί απάτη. Δηλαδή, από τις αθωώσεις ενός τίμιου λάθους, ως ελαφρυντικού μας εξ αρχής, σε ελάχιστο χρόνο θα γινόμασταν τέρατα παραχάραξης της αλήθειας. Στην Τέχνη, όπως γνωρίζεις καλά, δεν χωράει μία αλήθεια, αλλά μυριάδες, κάθε θεατής ή ακροατής, κι από μία. Μόνον η εξουσία, κακώς νοουμένη –δηλαδή ως ενάσκηση  επιβολών από έναν άνθρωπο πάνω σε κάποιον άλλον, δικαιούται να εκδίδει έγκυρα φιρμάνια αξιολόγησης ενός Έργου Τέχνης, διαστρέφοντας τελικά το ίδιο το Έργο. Όποιος επιλέγει να υπακούει και να σέβεται αυτά τα φιρμάνια, εξ αφετηρίας κάπου μέσα του έχει κατανοήσει πώς ό,τι θα του αρέσει από ‘δω και πέρα είναι συνομολογία μιας πελώριας σύμβασης ανάμεσα σε πολλούς συμμετέχοντες. Δεν θα πρόκειται, δηλαδή, για τη δική του αισθητική αλήθεια, αλλά για την αλήθεια κάποιου άλλου. Εμείς, εδώ, οι δύο, δεν δικαιούμεθα να αποφαινόμαστε για τους άλλους. Γι’ αυτό, σ’ ευχαριστώ βέβαια, για τα πολλά που είπες και για τη θερμή παρουσίασή τους ενώπιόν μου και ειδικά για την αφεντιά μου, ...αλλά τα πράγματα είναι μάλλον απλότερα. Σε ρωτάω ευθέως: Την ώρα που διάβασες για πρώτη φορά «Τα κάντο της Πίζας», κι ας ήξερες το ποιόν του γραφιά, σκεφτόσουν τον μηχανισμό αποτίμησης του ποιήματος, ή συγκλονιζόσουν από το Έργο; Δεν θα σε λυπήσω -δεν το θέλω, κιόλας- αν σου πω ότι εφ’ όσον σου συνέβη το πρώτο, απλά ήσουν -και είσαι και σήμερα- ένας ξενέρωτος κοινωνός αχρείαστων -τουλάχιστον για εσένα τον ίδιον- συγκινήσεων.

Κοντοστάθηκε, μετρώντας μήπως είχε ξεπεράσει τα ανεκτά... Έψαχνε αναγωνίως μέσα στην ήσυχη ανάσα του φίλου του, απέναντι, αν έκανε κακό, ...επειδή είχε μιλήσει από καρδιάς.

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 6

Στη συνέχεια, ο μεγάλος άνδρας άλλαξε ύφος και σοβάρεψε.

- Θυμήσου, όμως, τί συζητάμε! Αν το λησμόνησες, ψάχνουμε να βρούμε «πώς και με τί να μετρούμε την αξία ενός συλλογικού Πολιτισμού»! Έτσι!

Κοντοστάθηκε...

- Εγώ προτείνω ως εγκυρότερο κριτήριο αποτίμησης εκείνου που αναζητούμε εδώ οι δυο μας, όχι τον «αστικό Πολιτισμό» για τους λίγους, που διαμαρτυρήθηκες όταν τον αποκάλεσα έτσι, αλλά τον λαϊκό Πολιτισμό. Για παράδειγμα, στην κεντρική Ευρώπη γίνονται μεγάλες συναυλίες υπέροχης κλασσικής μουσικής. Και σήμερα πια η ευχέρεια των τεχνικών μέσων κάνει εύκολες τις αναμεταδόσεις δημόσιων δραστηριοτήτων, όπως μια συναυλία -ακόμη και σχεδιασμένη για λίγους, άλλωστε πώς να ακουστεί κλασσική μουσική σε μεγάλο συνωστισμό- και μετατρέπει τα «κλειστά» πολιτιστικά αγαθά, δηλαδή αυτό που αποκαλώ «αστικός Πολιτισμός», σε ανοιχτής πρόσβασης καλλιτεχνικές παραγωγές. Ήγουν, «λαϊκές μουσικές», εν προκειμένω, που βέβαια δεν είναι και δεν θα γίνουν ποτέ λαϊκές μουσικές. Συγκρίνοντας, λοιπόν, τις κλασσικές μουσικές της Ευρώπης με τις κλασσικές μουσικές, για παράδειγμα, στην Ελλάδα, η δεύτερη φαίνεται τώρα πολιτισμικά καθυστερημένη μέχρις πρωτογονισμού, θα τολμούσα να πω.

...Είχε κυριευτεί από το πάθος της απόδειξης ορθότητας των λεγομένων του. Ο νέος συνομιλητής του, δεν τόλμησε να ψέξει την πολυλογία του. Συνέχισε, λοιπόν, ασταμάτητος...

- ...αλλά, την ίδια ώρα ακούς τη λαϊκή μουσική που μπορείς να βρεις στην Ελλάδα, μια χώρα τυχαία περίπτωση του παραδείγματός μας, και ακούς -αν βρεις τέτοια- τη λαϊκή μουσική σε μια χώρα της κεντρικής Ευρώπης, με τεράστια παράδοση σε κλασσική μουσική. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, όπως ήδη υπαινίχθηκα, θα πρέπει να βρεις τέτοια μουσική. Αλλά κι αν βρεις, η σύγκριση με τη διαθέσιμη ελληνική λαϊκή μουσική, κάνει τους ευρωπαίους τώρα να μοιάζουν με πρωτόγονους. Μια αναγκαία διάκριση ακόμη: Και μιλώ για λαϊκή μουσική, με ζωντανές, σημερινές και λίγο παλιότερες αναφορές, και όχι για παραδοσιακή μουσική, που είναι τελείως άλλη υπόθεση, που θα συζητήσουμε άλλη φορά (αν και εδώ, επίσης, δεν θα άλλαζαν και πολύ τα πράγματα...)

- Πώς θα μετρήσουμε, λοιπόν, το ευρύτερης αποτίμησης συλλογικό πολιτισμικό βάρος της μίας και της άλλης περίπτωσης; Με κεντρικό αξιολογικό κριτήριο την κλασσική μουσική ή τη λαϊκή μουσική;

Είχε επιτέλους θέσει το ρητορικό ερώτημα, που διακαώς επιθυμούσε εδώ και πολλή ώρα να θέσει.

Ακούμπησε την πλατη του πίσω στο μάλλον άβολο κάθισμα και ανέμενε τον αντίλογο...

- ...Καταλαβαίνω πού το πας, είπε ο νέος άνδρας, προσπαθώντας άρον-άρον να συγκροτήσει άποψη για την νέα οπτική των πραγμάτων, που είχε τεθεί υπόψη του. Ανακάλεσε στη μνήμη του τις δικές του παραστάσεις και τις μνήμες. Στην οικογένειά του άκουγαν από παλιά, σ’ εκείνο το φθαρμένο σήμερα γραμμόφωνο, και αργότερα στο πικ-απ, πολύ συχνά κλασσική μουσική. Και ο ίδιος άκουγε και σήμερα. Κι έτσι, η πρώτη ανακλαστικού τύπου αντίδραση που του ‘ρθε στο νου, ήταν να υπερασπιστεί τον Σκαλκώτα και τον Μητρόπουλο. ...αλλά, κάπου μέσα του, αντιλαμβανόταν ότι εκείνο που τον είχε καθορίσει πολιτισμικά στη μουσική, ως μέλος αυτού που ο συνομιλητής του ονόμαζε «συλλογικό Πολιτισμό», δεν ήταν ο αγαπημένος του «Ηπειρώτικος χορός», αλλά το ...«Δυο πόρτες έχει η ζωή».

Ακολούθησε ένα μικρό διάλειμμα σιωπής...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 5

Ο οίστρος του τον συνήγειρε! Συνέχισε...

- Ακόμη και ο μεγαλύτερος φονιάς στην Ιστορία, ένας ναζιστής αξιωματούχος, εσυγκινείτο μέχρις δακρύων από τα έργα του Βάγκνερ. Μάλιστα, ένα από τα πλέον ενδεικτικά δοκίμια του Βάγκνερ, με τίτλο «Ιουδαϊσμός στη Μουσική» έδωσε στον ίδιον τον Χίτλερ αρκετές ιδέες σχετικά με το τί θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει ο συντεταγμένος αντισημιτισμός. Ακόμη, σε μερικές όπερες του συνθέτη εμφανίζονταν ως διαβολικές υπάρξεις κάποιες μορφές των «κατώτερων» Εβραίων, παρέχοντας το έναυσμα στον υπουργό Προπαγάνδας, Γιόζεφ Γκέμπελς, να πει: «Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ μας δίδαξε τί είναι οι Εβραίοι»...

- Μη συνεχίζεις! Κατάλαβα τί θέλεις να πεις! ...Προσπάθησε να τον διακόψει ο νεαρός.

- Πράγματι, δεν νομίζω κι εγώ ότι θα μπορούσαμε να μιλάμε για έργα της Τέχνης, αποσιωπώντας στοιχεία σαν κι αυτά που ανέφερες. ...αλλά, η μεγάλη αισθητική αξία είναι που προσδίδει και το ηθικό κύρος στα μεγάλα έργα του δυτικοευρωπαϊκού Πολιτισμού, επέμεινε ο νέος άντρας. Οι όπερες του Βάγκνερ δεν παύουν να είναι υπέροχες, επειδή συνέτρεξαν και όλα τα άλλα που είπες. Η Λένι Ρίφενσταλ, δεν θα είχε γυρίσει τα μεγάλα κινηματογραφικά έργα της, αν δεν δρούσε καλλιτεχνικά στο αισθητικό πλαίσιο του ναζισμού. Ο Έζρα Πάουντ δεν ορίζεται ως μεγάλος ποιητής, ή όχι, από τον προσδιορισμό των πολιτικών απόψεών του.

Ανασηκώθηκε λίγο, ένδειξη υψηλού νεανικού πάθους στην υπεράσπιση της θέσης του, και προσπάθησε να κάνει εκείνος τον επίλογο.

- Αδικείς την ίδια την Τέχνη, προσθέτοντας στα πεδία αποτίμησης της αξίας της στοιχεία άσχετα με το αντικείμενό της. Και ποιό είναι το αντικείμενο της; Μα, φυσικά, η επιδίωξη της αισθητικής τελειότητας –ένα άπιαστο όνειρο, δηλαδή. Η πολιτική ένταξη δεν μπορεί να είναι μετρητής καλλιτεχνικών αξιών! Ένας ακάλεστος και αναρμόδιος κριτικός Τεχνών. Είναι σαν να μου λες ότι θα τηρήσουμε το σκορ ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, μετρώντας το σε καλάθια του μπάσκετ. Από εσένα, που διατείνεσαι πως είσαι αριστερός και μια γενιά μεγαλύτερος από εμένα, περίμενα περισσότερο διαλεκτικές αναφορές. Γιατί, στο τέλος-τέλος, και η Τέχνη δεν είναι κάτι άλλο από Ιστορία του Ανθρώπου, ...ολοκλήρωσε τα λεγόμενα του παίρνοντας μια βιαστική ανάσα για να συμπληρώσει τα ανοξαιμικά συμπτώματα της μακράς και με μιας ομιλίας του.

- ...Μα, δε λέγω κάτι διαφορετικό, απάντησε με χαμόγελο ο μεγάλος άνδρας, καμαρώνοντας κατά βάθος το πάθος του συνομιλητή του.

- Είναι Τέχνη μεγάλη, η δυτικοευρωπαϊκή! Ίσως η μόνη, μάλιστα, που αντέχει να ανταγωνιστεί την αρχαία ελληνική.

(...συνεχίζεται...)

 

 

Διάλογος εν χρόνω 4

- ...Κάποιαν άλλη φορά θα προσπαθήσω να εξηγήσω σ’ αυτό το τραπέζι, που ταυτόχρονα είναι και ένα μικρό δικαστήριο της Ιστορίας και που γύρω του καθόμαστε μόνον εμείς οι δύο, γιατί και πώς η δεδομένη πολιτισμική αδυναμία της εποχής του ηγέτη που θαύμασα, δεν μπορεί να αξιολογηθεί με όρους Τέχνης αλλά αποκλειστικά και μόνον ως πολιτικό στοιχείο. Πολιτική αξιολόγηση με αντικείμενο την Τέχνη, δηλαδή, καλό είναι να αποφεύγεται, ιδίως όταν αυτό είναι προϊόν «αριστοκρατικής» θεώρησης των ημερών του συγκεκριμένου εκλιπόντος πολιτικού προσώπου, εν είδει ενός ανομολόγητου αλλά τόσο ενοχικού σκοπού αποδόμησης του έργου του, από μεριάς των αντιπάλων μας... (Είχε χρησιμοποιήσει πρώτο πληθυντικό πρόσωπο –πράγμα σπάνιο στις μεταξύ τους συζητήσεις).

- ...αλλά για την ώρα ας μείνουμε στα της Τέχνης και του Πολιτισμού!

- Ναι! Κι εγώ θα το προτιμούσα, πλειοδότησε ο νέος, ανακουφισμένος που θα επέστρεφαν στον αγαπημένο του προαναφερθέντα μεξικανικό χρωστήρα και θα απέφευγε προσώρας μια ακόμη παθιασμένη συζήτηση για τον χαμένο ηγέτη. Έτσι νόμιζε, τουλάχιστον, ότι θα κατηύθυνε τον διάλογο ο φίλος του με τα γένια και τον ασίγαστο πόθο για τις συνομιλίες τους, αποδεχόμενος το αντικείμενο που είχε προταθεί νωρίτερα.

- Από τί λες να μετράγαμε την αξία ενός συλλογικού Πολιτισμού; Τον ρώτησε ο μεγάλος άνδρας.

Η άλλη μεριά του τραπεζιού υποψιάστηκε παγίδα. Το συνήθιζε, άλλωστε, να του στήνει παγίδες, ο άλλος, για να εκμαιεύσει απαντήσεις... Προσπάθησε να δραπετεύσει με μιαν απάντηση κοινής λογικής –αν και βαθύτερα συναισθανόταν ότι όσα θα απαντούσε, στην ουσία ήταν υπεκφυγή.

- Εσύ πριν λίγο είπες πως «Ό,τι αντέχει σε αισθητικές δοκιμασίες και προσφέρει συγκίνηση είναι προοδευτικό», επανέλαβε mot-a-mot τη φράση του συνομιλητή του, σε μια σίγουρη θαρρούσε λύση, αφού δεν θα ήταν δυνατό ο άλλος να διαφωνήσει με τις ίδιες τις απόψεις του, που είχε μάλιστα εκστομίσει πριν τόσο λίγο χρόνο.

- Ναι! ...αλλά όχι μόνον απ’ αυτά, δήλωσε άκαμπτος ο άλλος.

- Για παράδειγμα -διερωτήθηκε με προβληματισμένο ύφος, αναζητώντας ίσως και ο ίδιος τώρα τις απαντήσεις σε ερωτήματα για καιρό αναπάντητα- ο δυτικοευρωπαϊκός Πολιτισμός πώς θα πρέπει να αξιολογηθεί;

- Πρόκειται για έργα τεράστιας αισθητικής και ηθικής αναγνώρισης -όπως εσύ έθεσες τις προδιαγραφές, διαμαρτυρήθηκε ο νέος. Τί άλλο ζητάς;

- Είναι, αλήθεια, έργα καταπληκτικά!... Συμφώνησε ανυπόκριτα.

- ...αλλά, έσπευσε να προσθέσει, είναι έργα που δημιουργήθηκαν με δεδομένα τα κοινά προς τα οποία απευθύνονταν, ολιγάριθμα και παραγεμισμένα με ανεπίτρεπτα προνόμια για ισορροπημένες κοινωνίες. Κοινά πλουσίων ανθρώπων, που πιθανόν την ώρα που συγκινούνταν μ’ έναν ζωγραφικό πίνακα ή ακούγοντας ένα καινούριο κοντσέρτο, ταυτόχρονα άνθρωποι δικοί τους και με εντολές τους κατέσφαζαν ιθαγενείς στην Αφρική ή την Ασία, για να εξασφαλίσουν τις πολύφερνες αποικίες τους. Μπορούμε, άραγε, να κρίνουμε την αξία ενός μεγάλου καλλιτεχνικού έργου, παραβλέποντας τέτοια στοιχεία, δομικές προϋποθετικές συνθήκες άλλωστε του ίδιου του Έργου; Ρώτησε περισσότερο τον ίδιον εαυτό του... Ένα Έργο Τέχνης, στο κάτω-κάτω, ορίζεται όχι μόνον από το ίδιο το Έργο και την αισθητική επίδρασή του, αλλά και από το ποια κοινά το δικαιώνουν...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 3

- Ένα δίκιο τό ’χεις! Όλα τελικά είναι Πολιτισμός, μουρμούρισε ο νεαρός. Αλλά, προσέθεσε με προθέσεις πρόκλησης του συνομιλητή του, και ο δικός σου αγαπημένος μεγάλος πολιτικός αρχηγός δεν είχε σαν δυνατό σημείο του τον Πολιτισμό!...

- Είναι αλήθεια, πως δεν είχε καλές σχέσεις με τα έργα του αστικού πολιτισμού. Προτιμούσε άλλες αναφορές. Αλλά μην κάνεις το λάθος να συγκρίνεις ηγέτη που δανείζεται πράγματα που δεν του αρέσουν και δρώντας ως πρότυπο πλασσάρει τις comme il faut επιλογές μιας πολιτικά σχεδιασμένης άποψης για την Τέχνη στο πόπολο, με ηγέτη που απλά διασκεδάζει με ό,τι του αρέσει και εκών-άκων, ως αγαπητός στον κόσμο, ό,τι διαλέγει μετατρέπεται σε λαϊκή προτίμηση. Ο ένας είναι λαϊκιστής (με την έννοια που δίνουμε σήμερα στον όρο) και ο άλλος λαϊκός...

- Πού τα βρίσκεις όλ’ αυτά που λες για τον δικαιολογήσεις -ακόμη κι εκεί που ομολογουμένως έσφαλε, επέμεινε στην πρόκληση η άλλη πλευρά του τραπεζιού.

- ...Κι ακόμη, θα σε επιτιμήσω αυστηρά για αυτήν την άδικη αναφορά σου. Τί θα πει «αστικός πολιτισμός»; Η Τέχνη δεν ορίζεται από ταξικά στοιχεία, παρά μόνο στις θεματολογικές προτιμήσεις της. Τα υπόλοιπα είναι υπόθεση αισθητικής και ηθικής, υπογράμμισε ο νέος άντρας, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από έναν νέο γύρο υπεράσπισης του χαμένου ηγέτη, που ήξερε πως ήταν το πεδίο πολιτικής αναφοράς του συνομιλητή του. ...Ποιός ξέρει, μπορεί έτσι με τα άλματα από θέμα σε θέμα, να κέρδιζε έστω τις εντυπώσεις σε μια αναμέτρηση εκ των πραγμάτων δύσκολη, με τον άλλον να άφηνε ίσως την πρόκληση αναπάντητη, αν επέλεγε να στραφεί στον διάλογο με αντικείμενο τον Πολιτισμό, εγκαταλείποντας την λιγότερο γοητευτική εφαρμοσμένη Πολιτική. Κι ας άφηνε ανυπεράσπιστη την υστεροφημία του ιστορικού προσώπου που τον στοίχειωνε.

Μέτρησε προσεκτικά τον δρόμο που έπαιρνε η κουβέντα! Σαν μεγαλύτερος θεωρούσε πως είχε εκείνος την ευθύνη να ισορροπήσει τα διαμειβόμενα μεταξύ της ουσιαστικής ανταλλαγής νοημάτων και της υποχρέωσης αυτό να γίνει αποφεύγοντας να παραχθούν ήττες απόψεων για κάποια από τις δύο πλευρές, την οποιανδήποτε. Φυσικά, ούτε και τη δική του! Δεν γινόταν αυτή η συζήτηση για την κερδίσει κάποιος, αλλά γιατί όφειλε να μεταδώσει όσα αισθανόταν πως έπρεπε να διαβιβαστούν εν σειρά.

Από την άλλη, παραδεχόταν μέσα του πως τον θαύμαζε τον μικρό! Το αξιακό φορτίο του, πολιτικό και γνωσιακό, αναμφίβολα στεκόταν ψηλά. Διέκρινε σ’ εκείνα τα φωτεινά μάτια της νεότητας, την προσήλωση στις συγκινήσεις και τις αρχές της αριστερής καταγωγής του, ως πολίτη.

Παράλληλα, κύλησε στην επανάληψη ενός αυτοκριτικού γύρου, που είχε συχνά κάνει και κατά το παρελθόν με ασαφείς εκβάσεις. Πόθεν αυτή η προνομιακή αντιμετώπιση της αριστεράς; Επειδή κι εκείνος είχε την ίδια πολιτική καταγωγή, μεγάλωνε ο κίνδυνος μιας τραγικής υποκειμενικής πλάνης για όσα ο ίδιος θεωρούσε σωστά! Άλλωστε γνώριζε δεξιούς με αξίες εγκολπωμένες σ’ εκείνους, μεγάλου βάθους και αναγνώρισης, που θαύμαζε όσο και τις προσωπικότητες αριστερών φίλων του.

Σκέφτηκε πως ίσως ακόμη και περισσότερο άξιοι θαυμασμού ήταν οι δεξιοί των αξιών που συγκαταλέγονταν στα πρόσωπα που προτιμούσε και είχε επιλέξει να γίνουν αναφορικές περιπτώσεις στον βίο του. Γιατί, βεβαίως, όπως εξηγούσε στον εαυτό του, ο παραμερισμός όλων εκείνων των κερδοσκοπικών υπαινιγμών που συμπαρασύρονταν στη δεξιά ιδεολογία για να επικρατήσουν αξιακά προτάγματα, διασφαλίζει και επιβεβαιώνει τις αγαθές προθέσεις. Σε αντίστιξη με τις προθέσεις των αριστερών, που «για να αλλάξουν τον κόσμο», ως θεμελιακή αιτιώδης αποκωδικοποίηση της ύπαρξής τους, εκκινούν εξ αφετηρίας στοχεύοντας στην ανατροπή της οποιασδήποτε αδικίας, κερδίζοντας ένα αβαντάζ ήθους και προκαταβολικής ιστορικής δικαίωσης, ...τουλάχιστον αξιολογώντας τις προθέσεις τους.

- Ό,τι αντέχει σε αισθητικές δοκιμασίες και προσφέρει συγκίνηση είναι προοδευτικό, μουρμούρισε ο μεγάλος άνδρας, σε μια προσπάθεια να καλύψει με μιαν ατάκα όλα όσα είχαν αναφυεί στο τελευταίο ετάπ της συζήτησης.

(...συνεχίζεται...)

Διάλογος εν χρόνω 2

- Όμορφη γυναίκα, τελικά!... Συγκατένευσε αδιόρατα η άλλη μεριά.

Έυκολη λύση η επιδρομή στα αυτονόητα κάλλη της παρουσίας που περιφερόταν εκεί γύρω. Αλλά αναγκαία η αναφορά! Ο νέος γύρος του διαλόγου τους θα έπρεπε να ξεκινήσει σε τόνους χαμηλούς, αλλιώς το έντονο τελείωμα που αναπόφευκτα θα ακολουθούσε ως επίλογος, θα κατέληγε έχθρα -και δεν τό ‘θελε κανένας τους. Οι άντρες, σαν από την εποχή της προϊστορίας κιόλας, χρησιμοποιούσαν την κλειστή ανάμεσά τους κολακεία σε μια γυναίκα -όχι κατ’ ανάγκη πάντα ωραία- για να εκτονώσουν τις αντιθέσεις μεταξύ τους... Και κάπως έτσι, έστω με τέτοιες σκέψεις, η γυναίκα απογειωνόταν εις θέσιν θεότητας ...του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού. Γινόταν, δηλαδή, αυτό που στην πραγματικότητα ήταν, γινόταν αξία! Και σταμάταγε να ήταν σκοπός. Ανωμολόγητη μεν, αξία δε...

- Πολλές γυναίκες ήταν καταλύτες στην εποχή τους, για όσα θα ακολουθούσαν, επέμεινε με αναφορές στα παλαιότερα, ξεφεύγοντας έτσι από την αμείλικτη συμβατικότητα που εμπεριείχε η αναφορά προηγουμένως στην ωραία γυναίκα. Ο άλλος έστησε αυτί! Καταλάβαινε από την πρώτη κιόλας λέξη, πότε ο συνομιλητής του ήταν αποφασισμένος να μεταδώσει τη νόησή του, και όχι να διδάξει προς αυτοεπιβεβαίωση.

- Να, η Αλεξάνδρα Κολλοντάι, ας πούμε! «...Η γενική αμνηστία θα βοηθούσε τους ηγέτες των κομμάτων να φέρουν στη ζωή την Παλιά Διεθνή, που θα βασίζεται στον εθνικισμό και τον οπορτουνισμό...», είχε πει, ήδη από το 1916, προβλέποντας από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κιόλας, τη μοίρα της ευρωπαϊκής αριστεράς, όπως κατέληξαν τα πράγματα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

- ...Μα, αυτά δεν είναι σημαντικά πράγματα, τού απάντησε. Με όσα ξέρω και όσα έμαθα στην εξορία κοντά στον πατέρα μου, δεν μου είναι γνωστό γιατί θαυμάζεται ως πρόσωπο σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης. Αυτό το τσιτάτο που μόλις μου ΄πες, φίλε, είναι γενική αναφορά στην πολιτική και δεν φέρει «άρωμα γυναίκας»...

- Η Κολλοντάι ήταν η πρώτη γυναίκα στην ιστορία που έγινε πρέσβειρα της πατρίδας της σ’ άλλη χώρα, επέμεινε ο άλλος. Αν ψάχνεις «άρωμα γυναίκας», υπάρχει κι απ’ αυτό σ’ εκείνην. ...αλλά σε μια καθαρά ανδροκρατούμενη επανάσταση, ίσως τη μεγαλύτερη παρά ποτέ στην ιστορία των ανθρώπων «εντός συνόρων», αυτό που εγώ της αναγνωρίζω είναι ότι ήταν από τις ελάχιστες, που μίλαγε πρόσωπο με πρόσωπο με τους συντρόφους της και δεν είχε ποτέ αρκεστεί στο συμπαθητικό δεύτερο ρόλο, που οι Ρώσοι κομμουνιστές επαναστάτες επεφύλασσαν στις συντρόφισσές τους. Άλλωστε, όποτε το βάρος των ιστορικών ρόλων το προσδίδει η βία, οι γυναίκες μειονεκτούν.

- Ώχου! Ό,τι και να λέμε εμείς, λίγα της απέδωσε το αίμα της Ιστορίας, ...δηλαδή ο Χρόνος. Δεν θα είχαμε πολλά περισσότερα να πούμε για εκείνην. Δε μου λες τίποτα που να με ενδιαφέρει. Γιατί δηλαδή είναι κάτι το άξιο λόγου η Αλεξάνδρα Κολλοντάι, όταν όλες οι γυναίκες που πήραν μέρος σε επαναστάσεις υποτιμήθηκαν από τους συναγωνιστές τους, κι αυτό είναι ιστορικά αυταπόδεικτο. Εκείνο που θα ήθελα είναι αναφορές σε γυναίκες που έγιναν οι ίδιες καταλύτες μιας εξέγερσης. Να, για παράδειγμα, στην Τέχνη η Φρίντα Κάλο...

- Αχ, καλέ μου! Εδώ την είχα στήσει την παγίδα στις καλές προθέσεις σου, που πάντα πνίγονται στα ρηχά νερά της βιασύνης, να έχεις εσύ κι οι συνομήλικοί σου ρόλο, εδώ και τώρα. Μμμμμμ! ...λοιπόν, να τα πάρουμε με τη σειρά, μούγκρισε με μια δόση αυταρέσκειας για όσα θα ξεστόμιζε στη συνέχεια.

- ...Οι δικοί μας οι κομμουνιστές, μέσα στη φωτιά και τη λαύρα του εμφυλίου, για τις γυναίκες επιφύλαξαν πάντα ρόλο συμπληρωματικό στην εξέγερση, κρατώντας για τις δικές τους υστεροφημίες τα σημαντικά. Μαγείρεμα, νοσοκόμες και τέτοια. Μια τελείως άδικη και κακή καταγραφή της καθ' όλα άξιας συμμετοχής των γυναικών. Πάνω σ’ αυτή την επιλεκτική αφήγηση, η ελληνική δεξιά και ο αντικομμουνισμός έχτισε έναν ολόκληρο μύθο για τις κομμουνίστριες με τη χαλαρή σεξουαλική ηθική, που προσφέρονταν εθελουσίως στους μαχομένους συντρόφους τους για να «ξεχαρμανιάσουν». Τελευταία παραδείγματα αυτής της αδιανόητης διαστροφής της ιστορικής αλήθειας για τις επαναστάτριες -που τις διακρίσεις τις βίωσαν πρώτα από τους ίδιους τους συντρόφους τους- είναι πολύ πρόσφατες αναφορές, ακόμη και από μεριάς δήθεν προοδευτικών. ...όταν έφηβοι ακόμη οι ίδιοι, εκ του ζέοντος αίματος της νιότης μπορεί να συναγελάστηκαν με προοδευτικές οργανώσεις -ίσως και κομμουνιστικές! ...αλλά, ταξική θέσει και ψυχολογική φύσει, πάντα ακροδεξιοί ήταν.

(...συνεχίζεται...) 

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 1

- Είσαι πολύ συντηρητικός για μένα!...

...Είπε και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά απ’ το άφιλτρο. Επέμενε να αγοράζει έτοιμα άφιλτρα τσιγάρα ακόμη και σήμερα. Δεν έβρισκε βέβαια, τα Άρωμα, τα 22, τα Hellas Special, ή έστω τον Άσσο, που είχε καταναλώσει σ’ όλη του τη ζωή. Τώρα, ...Gitanes και πολύ τού πήγαινε! Ακριβά.

Χάιδεψε τα ψαρρά γένια του και προσποιήθηκε πως η συζήτηση θα τελείωνε μ’ αυτήν τη βαρύγδουπη δήλωσή του...

Κι όμως! Καταλάβαινε ότι όλα μόλις εκείνη τη στιγμή ξεκινούσαν. Αν το προκάλεσε σκόπιμα ή ήταν τυχαίο, ό,τι θα ακολουθούσε, δεν το ’ξερε καλά-καλά κι ο ίδιος...

...ακούγοντας τον αφορισμό, για πρώτη φορά σήκωσε το απλανές βλέμμα απ’ τα διαμειβόμενα αναιτίως στην οθόνη της μικρής συσκευής. Η ματιά του φωτίστηκε, τόσο, που το ημίφως του χώρου λες κι άλλαξε χρώμα! Για λίγο προσπάθησε να ελέγξει την αυθόρμητη διαμαρτυρία που ξεπήδαγε απ’ τα έγκατα των σκέψεων. Ισορροπούσε ανάμεσα σε μια αντεπίθεση ύβρεων για όλα τα δεινά που κληρονομούσε με ευθύνη καθαρή της γενιάς του συνομιλητή του, από τη μία, και την εύγλωττη σιωπή της επιτίμησης, από την άλλη. Γνώριζε άλλωστε ότι ο φίλος του -αν είχε κάτι αναντίρρητο μέσα του, ως εγγενές στοιχείο του χαρακτήρα του- εκείνο ήταν να προκαλεί διά λόγου, ενώ, κατά βάθος, ήταν καλό και τίμιο ανθρωπάκι. Μέσα στην ίδια την ψυχή του είχε, μάλιστα, τη βεβαιότητα ότι η νεότητά του μάχεται φύσει τη συντήρηση. Σκέφτηκε ότι ίσως δεν θα χρειαζόταν καμιά απάντηση στον λόγο που μόλις είχε ακούσει. ...αλλά τα κύτταρα επαναστάτησαν, χωρίς να τον ρωτήσουν: «Προοδευτικός και τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο εσύ, δε γίνεται!...», φώναξε με μια δόση μοχθηρίας.

- Πετροβολάς το μέλλον συνεχώς, συνέχισε ο μεγάλος...

- ...κι εσύ, συμπεριφέρεσαι σαν ο ιδιοκτήτης του χρόνου και της Ιστορίας, αντέτεινε ο μικρός.

Αναμετρήθηκαν με τα μάτια για λίγο. Μετά απέστρεψαν σχεδόν ταυτόχρονα.

Τελικά είχαν κάτι να πούνε; Ή, μήπως, όλα σχετικά μ’ αυτούς τους δύο εξαντλούνταν στο να κάνει ο ένας τον άλλον να πονέσει;

Όταν πρωτοσυναντήθηκαν, πάει καιρός τώρα, τα πράγματα έδειχναν να είναι ιδανικά! Τόσα πράγματα είχε να πει, και από καιρό τώρα τα ακροατήρια σπάνιζαν για εκείνον. Τόση ανάγκη είχε να ακουστεί ο ήχος της δικής του φωνής, ο άλλος. Κι όχι απλά να ακουστεί! Και να μετρήσει, κάπου! Οπουδήποτε!

Αναμετρήθηκαν ξανά με τα βλέμματα. Μετά η ένταση, σαν από θαύμα λες, κόπασε.

- Θυμάμαι, κάποτε που..., πρόλαβε μόλις να πει, πριν ο άλλος τον αποστομώσει.

- Άσε, λίγο τη μνήμη σου να ξεκουραστεί. Χρειαζόμαστε ένα διάλειμμα με αναφορές σ’ εκείνα που μας κάνουν να μοιάζουμε, ψιθύρισε απαντώντας με ανέλπιστη σοφία, ορίζοντας το πεδίο του επόμενου κοινού σκηνικού τους.

(...συνεχίζεται...) 

 

 

 

Χρέους εγκώμιον...

Όταν χρωστάς οργίζεσαι και θυμώνεις. Μετράς και ξαναμετράς το χρέος σου και προσπαθείς να αναλογιστείς τι έφταιξε και έπεσες έξω στις -αποδεδειγμένα, πλέον, φευ- αισιόδοξες προβλέψεις που έκανες για τα οικονομικά σου.

«...Αν δεν είχα κάνει τόσο ακριβές διακοπές εκείνο το καλοκαίρι, σήμερα δεν θα ήμουν στον "τάκο"...», αποφαίνεσαι. «Αλλά, πάλι, η γυναίκα μου μ' είχε προειδοποιήσει: "Τσουρούτικες διακοπές στο σπίτι στο χωριό, εγώ δεν ματακάνω... Μετά θα 'ναι και η κουμπάρα, που θα με κοιτάει αφ' υψηλού έναν ολόκληρο χειμώνα και δεν το ανέχομαι, ρε παιδάκι μου. Δεν κοιτάει που αν δεν είχε βρεθεί αυτός ο στραβός ο δικηγόρος να της ρίξει μια ματιά, ούτε βρακί δεν θα είχε να βάλει. Κι ύστερα σκέπτομαι και τα παιδιά. Τί θα πούνε στους συμμαθητές τους; Ξανά τα ίδια ψέματα, ότι δήθεν πήγαμε στην Κρήτη, που ούτε στον χάρτη δεν ξέρουν πού βρίσκεται"».

Μ' αυτά και μ' αυτά, αρχίζεις να «πιάνεις» τί έφταιξε! Μα, βέβαια, η γυναίκα σου: «Από την αρχή είχε φανεί ότι την είχε λίγο ψωνισμένη. Λες κι από τη Στεμνίτσα να ήξερε δα από σαλόνια... Αλλά δεν φταίει κανένας. Η μάνα της, την είχε δασκαλεμένη από την αρχή: "Κοίτα, μανάρι μου, μόλις σού φορέσει το στεφάνι, πρώτ' απ' όλα, να εξασφαλιστείς. Πρώτα εσύ και μετά τα παιδιά που θα τού κάνεις. Γιατί, αλλιώς... Μην τον είδες! Ακόμη κι όταν θα ψοφάει, με το σταγονόμετρο θα σου τα δίνει. Άσε που ό,τι θα έχει απομείνει απ' όσα θα έχει βγάλει από τη δουλειά του τόσα χρόνια, τον πρώτο λόγο θα τον έχουν τα παιδιά... Εσένα θα σ' έχει χορτάσει! Σιγά μην σου αφήσει τίποτα". Τέτοια της έλεγε... Τα 'ξερα! Αλλά πού μυαλό τότε. Να τα κόψω απ' την αρχή. "Ήτανε και φρέσκια-φρέσκια η Ασημίνα... Δροσερή σα φρεσκοκομμένο ροδάκινο Ναούσης. Την ήθελα και τα ανέχτηκα όλα. Μαγκιά μου! Εγώ πλήρωνα». Τα λες. Ξεθυμαίνεις για λίγη ώρα. Κάνεις και κανένα-δυο τσιγάρα.

Μετά το ξαναπιάνεις απ' την αρχή: «Ήτανε, βέβαια, κι εκείνο το ρημάδι το τζιπ. Τί διάολο το χρειαζόμουνα; Τέτοια μαούνα! Εγώ τι ζητούσα; …λίγο να πάω τα παιδιά στο σχολείο και να κάνω και το κομμάτι μου σ' εκείνα τα κωλόπαιδα από την Κηφισιά και τους "αρπαγμένους" τους πατεράδες τους. Βασικά, εκείνος ο χοντρός ο γιατρός, μου την έδινε κατακούτελα... Με μια κοιλιά μισό στρέμμα, ήθελε και γκόμενα. Μωρέ, ας μη σκεφτόμουνα τη συμμαθήτρια της κόρης μου, της Βαγγελιώς, και θα τον είχα βγάλει βούκινο στη γυναίκα του. Μου τα 'χε ψιλορρίξει, θυμάμαι, η κυρία Ελευθερία σε κείνα τα γενέθλια. Αλλά εγώ;... Βράχος!

Βέβαια, τη μαούνα την είχα στο όνομα της γυναίκας μου. Από το μαγαζί που τής είχα ανοίξει, για ν' αγοράσω το αμάξι με λίζινγκ. Να, τώρα, που η τζιπάρα με ρεζιλεύει καθημερινά. Χωρίς πινακίδες στον ακάλυπτο... Με βλέπει όλη η πολυκατοικία.

Έβαλα, φυσικά κουκούλα. Αλλά, μπας και κρύβεται η ξεφτίλα»...

Νέα τσιγάρα! Νέα παύση! Τρίτος γύρος: «Κι αυτός μαλάκας ο χρηματιστής μου, μόνο την προμήθειά του είχε στο νου. Να κάνει τη δουλειά του, πουουου…

Ρίξε μια ματιά, ρε αγράμματε, στα φανατμένταλς. Αφού ήτανε πτώμα το χαρτί. Μέχρι κι εγώ το είχα ψυλλιαστεί. Αλλά εκείνος το χαβά του: "Αν δεν πάρεις τώρα που φαίνεται πεθαμένη η μετοχή κι έχουνε πέσει οι αξίες, πότε θα πάρεις; Μετά θα αρχίσει η απογείωση θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, που θα 'σαι έξω. Κι εγώ θα στο είχα πει".

Έτσι μ' έριχνε. Και ακολουθούσα ως αμνός επί σφαγή! Πού να φανταστώ τέτοιο πράγμα; Ποιός να προβλέψει τέτοια κατρακύλα…»

Μετά έρχεται η ώρα των αποφθεγμάτων (Νέο τσιγάρο): «Αλλά, για να λέμε την αλήθεια τα λαμόγια οι πολιτικοί μας την κάνανε την κασκαρίκα! Αυτοί προλάβανε και βγήκανε. Για μας τον λαουτζίκο, ούτε σκέψη. Αλήτες! Στην πλάτη τη δική μου πλουτίσατε. Από τις αξίες που έχτισα εγώ κάνατε σερμαγιά. Κι αφού 'κονομήσατε, την "κάνατε". Άσε ρε φίλε λιγάκι και για μας. Τόση φαταουλιά! Αφού ξυπόλητοι ξεκινήσατε κι εσείς...

…Αλλά, τί ζητάω τώρα; Αυτοί τον έχουνε δέσει το γάιδαρό τους. Αλί σε μας... Και τολμάνε να μου ζητάνε ακόμη να τους ψηφίσω! Ιδίως αυτός ο γυαλάκιας, που μου το παίζει και αντιμνημονιακός. Ρε ουστ! Έχεις να φας στη μούρη «Χρυσά Αγγούρια», ρε κερατά, που θα 'ναι όλα δικά σου».

Καταλαγιάζεις. Έρχονται κι εκείνα τα αναθεματισμένα τα χρέη και σε επαναφέρουν στη σκληρή αλήθεια: «250 ευρώ σούπερ μάρκετ. 180 ευρώ εισιτήρια, τσιγάρα και καφέδες. Σούμα 430. Κάτι το ρεύμα, κάτι το νερό. Βάλε 600. Κι η δόση της εφορίας, 350. Όλα μαζί, 950. Πού να βρεθούνε, ρε, άλλα 800 για το στεγαστικό; Και τί άλλο να κόψω; Μόνο το πουλί μου δεν έχω κόψει...»

Επιστρατεύεις τις ελπίδες σου: «Ο Μπάμπης μου είπε ότι στο νέο νομοσχέδιο, θα δώσουνε παράταση για τις οφειλές στην εφορία. Ας περιμένω λιγάκι... ... Ρε δόξα τω Θεώ, που έγιναν και εκλογές πριν κα’να χρόνο και δεν πλήρωσα τίποτα. Και μπορεί να γίνουνε ξανά εκλογές... Δε γίνεται να αντέξουνε οι μπαγάσηδες τόση εξαθλίωση του λαού. Θα τους μαυρίσουμε όλοι.

Δεν μπορεί κάτι θα γίνει. Αλλιώς, θα τους πάρει και τα σώβρακα ο "μικρός". Δεν μπορεί! Κάτι θα κάνουνε... ».

Μετά ξεσπάς: «Ρε, δεν πάτε στο γεροδιάολο όλοι σας. Από μένα το φτωχαδάκι θα βρείτε όσα σας λείπουν; Να πάτε στις κουφάλες τους δημοσίους υπαλλήλους, που τα παίρνανε τόσα χρόνια, στην πλάτη του λαού. Να πάτε στη Μέρκελ να σας τα δώσει. Από 'μένα δεν έχει μείνει τίποτα να πάρετε. Και κείνο το αγροτεμάχιο... (Το 'χα βρει μεγάλη ευκαιρία από τον Μανόλη τον Μπαλάντζα, ήθελε ζεστό χρήμα για να φτιάξει τις μεζονέτες στα αμπέλια του, δίπλα). Σιγά μην το δηλώσω. Για να μού το φάτε κι αυτό;...

Άσε που του χρόνου θα 'βγαινα στη σύνταξη και με το εφάπαξ θα άλλαζα και φουσκωτό!... Ρε, αν είχα τώρα το σκάφος θα τους ρήμαζα τους μπαλάδες...

Παν' αυτά! Τώρα θέλω ακόμη 7 χρόνια. Κι όταν βγω δεν θα 'χει μείνει κολυμπηθρόξυλο στο ταμείο για μας... Σιγά μην το δηλώσω...»

Ανακεφαλαιώνεις (τζούρα καφές): «Θα τα στριμώξω λίγο και θα 'ρθουνε βόλτα.

Τον επόμενο χρόνο... Βλέπουμε. Υπάρχει και το χωραφάκι της Στάσας. Θα μου πεις: «Και πόσα Θα πάρεις;». Απαντώ: Όσα και να 'ναι, καλά είναι. Η Μπέμπα, από το ρίαλ εστέιτ, προχτές, μού 'λεγε ότι θα 'πιανε καμιά τριανταριά χιλιάδες. Μεσ' το νερό! Θα τη βγάλουμε, ρε αδερφέ. Η φτώχια θέλει καλοπέραση».

Αλλά δε σ' αφήνει ν' αγιάσεις ο σατανάς. Ξανατρελένεσαι: «Τι τσαμπουνάς τόση ώρα, ρε καραγκιόζη! Όλο οι άλλοι φταίνε. Αφού εσύ την έχει κάνει την παπαριά. Και ξέρεις...»

Σβήνεις το τελευταίο τσιγάρο στο τασάκι. Κοιτάς το ρολόι σου. «Πήγε εφτάμισι! Με περιμένει ο Λάμπρος στο καφενείο. Θα τον πηδήξω στο τάβλι σήμερα. Θα πάρω πίσω το 'κοσάρικο που μου βούτηξε χθες. Θεέ μου! Τι ζαράκιας!»

Βάζεις το μπλουζάκι σου και χτενίζεσαι. Η Μελίνα, η σερβιτόρα, σου τα ρίχνει. «Μην πάμε και σα γύφτοι...»

Καθώς χτενίζεσαι μπροστά στον καθρέφτη, σού τριβελίζει το μυαλό, η σκηνή το πρωί στη συνοικιακή καφετέρια, που σταμάτησες για να πάρεις ένα φρέντο εσπρέσσο σκέτο στο κύπελλο. Αφίσες από Μπιτλς, Ρόλιγνκ Στόουνς, Ντίλαν κι άλλους στον τοίχο. Και μια χειρόγραφη πινακίδα ανάμεσά τους: «Κάθε βράδυ μπάρμπεκιου». Εκείνος ο χοντρός, έξω από τον πάγκο, ήταν προβληματισμένος: «Δε μας τα λένε καλά τα κανάλια! Πώς γίνεται και τον έπιασαν; Καλά, εντάξει! Τον μαχαίρωσε. Αλλά μετά έκατσε σαν κότα και τον μπαγλαρώσανε; Δεν έφυγε; Να φύγει, ρε παιδί μου! Να την κάνει! Κάτι δεν πάει καλά εδώ!».

«Μόνο οι δύο τους ξέρουνε το έγινε στην πραγματικότητα», σχολιάζει ο άλλος πίσω απ' τον πάγκο. Μιλάει λες και είναι και οι δύο ζωντανοί...

Τώρα, περνάς μπροστά από την τηλεόραση. «...Ογκώνεται το λαϊκό κίνημα διαμαρτυρίας, κατά της δολοφονίας του νεαρού αριστερού από τους νεο-ναζί», λέει ο εκφωνητής. Εικόνες από μολότοφ και ξύλο σε κάποια πεζοδρόμια. "Ένας ρεπόρτερ με το ματσούκι στο χέρι θολωμένος από τα δακρυγόνα, ψελλίζει: «...ήταν μεγάλη η συμμετοχή του λαού στο συλλαλητήριο».

«Καλούμε όλους τους πολίτες σε εγερτήριο αγώνα. Για το μέλλον της πατρίδας και των παιδιών μας. Και για να φύγουνε όσοι μας έφτασαν ως εδώ...»! Μιλάει με περισπούδαστο ύφος, εκείνος ο απροσδιόριστης ηλικίας βουλευτής. Ρίχνεις μια ματιά σε 'κείνους που βρίσκονται πίσω του και «χώνονται» για να φανεί η μούρη τους. Ένας απ' αυτούς τον κοιτάζει με δέος. («Πες τα, ρε παλληκάρι»). Μετά ανοίγεις την πόρτα και δραπετεύεις για το καφενείο. Άφησες την τηλεόραση ανοιχτή...

Για αύριο; Έχει ο Θεός!

(Το «Χρέους εγκώμιον…» δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα στο "χρέος" - τεύχος 35 – Φινόπωρο 2013, του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα)

 

 

Ο κύριος σπουργίτης...

...Ο κύριος σπουργίτης ερχόταν επίμονα δίπλα μου και ανέβαινε στο τραπέζι μου αλλά και στα διπλανά, διαλαλώντας με στεντόρεια κελαηδήματα την παρουσία του ανάμεσά μας. 

Λίγα ψίχουλα από το κουλουράκι του πελάτη που είχε φύγει πριν λίγο και είχαν μείνει στο άδειο πιατάκι. Μια-δύο σταγόνες νερό από το μισογεμάτο ποτήρι που δεν είχε έρθει ακόμη να μαζέψει για να καθαρίσει το τραπεζάκι το κορίτσι της καφετέριας.

Όταν χόρτασε και ξεδίψασε, συνέχισε να τραγουδά με δυνατότερη φωνή. Ήταν η προσφορά του σ’ εμένα, στην καρδιά της κατηφούς πόλης, στη Βαλαωρίτου, όπου βρέθηκα πριν μερικές ώρες, για ένα γρήγορο καφεδάκι με τον φίλο Διαμαντή.

Μόλις σηκώθηκαμε να φύγουμε, μας έστειλε έναν τελευταίο πομπώδη χαιρετισμό μ’ έναν ιδιαίτερο χρωματισμό στον οξύφωνο λόγο του. Γεια σου, φίλε!

1η Φλεβάρη 2017.

...«Θα σε βάλω να παρακολουθείς κάθε μέρα ένα πουλάκι για να καταλάβεις πόση αξία έχουν ένα ψίχουλο και μια σταγόνα νερό»!

Στο λυκαυγές μια άνοιξης

…ένα κείμενο, έτσι, χωρίς λόγο...

…και ξαφνικά ξυπνάς ένα πρωινό στον σωτήριο τούτον τόπο …και βλέπεις κι άλλους δίπλα σου! Το μοναχικό τοπίο που μέχρι τώρα σε φιλοξενούσε έχει αποκτήσει πληθυσμό. Κι έχεις αρχίσει κιόλας να μιλάς στον πληθυντικό! Άνθρωποι όλων των εισοδηματικών επιπέδων και ανεξάρτητα από τις μέχρι σήμερα παραταξιακές προτιμήσεις τους, έχουν έρθει αυθόρμητα να συγκατοικήσουν μαζί σου. Ανάμεσά τους και αρκετοί νέοι άνθρωποι. Κορίτσια κι αγόρια, με την αποσκευή του βίου του δικού τους ανά χείρας, αφικνούνται και ξαπλώνουν για να ‘ξαποστάσουν στο χορτάρι του ξέφωτου, που μέχρι σήμερα πίστευες πως μόνο σε σένα ακουμπούσε. Λιάζονται στο φως της ελπίδας τους, σαν τους μετανάστες, τους φυγάδες και τους πρόσφυγες από άλλες πατρίδες…

Βλέπουν μόνο μπροστά! Προορισμός τους το μέλλον κι αφετηρία του πρώτου ξεκινήματός τους, του πρώτου βήματος, η απόσυρση από τον κόσμο της ασπρόμαυρης εικόνας. Είναι αποφασισμένοι να ζήσουν και θα ζήσουν! Η απόφαση να απορρίψουν κάθε νέα πλάνη από τις πολλές που απλόχερα τους προσφέρονται υπούλως (για να τους ρυμουλκήσουν ξανά στο λιμάνι της στασιμότητας και της τελικής καταστροφής τους), είναι στρογγυλοκαθισμένη στα ροδαλά μαγουλά τους, σαν τον ήλιο που καθρεφτίζεται στα ήρεμα νερά της λιμνούλας με τις αναμνήσεις τους. Από ‘δω και πέρα εκείνοι θα διαλέγουν τί θα θυμούνται και τί θα σώσουν μέχρι το τέλος. Οι οθόνες των τηλεοράσεων, που για μια ολόκληρη γενιά τούς ναναούριζαν, σκονισμένες -και μερικές ραγισμένες- δεν εκπέμπουν πια τίποτα που να έχει σχέση μαζί τους. Μνημεία των ψεμάτων και της αναλήθειας, ως ιδανικά αίτια της καταστροφής, περιμένουν φωνασκώντας ανήμπορες τη φθορά του χρόνου να κάνει το αμείλικτο καθήκον της: να τις εξαϋλώσει!    

Ναι! Όλοι αυτοί εξακολουθούν να ακούνε την οχλοβοή που παράγει το ψέμα. Αλλά την ακούνε όλο και πιο μακρινή και όλο και πιο αδύναμη! Γνωρίζουν πως είναι πια μόνο ζήτημα χρόνου να πάψουν να την ακούνε ολωσδιόλου. Τα κελαηδίσματα από τη φοβισμένη καρδερίνα του κλαδιού με τους άγουρους σπόρους, αντίθετα, δυναμώνουν… Άνοιξη!...

Μετά κοιτάς πιο προσεκτικά όλους αυτούς τους νεοφερμένους και συγκάτοικους πια στο οικόπεδο των δικών σου πεποιθήσεων και προσέχεις ότι μερικοί απ’ αυτούς είναι από καιρό κιόλας εδώ! Εσύ δεν τους έβλεπες, ενώ εκείνοι ήταν παρόντες. Ποτέ δεν ήσουν έρημος, όπως πίστεψες. Όμως, η συλλογική μυωπία έφερνε την ψευδαίσθηση της μοναξιάς στα περβάζια των σπιτιών μας. Δεν βλεπόμασταν μεταξύ μας, κι αυτή η μαζική τυφλότητα, οι εξατομικευμένες θεάσεις των κόσμων μας (ενώ εκείνος πάντα ένας ήταν), μας έκανε ανήμπορες μονάδες.

Κατόπιν, λίγα λεπτά μόλις μετά την  ενεργοποίηση του big bang επανεγγραφής όλων μας στο σχολειό της ιστορίας, αρχίζεις να κατανοείς γιατί μπορείς τώρα να τους δεις όλους αυτούς τους συντρόφους σου, που ως σήμερα σώπαιναν και ήσαν αφανείς. Στις κινήσεις τους ξεχωρίζεις ότι δεν φοβούνται πλέον να δηλώσουν πως είναι συγκινημένοι με τον τόπο τους και ταγμένοι στην υπεράσπισή του. Τόσα χρόνια που μας ξεκούφαιναν οι οιμωγές για τις συλλογικές αναξιότητες μας, που να μείνει χώρος ήχων για να αφήσεις τις επιφυλάξεις που πάντα είχες γι΄ αυτήν τη μαζική υστερία του «φταίει ο τόπος σου και οι άνθρωποί του».  Πού να βρεθεί η δύναμη να ακουστείς; Μόνον ο θόρυβος του «φταίς», τα γελοία -αν και τρομακτικά- λάβαρα του νεοναζισμού και το αδώνειο μεγάφωνο που τα αναπαρήγαγε κρατούσαν τα γκέμια της συλλογικής μας αποτίμησης.

…Αλλά σήμερα!…

- Είσαι πια βέβαιος ότι όσα «φταις» κι αν επιμένουν να παράγουν οι συντηρητικοί με τους θορύβους τους, όλα εξαερώνονται στις ριπές του ατεκμηρίωτου και δεν διασώζωνται από τα φτιασίδια των ψεμάτων τους.

- Γνωρίζεις, ακόμη, πολύ καλά ότι μπορείς να είσαι υπερήφανος για τον τόπο σου και τα έργα των ανθρώπων του. Εμείς, όλοι, μόνοι και βαλλόμενοι πανταχόθεν, εκπληρώνουμε με απίστευτη ηρεμία (βεβαιότητος ένεκεν, ίσως, και εκπηγάζοντας από την παλαιότητα οριστικής εγκατάστασής μας στον κόσμο των ανθρώπινου πνεύματος) τον σκοπό μας: Αγωνιζόμαστε για τη χώρα και συμπαραστεκόμαστε σ’ όσους έχουν ανάγκη τη βοήθειά μας, από το υστέρημα της πολύφερνης τελικά φτώχειας μας! (…και, εν τω μεταξύ, στο διπλανό οικόπεδο οι άλλοι καυγαδίζουν μεγαλόφωνα μέσα στις επαύλεις τους, με μόνο ζητούμενο το ποιός ανάμεσά τους θα δώσει τα λιγότερα και με νικητή εκείνον που στο τέλος θα πετύχει να μη δώσει τίποτα!  Διενέξεις ακλήρων…).

- Θυμάσαι, τέλος, τις μαζικές εκείνες καταδίκες της χώρας σου, και κατανοείς τόσο καθαρά πια γιατί τις πλατείες των «αγανακτισμένων» μόνο χρυσαυγήτες και δεξιές σκιές θα μπορούσαν να τις έχουν σκαρώσει, με θύματα τη χώρα και παραπλανημένους να συγκαταλέγονται στα κοινά τους.

Εγκαταλείποντας το, ρίχνεις μια τελευταία ματιά πίσω σ΄εκείνο το στοιχείο που ονομάζεται «παρελθόν»! Μιζέρια και ψευδολογία, μέχρις εσχάτων! Πλαστικό παντού! Μιμητικός εξευρωπαϊστικός αριστοκρατισμός μέχρις αηδίας! Μ΄άλλα λόγια, ο επαρχιωτισμός των υποταγμένων στους ορισμούς των «ανωτέρων»! Τί δρόμος κι αυτός! Όσοι συνεχίζουν να τον ακολουθούν αντιλαμβάνονται άραγε πόση μούχλα κρύβεται στις μασχάλες τους; Ή το πατσουλί εχει φράξει οριστικά την πρόσβαση των οσμητικών κύτταρων τους προς τη Φύση, αποκόπτοντας κάθε επαφή τους μ’ εκείνην;   

Όχι! Εγώ, αποστρέφω τη ματιά! Από την άλλη μεριά του βλέμματος, αισθάνομαι πια ήρεμος και δικαιωμένος από τον τόπο μου, από την πατρίδα μου! Τόσα χρόνια αγωνιζόμαστε  πάνω στις λάθος ράγιες που τοποθέτησαν άλλοι για μας και για τη χώρα. Αντιδρούμε, όπως είναι φυσικό, ζητώντας τη θεμιτή δικαίωσή μας, που τελικά τίποτ’ άλλο δεν είναι από το αναγνωριστεί ότι εκείνοι ήταν που έκαναν λάθος -κι όχι εμείς. (Κι άλλωστε το ‘χουν πλέον αναδεχτεί και οι ίδιοι). Σηκώνουμε το βάρος του λάθους τους, με απίστευτη ηρεμία και αξιοπρέπεια. Βαρυγκομούμε όχι πλέον για τη διάσωση, αλλά για την καταστροφή που μας επιφυλάσσουν! Και είναι ιστορικό μνημείο πώρωσής δικής τους, που τολμάνε να μας κουνάνε και το δάχτυλο, …επειδή προσπαθούμε να δραπετεύσουμε από την άδικη θανατική καταδίκη που μας επιβάλλουν.    

Κι ακόμη μεγαλύτερη συγκίνηση και περηφάνεια για την πατρίδα τη δική μας, όπως αναβλύζει από την εικόνα των στραπατσαρισμένων  από την κρίση συμπατριωτών μας, που στέκονται ευθυτενείς δίπλα στην προσφυγιά. Σπάνια στιγμή στην Ιστορία, λέω εγώ, αντί για τη στημένη γκρίνια ότι η κυβέρνηση τα κάνει όλα λάθος και δήθεν ανησυχούμε μήπως δεν τα καταφέρει! Όχι! Η ελληνική κυβέρνηση, και οι πολίτες της χώρας, τα πάνε καλά. Τόσο καλά, που ούτε τα προσχήματα μίμησής τους δεν αντέχουν να σηκώσουν οι άλλες κυβερνήσεις της Ε.Ε..

…αλλά να ‘τανε μόνον αυτό;  Αναλογίζομαι, ακόμη, ότι εδώ και είκοσι χρόνια τώρα, η Ελλαδίτσα που μένει στο στόμα των γραβατωμένων μόνο για επίπληξη ή για   σνομπισμούς που μόνον βάρβαροι θα μπορούσαν να εμπνευστούν και να υποδυθούν, έχει δώσει τόπο σε περισσότερους από 2 εκατ. καταφρονεμένους ανθρώπους, που ξερριζώθηκαν από το σπίτια τους γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Κι εδώ βρήκαν και ήλιο και μοίρα!

Θυμάστε την κριτική που μας γινόταν; Στη Μανωλάδα, λέει, οι Έλληνες έδειχναν τον ρατσισμό τους! Όχι! Στη Μανωλάδα, όπως και σ’ όλην την υφήλιο, άνθισε το «φρούτο» της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο! Το ίδιο φρούτο, ανθεί και καρπίζει σήμερα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της παγκοσμιοποίησης! Μα, πουλάνε, λέει, το μπουκαλάκι το νερό στους πρόσφυγες για 2 ευρώ, κι αυτό αποδεικνύει ότι οι Έλληνες είναι ρατσιστές!  Όχι! Για το φαινόμενο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο μιλάμε κι εδώ! Γι’ αυτήν την ίδια εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο υπερηφανεύονται ανερυθρίαστα οι ασκούντες την κριτική στους Έλληνες περί «ρατσισμού», την ώρα που εκείνοι την έχουν μεταμφιέσει σε «ανάπτυξη», τόσα χρόνια τώρα!

Ρατσισμός, επομένως, δεν είναι αυτά! Ρατσισμός είναι -ξεχωρίζει τόσο καθαρά!- να καις τις εγκαταστάσεις που φτιάχτηκαν από την κυβέρνησή σου για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες. Ρατσισμός  είναι -και μάλιστα εκφρασμένος από επίσημη κυβέρνηση- να κατάσχεις τα τιμαλφή ανάγκης δύστυχων υπάρξεων, με το ανεκδιήγητο επιχείρημα ότι έτσι θα καλύψεις δαπάνες για τη φιλοξενία τους. Αυτά είναι ρατσισμός!

Το θέμα, εν κατακλείδι, όμως, δεν είναι τί λενε εκείνοι που το ιστορικό χνάρι τους σε κάνει να ανέμενες αυτές τις συμπεριφορές! Το θέμα είναι η απατεωνιά των συμπατριωτών μας, που ξεχνώντας και παραβλέποντας όλα τα παραπάνω και υποτιμώντας τη μοναδική συμβολή της Ελλάδας στην παγκόσμια εικόνα ανθρωπιάς που εικονογραφείται εδώ, σ΄ αυτές τις θάλασσες, από το παγκόσμιο  ζήτημα της μετακίνησης λιμοκτονούντων πληθυσμών-φαντασμάτων, τα μετατρέπουν όλα στο παιχνιδάκι «για όλα φταίει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»!

Το προσφυγικό, συνεχίζουν να λένε χωρίς ίχνος ντροπής για την ανακρίβεια που εν γνώσει τους διακινούν, δημιούργησε η …Τασία! Για το ρόλο της Τουρκίας, ούτε λόγος! Για τη θεμελιώδη γενεσιουργό αιτία αποσύνθεσης της συριακής κρατικής οντότητας, σιωπή! Οι selfies της Άγγελας, ήταν υψηλή επίδειξη ανθρωπισμού, και δεν έχουν καμια δουλειά με την κλιμάκωση του προσφυγικού ρεύματος. Οι τυχοδιωκτισμοί της Τουρκίας και η μεθοδευμένη διακίνηση ανθρώπων προς τα ελληνικά νησιά, δευτερογενείς αιτίες του προβλήματος… Η επιλεγμένη αφήγησή τους ισοδυναμεί με σκαστή περίπτωση παραποίησης αληθείας. Και δεν θα μένει πια αναπάντητη! Η ευρωπαϊκή απανθρωπιά, που δεν υπάρχει για εκείνους, δεν μπορεί να κρύβεται, ήδη, πίσω από κανένα φτιασίδι!...

Στην πλάνη περί της «κακής» και «άγονης» Ελλάδας, όμως, εδώ και μερικούς μήνες, βλέπω να πλατσουρίζουν και άνθρωποι προοδευτικοί! Εξοργισμένοι, επειδή μ’ εκείνην την «ευκαιρία» της διά μιας ψήφου δεν μπόρεσε να αλλάξει η διαδρομή. Είναι, βέβαια, άλλης κοπής απογοήτευση και απαξίωση της χώρας αυτή. Είναι η θλίψη από την αναβολή επέλευσης της σωτηρίας! Πρόκειται, δηλαδή, για διαφορετική και αντίρροπη δύναμη απαξίωσης, από εκείνην που ρυμουλκεί συνειδητά την πατρίδα και τον κόσμο της πίσω στο παρελθόν και το βέβαιο τέλος της!  Άνθρωποι είναι εδώ, που συγκρότησαν την αντίληψη ότι το μέλλον παίζεται σε μια ζαριά. (Αυτή, άλλωστε, πάντοτε ήταν η μείζων πλάνη της ιστορικής αριστεράς: Ότι θα αρκούσε ποτέ μια στιγμή ανατροπής, αυτό που στα όνειρά μας -εμείς οι προοδευτικοί- φωνάζαμε «επανάσταση», για να αλλάξουμε τον κόσμο!  Ότι θα μαζεύαμε τον ίσκιο του Λένιν, του Τσε, του Άρη, του Ντανιέλ και του Μπόμπι Σαντς και με τέτοιο φορτίο θα βγαίναμε στους δρόμους …και θα έφτανε για ν’ αλλάξουμε την πορεία της Ιστορίας! Τόσο κακό έκανε, λοιπόν, αναρωτιέμαι μερικές φορές, αυτή η θεωρητική εμμονή της παραδοσιακής αριστεράς στη νομοτέλεια του κοινωνικού μετασχηματισμού, απλά ως αναπόδραστη επιταγή της εξέλιξης; Ίσως…).

Όμως, εδώ, σ’ αυτούς τους πλανημένους αλλά ταγμένους στην υπόθεση της αλλαγής συμπολίτες μου, διακρίνω τη δικαιολογία της αστοχίας τους: Καταριώνται μεγαλόφωνα ό,τι τους απογοήτευσε! Αλλά, ετούτοι δεν στήνουν παγίδα για  να επιστρέψουμε πίσω!... Γι’ αυτό είναι κι αυτοί καθισμένοι κάπου δίπλα μας, μέσα στο ξέφωτο που έχει ανοιχτεί στο πεδίο συγγραφής της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Είναι αχνές ακόμη παρουσίες ανάμεσα σε μας, τους αισιόδοξους και περήφανους για τον τόπο μας. Αλλά όσο περνάει ο καιρός τα χνάρια αυτών των άσπονδων συμμάχων βαραίνουν! Και πλησιάζουν ολοένα και πιο κοντά στην αναγνώριση ότι η Ελλάδα μόνο για λύπη και απογοήτευση δεν είναι! Μια από τις διαθέσιμες στην εποχή μας ικμάδες του αυριανού παγκόσμιου ιστού φυτρώνει εδώ! Σε συγκινεί και σε συνεπαίρνει για να τη ποτίσεις ανυπόκριτα, να δέσει και να θεριέψει στα μεγάλα μήκη και πλάτη των ωκεανών της Ιστορίας. Θα λείπεις απ’ αυτό το ταξίδι, που ήδη ξεκίνησε, …απλά για να διαμαρτυρηθείς που όλα δεν ήρθαν πιο γρήγορα;                        

Απ’ όλα τούτα, είμαι, λοιπόν, συγκινημένος και εμπνευσμένος από την πατρίδα μου και το πως οι πολίτες της διάγουν τους ταραγμενους τούτους καιρούς! Και δεν είμαι πια και μόνος μου!  Από κάθε γωνιά ξεπηδάνε σύντροφοι, έτοιμοι να αγωνιστούν για τον τόπο. Εμείς τα παιδιά μας δεν θα τα στείλουμε έξω στους «καλύτερους κόσμους»! Πιστεύουμε πως είναι προνόμιο για εκείνα να μάθουν τον κόσμο εδώ. Να ανακατευτούν ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, γηγενείς και πρόσφυγες ή μετανάστες, σε μια κοινή μοίρα για ανθρώπους με καρδιά. Πώς να το εξαγοράσεις αυτό; Δε γίνεται!...      

 

Αθήνα, αρχές 21ου αιώνα μ.Χ.

Mεσημεράκι, πριν λίγες μέρες, στο κέντρο της Αθήνας, την πόλη που αυτήν την εποχή του χρόνου λες και δεν μπορεί ν’ αποφασίσει προς τα πού να κατευθυνθεί: Προς τον χειμώνα ή την παρατεταμένη κάψα του σεπτεμβριάτικου ήλιου;…

Το άπλετο φως υποσχόταν θέρμη σκληρή, κι απ’ την άλλη η αδυσώπητη υγρασία θύμιζε επίμονα τη μετάβαση στην εποχή της βροχής. Φθινόπωρο!…

Ο οστεώδης πανύψηλος άντρας που προχωρούσε μπροστά μου, εκινείτο με τη νωχέλεια της παραίτησης. Αργά βήματα συρτά, πάνω στη φθαρμένη πλάκα του κεντρικού δρόμου. Πατήματα, ασήμαντο μέρισμα των εκατομμυρίων περασμάτων των ανθρώπων της πόλης. Χωνεμένων όλων αυτών, σε μια μοίρα κοινή: Το πεπρωμένο του άστεως! Μήτρα της περιπέτειας που οι πρόγονοι όλων μας κληροδότησαν όταν έφτασαν κάποτε εδώ, άπαντες φορτωμένοι τότε ανεξαιρέτως με ελπίδες, αντί της λασπουριάς των χαμένων ονείρων, που σήμερα αδειάζουν, το ένα μετά το άλλο, μπροστά μας. Θύματα της κρίσης, που σιγοντάρει σ’ όλους μας την πρόταση «Μήπως πρέπει να μου αδειάζετε τη γωνιά, όλοι εσείς; Ρωμιοί και ξένοι, τί άλλο θέλετε άλλο από μένα, τέλος πάντων;».

Μια τσάντα σακίδιο κρεμασμένη απ’ τη μικρή αλλά σχηματισμένη καμπούρα του. Κάτι σε βρώμικο μπλε, με ιμάντες αναίτιους! Δεν περιείχε τίποτα! Άδεια σαν τη μέρα του ζητιάνου, που λίγα μέτρα πιο ‘κει κοιμόταν καθισμένος στο πεζοδρόμιο. Ο ψηλός άντρας με τη σκολίωση πέρασε μπροστά από τον άστεγο χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά!...

…κι ήταν αυτός ένα προνομιούχος άστεγος! Μερικά βρώμικα πανιά σωριασμένα στο μυχό της εισόδου του πτωχευμένου μεγαλοκαταστήματος με τα κατεβασμένα ρολά, έδιναν την ψευδαίσθηση μιας θαλπωρής. Ενός χώρου «δικού» του, αν και τόσο εκτεθειμένου στην πολυκοσμία των περαστικών. Ένα καφάσι, συμπλήρωνε την επίπλωση, κάθισμα σκεπασμένο μ’ ένα γκρι ύφασμα -στα νιάτα του πιθανότατα κόκκινο. Εκεί, σ’ αυτόν τον «ιδιωτικό χώρο» ο άστεγος ζητιάνος θα απέφευγε τη βροχή, που σε λίγο καιρό θα ‘ρχόταν έτσι κι αλλιώς με τον χειμώνα. Και, μέσα στη φθινοπωρινή αμηχανία του καιρού, ο άστεγος βολευόταν τώρα πάνω στο καφάσι. Κοιμόταν… Σκυμμένος πάνω σ’ ένα ανοιχτό βιβλίο, είχε γείρει μπροστά. Μερικά βήματα πιο κάτω, στο μυχό της άλλης θύρας του πολυκαταστήματος, ο ζητιάνος είχε και εγκατάσταση υπνωτηρίου! Χαρτοκιβώτια και κουρέλια δομημένα με τρόπο κλινήρη. Μπροστά σ’ αυτό το πολυτελές για τις περιστάσεις κρεβάτι, ο άστεγος είχε αφημένο και ένα διαφανές πλαστικό ποτηράκι για τα κέρματα των διερχομένων.

Ο ψηλός καμπούρης άνδρας, μπροστά μου, κοντοστάθηκε μπροστά στο ευτελές ποτηράκι. Έσκυψε με κόπο και πήρε από μέσα 2-3 ευρώ, που είχαν αφήσει οι διαβάτες. Με σίγουρες κινήσεις, όπως πιστοποιούσε η ανέκκλητη νωχέλειά του, τα προώθησε στις τσέπες του φθαρμένου παντελονιού του. Και κάνοντας ένα διστακτικό βήμα έκανε να φύγει… Μετά κοντοστάθηκε ξανά. Έσκυψε πάλι και με τα ακροδάχτυλά του σε χρήση τσιμπίδας περισυλλογής ευαίσθητων πραγμάτων, αφαίρεσε από το προσκέφαλο της υπνωτήριας θύρας ένα τσιγάρο με φίλτρο, που ήταν αφημένο εκεί. Το τοποθέτησε με προσοχή στο τσεπάκι του πουκάμισου. Συνέχισε το δρόμο του, απλά επαναλαμβάνοντας τη σωματική μηχανική του βαδίσματος…

Όταν έστρεψα το βλέμμα από τη σκηνή για να συνεχίσω τη δική μου διαδρομή, πρόσεξα ένα άλλο ζευγάρι μάτια με το οποίο είχαμε μοιραστεί ό,τι συνέβη. Ένα μελαχρινό κοριτσάκι, που κρεμόταν από το χέρι του πατέρα του, Σύρος, χρώμα δέρματος και αποσκευή προσφυγιάς, αναρτημένη πάνω στο κορμί του, μαζί με το παιδί…

Η μικρή τα ‘χε δει όλα. Μετά συμβουλεύτηκε τη δική μου ματιά. Απέστρεψα… Τί άλλο να κάνω;…

(Σ' ευχαριστώ, Αντώνη, για τη φωτογραφία)

ΠΡΟ-ΚΑΛ

Δεν γνωρίζω αν ζει, και -αν ζει- πού είναι και πώς είναι. Ήταν, όμως, ένας από τους αγαπημένους μας καθηγητές.

Τεχνικά! Ταυ και πινακίδες, μολύβια, γομολάστιχες και χαρτιά, σινική, ραπιδογράφοι και πενάκια και πολλή-πολλή υπομονή, αν δεν γίναμε ζωγράφοι, πέτυχε -όσοι έδιναν στις πολυτεχνικές σχολές- να πάνε καλά, άλλωστε τότε δεν υπήρχαν και εξειδικευμένα φροντιστήρια για το σχέδιο, όπως σήμερα. Κι ακόμη, μας έκανε να αγαπήσουμε όσο γινόταν τη ζωγραφική.

Τον πειράζαμε και μας ανεχόταν με τρυφερότητα. Κάναμε φασαρία, ναι! Δεν θύμωνε ποτέ! Φώναζε μόνον 3 λέξεις, όποτε το παρακάναμε –δηλαδή αρκετά συχνά: «Σουτ», «σιωπή», «ησυχία».

Αυτή η ήπια αντίδρασή του, μέσα στο κλίμα γενικευμένης βαρβαρότητας της χούντας (ήταν περίπου τότε και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και λίγο νωρίτερα και της Νομικής), μας αποθράσυνε. Ούτε τότε θύμωσε. Το Βαρβάκειο, το σχολειό μου, ήταν αυστηρό αλλά όχι με τον τρόπο που σήμερα είναι νοητή η αυστηρότητα, δηλαδή ως εντατικοποίηση του ρυθμού του βίου μας και ως «στεγανοποίηση» αισθημάτων. Ο Καλδής ήταν ήπιος άνθρωπος. Μέσα στην εκρηκτική -και ηλικίας ένεκεν, μεταξύ άλλων- «αντρίλα» του εξατάξιου γυμνασίου αρρένων, παρέμενε μια ήπια και πολιτισμένη παρουσία.   

Όταν κυκλοφόρησε στα διαλείμματα το αυτοσχέδιο δελτίο προγνωστικών των 3 συνηθέστερων λέξεών του («σουτ», «σιωπή», «ησυχία»), με τίμημα ένα πενηνταράκι, κι όποιος έπεφτε πιο κοντά έπαιρνε τη σούμα, έγινε πάταγος!

Το όνομα του δελτίου, «ξεσήκωμα» από το ΠΡΟ-ΠΟ (ΠΡΟ-γνωστικά ΠΟ-δοσφαίρου), ήταν ΠΡΟ-ΚΑΛ! Από τα τρία πρώτα γράμματα του επωνύμου του.  

Και, όπως είναι σαφές, μέσα στην τάξη, όποιοι είχαν ποντάρει μεγάλα νούμερα έκαναν σκοπίμως φασαρία για να «ανέβει» το αποτέλεσμα.

Τον θυμάμαι, ψηλό και ευθυτενή, να μας κοιτάζει με απορία, όποτε κλιμακωνόταν η φασαρία απ’ όσους επεδίωκαν περισσότερα «σουτ», «σιωπή» και «ησυχία», για να διεκδικήσουν το «έπαθλο».

Έτσι, πέρασαν καλά οι ώρες και τα χρόνια μαζί του! Τελευταία ανάμνησή μου  από εκείνον, το χαρούμενο και περήφανο πρόσωπό του, μετά τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων για τα πανεπιστήμια. Ερχόταν κοντά σε καθέναν μας, έσφιγγε το χέρι μας, σαν άντρας προς άντρα πια, και μετά μας «απελευθέρωνε» απ’ τη ζεστή χειραψία του για να συνεχίσουμε τον δρόμο μας προς τη ζωή...                

Ένα κάποιο κείμενό μου...

Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί,

κι η χαρά δεν την αφήνει… (15-5-2015)

Να ‘σου, λοιπόν, και ξετσουμίζουν, ένας-ένας οι μεταρρυθμιστές, οι εκσυγχρονιστές και οι ρεαλιστές, στον «χορό της κατσαρόλας»!...

Μερικούς μήνες τώρα, σιωπούσαν! Τί να πουν άλλωστε; Ότι η πολιτική άποψη και η ταξική πρωτοκαθεδρία τους στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας, με τη διακυβέρνηση Σαμαρά έφεραν τη χώρα στο τέλος της; Πώς να το υποστηρίξουν κι από πού να κρατηθούν; Δειλοί, βολεψάκηδες και μικροαστοί της «φυλής» του χειρότερου είδους, δηλαδή της θανατηφόρας πολιτικής συντήρησης, στο συντριπτικό μέρος τους, απήλαυσαν -για καμιά εικοσαετία τώρα- την εισοδηματική και κοινωνική τους αναβάθμιση και «έπαιξαν και μπάλα». Σαν στελέχια επιχειρήσεων, σαν επιχειρηματίες (με ξένα κόλλυβα, φυσικά, δάνεια και διευκολύνσεις), σαν δημοσιογράφοι και σύμβουλοι, σαν ακριβοπληρωμένοι ελεύθεροι επαγγελματίες (όχι κατ’ ανάγκη επειδή ήταν καλοί στη δουλειά τους), σαν …opinion leaders (πω πω δόξες!). Τώρα, που ήρθε η ώρα της καταβολής του τιμήματος της ολέθριας εξουσίας τους, οργανώνονται για να αποδείξουν ότι τη χώρα την τελείωσε …η διακυβέρνηση του τελευταίου τετραμήνου! Πού το στηρίζουν; Μα, …πού αλλού; Στις εκτιμήσεις των οργανισμών και των αναλυτών, που ανεχόντουσαν να βλέπουν τον Σαμαρά να καταστρέφει τη πατρίδα και τη δημοκρατία, ενώ εκείνοι διεπίστωναν …ανάπτυξη και ομαλότητα!

Ναι, αλλά τώρα μας πνίγει η έλλειψη ρευστότητας, κρώζουν! Ενώ επί Σαμαρά τουλάχιστον δεν είχαμε τέτοιο πρόβλημα, τολμάνε να συγκρίνουν με την ανεντιμότητα της λειψής και της σκόπιμης ματιάς στην αλήθεια! Ξεχνούν (και δεν το κάνουν με σχέδιο, πιστέψτε με, έτσι είναι κατασκευασμένη η ταξική πρόσβασή τους στην πρόσληψη της ιστορικής πραγματικότητας), ότι μόλις προ ημερών ο υπεύθυνος υπουργός για τα δημόσια ταμεία της κυβέρνησης Σαμαρά, ομολόγησε μέσα στη Βουλή πως εάν έμεναν εκείνοι κυβέρνηση, στο τέλος Φλεβάρη του ’15 δεν υπήρχαν αποθεματικά στα δημόσια ταμεία για την πληρωμή μισθών και συντάξεων. Όπερ μεθερμηνευόμενον σημαίνει πως δεν είχαν αφήσει ούτε σάλιο στο συρτάρι. Αλλά τώρα πνίγονται από την έλλειψη ρευστότητας!... Λίγη τσίπα ρε παλληκάρια, δεν έχετε;

Τώρα, λοιπόν, επανακάμπτουν! Θρασύτεροι από πριν. Κάνουν και «αντιπολίτευση»! Αντί να ξεστραβωθούν και να βάλουν πλάτη μπας και διασωθεί κάτι τις -ο,τιδήποτε, ακόμη και το πιο μικρό και ασήμαντο- από το έρημο σκηνικό της ελληνικής οικονομίας που άφησαν πίσω τους, τολμούν να θέτουν και όρους για να στηρίξουν την ελληνική κυβέρνηση -την οποιαδήποτε, ακόμη και τη χειρότερη- που διαπραγματεύεται τα ύστατα!
Μα ακόμη και σαν «γενίτσαροι της καταστροφής», δεν μένουν σ’ αυτές τις εγκληματικές απαιτήσεις τους. Τουλάχιστον έτσι θα αρκούνταν στο κίνητρο του μικροσυμφέροντος -γέννημα του θλιβερού μικροαστικού «εγώ» τους. Όχι! Αρθρώνουν και λόγον υπέρ πατρίδος και εθνικού συμφέροντος! Χωρίς καμιάν αιδώ! Τολμούν να υποδεικνύουν το δέον γενέσθαι!

Κι ακόμη, αποδίδουν και λαϊκισμό στους «άλλους»! Τους όποιους «άλλους»! Τους έχει ενοχλήσει η υπόθεση της «αριστείας», μεταξύ άλλων! Τα σχολειά της πείνας δεν τα είχαν πάρει χαμπάρι. Ήταν λαϊκίστικο «εύρημα». Δεν μπορούν να βλέπουν τον χοντρο-Κοτζιά να τραγουδάει ένα χιτάκι του ’80 αλά μπρατσέτα με τον Τούρκο. Ντροπή για τη χώρα! Ναι! Τέτοιες απύθμενες ανοησίες διακινούν επί του άρματος θρασύτητος, το οποίο ιππεύουν. Η αισθητική τους, άλλωστε, δε σηκώνει τέτοια. Όταν καταπίνανε αμάσητο τον ακροδεξιό «γεωργαλακισμό» των Αδώνιδων, των Γιακουμάτων και των Ντινόπουλων, δεν συνέβαινε και τίποτα… Τώρα, τους πληγώνει η πουκαμίσα του Βαρουφάκη και αστεΐζονται με το ένα «ν» του ονόματός του, …ενώ κατανάλωσαν απνευστί τα παξιμάδια του Τζαμτζή! Λαϊκιστές οι ίδιοι «μέχρι θανάτου». Ορκισμένοι «Φαήλοι», στην επιχειρηματολογία και την πολιτική στάση. Μέχρι το μεδούλι!

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι ανακαλύπτουν ξανά τον αντικομμουνισμό! Ανερυθρίαστα! Παιδιά, οι περισσότεροι, αγωνιστών της δημοκρατίας, βλέπουν τώρα την ιστορία από την άλλη όχθη. Έχουν ενσωματώσει στο πολιτικό «είναι» τους κάθε ψηφίο της νεοναζιστικής προπαγάνδας του Μάκη. Όχι του Ψωμιάδη! Του Βορίδη! Οι Παρθενώνες της Μακρονήσου του τότε αρχίζουν να δικαιολογούνται μέσα στο μυαλό και τις πεποιθήσεις τους, γιατί αν ήταν να είχαν κερδίσει οι αριστεροί, …ας έγιναν και μερικές «υπερβολές». Τέτοιες απόψεις αφήνουν να πλανώνται. Και τολμάνε, με τέτοιες σκέψεις να διατείνονται πως φοβούνται την αριστερά (τούτην, την αδιάβαστη, την αστοιχείωτη, την εγκληματικά απροετοίμαστη για σοβαρό ρόλο, αριστερά), ότι θα τους περιορίσει τη δημοκρατία. Αλλά τον καθοδηγητή του Κασσιδιάρη, τον Μπαλτάκο, τον ξεπλύνανε μάνι-μάνι, μπας και της ξεφύγει της ιστορίας το άγος και δεν το σημειώσει στα κιτάπια της.

Τέλος, κι αυτό είναι το απόλυτο κατάντημά τους, με δυσκολία κρύβουν ότι εύχονται να καταστραφεί η Ελλάδα …απλά για να αποδειχτεί έτσι -νομίζουν οι μοιραίοι- ότι έχουν εκείνοι «δίκιο» και τους αδίκησε ο λαϊκιστής λαός στην κάλπη! Σε αρκετούς η ευχή «ας καταστραφούμε για να φύγει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», τους ξεφεύγει απ’ το στόμα πριν προλάβουν να το κρατήσουν. Ούτε το στοιχειώδες καμουφλάζ της σιωπής για την ανέντιμη ευχή τους δεν κρατούν. Τα προσχήματα καταπίπτουν ολοένα και περισσότερο. Όλο και πιο καθαρά!

Οικτρές μειοψηφίες με υπερδιογκωμένα «εγώ». Απροσχημάτιστα ζητούν να κάνουν όλοι και όλα πίσω για να θρονιαστεί ξανά η αφεντιά τους στην εξουσία.

Θα σας παλέψω, όλους εσάς, όπως και όσο μπορώ! Η διανοητική χούντα που κουβαλάτε μαζί σας καμιά θέση δεν έχει στην ταλαιπωρημένη Ελλάδα της κρίσης. Αφήστε την πατρίδα στην ησυχία της. Να δώσει έναν ύστατο αγώνα, όποιον μπορεί, να περισώσει τα ελάχιστα που σώζονται και μετά να προσπαθήσει με το αίμα που εσείς δεν θα διαθέσετε, βήμα-βήμα, να ξανάρθει στα συγκαλά της. Αποτραβηχτείτε στα διαμερίσματά σας και απολαύστε τα επίχειρα της καταστροφής που φέρατε, με αντάλλαγμα το ίδιον όφελός σας. Τουλάχιστον μη μας ενοχλείτε και μη μας προκαλείτε άλλο!

Δωρεάν 42.000 βιβλία

μ' ένα "κλικ"

To Project Gutenberg προσφέρει εντελώς δωρεάν 42.000 ebooks, τα οποία μπορείτε να διαβάσετε online αλλά και να τα κατεβάσετε στον υπολογιστή σας. Κατεβάστε τα στο παρακάτω link:

(Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927)

Ο κύκλος της ασυναίσθητης βεβαιότητας

Χρήστος ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Mια -όπως και να το κάνεις- λίγο άβολη συνάντηση. Παρ’ όλο που είχε περάσει αρκετός καιρός από τον χωρισμό τους, κι ο ίδιος δεν αισθανόταν καλά με τον εαυτό του και τον τρόπο που την είχε εγκαταλείψει. Βέβαια, είχε αποφύγει εκείνην τη δύσκολη περίοδο προσαρμογής στην πραγματικότητα μιας καρκινοπαθούς συντρόφου κι όλα είχαν κυλήσει πολύ πιο εύκολα για όλους.

«Που να ασχολιόταν και με τον χωρισμό μας, ενώ θα έπρεπε να τρέχει για τις θεραπείες…», υπερασπιζόταν τη θέση του στο φαντασιακό δικαστήριο αυτο-αξιολόγησης του βίου του. Και παρ’ ότι είχε σοβαρά επιχειρήματα, κατά έναν περίεργο τρόπο, συνήθως καταδικαζόταν και τού επιβαλλόταν η ποινή της ημίωρης στενοχώριας. Μετά, προχωρούσε παρά κάτω! Στο επόμενο αναμενόμενο περιστατικό της ημέρας…

 […Κάθε πρωί ο Εδουάρδος ξεκίναγε την  ημέρα του με την άνεση της εκ των προτέρων γνώσης όσων θα συνέβαιναν.

Να, για παράδειγμα, πριν μερικές εβδομάδες, εγνώριζε από νωρίτερα ότι θα συναντούσε την Ανθή στο δρόμο].

 Εκείνο το πρωί, όταν συναντήθηκαν, ήταν λες βγαλμένη από ένα παστέλ πίνακα. Το δέρμα της φωτιζόταν «από τα μέσα» και της χάριζε μιαν απαλή ανταύγεια crepuscule, με αποτέλεσμα τα μάτια της να μην είναι πια το δυνατό της σημείο.  Εκείνα τα κατάμαυρα μάτια, που -θυμόταν- τον είχαν κάνει να καταλάβει πολύ καθαρά όταν την πρωτοείδε, γιατί προτιμούσε τις μελαχρινές: «Γεννήθηκα σε μια χώρα με ηλιοφάνεια μακρά και εκτυφλωτική. Ακόμη κι οι δυνατές βροχές μας ποτέ δεν ξεγέλασαν απολύτως τη λιακάδα. Έτσι, στα γονίδιά μου χτίστηκε ένα αισθητικό πρότυπο τελειότητας για το έτερον ήμισυ, που αναπόφευκτα θα ‘χε μαύρα μαλλιά», …θυμόταν mot-a-mot την τεκμηρίωση.

 [Βλέπετε, ο Εδουάρδος είχε γεννηθεί με το χάρισμα της γνώσης του μέλλοντός του. Του «μικρού» μέλλοντος. Δεν το ήξερε από την αρχή. Κι άλλωστε, ποιός να τον ενημερώσει  περί τούτου! Τα ανακάλυψε όλα μόνος του! Σιγά-σιγά].

 Η Ανθή του είχε χαμογελάσει και με άνεση του πρότεινε το χέρι της. «Καλή μέρα, Έντουα»! (Έτσι τον φώναζε. Mόνον εκείνη! Κι ήταν αυτή η περίεργη λέξη που είχε διαλέξει για να τον ονομάσει, ένα μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις: «Είναι δικός μου», κραύγαζε το μήνυμα. Και, φυσικά, οι υπόλοιποι άντρες της παρέας δεν καταλάβαιναν τίποτα. Εκείνος ήταν το μόνο αρσενικό που το ελάμβανε. Μπορεί, μάλιστα, να ‘ταν και εξ αρχής ένας από τους αποδέκτες. Ή και ο μοναδικός! Ποτέ δεν ήταν σίγουρος…

Δεν πέρασε πολύς καιρός και κατάλαβε ότι όλες οι γυναίκες έστελναν αντίστοιχα μηνύματα για τους άνδρες τους. Και πάντα αποδέκτες ήταν όλες οι άλλες γυναίκες και μόνον ο άντρας που η προειδοποίηση αφορούσε σ’ εκείνον. Ή ίσως μόνον εκείνος…

 [Ήταν κάπου στα τέσσερα, όταν συνειδητοποίησε ότι πριν ακόμη κερδίσει το χαμόγελο του μικρού κοριτσιού στον κήπο, εκείνης που τού άρεσε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες, είχε κάπου ήδη  δει αυτόν τον πολυαναμενόμενο χαριεντισμό. Της χάιδεψε το χεράκι, με αυτοπεποίθηση. Θα ανταποκρινόταν, ήταν γνωστό σ’ εκείνον.

Ίσως, μάλιστα (αναλογιζόταν συχνά), η μεγαλύτερη σημασία της προκαταβολικής βεβαιότητας που απολάμβανε για τα συμβαίνοντα, να ήταν η έκπληξη που οι άλλοι έδειχναν για τις κινήσεις του. Γιατί, βέβαια, εκείνοι δεν ήξεραν…

Φυσικά, είχε απόλυτη συναίσθηση ότι σ’ αυτό ήταν τελείως μόνος! Κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να διαθέτει το ίδιο προνόμιο της ματιάς στα επερχόμενα].         

 «Γεια σου, Ανθή!», αποκρίθηκε αποφεύγοντας τη ματιά της. «Είσαι στις ομορφιές σου», προσέθεσε με χαμηλότερη φωνή. Η αρρώστια της έκανε αυτήν τη δήλωσή του να μοιάζει λίγο άκομψη.

«Ναι! Η βαθμιαία εξαΰλωση της σάρκας μου αλλάζει μέρα τη μέρα την εικόνα μου προς το καλύτερο», του είπε βαθαίνοντας το χαμόγελό της.

Εκείνος είχε έρθει σε δύσκολη θέση! (Θα έπρεπε να είχε αποφύγει οποιαδήποτε κολακεία. Όχι μόνο γιατί της Ανθής ποτέ δεν της  άρεσαν κάτι τέτοια, αλλά και γιατί ήταν η θέση της, η ασθένειά της, που έκανε την αναφορά του αγενή. Κι όμως! Δεν είχε μιλήσει για να την κολακεύσει. Ήταν πράγματι, ομορφότερη παρά ποτέ…).

 [Πέρασαν μερικά χρόνια και είχε πια μάθει καλά πώς να χτίζει πάνω στο χάρισμά του τα οφέλη που πήγαζαν απ’ αυτό. Πριν απ’ όλα είχε εντοπίσει με ασφάλεια τις πραγματικές διαστάσεις του. Θα εγνώριζε τί θα συμβεί  μόνο κατά τις επόμενες 24 ώρες. Ούτε λεπτό περισσότερο!

Προετοιμαζόταν αναλόγως. Οι ώρες του ύπνου δομούσαν μέσα του τακτικές και ενέργειες, που θα ανέτρεπαν εις όφελός του, ακόμη και τις μεγαλύτερες  αντιξοότητες. Σ’ ένα ταξίδι του, μάλιστα, είχε με αίσθηση σιγουριάς καθυστερήσει να φτάσει στον προορισμό του δύο περίπου ώρες, αφού τελούσε εν γνώσει του ότι η υπόλοιπη παρέα θα εγκλωβιζόταν σε μιαν ανεπιθύμητη αργοπορία. Έφτασαν σχεδόν ταυτοχρόνως, αλλά εκείνος είχε κερδίσει ένα δίωρο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ασχολία: το σταυρόλεξο].        

 Δεν είχε ρωτήσει για την υγεία της. Εκείνη ήταν που κάποια στιγμή, περνώντας μπροστά από έναν ανθισμένο πυράκανθο, ψιθύρισε: «Ξεμπέρδεψα και με τον καρκίνο»… Κι αμέσως έφυγε για άλλη θεματική, χωρίς κατόπιν να πούνε ούτε μια λέξη για το επίμαχο θέμα.

«Είδες καθόλου τον Νέστορα;»…

 [Όσο μεγάλωνε τελειοποιούσε την τεχνική του.

Στεκόταν όσο το δυνατόν περισσότερο στις απολαύσεις και τα καλά σημεία του εικοσιτετραώρου. Αντίθετα, βιαζόταν να φύγει απ’ τα δύσκολα]. 

 Όσην  ώρα ήταν μαζί, ένοιωθε σαν πιασμένος στο δόκανο της ατυχίας του. «Μα, ήταν ανάγκη να την συναντήσω;…», σκεπτόταν. Παραπονιόταν, ενώ γνώριζε ότι οι προαναγγελίες της επόμενης μέρας συμπεριελάμβαναν και την συνάντηση. Θα ήταν αναπόφευκτη, ό,τι κι αν αυτός μεθόδευε για να εκτρέψει την επιβεβαίωσή της! Έτσι, λειτουργούσε το «σύστημα». Και παρά την ανακούφιση που αισθάνθηκε όταν αποχαιρετίστηκαν, αμέσως διακτινίστηκε στην περιοχή των ανεκπλήρωτων ερωτημάτων.

«Τί να έχει άραγε συμβεί με την ασθένειά της; Μόλις έφυγα απ’ τη ζωή της εκείνη θεραπεύτηκε; Εγώ ήμουν τελικά ο νοσογόνος οργανισμός μέσα της;», αναζητούσε τις απαντήσεις αγωνιωδώς και οι απαντήσεις γίνονταν όλο και πιο δυσεύρετες.        

    [Βέβαια, δεν μπορούσε να προδικάσει πλήρως τις αντιδράσεις των άλλων. Μόνο στο «ποιούς» και «τί» θα συναντούσε εξαντλείτο η ικανότητά του. Άλλωστε -το ‘χε σκεφτεί και αναλύσει πολύ καλά αυτό το σημείο-, αν μπορούσε να γνωρίζει και τις πράξεις και τα λόγια των άλλων, όλα θα ήταν προεξοφλημένα, πριν ακόμη συμβούν. Και δεν το ‘θελε αυτό.

Ήταν το μοναδικό σημείο του χαρίσματός του, που φάνταζε απειλητικό μέσα στη μακαριότητα της βεβαιότητάς του για τα μελλούμενα].

 Πριν αποχωριστούν ο ένας τον άλλον, εκείνη αναφέρθηκε δήθεν τυχαία σε μια κοινή γνωστή τους, που ήξερε πως του άρεσε.

«Η Έλενα…», ψιθύρισε και άφησε την πρόταση χωρίς επίλογο…

Έκανε πως δεν το άκουσε. Όχι γιατί είχε κάτι να κρύψει. Η Έλενα πραγματικά του άρεσε πολύ. Όμως, δεν έκανε για την ασφαλή δική του ζωή. Εκείνος ήξερε τόσο πολλά για τη συνέχεια. Εκείνη φοβόταν το χθες. Κάθε χθες δικό της, λες και ποτέ δεν της είχε δώσει έναν λόγο να είναι ικανοποιημένη για ό,τι είχε συμβεί.

Ο Εδουάρδος, επομένως, δεν είχε κάτι να κρύψει. Αλλά η γνωσιολογία του τρέχοντος εικοσιτετραώρου τον είχε ενημερώσει πως αυτή η συζήτηση δεν θα ‘βγαινε σε καλό. Κι έτσι την απέφυγε.       

 [Απ’ την άλλη, ο περιορισμός της γνώσης του για τις προσεχείς εικοσιτέσσερις ώρες, κάποιες φορές του φαινόταν άδικο, κατέχοντας μαντικές ιδιότητες τέτοιας σημασίας. Πόσες και πόσες φορές δεν είχε επιζητήσει να μάθει κάτι από το μακρινότερο μέλλον!

Να, στο πανεπιστήμιο, για παράδειγμα, όπου θα προτιμούσε να ήξερε τους βαθμούς του από την αρχή, αποφεύγοντας την αγωνιώδη αναμονή αρκετών ημερών].

 Κρατιόνταν χέρι-χέρι, καθώς προχωρούσαν δίπλα στην πολυσύχναστη  λεωφόρο. Τo κατάλαβε ξαφνικά, όταν παραπάτησε στις παρυφές του κράσπεδου και κινδύνευσε να πέσει στις ράγες του εποχούμενου χρόνου.

Τον συγκράτησε πάνω στη σιγουριά του πεζοδρομίου. Μόλις ανέκτησε την ισορροπία του αισθάνθηκε την αφή του χεριού της. Τράβηξε πίσω το δικό του σαν να ηλεκτρίστηκε. Μετά ψέλλισε: «Ευχαριστώ…». (Με κάποιαν απορία σημείωσε ότι η προειδοποίηση του κρατήματος από το χέρι μαζί της, δεν συγκαταλεγόταν στην «ενημέρωση της ημέρας». Γιατί, άραγε; …ήταν όμως η παρουσία της που δεν του επέτρεψε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην επεξήγηση της παράξενης αυτής άγνοιάς του).     

Συνέχισαν την πεζοπορία τους προς τους προορισμούς τους, που συνέπιπταν σε κατεύθυνση και πορεία. Ενωμένοι ξανά, μετά από τα δυσάρεστα, που είχαν κιόλας γίνει χρόνος και ύλη του παρελθόντος.  Και -κατά κάποιον τρόπο- συνέχιζαν να τον ενδιαφέρουν ακόμη…     

 [Αν και έχει συμφιλιωθεί, εδώ και πολύ καιρό με το πεπερασμένο του προβλέψιμου χρόνου, δεν μπορούσε να τελειοποιήσει την τεχνική του χειρισμού της επομένης. Καταλάβαινε, μάλιστα, πως πολλές φορές -και ιδίως στα σημαντικά- η παρέμβαση επί των επερχομένων, προκαλούσε αναταραχή στο μυαλό του και κάποτε κατέληγε σε βάρος του.   

Δεν διαμαρτυρόταν, όμως, με την αίσθηση ότι ήδη κατείχε πολλά, ώστε να μην προκαλεί τη μοίρα του απαιτώντας ακόμη περισσότερα].

  «Εδώ πρέπει να σ’ αφήσω», του ανήγγειλε με σταθερή φωνή. «Γεια σου, Έντουα»! Τον φίλησε χωρίς καμιά αμηχανία. Τού ένευσε με το χεράκι της και απομακρύνθηκε.

Αυτήν, όμως, τη σκηνή του αποχαιρετισμού την κατείχε! …αν και είχε μιαν απροσδιόριστη αμφιβολία για τον χρόνο… Άλλωστε, κι εκείνος ήξερε ότι εδώ θα χώριζαν οι δρόμοι τους.  Η πορεία η δική της έφευγε και κατευθυνόταν αριστερά. Τόσες και τόσες φορές την είχε συνοδεύσει τα πρωινά, όταν ήταν μαζί. Άρα, εγνώριζε καλά τη σκηνή του αποχαιρετισμού. Μήπως ήταν μια εικόνα από το παρελθόν και όχι από το μέλλον του;…            

 [Οι αναμίξεις των χρόνων για ορισμένα περιστατικά, ήταν ένα πρόβλημα, ζώντας με το φορτίο γνώσεων που μετέφερε. Για παράδειγμα, ό,τι στη ζωή του ήταν «ρουτίνα», χανόταν μέσα στον «πριν» και το «μετά». Κι αν και ήταν «ρουτίνα», δηλαδή το άχαρο μέρος του βίου, μερικές φορές αποκτούσε μεγάλο ενδιαφέρον στην προσπάθεια να ξεδιαλύνει το κουβάριασμα της παρελθοντικής και της μελλοντικής μνήμης του.      

Άλλοτε, πάλι, θυμόταν πως όποτε το πλοίο της γραμμής έμπαινε στο λιμάνι του μικρού νησιού του για τις ετήσιες θερινές διακοπές, εκείνος για λίγο χανόταν στη χρονολόγηση. «Φέτος είναι, ή πέρσι;», αγωνιούσε δι’ ολίγον. Γρήγορα, όμως, οι φωνασκίες της υποδοχής των επισκεπτών τον επανέφεραν στο οικείο σήμερα.  Όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι περνούσε χωρίς να τον ενοχλήσουν και πάλι τέτοιες σκέψεις].

 Η Ανθή απομακρυνόταν με ήρεμα βήματα. Δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν τον άφηνε οριστικά ή θα του έδινε μιαν ακόμη ευκαιρία…

Δεν βιαζόταν, όμως!... Είχε όλον τον χρόνο με το μέρος της.

Η ικανότητά της να προβλέπει το μέλλον τής επέτρεπε άλλωστε «να φέρνει τα πράγματα», όπως εκείνη επιθυμούσε.

Ήταν αυτή η μαγική ιδιότητα της πρόβλεψης, που, μάλιστα, την είχε προειδοποιήσει για την αρρώστια της, που θα ‘ρχόταν και θα έφευγε όσο απροειδοποίητα είχε εμφανιστεί.

Εγνώριζε, επίσης, ότι ο καημένος ο Έντουα διέθετε ένα μικρό μόνο μέρος της δικής της ιδιότητας να ξέρει το μέλλον. Μόνο για εικοσιτέσσερις ώρες! Τόσο λίγο!

Πάντα διασκέδαζε με την άτσαλη βεβαιότητά του, να πιστεύει ότι την καθοδηγούσε στις επιθυμίες του, που -τελικά- ήταν δικές της επιθυμίες ή ανοχές.

Ο Έντουα ήταν καλό παιδί. Αύριο θα ξανασκεφτόταν πιο θετικά το ενδεχόμενο να τον ξανασυναντήσει…     

(Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα "Η επόμενη μέρα" του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα - Τεύχος 40 - Χειμώνας 2014)

Τα κομμάτια της μικρής μνήμης

Ο κύριος Κώστας

Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Τα χρόνια των σπουδών μου στο πανεπιστήμιο, τον πρωινό καφέ μου (έναν ελληνικό σκέτο) τον προμηθευόμουν από ένα στενό και ανήλιαγο ισόγειο καφενεδάκι απέναντι απ’ τη σχολή.
Δυο-τρεις καρεκλίτσες, ένας πάγκος εργασίας αλλά και συναλλαγής με τους πελάτες και μερικές ξεθωριασμένες κορνιζαρισμένες φωτογραφίες -αφίσες κάποιων ασήμαντων ελληνικών τοπίων (βουκολικά, τα περισσότερα)- διακοσμούσαν τον χώρο, αποτυγχάνοντας παταγωδώς να επιτελέσουν τον σκοπό τους.
Εμάς, όμως δεν μας ενοχλούσαν αυτά! Μαγνήτης των φοιτητών ήταν ο κύριος Κώστας, με την καρό στενή ποδιά, που στεκόταν πίσω απ’ τον πάγκο. Μάλλον ευτραφής, αλλ’ όχι περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούσε η περασμένη ηλικία του, διέθετε βλέμμα καθάριο όσο ένα κρύσταλλο Βοημίας, σε χρώμα ανοιχτού μπεζ. Τόσο καθάριο, ώστε να προσελκύει μεγάλες ομάδες συμφοιτητών μου, επειδή σ’ εκείνην την «καλημέρα» που ανταλλάσσαμε μαζί του ξημέρωνε δίπλα της κι ένας κόσμος αληθινός.
- «Έναν σκέτο»! Παράγγελνα, με φωνή και στάση ρουτίνας, ακουμπώντας τον δεξί αγκώνα της επίπλαστης ξεκούρασης στον ίδιον πάγκο.
- «Έναν σκέτοοο»! Επαναλάμβανε εκείνος, στεντορεία τη φωνή, κυριαρχώντας στα λίγα τετραγωνικά.
- «Έφτασε»! Ακουγόταν «από πίσω», μια γυναικεία απάντηση, συνοδός ρόλος και ήχος διά βίου.
Η κυρία Φωτεινή, εμφανιζόταν, ύστερα από μερικά λεπτά και προσεκόμιζε το αντικείμενο του πρωινού πόθου: Ένα καφεδάκι, πάντα σε φλυτζάνι χοντρό.
- «Καλημέρα, παλληκάρι μου (ή κορίτσι μου -ανάλογα με την περίσταση)», έλεγε δίνοντας τον καφέ.

Τον πίναμε με λίγες ρουφηξιές, πληρώναμε το συμβολικό τίμημα, αποχαιρετούσαμε (με την ανομολόγητη, όπως κατάλαβα αργότερα, βεβαιότητα ότι όλα αύριο θα ήταν ξανά εκεί στη θέση τους απαράλλαχτα και αναλλοίωτα από τον μικρό χρόνο της κάθε μέρας), και αναχωρούσαμε αλαλάζοντας για τον προαύλιο χώρο. Εκεί, όπου βιβλία, έρωτες, απόψεις και σχέσεις, εναγκαλίζονταν με τον χρόνο και τους ανθρώπους, στο άβολο παίγνιο της ζωής, που οι νέοι -ευτυχώς- αντιλαμβάνονται ως δοκίμιο του «εγώ» τους.
Στο γ΄ έτος ήμουν, θαρρώ, κι ένα πρωί το καφενεδάκι δεν άνοιξε. Οι φοιτητές συγκεντρώνονταν απ ’ έξω, σε μια δίκαια διαδήλωση διεκδίκησης του πρωινού δικαιωματικού καφέ της ημέρας.
- «Πού είναι; Τι συμβαίνει;».
Ο διπλανός μαγαζάτορας, ένα βιβλιοπωλείο πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, μας πληροφόρησε ότι η κυρία Φωτεινή «είχε φύγει»!...
Αποχωρήσαμε χωρίς να έχουμε πιει το καφεδάκι μας. Στην ημερήσια συνέλευση του προαύλιου χώρου, κανένας δεν το έθεσε στα «θέματα της ημερήσιας διάταξης"…

Καμιά ‘βδομάδα αργότερα, φτάνοντας στη σχολή, ένας-ένας, βλέπαμε ότι το καφενεδάκι μας είχε και πάλι ανοίξει…
Κάποιοι -λίγοι- απέφυγαν να μπουν! Οι περισσότεροι το διακινδύνευσαν. Ανάμεσά τους κι εγώ.
-«Καλημέρα, κύριε Κώστα», είπα διστακτικά και με χαμηλότερη φωνή απ’ όσο έβγαινε συνήθως, σε μια προσπάθεια να αποφύγω την κακοτοπιά του δυσάρεστου.
- «Καλημέρα, Χρήστο (μετά από τόσον καιρό μάς ήξερε όλους με το μικρό μας όνομα)», απάντησε με σταθερή φωνή. Κι επειδή ήξερε και τί καφέ έπινε καθένας μας, φώναξε με δυνατή φωνή! «Έναν σκέτο»!

Σχεδόν τρόμαξα! Μα ήταν ξανά εκεί εκείνη;… Μας είχε μήπως πει ψέματα ο διπλανός βιβλιοπώλης;;; Τι συνέβαινε;…
Η προσδοκία της απάντησης «από πίσω» από τον πάγκο, με τράβηξε σε μιαν αμφίβολης επιτυχίας απόπειρα αντιστροφής του ανέκλητου.
…κι ενώ περίμενα με αγωνία, είδα με την άκρη του ματιού μου τον κύριο Κώστα να πηγαίνει κούτσα-κούτσα (ήταν ανάπηρος του ελληνο-ιταλικού πολέμου) εκείνος «πίσω απ’ τον πάγκο» και να βάζει το μπρίκι πάνω στη φλόγα του πετρογκάζ.

 (Αδημοσίευτο - Αναρτήθηκε στο facebook την 1η Νοεμβρίου 2014 - https://www.facebook.com/christos.economou.14/posts/10205245447477120:0)

Επέτειοι

28η Οκτωβρίου 1940

Ο πατέρας μου (Σπύρος Οικονόμου), ήταν 18 χρονών όταν ξέσπασε ο πόλεμος του ’40. Έχοντας μόλις τελειώσει το σχολείο, μαζί με πολλούς φίλους και συμμαθητές του, στρατεύτηκε ενθουσιωδώς ως εθελοντής, κατά το πνεύμα που συνήγειρε τη νεολαία της εποχής.
Τους πήγαν στην Άρτα. Ο Σπύρος, μετά από μια σύντομη εκπαίδευση ως τραυματιοφορέας, τοποθετήθηκε στο νοσοκομείο της πόλης, το οποίο προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες νοσηλείας των τραυματισμένων που έφταναν μαζικά από την πρώτη γραμμή, στεγαζόταν σε σχολικά κτίρια. (Η φωτογραφία του Σπύρου από την ταράτσα του σχολείου-νοσοκομείου, σ’ ένα από τα ελάχιστα διαλείμματα από την εργασία τους. Κοντό μανικάκι, ενώ γύρω τα βουνά ήταν χιονισμένα -αλλά στα νιάτα ποιός τα λογαριάζει αυτά…)
Οι διηγήσεις του από εκείνην την περίοδο της ζωής του με έχουν έκτοτε συγκλονίσει, παρ’ ότι το γονεϊκό φίλτρο απάλυνε τις επιγραφές και έκανε τις αναφορές στο θάνατο σπάνιες.
Για την ημέρα και την επέτειο θα πρέπει, μεταφέροντας εδώ το πνεύμα των διηγήσεών του, να κάνω αναφορά στο όνομα του καθηγητή χειρουργικής Κούρια, για τον οποίο ο πατέρας μου πάντα μιλάει με τον σεβασμό σ’ έναν ήρωα. Ο Σπύρος, μου έχει μεταφέρει την αγωνία, την πάλη και την σκληρή προσπάθεια, μερικές φορές ολόκληρα εικοσιτετράωρα χωρίς διακοπή, για να σωθούν ζωές και ανθρώπινα μέλη από τον ακρωτηριασμό. Και τους άλλους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό, να μαζεύονται γύρω του και να αγωνίζονται μαζί του για τον ίδιον σκοπό.
Άνθρωποι στη δίνη του πολέμου και της αγωνίας να υπερασπιστούν την πατρίδα τους και τα ιδανικά τους. Τους οφείλουμε τον σεβασμό της σιωπηράς μνήμης για τις πράξεις τους.
Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο!

(Αναρτήθηκε στο facebook στις 28/10/2014)

Πολυτεχνείο 2014

Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

(...λίγες ώρες πριν την παραμονή...)

Ο μύθος μου, γενιά μου, δεν έγινε η μεγάλη μου ντροπή!…

Διαβάζω τόσα και τόσα, για τον ξεσηκωμό της δικής μου νιότης! Της δικής μου εξέγερσης, γενιά μου! (Κι αλίμονο στον νέο που δεν ξεσηκώθηκε, όταν έβραζε το αίμα του. Μένει με την ανεκπλήρωτη γεύση στα χείλη της ζωής. Αγίνωτο κεράσι, που ποτέ δεν πρόλαβε να μεστώσει, κι έπεσε, το άμοιρο στο χώμα για να χωνευτεί στα επόμενα).
Σήμερα, στις γραφές περί του Γεγονότος, βλέπω να ανασαίνουν όλα τα άνθη!
- Της αδιέξοδης αλλά ρομαντικής -και γι’ αυτό ίσως πιο «επιθυμητής» απ’ όλες- αριστεράς.
- Των «στατικών προοδευτικών»: Δηλαδή, εκείνων που ό,τι έβλεπαν τότε βλέπουν και σήμερα... (Κι είναι, λένε αυτοί για τον εαυτό τους, οπαδοί της διαλεκτικής του χρόνου και των κοινωνικών «ροών»)! Θου Κύριε!...
- Της γόνιμης εγκόλπωσης στα σημερινά πράγματα αποθεμάτων χρήσιμου ριζοσπαστισμού! Δημοκρατικών, πολιτισμικών, κοινωνικών και πολιτικών.
- Της ασύγγνωστης δεξιάς (που εξακολουθεί και στενάζει κάτω από τα υπολείμματα της ελέω Θεού βασιλείας της και προς τούτο αντιλαβανόμενης κάθε άλλη διακυβέρνηση, ως τύποις και ουσία «παράνομης»). Των εραστών, δηλαδή, μιας δημοκρατίας άνισων μερισμάτων.
- Των βαμπίρ θαυμαστών του ανομολόγητου φασισμού της εποχής μας (…κι από κοντά κι οι ήρωές τους, που δεν κρύβουν τις παρά φύσιν σχέσεις τους με τον κόσμο των ανθρώπων-πολιτών)!

Όλοι κάτι έχουν να πουν!
Μερικοί κάνουν αυτοκριτική για όσα δεν επέτυχαν τότε και μένουν στην πικρή οσμή του «ζυγίσματος» του βίου τους. (Κι η ζωή η ζυγισμένη, ξέρετε, φέρνει μεγάλη μοναξιά)! Άλλοι, καμώνονται πως φέρουν στο ζωνάρι τους δεμένους τους «τίτλους ιδιοκτησίας» της εξέγερσης. (Πάντα η συζήτηση του «σε ποιόν ανήκει» με κούραζε, παιδιά). Έτεροι, (επαν)-εξιστορούν τα γεγονότα, για να …διορθώσουν ό,τι συνέβη! (Λες και συνέβησαν όχι ένα, αλλά δύο διαφορετικά περιστατικά –να, αυτά βλέπει η Ιστορία και γελάει με τους ανθρώπους…). Τέλος, ένιοι ομιλούν …εξ αγνοίας! (Και δεν είναι και σπάνιο αυτό στην εποχή μας).
Όλοι, λοιπόν, δίνουν «τη μάχη του τότε»! Καθένας με τον δικό του τρόπο και τα δικά του κίνητρα.

Το Γεγονός, όμως, από μέρους του σιωπά επιδεικτικά. Δεκτικό και ανεκτικό στις ανόητες αναφορές, που επιχειρούν να το κάνουν «σήμερα»! Κάτι, δηλαδή, που ποτέ δεν θα είναι. Απορροφά το Γεγονός τις κραδασμικές συνέπειες της σύγχρονης ταλαιπωρίας μας, με τη σοφία της βεβαιότητας πως ό,τι ήταν εκείνο να κάνει το έχει ήδη κάνει. Και ό,τι απομένει να γίνει σήμερα, ό,τι έμεινε ανεκπλήρωτο, θα πρέπει να το κάνουμε οι τωρινοί. Ακόμη κι όσοι ήμαστε και τότε εκεί!
Ευτυχώς, το Γεγονός υπερίπταται των μικροτήτων ερμηνευτικής πρόσληψής του με άλλα κίνητρα, απ’ όσα εκείνο πρέσβευε. Αν, για παράδειγμα λέγαμε εμείς σήμερα, ότι ο αντιμερικανισμός δεν υπήρχε στα προτάγματα του Γεγονότος, θα άλλαζε τίποτα; (Τί ανοησία κι αυτή!).
Εγώ, απ’ αυτό το σημείο και μόνον, αντλώ τη γνώση ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα απ’ την οποία οι Η.Π.Α. έχουν ζητήσει επισήμως συγγνώμη.
[Και μην ακούσω τίποτα σημερινές ανοησίες ότι πρόσφατα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Κέρι, ζήτησε συγγνώμη από τον Τούρκο πρωθυπουργό. (Η ηλιθιότητα της συγκριτικής του εθνικιστικού παροξυσμού). Γιατί, παιδιά, εκείνη η συγγνώμη, η δική μας, από τα χείλη του Μπιλ Κλίντον ήταν αληθινή και συνειδητή. Κι εκστομίστηκε με διαδηλώσεις έξω από το Προεδρικό Μέγαρο και με τον Κώστα Σημίτη αιτούντα στους διαδηλωτές να μην το κάνουν για λόγους «φιλοξενίας». (Πάντα έτσι ήταν ο Σημίτης! Πίσω από τον χρόνο του ρεαλισμού, που -υποτίθεται- πως υπηρέτησε…). Η άλλη συγγνώμη, προς χάριν της τουρκικής ματαιοδοξίας και προς ενδοτουρκική κατανάλωση, ήταν τόσο προσχηματικά σκόπιμη για να επιτρέψει η Άγκυρα τη διέλευση των Κούρδων προς Κομπάνι, που καταλήγει σε διακωμώδηση και εξευτελισμό. Αν ζήταγε ο Κλίντον από εμάς τους «ιθαγενείς του περί ου ο λόγος Γεγονότος» τέτοια συγγνώμη, δεν θα κάναμε διαδηλώσεις, όταν μας επισκέφτηκε. Θα τον αγνοούσαμε!]…

Ξεμακραίνεις Γεγονός μέσα στο χρόνο. Κάθε χρονιά που περνάει προσθέτει μιαν ακόμη ρυτίδα γοητείας στη δικαιωμένη επιτέλεση των σκοπών σου. Μένεις όρθιο, Γεγονός, και τα γλιστρίματα που σου επιφυλάσσουν οι ζηλωτές σου, εκπίπτουν. Αναποτελεσματικά, συμπλεγματικά και ενοχικά! Ατελέσφορα!
Αντί επιλόγου (μίλησα πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε), θα αρκεστώ να σας μεταφέρω μιαν αποστροφή της τελευταίας συνομιλίας μας με τον φίλο μου, τον Δ.. Με αντικείμενο τις επιδράσεις του Γεγονότος στον συλλογικό Πολιτισμό.
«Ξέρεις πόσοι είδαν τότε», αναρωτηθήκαμε, «τις συναυλίες του Μίκη; Εκατόν είκοσι χιλιάδες κόσμος! Άκουσαν Ρίτσο, Βάρναλη, Ελύτη...».
"Έβλεπα κατάφωτα τα βαγόνια του ηλεκτρικού", αναπόλησε ο Δ., "να περνούν από την Ομόνοια γεμάτα ασφυκτικά με ανθρώπους που τραγουδούσαν. Έχει συμβεί κάπου αλλού στον κόσμο αυτό", ρώτησε! Τού θύμησα τη Χιλή και τον Πάμπλο Νερούντα. Τον Βίκτορ Χάρα…
«Μα, αυτόν τον κόσμο εννοώ», μού απάντησε!
Ο μύθος μου, γενιά μου, δεν έγινε η μεγάλη μου ντροπή!…

(Ευχαριστώ τον φίλο μου Θόδωρο Ζαρέτο, που με μια ανάρτησή του σχετικά μ’ ένα παλιό άρθρο, μού έδειξε -άθελά του- μια δίοδο οπτικής στο σημερινό θέμα).

(Αναρτήθηκε στο facebook στις 15/11/2014 - https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10205341910288630&set=a.10203717279313871.1073741827.1274573556&type=1&theater#)

Τα δικά μου

Τον έθρεψε το βρώμικο νερό…

Του Χρήστου Οικονόμου

Σηκώθηκε, στηρίζοντας με τη γνωστή στάση των αποκαμωμένων τη μέση του, και αναζήτησε με την άκρη των ματιών του την παλιά αποσκευή, που σερνόταν στο λερωμένο δάπεδο.

Με μιαν ακόμη κουρασμένη κίνηση, τήν ανέβασε στα χέρια του και πήγε προς την έξοδο. Οι λιωμένες σόλες του έγλυψαν τη λέρα, οδηγώντας τα βήματά του σ’ ένα σκοτάδι πηχτό, εκεί έξω.

Μετά έσπρωξε τον υαλοπίνακα, που υποχώρησε τρίζοντας από την αντίσταση του φθαρμένου ελατηρίου της επαναφοράς, και αντιμετώπισε τη μαυρίλα.

Μια μουτζούρα  κυριαρχούσε γύρω. Μια λάσπη, λες και σηκωνόταν από το έδαφος και γινόταν αέρας. Την ανέπνεες τη λάσπη εκείνην. Τρύπωνε στα σωθικά σου και μύριζε υγρασία και Νοτιά. Γινόσουνα κι εσύ σάρκα απ’ τη σάρκα της και τό ‘νοιωθες.

Αυτό το παράξενο σκηνικό που σε ρούφαγε, κατά έναν μάλλον απροσδιόριστο τρόπο, άνοιγε μέσα σου ένα πεδίο ενοχής. Έφταιγες για κάτι που δεν εγνώριζες και τόσο καλά. Μιαν εντύπωση ότι ήσουν εκεί για να ξεπληρώσεις κάποιαν ανομολόγητη αμαρτία. Ένα χρέος αξεπλήρωτο, που ήρθε η ώρα να επιστρέψεις. Δεν μπορούσες άλλο να ξεφύγεις από την οφειλή…

Τραβώντας τα πόδια του βγήκε απ’ το στέγαστρο και κατάλαβε ότι έχει αρχίσει να ψιχαλίζει. Γκρίνιαξε και υπαναχώρησε. Θά ‘μενε στην αίθουσα, μέχρι την τελευταία στιγμή. Η σκάλα θα ανέβαινε τρίζοντας, αλλά θα την προλάβαινε…

Γύρισε κι έριξε μια ματιά ακόμη στο σκοτάδι. Το οπτικό ερέθισμα του γυαλιστερού δυτικού ντόκου, που αντανακλούσε τα χαμηλά κίτρινα φώτα από τις κολόνες του δημοτικού φωτισμού, τόν συμβούλεψε πως έπρεπε να μη μείνει άλλο έξω. Ακολούθησε τη συμβουλή, χωρίς πολλά-πολλά.

Με κινήσεις πιο αργές κι απ’ το παρελθόν του επέστρεψε στον πάγκο. Σωριάστηκε στα σκληρό κάθισμα, μ’ έναν βουβό αναστεναγμό. Ουφ!

- Καλύτερα εδώ…, δήλωσε στον εαυτό του. Αλλά εκείνος, έμεινε σιωπηλός!  

Ήταν εκείνην ακριβώς τη στιγμή, που άρχισε να ακούει ό,τι συνέβαινε γύρω του. Μέχρι τότε ήταν τελείως μόνος.

Δεν σήκωσε αμέσως το κεφάλι του. Έμεινε κοιτάζοντας κάτω, σε μιαν αστεία παράσταση του μωσαϊκού. Είδε τη φθορά να αναβλύζει από τα λερωμένα χαλίκια του. Τα λευκά, που κανονικά θα έπρεπε να κάνουν τη χρωματική αντίθεση, με τον καιρό είχαν γίνει κι εκείνα μέρος της μουντής επιφάνειας. Γκρίζα υπολείμματα μιας άλλης αποστολής, απολύτως αποτυχημένης.

Στράφηκε στα σιδερένια πόδια του πάγκου, που ήταν μπηγμένα κάτω. Μεταλλικά χοντρά ελάσματα ανεξακρίβωτου χρώματος –κάτι ανάμεσα σε σκούρο πράσινο και μαύρο. Λίγδα άφθονη. Και σκόνη, στο χρώμα του πιπεριού, συζούσαν αδελφωμένες σ’ αυτό το κάγκελο. Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ δεν δίστασε να ακουμπήσει το μανίκι του στο πλαϊνό στήριγμα, λιγδιασμένο κι εκείνο. Άλλωστε το φθαρμένο σακάκι του δεν θα υπέφερε και πολύ από την επαφή με το ταλαιπωρημένο μέταλλο, που απ’ τα αλλεπάλληλα στρώματα βιαστικής βαφής έμοιαζε σιγά-σιγά να χάνει τις ιδιότητες του υλικού. Κι ήταν καιρός τώρα που και τον ίδιον δεν τον μέτραγαν από το πώς ήταν ντυμένος.

Θυμόταν την τελευταία καλή φορεσιά του! Ένα φτηνό τσαλακωμένο λινό, που ‘χε αγοράσει όσο-όσο σ’ ένα στενό μαγαζί στους παράδρομους του λιμανιού στο Μαντράς… Γραβάτα φούξια και παπούτσια μαύρα με κορδόνια.

Ήταν το τέταρτο μπάρκο του. Πολύ βροχή και ζέστη. Συνήθως δεν έβγαινε από τον κλιματισμό του καραβιού. Να βγεις και να πας πού; Εξαγορασμένες ανθρώπινες σχέσεις…

Όμως, εκείνη τη νυχτιά τον παρέσυρε ο φωνακλάς ο αναφιώτης.

- Πάμε ρε! Δε σκούριασες ‘δω μέσα;

Όταν είδε τα μαύρα εβένινα μαλλιά της Βιετναμέζας πόρνης, χάθηκε ο κόσμος γύρω του. Κι εκείνη, με μιαν απροσάρμοστη σεμνότητα για τον χώρο, τράβηξε δειλά το χέρι, όταν σε μια δήθεν τυχαία επαφή για να πιάσει το ποτήρι με το τζιν, την είχε αγγίξει. Ένα βλέμμα απορίας και ανάγκης συμπλήρωνε το λεπτό της πρόσωπο. Τον είχε, ακόμη, ταράξει η καθαρή απουσία ελπίδας σε ό,τι έκανε. Ταλαντεύτηκε για λίγο, ανάμεσα στις προσταγές της επιθυμίας και της ντροπής του. Μετά, τόλμησε να τήν κοιτάξει κατάματα.

Παντρευτήκανε τέσσερις μέρες αργότερα, σ’ ένα καλύβι χωμένο μέσα στην αγορά της πολύβουης πόλης. Ούτε πολλά χαρτιά, ούτε άλλες διατυπώσεις. Εκείνη μοσκοβολούσε κανέλλα, μέσα στο κόκκινο φόρεμά της. Τα έγγραφα της τελετής, αν υπήρξαν ποτέ, ξεχάστηκαν κάπου στο συρτάρι του ξενοδοχείου. Εκείνη, ούτε μια στιγμή δεν έδειξε να αλλάζει και να τού δείχνει ότι έβρισκε κάτι ελπιδοφόρο σ’ όλ’ αυτά. Μια βδομάδα αργότερα, καθώς έλυναν κάβους, κατάλαβε γιατί… Του έγνεψε από μακριά και ...χάθηκε. Για πάντα!

Οι κραυγές μιας ομάδας φοιτητών που εισέβαλε στην αίθουσα, τον έφερε πάλι πίσω. Τούς απασχολούσε εάν η νεο-ιδρυθείσα σχολή τους στο νησί θα έκλεινε, ή όχι. Κάποιοι απείλησαν με δυναμικές κινητοποιήσεις. Μερικά κορίτσια παρακολουθούσαν καθισμένες στους πάγκους τα όρθια ξαναμμένα αγόρια να αγορεύουν.

Δεν παρακολούθησε την έκβαση εκείνης της ανοιχτής συζήτησης. Ούτε μπορούσε, ούτε τον ενδιέφερε. Κι όμως! Αυτές οι ηλεκτρικές φωνές τον έκαναν να σηκώσει το κεφάλι.

Βουή ανθρώπων εν αναμονή, πλανιόταν στην αίθουσα. Στον τοίχο το ρολόι ανήγγειλε: Έντεκα και σαράντα!

Θα περίμενε παγιδευμένος εκεί καμιάν ώρα ακόμη.

Σάρωσε τον χώρο…

Τα γνωστά: Μουρμουρητά και διάλογοι αναίτιοι. Παιδιά μισοκοιμισμένα, ακουμπώντας σε φανταστικά μαξιλάρια. Κύπελλα μίας χρήσεως γεμάτα με καφέδες και χυμούς. Τόσα χρόνια στα ποστάλια, ποτέ δεν μπόρεσε να πιει τον καφέ του καραβιού και των λιμανιών. Πώς μπορούσαν οι άμαθοι περιστασιακοί ταξιδιώτες της γραμμής να ρουφούν εκείνο το σκούρο ζουμί; Ποτέ του δεν τό κατάλαβε.

Ένας ευτραφής φαντάρος ματσούλαγε ένα κουλούρι με υπολείμματα σουσαμιού. Χρατς-χρουτς. Τον κοίταξε και του έγνεψε: «Για πού;»… Έκανε μια ασαφή παλινδρομική κίνηση με την παλάμη: «Ταξιδεύω με το πλοίο…».

Ο νεαρός είδε την απροθυμία στην κίνηση και επέστρεψε στο κουλούρι του.

Στο βάθος του χώρου ένα περίπτερο με φωτισμό από Νέον συγκέντρωνε κόσμο μπροστά του. «Εκδοτήριο εισιτηρίων»!

Υπήρχε κίνηση, που φαινόταν, όμως, να κάνει τον χρόνο να παγώνει. Τήν ήξερε αυτήν την αίσθηση εκμηδενισμού της «κύλησης» των πραγμάτων. Κάθε φορά που πήγαινε στο νησί του, τήν αισθανόταν να βρίσκεται πάντα εδώ, στο ίδιο σημείο, στην ίδια παγερή αχρηστία του χρόνου αναμονής.

Κατόπιν, πρόσεξε την άσπρη ζακέτα να πηγαινοέρχεται.

- Θέλετε ένα αμυγδαλωτό από την Τήνο; Μόνον 1 ευρώ… 

Οι περισσότεροι δεν έδιναν καμιάν απάντηση. Όσο είδε, μόνο μια μεσόκοπη καλοντυμένη κυρία, άνοιξε το πορτοφόλι της και τού έτεινε το κέρμα.

- Σας ευχαριστώ κυρία!, της είπε. Και ξαμολύθηκε για τη μακρά αναζήτηση του επόμενου αγοραστή.

Κάτι τού θύμισε. Δεν το πάλεψε περισσότερο, όμως. Οι μνήμες του νερού ξανάρθαν. Τώρα μόλις πρόσεξε ότι δεν θυμόταν καθόλου τη φωνή της. Από το τελευταίο γνέψιμο του χεριού της, κάθε ηχητική θύμησή της είχε εξαφανιστεί. Από τις τέσσερις μέρες που έζησαν μαζί… Ίσως, δεν είχε μιλήσει καθόλου; Μόνον εικόνα μιας ανείπωτης ομορφιάς, απέμενε.

Ο διπλανός του άνοιξε μια μουσική φορητή. Για να περάσει η ώρα. Τόσο κακόηχη εξέλιξη δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Ο σκοπός του ακούσματος ήταν να «για να περάσει η ώρα». Αλλά μάλλον ο χρόνος άρχισε να κυλάει ακόμη πιο αργά…

Δώδεκα παρά πέντε!...

Ο διπλανός του, ήταν ανυπόμονος: «Ακούς εκεί, πάλι καθυστέρηση. Θα διαμαρτυρηθώ στην εταιρεία. Δεν πληρώσαμε κύριε; Γιατί μας ταλαιπωρείτε…».

Στεριανός! Έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει κρυφά. Πού να καταλάβουν οι ακίνητοι τον χρόνο των καραβιών! Τα ταξίδια τα ατελείωτα, με προσχηματικούς προορισμούς, μόνο για να έχεις κάτι να περιμένεις. Όχι επειδή είχε και καμιά σημασία όταν έφτανες εκεί. …αλλά επειδή το πάρε-δώσε σε κράταγε από την από ‘δω όχθη της ζωής. Αλλιώς; Όλα τα ταξίδια θα τα έκανες περισσότερο πεθαμένος, παρά ζωντανός. Πού να καταλάβει ο καημένος ότι τα παράπονα στη θάλασσα  δεν είχαν θέση.  Αταξίδευτα. Πιο πολύ, αν ήταν παράπονα για τους «χαμένους χρόνους»… Που να καταλάβει;…

- Θα πάρετε ένα αμυγδαλωτό; Τηνιακό είναι…

Πάλι μια απροσδιόριστη μνήμη τον τύλιξε. Αισθάνθηκε να τον πλησιάζει γρήγορα η θύμηση. Την απόδιωξε ψύχραιμα. Η άσπρη μπλούζα του δεκαπεντάχρονου εμπόρου φάνηκε σα να λάμπει στο μυαλό του. Την απόδιωξε και πάλι…

Μια αδέξια γιαγιά άρχισε να καθαρίζει ένα μήλο. Μαχαιράκι στομωμένο. Πέταγε τη μισή σάρκα μαζί με τις φλούδες. Με τα σταφιδιασμένα ακροδάχτυλα πρόσφερε στη νέα γυναίκα που τήν συνόδευε. Κόρη της θά ‘ταν. Της έμοιαζε κιόλας. Εκείνη αρνήθηκε με μιαν αδιάφορη κίνηση. Πότε φεύγουμε επιτέλους;

 Η γιαγιά συνέχισε αμετανόητη καθαρίζοντας ένα μήλο ακόμη.

Αριστερά διαγωνίως από τον πάγκο του, φαινόταν η τζαμαρία. Απαξίωσε να γυρίσει.

Τί να δει; Η τυφλότητα μιας άσκοπης ματιάς…

Είπε να φύγει απ’ όλ’ αυτά και να πάει ψηλά. Το τσίγκινο στέγαστρο απέκρουσε τις φιλοδοξίες του. Προσγειώθηκε από την πτήση που ποτέ δεν έγινε, πιστός στη μοίρα της αναπότρεπτης αναχώρησης, που θα ‘ρχόταν στην ώρα της. Όταν έπρεπε. Ακριβώς! Ποτέ νωρίτερα. Ποτέ πιο αργά. Ό,τι ώρα τελικά θα ξεκίναγε το ταξίδι, θά ‘ταν η σωστή.

Στο εκδοτήριο εισιτηρίων τα φώτα έσβησαν απότομα. Μια νέα γυναίκα πέρασε λίγο πιο μακριά του, κουβαλώντας με κάποια προσπάθεια τον μικρό χαρτοφύλακα με το μετρητό. Φαινόταν να βιάζεται, παρ όλ’ αυτά. Ένας κοντός μελαχρινός άντρας, που τότε πρόσεξε ότι στεκόταν δίπλα στην πόρτα, σκόνταψε να τήν βοηθήσει με το βάρος. Εκείνη άγγιξε με προσοχή το χέρι του. Λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ήταν ένα «ευχαριστώ». Έδινε και μιαν υπόσχεση εκείνο το στιγμιαίο κράτημα. Βγήκαν μαζί, πετώντας και οι δύο πάνω απ’ τους ώμους τους ένα πλαστικό αδιάβροχο. Την έπιασε από τη μέση. Σε κάποιο κρεβάτι θα γραφόταν ο επίλογος. Βογγητά και οσμές σωμάτων, ανακατεμένα σε μια παράσταση χωρίς θεατές. Πρόβα ένωσης, παρατεταμένης με ψήγματα αμφιβολίας για όσα θα επακολουθούσαν.

Λίγοι είχαν τα κότσια να το παραδεχτούν από την αρχή. Κι όμως! Ακόμη κι εκείνοι που έμεναν παντοτινά στη σύμβαση, θα ‘λεγαν περισσότερες αλήθειες από ‘κείνον. …που τήν άφησε πίσω να τον αποχαιρετά αδιαμαρτύρητα. Από τότε απέφευγε κάθε ταξίδι προς τις Ινδίες. Μπας και τήν απαντούσε ξανά… Τί θα τής έλεγε τότε;… Μόνο ψέματα θα χώραγαν. Δεν ήθελε να ζήσει τον εξευτελισμό να κάνει πως δεν τήν εγνώριζε…

- Τηνιακά γλυκά!… Αμυγδαλωτά, παστέλια!...

Απευθυνόταν σ’ εκείνον.

Η χαμηλή φωνή του νεαρού, ξέσκισε την σιωπή που ήταν ο κόσμος ο δικός του.

- Θα πάρετε ένα;…

Σήκωσε για πρώτη φορά το βλέμμα του για να δει καταγράφοντας την πραγματικότητα. Ως τότε το ερέθισμα του ματιού, ήταν μάλλον λειτουργία μιας εγκεφαλικής μηχανής, παρά μιας νοήμονος διεργασίας…

Οι ματιές τους συναντήθηκαν ανάμεσα στους ξένους θορύβους και τα άσκοπα φώτα.

- Μανωλάκη… Εσύ είσαι…, ρώτησε χωρίς να ακουστεί η φωνή του.

Οι σκηνές στο μυαλό του κάλπασαν με ταχύτητες συμπαντικές. Γύρισε πίσω, σ’ εκείνο το στενό με τα λευκά σπιτάκια και τις μικρές ορτανσίες, που λες κι ανασταίνονταν κάθε άνοιξη. Από ψηλά καθώς ήταν, έβλεπες κάτω τους μώλους… 

Η μάνα του κι ο πατέρας ζούσαν ακόμη. Χρειάστηκε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου, αλλά ήταν αρκετό, για να οσμιστεί ξανά μια μυρωδιά του καμένου λαδιού, της μαρίδας και του φρεσκοκομμένου λεμονιού. Να ξανακούσει στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις, που ποτέ δεν έλεγαν κάτι για να ενδιαφέρει και πολύ…     

Από τη διπλανή παράγκα ακουγόταν και πάλι το επίμονο κλάμα του τρίχρονου. Δεν ενοχλούσε κανέναν στη γειτονιά. Τόσα παιδιά μεγάλωσαν σ’ εκείνα τα στενά της πόλης! Όλα ήταν παιδιά ολονών.

Η κυρά Βάσω, η μητέρα του, τον πρόσεχε πολύ τον Μανωλάκη. Το σούρουπο, ακουγόταν το μουρμουριστό νανούρισμά της, μέχρι να ησυχάσει ο τόπος και να κερδίσει τον χώρο η ησυχία. Ξύπναγαν από νωρίς όλοι, για να πάνε στη δουλειά. Κι έτσι, τούς έπαιρνε ο ύπνος χωρίς να προχωρήσει πολύ η νύχτα.

Ο άντρας της, ο Λάμπης, ναυτικός κι εκείνος. Χάθηκε μια κρύα νύχτα στα παγωμένα νερά, με το σώμα του καραβιού να πνίγεται μαζί του αγκομαχώντας. Τον πήρε μαζί του το σιδερένιο κορμί. Άκουγε τις ιστορίες των μεγάλων για τον χαμό του, με τους παλιότερους να περιγράφουν το φανταστικό σκηνικό της καταιγίδας που τον έπνιξε. Μερικοί μίλαγαν για το μεγάλο κύμα που παρέσυρε το πλοίο. Κι εκείνος, 16-17 χρονών παλληκάρι τότε, δεν είχε θέση σ’ αυτές τις συζητήσεις. Μόνον ακροατής.

Το απομεσήμερο που ήρθε το μαντάτο «…σκοτώθηκε η κυρά Βάσω. Την πήρε αποκάτω το λεωφορείο αριθμός 129…», ταράχτηκε όλος ο κόσμος. Τί θα απογινόταν ο μικρός;…

Τον πήραν εκείνοι κοντά τους για μερικές μέρες. Η μάνα του, τόν κοίμιζε σα δικό της παιδί. Το ίδιο νανούρισμα και η ίδια σχεδόν μουρμούρα, που ακούγαμε από δίπλα. Κι ο ίδιος τον είχε πάρει μια νυχτιά αγκαλιά τον μικρό για να ζεσταθεί. Αποκοιμήθηκαν και ξύπνησαν μαζί. Εκείνες τις μέρες, το ραδιόφωνο δεν άνοιξε…

Κατόπιν στάθηκε μπροστά στο σπίτι του το γκρι φορτηγάκι του δημοτικού ορφανοτροφείου κι ένας κουστουμαρισμένος υπάλληλος χτύπησε δυνατά την πόρτα. Τον έβλεπε, μ’ ένα συναίσθημα φόβου και θυμού –το θυμόταν πολύ καλά! Κάποιες διατυπώσεις, η μάνα μου υπέγραψε κάτι χαρτιά. Ο κουστουμαρισμένος τής  έδωσε και μιαν ευχαριστήρια επιστολή του δημάρχου για τη βοήθειά της. Την έσκισε μόλις όλα τελείωσαν.

Όταν μείναμε οι δυο μας στο σπίτι -ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά, μάλλον τό ‘χε προετοιμάσει-, η μάνα μου μίλησε, περισσότερο στον εαυτό της.

- Δεν μπορούμε να τον θρέψουμε…

Ακούστηκε σαν ψίθυρος, αλλά πολύ καθαρά. Γύρισε την πλάτη της στην πόρτα που μόλις είχε κλείσει… Ένα μαντηλάκι από την τσέπη της ποδιάς της εμφανίστηκε σαν από θαύμα στα λευκά της χέρια…

…Από τότε δεν ξανάκουσαν για τον Μανωλάκη. Χάθηκε κάθε ίχνος του πίσω από τις μέρες που ήρθαν η μια μετά την άλλη…

Τώρα στεκόταν εδώ μπροστά του γνέφοντας με τη χαμένη ελπίδα μιας νέας πώλησης.

Ψάρεψε ένα νόμισμα από την τσέπη του παντελονιού του. Το ‘δωσε και με το άλλο χέρι πήρε ένα μπαγιάτικο αμυγδαλωτό από το καλάθι που ο έφηβος είχε στερεωμένο στο λαιμό του με μια λευκή κορδέλα.

Είχε αντιληφθεί γιατί το λεκιασμένο λευκό σακάκι του πωλητή, όσην ώρα βρισκόταν στην αίθουσα αναμονής, εκείνος το έβλεπε να εκπέμπει ένα παράξενο φως. Κι αυτός τόσην ώρα καμωνόταν πώς δεν τό ‘βλεπε εκείνο το φως, βυθισμένος στη θαλπωρή των δικών του αναμνήσεων.

- Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε!...

Δεν απάντησε τίποτα. Χαμήλωσε τα μάτια.

Το παιδί το ‘χε μεγαλώσει η μήτρα του λιμανιού. Εκεί θα ήταν ασφαλές. Θα έβλεπε τους ανθρώπους να περνάνε, στάση ανάγκης προς τον προορισμό τους. Κι εκεί θα τούς έστηνε το καρτέρι των αμυγδαλωτών. Θα τα κατάφερνε. Ο έφηβος ανήκε πια οριστικά στην αγκαλιά της φαρδιάς προβλήτας που φιλοξενούσε το τσίγκινο κτίριο με την αίθουσα αναμονής.

Προχωρούσε πια προς την «Αγία Θέκλα» - το καράβι που θα τον έφερνε στο νησί. Ανέβηκε τη σκάλα τελευταίος.

Λίγο αργότερα, ακουμπώντας στην κουπαστή, στόχευε με το βλέμμα του το πηχτό από τη βρωμιά λιμανίσιο νερό.

Εκείνο, το ίδιο, που ‘χε σώσει και θρέψει τον ανήλικο έμπορο.

Αναρωτιόταν, πώς από τόσο λερές άκρες ανάβλυζε τόση ελπίδα και τόσο πείσμα για ζωή. Ποια ήταν εκείνα τα κύτταρα της ιστορίας, που βούταγαν στο έπος της καθημερινότητας των κάθε λογής καταφρονεμένων και γινόντουσαν δύναμη μεγάλη; Από πού ερχόταν αυτή η πανίσχυρη θέληση;    

Με τις ίδιες σκέψεις έμεινε στην ίδια θέση, μέχρι που καράβι βγήκε απ’ το λιμάνι κι άρχισε να παλεύει με τον κυματισμό της ανοιχτής θάλασσας…

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, πήρε τηλέφωνο τον πράκτορα κι έβγαλε αεροπορικό εισιτήριο για Ινδίες… 

(Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 37ο, άνοιξη 2014)                    

Η ιστορία μιας πέτρας

(Του Χρήστου Οικονόμου)                                                         

Πήρε μια βαθιά ανάσα και έβγαλε απ’ τα σωθικά του την κάψα του καλοκαιριού που τον έκαιγε αλύπητα! Έκανε πολλή ζέστη, από το πρωί! Τα ολιγάριθμα νησιώτικα τζιτζίκια δεν είχαν βάλει μέσα γλώσσα, αν και σε ήπιους τόνους, από το πρώτο κιόλας ξέσπασμα του ήλιου. Πού να βρουν κι αυτά τόπο να κραυγάσουν περισσότερο, πάνω στις ξερολιθιές και τα λιγοστά μυρωδικά της ρεματιάς; Για τα γενναία άσματά τους θα χρειαζόταν ένας πευκώνας.

Λες και σαν μια ενοχλητική, αλλά αναγκαία, ανάμνηση από διήγηση, η Γυάρος, απέναντι, χανόταν στον αχνό της αλμύρας. Το μελτέμι που στο μεταξύ δυνάμωνε την έκανε να μοιάζει ολοένα και περισσότερο να χάνεται στον χρόνο του Αιγαίου. Ένας αχνός του ανέμου και της πρωινής θολούρας κύκλωνε το νησί, τη Γυάρο, κρύβοντας από το φως το παρελθόν του. Έστρεψε το βλέμμα του στην απότομη κατάβαση που τον περίμενε. Σαν δρόμος στο παρελθόν, άρχισε να πατάει προς τα κάτω, σκαλί-σκαλί, με τους μηρούς του να φλέγονται με τη σειρά τους από την προσπάθεια αποτροπής των συνεπειών της κλίσης.

Στην πλάτη του -σαν ορμαθός από ξερόκλαδα- κρέμονταν τα βατραχοπέδιλα και τ’ άλλα συμπράγκαλα από το υποβρύχιο ψάρεμα που ‘χε σχεδιάσει από την προηγούμενη. Κάτω! Μέχρι το Κάτεργο! Έτσι έλεγε το φύλλο πορείας που ‘χε εκδώσει στον εαυτό του. Μια μύτη γης εισέδυε μέσα στα άυλα νερά του κολπίσκου, αντρικό σύμβολο, εντυπωσιακό αλλά τόσο αδύναμο τελικά μπροστά στην πανίσχυρη γυναικεία παρουσία της θάλασσας. Και η προσμονή από το νερό που θα ξαναζωντάνευε το κορμί του ερχόταν δυνατά…

Μια μικρή σαύρα πέρασε δίπλα του σαν σφαίρα και κρύφτηκε κάτω από μια πλάκα. Το θρόισμα του ‘στειλε το μήνυμα:- Εδώ είσαι επισκέπτης, φίλε!Πήρε μια γουλιά απ’ το παγούρι του. Αυτή η αντίφαση από την κάψα στην άπλετη δροσιά του Αιγαίου, σε λίγη ώρα, τον αναστάτωνε. Απ’ την άπνοια του καύσωνα στον πνιγμό της «υποβρύχιας σχέσης με τη ζωή», που του ‘λεγε συχνά-πυκνά ο Κλεάνθης. Ο ανταγωνισμός του μεγαλύτερου σαργού υποκινούσε τόσα χρόνια αυτήν την αντρική συνύπαρξη. Στην Άνδρο, τη Σέριφο, τη Σίφνο, τη Νάξο …κι αλλού!

Στο δεξί χέρι του, κατάχαμα, μια μικρή ρίγανη ανέπνεε. Τα κλαράκια της σκόπευαν με θράσος το φως. Φύτρωνε στο βράχο, πάνω στο μισό χιλιοστό τετραγωνικό της σπιθαμής που συγκρατούσε λίγη σάρκα γης. Κι άλλο μήνυμα ζωής επίμονης. Τη χάιδεψε με την παλάμη του και συνέχισε την κατάβαση.Κάπου εδώ άρχιζαν κάποια στενά πλατώματα. Σαν πεζούλες φαρδιές σε τόσο στενό χώρο, ώστε φάνταζαν πελώριοι αφύσικοι χώροι μιας επίπεδης έκτασης. Εδώ, λιγοστό πράσινο από κάποια ανοιξιάτικα χόρτα, ήδη προσπερασμένα.Κάνα-δυο νεαρά κριάρια στέκονταν ακίνητα μπροστά του, επιχειρώντας απεγνωσμένα να αποδιώξουν τα έντομα, χιλιάδες, που κεντούσαν το τρίχωμά τους. Ήχος από καμπάνισμα εν στάσει, συνόδευε την εικόνα. Αν δεν ήταν παρούσα η αλμύρα, θα επρόκειτο για το τέλειο βουκολικό τοπίο.Διόρθωσε την αποσκευή στην πλάτη του. Μια τρίαινα έγδερνε την αριστερή ωμοπλάτη του… Έι ωπ!!!

Κάπου εκεί έχασε ξανά την επαφή με τη λογική ροή του χρόνου. Ένα πελώριο κοσμικό ρολόι, απολύτως προσωπικό, τον συμβούλευσε να μην ανησυχήσει. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που βουτούσε συχνά-πυκνά στα νερά για ένα προσχηματικό κυνήγι των ψαριών, ήταν ακριβώς ότι ο καιρός στο υγρό περιβάλλον κυλούσε διαφορετικά. Τον παράσερνε σε δίνες καιρών άλλων. Από το παρελθόν, αλλά κι από τα μελλούμενα. Άλλοτε έβλεπε ζωντανά όνειρα ολόκληρων διαλόγων με συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη. Κάποτε είχε απαντήσει σημείο προς σημείο -θυμόταν όλον τον διάλογο πολύ καθαρά- σε μια ρήση του συρμού, που είχε όμως καταστεί «κλισέ» κουραστικό της καθημερινότητας. Την τεκμηριωμένη απάντηση που είχε χτίσει την κρατούσε, από τότε μόνο για τον εαυτό του. Εξ άλλου, δεν υπήρχε πρόθυμο ακροατήριο για κάτι περισσότερο. Την ενέταξε, δηλαδή, σε μια προβληματική προσωπική για τον κόσμο, που δεν χρειαζόταν την έξωθεν επιβεβαίωση…Κάποιες άλλες φορές -εδώ οι μνήμες δεν ήταν πολύ συγκεκριμένες- ανέπλαθε τα λαγόνια μιας γυναίκας, μεγαλύτερης του, που τον είχε μυήσει στα μυστικά του ζευγαρώματος. Εκείνος, δέσμιος της σαρκικής απόγνωσης του εφηβικού του «είναι», συρόταν χωρίς καμιά άμυνα στις ατραπούς της φαντασίωσης. Το άλμα από τα οράματα στην απτή αίσθηση της λείας σάρκας, ήταν τόσο μικρό και τόσο αγεφύρωτο, συνάμα. Μετά, περάσανε τα χρόνια, ήρθε η αντρική του υπόσταση να εκπαραθυρώσει την παιδικότητα …κι όλα άλλαξαν. Όποτε η ψυχούλα του πετάριζε από τους κνησμούς του συγκεκριμένου ερωτικού αντικειμένου, στις άλλες γυναίκες, εκείνες μεταβάλλονταν στο αμείλικτο «σχέδιο κατάκτησης», που δικαίωνε ή διέψευδε την ονείρωξη.

Η κατηφοριά ξαναβρέθηκε μπροστά του, με την επιμονή μιας ενοχλητικής συντρόφου.Απέμενε το τελευταίο «ετάπ» να διανυθεί.

Στην πρώτη κατακρήμνιση του επόμενου βήματός του, με την άκρη του ματιού του, δεξιά, είδε μια καλύβα. Ρημάδι, πέτρινο και φλεγόμενο, ριγμένο καταμεσής στο λίθινο πέλαγος.Τρύπωσε κάτω απ’ τη σκιά της. Κύματα εκλογίκευσης της θερμοκρασίας ξεπηδούσαν από τα έγκατά της. Ρίγησε ελαφρά από την ηδονή της δροσιάς. Κάθισε σε μια πέτρα, ριγμένη εκεί δα, που είχε αποδράσει από τη σειρά της πρόχειρης δόμησης. Μια ακόμη γουλιά νερό!

Παίρνοντας βαθιές ανάσες ανάπαυλας έστρεψε το βλέμμα του στη χαμηλή πέτρινη σκεπή.Και τότε την είδε…

Ένας αρχαίος στύλος εις θέσιν δοκού στήριξης. Διακρίνονταν καθαρά οι πτυχές του κίονα, σε μια υπόλευκη στιλπνότητα, που φαινόταν να έρχεται από πολύ παλιά. Ανακάλεσε στη μνήμη του τις αφηγήσεις δύο ντόπιων, από την Παλαιόπολη, που επαναλάμβαναν συχνά στον απογευματινό καφενεδάκι στης στενής πλατείας. «Νυχτιά παρά νυχτιά», επέμενε ο ένας, εκείνος με το σκαμμένο πρόσωπο, «έρχεται το σούρουπο αυτό το κατάλευκο κότερο, και οι επιβάτες του βουτάνε στη θάλασσα, με μπουκάλες και τον αδιάβροχο προβολέα «sealed beam» για να βγάλουνε τους αμφορείς». «Είναι Ιταλοί, άκουσα», συμπλήρωνε ο άλλος, ο νεώτερος. «Τους μοσχοπουλάνε, σε κάτι ξένους, που μιλάνε μιαν άγνωστη γλώσσα. Έρχονται μια φορά τον μήνα και μένουνε για δυο-τρεις μέρες, για να σηκώσουνε ό,τι έχει βρεθεί», αποφαινόταν με τη σιγουριά της διάδοσης.

Δεν είχε δώσει τότε και πολλή σημασία. Οι μικροί μύθοι του κάθε οικισμού, το γνώριζε καλά, πάντα ισορροπούσαν ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, με τρόπο ειδικής προσκόλλησης στην αλήθεια. Τις άκουγε πάντοτε με ενδιαφέρον και κατόπιν τις έθαβε σε μια λήθη απροσδιόριστης αποτελεσματικότητας. Τις θυμόταν ξεχνώντας τις. Και δεν τις ανέσυρε ποτέ στην επιφάνεια, χειριζόμενος με φειδώ μια γνώση ανεπιβεβαίωτη.Τώρα, όμως, βρισκόταν εδώ μπροστά στα μάτια του, η επιβεβαίωση. Γυμνή πέτρα, με υφή μαρμάρου, αγκωνάρι γεγονότων παμπάλαιων. Και ενσωματωμένη στις πραγματικότητες της ανάγκης της σημερινής. Τυμβωρυχία ξεδιάντροπη, αλλά τόσο αναγκαία για να χτιστεί μια απλή καλύβα. Στέγαστρο -όπως έμαθε αργότερα- για τα λίγα κριάρια που σκουντουφλούσαν αενάως ανεβοκατεβαίνοντας τις ξερολιθιές.

«Φωτογράφιζε» διαρκώς με τα μάτια του και με επιμονή την πέτρα, ξεχνώντας τις αλιευτικές προκλήσεις που τον είχαν οδηγήσει εκεί. Σε μια σιωπή απόλυτη, συνοδό του παμπάλαιου δομικού αντικειμένου που είχε απαντήσει στις κατηφοριές της Παλαιόπολης. Σάρκα γεγονότων, η πέτρα, στεκόταν σε άψογη παράλληλη θέση με το ελάχιστο επίπεδο έδαφος που σκίαζε. Αρχιτεκτονική ανάγκης με αποτελεσματικότητα εντυπωσιακή του αυτοδίδακτου χτίστη. Δεν είχε μεγάλες δόξες και του διηγηθεί. Σεμνός παρατηρητής μιας καθημερινότητας μακραίωνης, η πέτρα σιωπούσε επιδεικτικά στην επιμονή αφήγησης, που εισέβαλε από μόνο του στο σκηνικό της σιωπής.

Τον κατέβαλε η μανία του απρόσμενου: Τόσο χαμηλό προφίλ για τόση ιστορία!... Και τόσο ήθος από ένα άψυχο αντικείμενο! Από μια πέτρα! Δεν το χωρούσε το μυαλό του. Του θύμισε εκείνην την εικόνα σε κάποια μονή, που όντας έργο ζωής ενός μοναχού, όταν την τελείωσε και στα πρόθυρα του θανάτου του, επέλεξε να την υπογράψει: «Εποίει χειρ μοναχού…». Χωρίς να βάλει το όνομά του!...Σύμβολο ενός ανεξάντλητου αποθέματος σημασιών που δεν παραγράφονται από τις εποχές και τους καιρούς, η πέτρα θα ‘μενε εκεί. Χωρίς καμιά διαμαρτυρία για την αποσιώπηση του τί υπήρξε κάποτε. Σταθερή σαν μύθος χωρίς ήρωες –και προς τούτο, αιώνια.

Ο αλιέας του πρόσκαιρου κατάλαβε τότε, και μόνον τότε, ότι εάν η πέτρα άρχιζε την εξιστόρηση, εκεί θα τέλειωνε και η σκιά της στο χρόνο. Χαμογέλασε στους άλλους λίθους που παρευρίσκονταν, πήρε μια ακόμη γουλιά από το δροσερό νερό και σηκώθηκε όρθιος.Όρμησε στο αμείλικτο φως του Αιγαίου με τη βεβαιότητα μιας κατάδυσης στο χρόνο, που άξιζε τον κόπο, περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλην.Μετά πήρε ξανά την κατηφόρα… Μέχρι τέλους! Μέχρι τα κύματα…

(Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 38ο, καλοκαίρι 2014)   

Των άλλων

Η μέρα ξύπνησε.
Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της
και είδε τον κόσμο
ακόμη πλαγιασμένο μέ όνειρα
και μαγγανείες της νύχτας.
Ανέβηκε τα βουνά, στους λόφους γλίστρησε, και χύθηκε στην πολιτεία βιαστική.
Των δρόμων τά φανάρια έσβησε,
σκιές κρυμμένες στις αυλές και στις γωνίες
έπνιξε,
κι άφου μοίρασε στους ανθρώπους
αγωνίες και προβλήματα
εις πέρας νά τη φέρουν τους ανέθεσε.
"Υστερα την απουσία μου αντιλήφθηκε (μιαν ευτυχία διαπραγματευόμουν ακόμα, μέσα στ' όνειρο), τό κλειστό μου άνοιξε παράθυρο και μ' όλο της τό βάρος πάνω μου έπεσε τη διαπραγμάτευση έτσι διακόπτοντας.

(K. Δημουλά)

...και για την  αντιγραφή Κλεάνθης Παππάς