Ελπίδα

H πέννα σου στόμωσε,

ποιητή.

 

Τα δάχτυλά σου

παραμορφώθηκαν

από την αρθριτική

παρακμή.

 

Το μελάνι ξεθώριασε.

Δεν αφήνει πλέον ίχνη

στο χαρτί.

Μόνο σκιές.

 

Λόγος άηχος

όταν ομιλείς.

 

Δεν απέμειναν

παρά μόνο οι αντίλαλοι

των αιώνιων εννοιών σου.

 

Δυο λέξεις:

Ελευθερία.

Ισότητα.

 

Ηγούνται της στρατιάς

των εφήβων ιδεών

και των κρουστών νοημάτων σου,

ποιητή.    

 

Αντίκρυ,

οι κλαγγές των βαρύτιμων νομισμάτων

και η βοή των φθηνών τηλεκοντρόλς.

 

Εκεί θα δοθεί η ύστατη μάχη!

 

Κι η στομωμένη πέννα σου,

ποιητή,

θα γίνει ξανά λάβαρο

των Νέων.

 

Τώρα,

κοιμήσου ήσυχος!

Δεν λείπουν

τα καινούρια στιχάκια σου.

 

Η γενιά,

που θα φέρει όσα έχεις επαγγελθεί,

έφτασε!  

Η άφιξη

Σε λίγο θά ‘ρθεις!

Μόνη!

Αποσκευές

το σώμα και τα μάτια σου.

 

Θα τα ανοίξεις βιαστικά

για να βγάλεις τα είδη πρώτης ανάγκης

και να τα κρεμάσεις

στο καρφί στον τοίχο.

 

Μετά θα σηκώσεις

τα βιβλία σου

και θα τα ακουμπήσεις

πάνω στο φτηνό τραπέζι.

 

Μια λάμψη προσμονής,

που ήταν διπλωμένη

κάτω απ’ τις αποθυμιές μας

θα βγει

-μάλλον τυχαία-

στην επιφάνεια.

Θα κάνεις ότι δεν την είδες

και θα ξανακλείσεις γρήγορα

τη μεγάλη τσάντα

-ήρθες, βλέπεις, για πάντα!

 

Μη στεναχωριέσαι!

Και μη λυπάσαι για ό,τι χάσαμε!

 

Απομένει το μέγα έργο μας…

 

Να μοιραστούμε το τέλος!  

 

 

Αριστερά

 

Η κόψη εκείνου του ξυραφιού

ήταν τόσο οξεία,

που κατακρεουργούσε

τις ιδέες μας.

 

Έμενε, όμως, ο ήχος

μιας διαδήλωσης…

 

…που γνώριζε

ότι είχε αιτήματα δίκαια,

επειδή, ακριβώς,

ποτέ δεν θα ικανοποιούνταν. 

Εν αρχή ην το θέρος 11/6/2018

Ανυπότακτες ώρες

 

Ανυπότακτες ώρες

όταν το σώμα δραπετεύει

απ’ τα δεσμά του νου

και γίνεται εκείνο

πλοηγός…

 

Απρόσμενη άφιξη

στην άκρη του μώλου

ένα κορίτσι γυμνό

και αμακιγιάριστο

σού μιλά…

 

Σε μια γλώσσα ακατάληπτη

αλλά τίποτα απ’ όσα λέει

δεν σού ξεφεύγει…

 

Το δύστροπο όστρακο

τέμνει την πατούσα σου

κι αίφνης

ο κόσμος κοκκινίζει…

 

Όταν το τελευταίο τετραγωνικό χιλιοστό του σύμπαντος

γεμίζει χρώμα

καταλαβαίνεις…

 

Ήταν τα μάγουλα του κοριτσιού

που χώρεσαν τόσο πόθο!

 

Κι εσύ,

δεν μπόρεσες

 να τον αγγίξεις,

από συστολή ή από ενοχές,

…αν και το ’θελε πολύ εκείνη!

 

Παιχνίδια, δηλαδή,

της νοήμονος αφήγησης

του βίου σου.

Η διαμάχη των ιδεών και των συναισθημάτων

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Ο Βάρναλης σ’ ένα συγκλονιστικό ποίημα, ανιχνεύει το μεταφυσικό αδιέξοδο και σαν ορκισμένος κομμουνιστής αποδομεί το μεγαλείο του θείου θανάτου, ακουμπώντας στο ισχυρότερο των ανθρώπινων αισθημάτων: τη λατρεία της μάνας προς το παιδί της.
Μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας ποίησης. Μοναδικές!
Είμαστε τόσο τυχεροί που βρίσκουμε τους στίχους τούτους στη μητρική μας γλώσσα!…

Διαλέγω δύο στροφές που από τότε που τις διάβασα με σημάδεψαν ανεξίτηλα…

Η μάνα του μιλάει στον Χριστό, θρηνώντας τον χαμό του:

«…Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!...

… Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!»

(Ο Βάρναλης απαγγέλλει το ποίημα "Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ" στο: https://www.youtube.com/watch?v=CtPsEMYWXL8)

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ (Όλο το ποίημα)

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.

Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.

Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!

Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

Ανεκπλήρωτος...

 

Λάμνεις πάνω στο κορμί της

γυμνός και κάθιδρος.

 

Σε περικυκλώνει

ο κίτρινος ωκεανός

που σε παγιδεύει μέσα της.

 

Οι αρμοί τρίζουν

προειδοποιώντας

για τις συνέπειες της διαρραγής τους.

 

…αν σπάσουν,

ακυβέρνητος θα μείνεις

στις δίνες…

 

Το τελευταίο κύμα

φέρνει τον θάνατο

του φθαρτού ξύλινου υλικού.

 

Επιστρέφεις

από τη γοερή επιτάχυνση της ανάσας σου.

 

Αναδύεσαι…

 

…στο μουντό τοπίο της ημίφωτης κάμαρης!…

 

Πάντα ανέτοιμος,

αμφιρρέπων επί ξυρού ακμής.

 

Ως συνήθως!

 

Κι έπειτα

αρχίζει ο αμείλικτος καταλογισμός

των σωμάτων…

 

 

 

Κατάχρηση

 

Η χθεσινή μέρα άφησε την τελευταία πνοή της

μέσα σ’ έναν θρίαμβο χρωμάτων!

 

Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της

μας κοίταξε

και ζητιάνεψε να της χαρίσουμε λίγα λεπτά ακόμη…

 

Κι όταν εμείς πρόθυμα τα δώσαμε 

εκείνη δεν μπόρεσε να τα βρει!

 

Πώς να βρεθούν λίγα λεπτά μέσα στον ωκεανό του χρόνου,

αναρωτηθήκαμε…

 

Λεηλατήσαμε όλα τα δευτερόλεπτα στο μερτικό μας.

Αναρμοδίως, λοιπόν, δωρίσαμε χρόνο.

 

Μας έμεινε η ελπίδα

να μην αφαιρεθούν τώρα

από το τάγιο το δικό μας…  

 

 

 

 

 

Η αναπόφευκτη ματαιοδοξία της νιότης

και η αδυσώπητη βεβαιότητα της ωριμότητας

Ξυπνάς, ένα πρωί -μπορεί να ‘ταν και χθες-
και για ένα τόσο δα παιγνίδι του μικρού Χρόνου
έχεις Εσύ τον κόσμο στα χέρια σου...

Μετά η Ώρα περνάει
και με την πρωτη σταγόνα του καφέ στον ουρανίσκο σου
ξέρεις πια...

Άλλος ήταν ο Θεός!
Κι εσύ απλά 
έμεινες με το τραγικό άρμα της γνώσης ανά χείρας...

 

 

 

Προαναγγελία πομπώδης και ειλικρινής

Αποχωρώ
από την εγκόσμια κραυγή
των ασήμαντων ήχων,
αγγελιαφόρων χρέους δυσβάστακτου.

Ο χρόνος 
με μετατρέπει εν τη ρύμη
σε παιδί του τέλους
και των λαβυρίνθων.

Το ύστατο πτίλον
του σώματος
άγεται και φέρεται από τον άνεμο
της αχρησίας.

Αποχωρώ
εις ένδειξη διαμαρτυρίας
για τους ανεκπλήρωτους έρωτες
και προς ενταφιασμό τεθνεώτων ονείρων.

Ο θόρυβος
με ενοχλεί πια,
αν και ξέρω πώς 
να τον υπομένω.

Οι αισθήσεις
μνημεία και, 
μόνον όταν θυμάμαι, 
λειτουργούν.

Αποχωρώ 
από το καθήκον, 
που όρισαν άλλοι
στο όνομά μου.

Μόνη εφηβικότητα
διαβούσα εν τούτοις 
ηχηρώς,
η ελπίδα.

Θα ήταν απρέπεια να απουσιάσω
από το προσκλητήριο των συνειλημμένων 
αλλά ακυοφόρητων 
τέκνων μου.

Αποχωρώ, λοιπόν,
από τις μέριμνες του παρόντος
και όλα θα γίνουν 
στη χαρτωσιά του μέλλοντος.

Θα είμαι εκεί!
Ευθυτενής και κάθιδρος
κόπου αληθείας ένεκεν
επιζητών.

(Ευχαριστώ τη Σοφία μου για το φουτουριστικό γλυπτό που μου έστειλε...)

Η Υπερτάτη του Νοός Αίσθηση...

Είδα 
τις Ακακίες και τα Κυκλάμινα, 
τα Πτηνά των Θαλασσών και των Άνδεων,
τα Αιλουροειδή και τους Ασπάλακες,
τους Ανθρώπους να γελούν και να θρηνούν.

Άκουσα 
τη βοή του Σεισμού και τη βροντή της Καταιγίδας,
το Βιολί και το Τύμπανο,
τον καλπασμό των Αλόγων,
τους Ανθρώπους να μιλούν και να τραγουδούν.

Οσμίστηκα
το Αλάτι και το Ιώδιο των Ωκεανών,
τα Άνθη της Λεμονιάς και τον πνιγμό των Καυσαερίων,
τη Μούχλα στην παλιά Φωτογραφία,
το Δέρμα και τον Λόγο των Ανθρώπων.

Δοκίμασα
τον Καφέ και το Μανταρίνι,
το Λίπος και τα Όσπρια,
τη Μαστίχα και το Ουίσκι,
τα Χείλη της.

Ένοιωσα
την πρωινή Δροσιά και το έγκαυμα του Χιονιού,
τον κνησμό της Τσουκνίδας και της Έχιδνας,
το Χάδι της Μητέρας μου,
τη Μοναξιά.

Αθροίζω τον Βίο μου. 
Λογαριάζομαι με τον Χρόνο
και τον Χώρο,
ευγνωμονώντας
την Υπερτάτη του Νοός Αίσθηση.

Αναιτίως

Οι δρόμοι της πόλης 
έσφυζαν 
από την εκρηκτική απουσία 
των εκδρομέων

Ένα μηχανάκι 
κινητήρας ησυχίας
πέρασε μαρσάροντας
καύσιμα σιωπής

Όταν όλοι γύρισαν
φάνηκε ξεκάθαρα
το αναίτιο 
του θορύβου τους

Το στρίγγλισμα 
των φρένων του λεωφορείου
ξεπάστρεψε
και τις τελευταίες πασχαλιές

Και του χρόνου...

Ανοιξιάτικη ερωτική δικαίωση

Έφυγες, 
χωρίς ποτέ να ήσουν εδώ.
Υπήρχε λόγος; 
Να με κάνεις να πονέσω, 
δήλωσες.
Κι όταν έτρεξα από πίσω σου,
«...γύρνα πίσω 
να δεις το κενό»,
μου είπες.
Έστρεψα 
και είδα το φως του πάθους μου.
Ήσουν εκεί, 
ακόμη και χωρίς να το ήθελες...

Η τελευταία φορά

Ενώπιον του πάθους σου, στήθι,
γυμνός και ατελής
ως θύμα του
ιδανικό και πένθιμο.

Στη Θεά του κάλλους το γόνυ κάμψε!
Καλλίπυγος
και ευσταλής η κόρη
που το εκόμισε.

Εν κατακλείδι, αφέσου στους ορισμούς του!
Κανένας και ποτέ δεν εγνώριζε συναπτά
ότι εκείνη η ερωτική πράξη που βίωνε
θα ήταν η εσχάτη του βίου του…

(Ζευγάρι, Πίνακας του Κονσταντίν Μπρανκούζι, 1916-1920. Παρίσι - Centre Pompidou)

Τρίτη νιότη

Απογυμνωμένος από τα ύστατα επιχειρήματα, 
το κορμί και το συναίσθημα, 
τώρα βαδίζεις στις μεσίστιες αγάπες 

με ελπίδες καθοδικές

Η πειθώ της ρώμης και του κάλλους 
εξέλιπαν
και η ανάγκη επιτίθεται
διεκδικώντας ό,τι απέμεινε

Ανασκουμπώνεσαι 
για την τελευταία υπαρξιακή μάχη
περισσότερο πεισμένος παρά ποτέ 
για τη ματαιότητά της

Αποχωρείς λαβωμένος 
αλλά νικητής!
Με την συντριπτική απορία της επιβολής σου
επί προβλημάτων αναιτίων

Θωρείς τον υπόλοιπο χρόνο σου
ξεχνώντας 
να αναζητήσεις τις απαντήσεις 
που σου λείπουν

Τα επόμενα χρόνια
θα έχουν ενδιαφέρον
μόνον ως προαναγγελίες 
του αναπόφευκτου

Κι όμως! 
Όλ’ αυτά έχουν νόημα
για τους επόμενους
γύρους του χρόνου

Κι αν υπάρχουν αληθινές εξηγήσεις
για ό,τι συνέβη στο δικό σου παιγνίδι
θα τις βρουν 
μόνον όσοι είναι τότε εκεί

…φυσικά, μ’ εσέναν απόντα!

("Παππούς και εγγονός", πίνακας του Νικόλαου Γύζη, 1882, λάδι σε μουσαμά)

 

Εποχή

Αναμένοντας, τόσον καιρό τώρα, τη δικαίωσή σου
επέδραμε η συνθήκη της αναιτιότητας.
Όσο δίκιο κι αν σήκωναν τα έργα σου, 
ο λόγος τους εξέλιπε.

Μένεις τώρα στη σιωπή
μιλώντας ακατάπαυστα
για τα επιχειρήματα υπέρ ιδεών παλιών.

…Κι ύστερα μια κίτρινη ανοιξιάτικη πεταλούδα
μπαίνει απ’ το παράθυρο και σαρώνει
τον πηχτό αέρα του δωματίου!

Οι εποχές, τελικά, δεν είναι προϊόν του χρόνου
αλλά των σκέψεων…

Μαρτυρίες

Εκείνες τις μεγάλες ώρες
στα πρόσωπα των ειδωλίων του πάθους σου
σχηματιζόταν 
ένα παράξενο χαμόγελο.

Καθώς ξεπεταγόσουν 
από τα υγρά σεντόνια
τα ειδώλια
ήταν πάντα εκεί!

Καταγραφείς ηδονών,
μετρητές πόθων,
αδέκαστοι κριτές
ειλικρίνειας.

...κι εσύ καμωνόσουν 
πως δεν τα έβλεπες...

....................

«Να περιτριγυρίζεσαι πάντα από αυτούς που αγαπάς», ήταν η ευχή της.
...Κι εκείνος απλά ήθελε να περιτριγυρίζεται από ανθρώπους που τον αγαπούν

Παρουσία

Φεύγοντας
αφήνεις πίσω τη σκόνη της ύπαρξής σου,
ριπές από οσμές του σώματός σου
και ρινίσματα ιδεών
σκαλωμένων στον ατελή λόγο σου

Κι όσο ο χρόνος βολτάρει κάπου εκεί
τα ίχνη σου αρχίζουν να ξεθωριάζουν
σαν τις πατημασιές στην κυματισμένη ακτή
της ηπείρου που λέγεται βίος
-ο δικός σου βίος

Την επόμενη φορά
θα ακουστείς καλύτερα
και πιο καθαρά!

Έχεις τόσα ακόμη να ανακαλύψεις! 
Κι άλλα τόσα να πεις!

Σε περιμένουν οι Ερινύες
αν σιωπήσεις. 
Ο λόγος σου είναι ό,τι είσαι…

…γιατί οι εικόνες ξεθωριάζουν τόσο γρήγορα
κι ο αχνός σου εξυψώνεται σε στάχτη
που την πήρε ο αφρός της εντύπωσης.

Λογύδριο…

Εκείνο το σούρουπο είχε πια πάρει τις αποφάσεις του!

Ντύθηκε με το καλό του κοστούμι
και βγήκε στο μπαλκόνι.

Απάγγειλε τους λόγους του 
και βούτηξε στο κενό. 
Σίγουρος για τις επιλογές του!

Γνώριζε πια την αλήθεια πολύ καλά!
Είχε αποτύχει σε όλα… 
...Και μόνο μια ηρωική πράξη
-ένα ακραίο περιστατικό-
θα διασκέδαζε τις εντυπώσεις.

Πέφτοντας,
αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, θυμήθηκε τη μυρωδιά της Σοφίας
και κατάλαβε πως πάλι λάθος είχε κάνει…

Chat room

Στίχοι και ίαμβοι
δεκαπεντασύλλαβες ανάσες
ιδεών.
Μονοσήμαντες και δραματικές,
οργισμένες και αμφίσημες
έννοιες.

Σκοποί ιχνηλασίας των υπάρξεων
συχνά άνευ άλλων εκφραστικών
λόγων.
Με παραπομπές ευκαιριακές,
έτοιμες και επιφανειακές
στο πουθενά.

Εκεί ψάχνεις την επαφή
που ποτέ δεν ήρθε
όπως την περίμενες.
Τώρα μόνος
χτυπάς τα πλήκτρα
της γνώμης σου…

…ξέροντας πως δεν έχει καμιά σημασία.
Μόνος! Σε διαλόγους με τον εαυτό σου
-κι όμως- ψυχρούς!

Ο πίνακας "Οι Διόσκουροι" είναι του Νίκου Εγγονόπουλου

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2015

 …εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου…

 Οι «παγκόσμιες ημέρες» και οι επέτειοι κουβαλάνε μαζί τους κάτι το βαρύγδουπο.

Η ποίηση, αντίθετα, είναι ύμνος στην απλότητα των νοημάτων.

 Λίγοι στίχοι αρκούν!

 ΨΑΛΜΩΔΙΑ ΕΝ ΠΛΩ

 Χορηγία αρχιπελάγους

οι αφρούρητοι άνεμοι

 

η αχείμαστος προοπτική

                 του ορίζοντα.

 (Από την ποιητική συλλογή του Θανάση Βενέτη «Κυρίως με φως», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΒΕΙΡΟΣ – Αθήνα 1989)  

(Αναρτήθηκε στο facebook στις 21-3-2015)

Αθέλητη πολιτική ποίηση δεν υπάρχει

Τάσος Παππάς

Σε μια χαμένη φυλή

Τί κι αν σήμερα δεν είναι τότε!

Ο δεύτερος πατέρας μου -ο Ποιητής Τάσος Παππάς- πριν από χρόνια πολλά…

Έγραψε…

ΣΕ ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΦΥΛΗ

Γνώρισες μια Φυλή σφαγμένη απάνου
Στην πέτρα και το μύθο της˙ μεσ’ στη
χαράδρα του καιρού, αντηχεί η βροντή
του τελευταίου της πένθιμου τυμπάνου,

Περ’ από τους τροπικούς! Η μνήμη εκείνη
που χαραδρώνει το αίμα-εφιαλτική
κοιλάδα της φυγής σου-έχει βαθύνει
σαν μια πληγή τη γη σου-όλη τη γη!

Στων βουβαλιών το πέρασμα, βαριά
πατήματα των μύθων, μεσ’ στη μνήμη
βουλιάζουν των καιρών˙ πιασμένο αγρίμι
στα δύο ημισφαίρια σφαδάζει η Λευτεριά,

Σε τροπικούς παράλληλους˙ μα ποιος
είν’ ο ορισμός της φρίκης μεσ’ στη νίκη!
Κάτω απ’ τον ίδιο ασπάλαθο ο σκορπιός
ζευγάρωσε τη μνήμη με τη φρίκη!

Κι’ αν στάξει εδώ, στου βράχου τη σχισμή,
λίγο νερό από τ’ άστρα-αν ξεδιψάσεις,
θα σπάσει σ’ άλλα πρίσματα η γραμμή
των οριζόντων, η άπλα της θαλάσσης!

Με το αίμα σου σφραγίζεις τη διαθήκη
σ’ αυτούς που ακολουθούνε βιαστικοί!
Χρυσή Κοιλάδα, ελεύθερη βοσκή,
που η Ποίηση κι’ ο Θάνατος σού ανήκει!

(Το ποίημα του Τάσου Παππά "Σε μια χαμένη φυλή" συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή του ποιητή "Στη σκιά του Αιγόκερω" - Εκδόσεις "ΠΥΡΑΜΙΣ" - ΑΘΗΝΑ 1976) 

Ατελέσφορη αναζήτηση

(Για όσους χάνονται νωρίς και άδικα…)

 

Ορεινός αναβάτης αναζητώ στις κορφές

τους κνησμούς της μιας ζωής μου 

που δεν ήταν ποτέ

παρούσα

 

(Γράφτηκε στο ορειβατικό καταφύγιο Καλλιδρόμου την Άνοιξη του 1979)

(Αναρτήθηκε στο facebook στις 16-3-2015, με αφορμή τον χαμό του Βαγγέλη Γιακουμάκη)    

Του τέλους

Ρέκβιεμ

Δεν θέλω φωτογραφίες!
Ασπόμαυρες ή έγχρωμες, κλέβουν τη στιγμή.
Ούτε σκίτσα θα ανεχτώ! (Να ΄μαι ξηγημένος μαζί σας).
Τραγούδια και ήχους, ναι! Θέλω.
Επιζητώ το θόρυβο του παρελθόντος.
Όμως, μην τολμήσετε να χαράξετε λέξεις πάνω στην πέτρα.
Οι λέξεις δεν ζουν μέσα στην παγωμένη ύλη της νεκρής φύσης.
…Μνήματα ιδεών.
Τάφοι εννοιών…
Μιλήστε μεταξύ σας. Μουρμουρίστε κάτι ασήμαντο για μένα.
Στρίψτε το τελευταίο μου τσιγάρο και οσμιστείτε το.
Κοιταχτείτε μεταξύ σας και απορήστε: Άξιζε τον κόπο;
Τέτοιο τέλος θα ‘θελα!
Κι ύστερα, αφήστε με επιτέλους μόνο
και τραβήξτε για το καφενείο της πλατείας.
Μέσα στους ρηγάδες θα βρείτε τον λόγο μου.
Μια παρτίδα πρέφα ήμουν.
Κάτω απ’ τα παμπάλαια πλατάνια.

(Στη φωτογραφία: Το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας κοντά στο χωριό Βάστα της Μεγαλόπολης Αρκαδίας)

Χρήστος Οικονόμου

(Αδημοσίευτο -

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10205400542194391&set=a.10203717279313871.1073741827.1274573556&type=1)

Της αγάπης

Αγκαλιασμένο βρέθηκε

προϊστορικό ζευγάρι

στον Διρό

 

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

(Κωνσταντίνος Καρυωτάκης)

http://news.in.gr/culture/article/?aid=1231385221

Κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρια

(Κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρι
κι ύστερα για το δάκρυ μου μιλάς
Πώς να στολίσω τα νερά;
Πώς να μιλήσω στ' άστρα;
Κι ύστερα μου μιλάς για κάποιο αστέρι
κι ύστερα για μιαν άνοιξη μιλάς
Φέρε μου πίσω την αυγή
και πάρε μου την νύχτα
Κι ύστερα μου μιλάς για τα τραγούδια
που γίναν περιστέρια και φωτιές
Έφυγαν μες στο δειλινό
και πια δεν θα γυρίσουν)

(Δημήτρης Ιατρόπουλος)

(Τραγούδι Λάκης Παππάς)

-----------------------------------------------------------------------------------

"...να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δώ την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια..."

Κικη Δημουλά, "Σαν να διάλεξες", από την ποιητική συλλογή "Η εφηβεία της λήθης", 1994