Το ΚΙΝΑΛ και η προσχώρηση

στον νεο-φιλελευθερισμό

Προχθές (20/11/2018) η κυρία Γεννηματά παρουσίασε σε ειδική εκδήλωση τις προτάσεις που κατέθεσε, ως σχέδιο νόμου, το ΚΙΝΑΛ για να ξεπεράσει οριστικά η Ελλάδα την κρίση και να μπει σε τροχιά ανάπτυξης. Προφανώς, πρόκειται για την εναλλακτική πρόταση οικονομικής πολιτικής, με την ευκαιρία κατάθεσης του προϋπολογισμού της κυβέρνησης στη Βουλή. Προϋπολογισμού, που εξακολουθεί να φέρει βαρύ το ίχνος σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής, παρ’ ότι είναι ο πρώτος προϋπολογισμός  μετά τα μνημόνια.   

Διάβασα τις προτάσεις Γεννηματά προσεκτικά!

Ούτε μία απ αυτές δεν θα μπορούσε, ακόμη και με πολύ ευρύ πνεύμα, να θεωρηθεί παρέμβαση ανακατανομής του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων!

Η πρόταση είναι σειρά μέτρων ενίσχυσης των επιχειρήσεων, με την προτεινόμενη κοινωνική πολιτική καθ’ ολοκληρία να εξαντλείται σε επιδοματικές λύσεις προστασίας των αδυνάμων.

Μόνη δίοδος για τη βελτίωση του εισοδήματος των αδυνάμων, πρώτα να ενισχυθούν οι επιχειρήσεις και κατόπιν, αν επανεπενδυθούν τα αυξημένα κέρδη τους (για τα οποία, σημειωτέον, σε κανένα σημείο η πρόταση Γεννηματά δεν αναφέρεται σε κάποια δεσμευτική υποχρέωση επανεπένδυσης αυτών των αυξημένων κερδών) θα απομείνουν υπολείμματα για τους φτωχότερους, και μόνο μέσω της προσδοκώμενης αύξησης της απασχόλησης.

Ναι, μέρος της μεσαίας τάξης θα ωφελούνταν από την οικονομική πολιτική Γεννηματά, κυρίως με τις προτεινόμενες μειώσεις σε εισφορές και φορολογία. Όμως, οι φτωχότεροι (και πέραν των επιδομάτων, δηλαδή με πολιτικές επανένταξής τους στην παραγωγική και κοινωνική διαδικασία), παραμένουν στα αζήτητα του ενδιαφέροντος του ΚΙΝΑΛ.        

Πλήρης συνενοχή στη λογική της ευρωπαϊκής συντήρησης και των υπολειμμάτων του «σοϊμπλισμού», που ποινικοποιούν πολιτικά κάθε απόπειρα ενίσχυσης του εισοδήματος των αδυνάμων και στήριξης του κοινωνικού κράτους, με παρεμβάσεις επενδυτικού βάθους. Και σαφής προσχώρηση στη λογική των κοινωνιών με «υπαρκτούς» και «ανύπαρκτους» πολίτες, με τους πρώτους παρόντες στις εξελίξεις και τους δεύτερους αφανείς κάτω το εξευτελιστικό επιδοματικό δίχτυ (κλασσικό στοιχείο του νεο-φιλελευθερισμού, που μόνο τις ενοχές των πρώην σοσιαλδημοκρατών και νυν «καρα-δεξιών» συστημικών δυνάμεων έρχεται να καλύψει), που προσβάλλει  βάναυσα το πνεύμα και το γράμμα των θεμελιωδών ευρωπαϊκών αρχών κοινωνικής αλληλεγγύης και εξασφάλισης ισχυρού κοινωνικού κράτους για τους αδύναμους.

Η πρόταση οικονομικής πολιτικής του ΚΙΝΑΛ, ερμηνεύει απολύτως και με ξεκάθαρους πολιτικούς όρους (και όχι με προσφυγές σε επικοινωνιακού τύπου αντιπερισπασμούς και υπό το καθεστώς του συμπλέγματος ανωτερότητας του ΚΙΝΑΛ), γιατί δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η ηγεσία Γεννηματά.

Η προσχώρηση στη «σούπα» μιας οικονομίας που δήθεν δεν προσδιορίζεται από ταξικές αναφορές -και μάλιστα, κατά κύρια συνάρτηση με τις προτάσεις της ως προς τον τρόπο κατανομής του πλούτου μεταξύ των κοινωνικών τάξεων προσδιορίζεται ιστορικά και η πολιτική ταυτότητα κάθε πολιτικής παράταξης, ως αριστεράς ή δεξιάς, ως προοδευτικής ή συντηρητικής- είναι η τελική εγκατάσταση του ΚΙΝΑΛ στον χώρο του νεο-φιλελευθερισμού. Που φυσικά δεν μπορεί να είναι αριστερά, ουδέ καν κέντρο, αλλά καθαρή πολιτική δεξιά!        

Με μπαλιές στην πολιτική εξέδρα (όπως η υπόθεση Σημίτη, με την αηθέστατη προσπάθεια να συγκριθεί η σκευωρία του 1989 κατά του ιδρυτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με τα σημερινά), δεν επαναπροσεγγίζονται κοινωνικές ομάδες, που έχουν χαθεί. Με τέτοιες πολιτικές, άντε το πολύ-πολύ να συσπειρωθεί η μικρή δύναμη που έχει απομείνει, για να διασωθεί για λίγο καιρό μια αποτυχημένη ηγεσία.

Αλλαγή πολιτικής χρειάζεται για να ανακτηθούν απολεσθέντες κοινωνικοί χώροι και όχι αλληλο-κολακίες βαρονιών, που έκαναν την παράταξη κεντρο-αριστερό κωμειδύλλιο!  

 

 

 

Γιατί οι περικοπές στις συντάξεις

μόνο να καταργηθούν μπορούν! 

(To μεγαλύτερο περιστατικό fake news είναι ελληνικό…)

Πρόκειται για το μεγαλύτερο περιστατικό fake news στην ιστορία! Και, ναι, είναι ελληνικό, διαρκεί ήδη 3 μήνες και δεν θα με παραξένευε να παρατεινόταν ακόμη και μετά την κατάληξη του θέματος νέων περικοπών, ή όχι, στις συντάξεις από 1/1/2019. Γιατί αυτό είναι το μεγαλύτερο fake news στον κόσμο: Το εάν θα περικοπούν οι συντάξεις στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο, ή όχι, καθώς και το πώς θα περικοπούν!...

Όλα ξεκίνησαν την επόμενη της ημέρας επιτυχούς ολοκλήρωσης του 3ου μνημονίου, κατά την κοινή δήλωση Ελλάδας και ευρωπαίων δανειστών της στα μέσα του περασμένου Αυγούστου, δηλαδή, ήδη, το θέμα χρονικά έχει σπάσει παγκόσμιο ρεκόρ διατήρησής του στην επικαιρότητα! Μιλάμε δε εδώ για την έξοδο από τη μνημονιακή εποχή, που δεν αμφισβητείται σε κανένα μέρος του πλανήτη παρά μόνον στον παράξενο φανταστικό κόσμο της ελληνικής αντιπολίτευσης, η οποία διάγει ήδη στο 4ο μνημόνιο…

Έκτοτε, από την πρώτη κιόλας μέρα, δηλαδή, της εξόδου από την ασφυκτική και βάρβαρη επιτροπεία που διήρκεσε 8 χρόνια, άνοιξε η συζήτηση διερεύνησης του εάν και κατά πόσο θα μπορούσε να παραμεριστεί η εξόφθαλμα λανθασμένη αναπτυξιακά και αχρείαστη δημοσιονομικά περαιτέρω μείωση των συντάξεων. Επιλογή που είχε συμφωνηθεί με τους δανειστές για να κλείσει μια από τις λεγόμενες μνημονιακές «αξιολογήσεις», λαμβανομένου υπόψη ότι τότε διατηρούσε λόγο στα πράγματα το ΔΝΤ. Πολύ φυσικό ήταν, επομένως,  με τα νέα δεδομένα (δηλαδή τον παροπλισμό του ΔΝΤ σε ό,τι αφορά τη διατύπωση γνώμης -βαρύνουσας, μάλιστα- για την ελληνική «διάσωση»,  αλλά και την ανάκτηση σημαντικού μέρους της ελληνικής κυριαρχίας για τη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής της χώρας) να εξεταστεί η ακύρωση του μέτρου περαιτέρω περικοπής στις -ήδη λεηλατημένες από τις παλιότερες ανάλογες μειώσεις- συντάξεις.

Η αρχική μορφή του fake news ήταν οι πληροφορίες από «έγκυρες ευρωπαϊκές πηγές» ότι δήθεν ακύρωση του σκληρού μέτρου δεν μπορεί να γίνει και πρέπει  να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα. Ακολούθησε ένας δεύτερος γύρος, από «έγκυρες πηγές του ΔΝΤ» αυτή η φορά, ότι το Ταμείο δεν έχει χάσει τον βαρύνοντα λόγο του μετά την ολοκλήρωση του μνημονίου και επιβάλλει αυτό την εφαρμογή του μέτρου.

Ωστόσο, καθώς πέρναγαν οι μέρες και αποκαλυπτόταν ότι τυχόν αναστολή του λανθασμένου μέτρου ήταν και τυπικά δυνατή και ουσιαστικά σκόπιμη, άλλαξε το βιολί των fake news! Τότε έκανε την εμφάνισή του η δήθεν εκτίμηση ξανά των ίδιων  «έγκυρων πηγών» ότι το μέτρο ήταν αναγκαίο, διαφορετικά οι αγορές θα εξελάμβαναν την ακύρωσή του ως κριτήριο απροθυμίας της Ελλάδας να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και θα απέκλειαν τη χώρα μας από τις αγορές. Ακολούθησαν αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας και αλλεπάλληλες δηλώσεις ελληνικών και ευρωπαϊκών αξιωματούχων που τεκμηρίωναν γιατί δεν υπάρχει για την Ελλάδα ένεκα τέτοιου λόγου θέμα προσβασιμότητάς της στις αγορές. (Ναι, την ώρα που η παγκόσμια οικονομική κοινότητα ασχολιόταν με την περιπέτεια του ιταλικού προϋπολογισμού, υπήρχαν ελληνικοί «έγκυροι κύκλοι» και «αναλυτές», που υποστήριζαν ανερυθρίαστα ότι αν δεν κόβονταν κι άλλο οι συντάξεις στην Ελλάδα, η ευρωζώνη και η χώρα μας θα αντιμετώπιζαν προβλήματα!...)    

Κάπου εκεί (δηλαδή ακριβώς η στιγμή που η αντιπολίτευση εκτιμούσε το κόστος του 2015 από 100 έως 200 δισ. ευρώ, στην ακριβέστερη και εγκυρότερη στην παγκόσμια ιστορία των οικονομικών επιστημών μέτρηση), τα fake news ξεσπάθωσαν! Σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί στοιχειώδης έστω αξιοπιστία στην αέναη ψευδολογία, επιστράτευσαν άλλες δήθεν εκδοχές. Μεταξύ άλλων, η πληροφορία (φυσικά πάντα από τις ίδιες «έγκυρες πηγές») ότι το μέτρο δεν θα ακυρωνόταν, αλλά θα …αναβαλλόταν!

Πέρασαν έτσι μερικές εβδομάδες ακόμη, και όταν κι αυτό κατέπεσε απολύτως, ήρθε η νέα γενιά fake news: Η Γερμανία δεν μας αφήνει να ακυρώσουμε το μέτρο!

Λίγες μέρες αργότερα, ο Τσίπρας πήγε στη Γερμανία με κάποια άλλη αφορμή και, μεταξύ άλλων, συναντήθηκε με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, Όλαφ Σολτς. Αμέσως μετά τη συνάντηση αυτή οι «έγκυρες πηγές» δούλεψαν (απλήρωτη) υπερωρία και μας πρόφτασαν τα τελευταία νέα: Θα ακυρωθεί το μέτρο …αλλά δεν θα ακυρωθεί για τις υψηλές συντάξεις!

Ε, μέχρι και ο Σολτς έσκασε! Διάψευση κατάμουτρα!    

…και κάπως έτσι φτάσαμε ως εδώ, και ενώ απέχουμε λίγες μέρες από την επίσημες αποφάσεις, που θα δούμε την τελική μορφή τους!

Αυτό που κυρίως εξοργίζει είναι ότι όλος αυτός ο ποταμός ψεύδους αφορά σε ανθρώπους που κατά κύριο λόγο επλήγησαν από τα λανθασμένα μνημόνια! Δεν τους σεβάστηκαν ούτε ένα λεπτό, τόσους μήνες τώρα,  οι προαγωγοί της συντεταγμένης ψευδολογίας! Δεν μέτρησαν τις αγωνίες που προκαλούσαν τα fake news που διέδιδαν.

Αυτό που προξενεί κατάπληξη -και φυσικά μιλώ ειρωνικά, διότι γνωριζόμαστε καλά σ’ αυτόν τον τόπο- είναι γιατί τέτοια επιμονή σ’ ένα παρατεινόμενο ψεύδος, όταν προφανώς παράγεται από τέτοια ψέματα τεράστια κοινωνική ανησυχία και αντικειμενικά δημιουργούνται δυσκολίες στην προσπάθεια να αποφύγει  η Ελλάδα  μια λανθασμένη κίνηση -αυτή της ακόμη μεγαλύτερης  μείωσης των συντάξεων!

Όμως, θα αρκούσε μια επιφανειακή ματιά στους ίδιους τους παραγωγούς των fake news, για να απογυμνωθούν οι προθέσεις τους. Κι ακόμη περισσότερο -κι αυτό ανάμεσά μας, δηλαδή ανάμεσα στους δημοσιογράφους, είναι πολύ χειρότερο- αποκαλύπτονται και τα συγκεκριμένα πρόσωπα που διακινούν το ψεύδος!

Η τσίπα που έχει χαθεί απολύτως, ωστόσο, απ’ όλους αυτούς, δεν τους προστατεύει έστω από τη στοιχειώδη υποχρέωση που θα έπρεπε να αισθάνονταν πως έχουν, όταν κάνουν την παλιο-δουλειά μας: Να βρουν τουλάχιστον στηρίγματα σε κάποιες βασικές πτυχές της υπόθεσης επί της οποίας ψευδολογούν ασύστολα, για να δομηθεί αληθοφάνεια, έστω, βρε αδελφέ!

Αν το έκαναν, θα είχαν αποφύγει την αυτο-γελοιοποίησή τους, διότι απλά το μέτρο πρόσθετων περικοπών στις συντάξεις, για τυπικούς λόγους, ποτέ δεν θα μπορούσε να τύχει μερικής εφαρμογής ή αναβολής εφαρμογής του. Δηλαδή τα σενάρια αυτά ήταν εξ αρχής αστεία! Και τούτο, επειδή οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις έχουν ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή, και νόμος στη χώρα μας δεν καταργείται παρά μόνο με νεώτερη ισόκυρη διάταξη. Δηλαδή, για να γίνονταν όσα μας παραμύθιαζαν τόσους μήνες τώρα, θα έπρεπε η ελληνική Βουλή με δική της ψήφο να επιβεβαιώσει όλα αυτά τα σενάρια που μας έλεγαν τα fake news. Και για τους στοιχειωδώς αντιλαμβανόμενους την εγχώρια πολιτική πραγματικότητα, αυτό δεν θα γινόταν σε καμιά περίπτωση! Απλά όλ’ αυτά, δηλαδή, ήταν «όνειρα» της αντιπολίτευσης για να υφίστατο η κυβέρνηση μία ήττα σ’ ένα πολύ σημαντικό πεδίο, με τις εκλογές να επίκεινται!  

Αλλά τόση μικροπολιτική, πια, και με προνομιακά θύματα αδύναμους αγωνιώντες πολίτες που έχουν καίρια πληγεί από τις αστοχίες των μνημονίων, γεννά και ένα άλλο ζήτημα: Πρόκειται για την πολιτική αήθεια από μεριάς πολιτικών παρατάξεων -που φιλοδοξούν, μάλιστα, να κυβερνήσουν και τον τόπο- και έχοντας αποφύγει ακόμη και να βάλουν λίγη πλάτη στην προσπάθεια να μην περικοπούν οι συντάξεις μιλώντας στις πολιτικές ομάδες στις οποίες ανήκουν στην Ε.Ε., κλείνονται στα γραφεία τους και επιχαίρουν μυστικά για το ενδεχόμενο να πληγεί πολιτικά η κυβέρνηση και να ωφεληθούν εκείνοι, ακόμη κι αν οι συνέπειες της εν λόγω κυβερνητικής ήττας θα ήταν να χυθεί ακόμη περισσότερο κοινωνικό αίμα μνημονιακής προέλευσης.

Ίχνος ντροπής! Φευ!   

 

 

 

Σκοπιανό και κυβερνητική σταθερότητα:

Όχι άλλο κάρβουνο!

Εκεί ακριβώς, λοιπόν, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε παγιδευτεί στα σχοινιά του πολιτικού ρινγκ λόγω της κυρίας Σπυράκη αλλά και της επαμφοτερίζουσας και ενοχικής -προσωπικά και παραταξιακά- στάσης του στο σκοπιανό, ήρθε ο Πάνος Καμμένος και μέσα σε λίγα λεπτά αντέστρεψε τη δύσκολη θέση της αντιπολίτευσης σε εντυπωσιακό κυβερνητικό αυτογκόλ. Πέραν αυτού -και κυρίως- συνέβαλε στην αλλαγή της διεθνούς εικόνας της χώρας από παράγοντα σταθεροποίησης των γεωπολιτικών  πραγμάτων σε μια ρευστή περιοχή άμεσου ενδιαφέροντος της Ελλάδας (και ανεξαρτήτως του εάν κάποιος έχει θετική γνώμη για τη συμφωνία των Πρεσπών, ή όχι), σε παίκτη δυνητικής αποσταθεροποίησης.  

Το θέμα είναι γνωστό και δεν χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε τα στοιχεία του, …άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά!...

Μόνο που τούτη η φορά δεν είναι ίδια με τις άλλες, απ’ όποια πλευρά κι αν το δει κανένας!

Γιατί; Διότι:

1. Μέχρι τώρα, η παραταξιακή θέση των ΑΝ.ΕΛ. (για την οποία, σε συνθήκες σοβαρού δημόσιου διαλόγου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη κοινοτυπία από το να επαναλαμβάνεται η δήλωση ότι δικαιούται να την έχει) δεν ήταν σημείο αναφοράς της κυβερνητικής πολιτικής. Μάλιστα, θεμελιώδης όρος της σύμπραξης των δύο κυβερνητικών εταίρων ήταν ακριβώς να μην καταστεί το σκοπιανό αντικείμενο ενδοκυβερνητικού διαλόγου, τουλάχιστον έως την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων της πΓΔΜ έναντι της Ελλάδας, όπως αυτές απορρέουν από τη συμφωνία των Πρεσπών. Έτσι, εκείνο που απέμενε να αξιολογείται ήταν εάν και κατά πόσον με διαφωνία κυβερνητικών εταίρων σε μείζον θέμα εξωτερικής πολιτικής μπορεί να νοείται δεδηλωμένη (ακόμη κι αν διευκρινίζεται απερίφραστα ότι αυτή δεν αμφισβητείται). Εν προκειμένω, επί πλέον, τονίζεται ότι η κυβέρνηση είχε μάλλον κερδίσει αυτήν την πολιτική μάχη, με τη μεγάλη μερίδα συνταγματολόγων, αναλυτών αλλά και της κοινής γνώμης να απορρίπτει την εκδοχή Μητσοτάκη-Γεννηματά ότι τίθεται θέμα αμφισβήτησης της δεδηλωμένης.

2. Ωστόσο, η παρουσίαση πρότασης (plan B ή ο,τιδήποτε άλλο) από μέλος του υπουργικού συμβουλίου, έναντι εγκεκριμένης επισήμως και με όλους τους τύπους κυβερνητικής πολιτικής, σε αλλοδαπούς αξιωματούχους του υψηλότατου επίπεδου και κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης στο πλαίσιο διμερών διακρατικών σχέσεων, δεν είναι προσωπικές απόψεις και δεν δεσμεύουν μόνον τον φέροντα, όσο κι αν εκ των υστέρων προσπαθεί ως «σκιά-υπουργού» να «μαζέψει» την αήθεια. Δεσμεύουν τη χώρα! Και ο μόνος τρόπος να αρθεί αυτό είναι με νεώτερη σαφή δήλωση!

3. Όσο η αντι-πρόταση (plan B, όπως θέλετε πείτε το) δεν αίρεται ρητώς, δηλαδή όσο ισχύει ως «μέρος» της κυβερνητικής πολιτικής, αυτομάτως τίθεται θέμα δεδηλωμένης, αφού 2 πολιτικές γραμμές σε μια ενιαία κυβέρνηση δεν είναι νοητές. Είτε οι δύο διαφορετικές γραμμές προκαταβολικά θα έχουν πολιτικά συμφωνήσει σε τί κάθε πλευρά θα υποχωρήσει από τις θέσεις της, ώστε να είναι νοητό το ελάχιστο δυνατό πλαίσιο κοινής συλλογική δράσης των εταίρων, είτε διαφορετικά, δηλαδή χωρίς αυτό, η δεδηλωμένη μπορεί να αθροίζεται αριθμητικά αλλά δεν τεκμαίρεται πολιτικά. Επομένως είναι προσχηματική! Η κυβέρνηση στην Ελλάδα -αλλά και σ’ όλον τον δημοκρατικό κόσμο- αποφασίζει συλλογικά αλλά δρα ενιαία. Και έχω την εντύπωση, αν και δεν είμαι νομικός, ότι ακόμη και η ρητή δημόσια δήλωση κομμάτων,  βουλευτές των οποίων έχουν την πλειοψηφία στη Βουλή, ότι στηρίζουν μια κυβέρνηση, θα πρέπει να κάμπτεται όταν έργω η κυβερνητική συνοχή βάλλεται. Φρονώ, δηλαδή, ότι το λιγότερο που θα μπορούσε να γίνει για την αποκατάσταση της κυβερνητικής σταθερότητας, με όρους επαλήθευσης αναμφίβολης δεδηλωμένης, θα ήταν να ενεργοποιηθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος κατόπιν πρόσκλησης στους κυβερνητικούς εταίρους καλείται να διαπιστώσει όχι γενικώς εάν στηρίζουν ή όχι την κυβέρνηση, αλλά πλέον εάν επί του συγκεκριμένου θέματος (του σκοπιανού), είναι διατεθειμένοι να υποστηρίξουν την αποφασισμένη κυβερνητική πολιτική, και αν όχι -το λιγότερο ανεκτό- να απόσχουν απολύτως από δημόσιες δηλώσεις διαφοροποίησης. Πολλώ δε μάλλον να δεσμευτούν ότι δεν ισχύουν ως «μέρος» της κυβερνητικής πολιτικής, όσα είπε ο κ. Καμμένος στις Η.Π.Α.. Αυτό καλείται να διαγνώσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και  να πράξει αναλόγως. Αν δεν συντρέξουν τα παραπάνω, οφείλει να καλέσει τον αρχηγό του πρώτου σε δύναμη κόμματος στην παρούσα Βουλή για να τού αναθέσει διερευνητική εντολή.      

Αυτά με τα τυπικά!

Ως προς την πολιτική ουσία:

- Πρόκειται για κορυφαία αήθεια με καθαρά προσωποποιημένο απαξιωτικό χαρακτήρα κατά του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος προσωπικά περιβάλλει με το κύρος του τη συμφωνία των Σκοπίων,

- Πρόκειται για σαφή πρακτική αποστασιοποίηση, θεσμική και επίσημη, από συμπεφωνημένο (και ανανεωμένο πρόσφατα) πλαίσιο πολιτικής,

- Αποτελεί ζήτημα χρήζον άμεσης πολιτικής διευκρίνισης και διευθέτησης, που δεν μπορεί  να παραταθεί παρά για λίγες ακόμη ώρες, αλλιώς η διακυβέρνηση της μετα-μνημονιακής Ελλάδας παγιώνεται με όρους αστάθειας, με όλες τις συνέπειες,

- Αδυνατώ να δω πώς ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του με τέτοια δεδομένα,

- Αρνούμαι να αποδεχτώ ότι -εφ’ όσον το σκοπιανό κατέστη θέμα συνδεόμενο ευθέως με την κυβερνητική σταθερότητα με επιλογή του κ. Καμμένου- είναι πολιτικά νοητό να το αντιπαρερχόμαστε με προσφυγή στις μετα-μνημονιακές ανάγκες της Ελλάδας (καθ’ όλα αντιληπτές κατά τα άλλα). Είτε ο κ. Καμμένος εν συναισθήσει ότι απειλείται και αποσταθεροποιείται η μετα-μνημονιακή πορεία ενήργησε, είτε έχει το πολιτικώς ακαταλόγιστο, οπότε και ο πρωθυπουργός υποχρεούται να τον αντικαταστήσει!

Όλα τα τελευταία είναι υποθέσεις που αφορούν σε αποφάσεις και επιλογές που θα λάβουν ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Και ό,τι επιλέξουν θα έχει καταλυτικό βάρος απόδειξης του σεβασμού τους στους θεσμούς αλλά θα μετρήσει απολύτως και για την κρίση τους από τους πολίτες, εν όψει εκλογών εντός του 2019.

 

 

 

Σχετικά με μια δημοσκόπηση...

Αλήθειες και ψεύδη

Όλη η προπαγάνδα είναι ψέματα,

ακόμα κι όταν λέει την αλήθεια (Τζορτζ Όργουελ)

Μια απορία: Καλά, ο Τσίπρας λέει ψέματα, δεν τον πιστεύει κανένας κ.λπ. κ.λπ. ....

Το επιβεβαίωσε άλλωστε και η δημοσκόπηση που δημοσίευσε το πρωτο θέμα, όπου θριαμβευτικά διαπιστωνόταν σε δημοσιεύματα ότι το 72,2% δεν πιστεύει ότι θα εφαρμοστούν οι εξαγγελίες Τσίπρα στη ΔΕΘ!

Μιλάμε για παταγώδη αναξιοπιστία!

…μόνο που η δημοσκόπηση αναφέρθηκε ως είδηση στα μέσα ενημέρωσης (με αναφορές και στο στοιχείο ότι το 72,2% δεν πιστεύει ότι θα εφαρμοστούν οι εξαγγελίες Τσίπρα στη ΔΕΘ) το Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου. Η δημοσίευση της είδησης για τη δημοσκόπηση έγινε, μάλιστα, περίπου την ίδια ώρα που μίλαγε ο Τσίπρας και έκανε τις εξαγγελίες, τις οποίες η δημοσκόπηση «μετρούσε» κατά ποσοστό 72% ότι οι πολίτες αξιολογούσαν ως μη πιστευτές!

Τέτοια ταχύτητα μέτρησης είναι αναμφίβολα παγκόσμιο ρεκόρ! Αξίζει συγχαρητηρίων!

Γιατί, φυσικά, δεν μπορεί σε δημοσκόπηση να «μετράται» κάτι που δεν έχει υπάρξει ως γεγονός! Πολλώ δε μάλλον στη δημοσκόπηση να εκτιμάται και κατά πόσο γίνεται πιστευτή, ή όχι, μια (μη) είδηση!

Ως προς το άλλο παράδοξο της δημοσκόπησης, πως γίνεται με πρόθεση ψήφου ένα κόμμα να λαμβάνει ποσοστό 29,9% και με τέτοιο ποσοστό να αποτολμάται η εκτίμηση ότι το κόμμα αυτό (η ΝΔ εν προκειμένω, περί αυτής βεβαίως ο λόγος) κατακτά αυτοδυναμία!

Μερικά επ’ αυτού:  Όπως ρητά αναφέρει το πρωτο θεμα «Η εκτίμηση των εκλογικού αποτελέσματος με αναλογική κατανομή των αναποφάσιστων και η σύνθεση της νέας Βουλής είναι του “ΘΕΜΑτος»” και όχι της Marc και βασίζεται στην παραδοχή ότι θα μπουν στη Βουλή 6 κόμματα». Το ίδιο είχε κάνει το πρωτο θεμα και στη δημοσίευση δημοσκόπησης της ίδιας εταιρείας στις 17/6/2018.

Το σχετικό δημοσίευμα του πρωτου θεματος εδώ: https://www.protothema.gr/politics/article/819589/i-proti-metamnimoniaki-dimoskopisi-paei-gia-autodunamia-i-nea-dimokratia/

Μάλιστα, στο δημοσίευμα για την τελευταία δημοσκόπηση της Marc το πρωτο θεμα κάνει λόγο για «μάλλον μη αναστρέψιμη» διαφορά μεταξύ ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, εγκαταλείποντας τις παλιότερες βεβαιότητες του. (π.χ. στη δημοσκόπηση Ιουνίου ’18 σημειωνόταν ότι «…(τα στοιχεία) προεξοφλούν ότι η αξιωµατική αντιπολίτευση θα κερδίσει τις επόµενες εκλογές…».

Μεγάλη πλάκα επίσης έχει ότι το πρωτο θέμα εξηγεί τη σημαντική μείωση της διαφοράς ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ σε «…σύνηθες εύρημα σε περιόδους που συμπίπτουν με το τέλος του καλοκαιριού και τη θετική διάθεση που επικρατεί μετά τις διακοπές»!
Η πλάκα γίνεται κανονική κωμωδία όταν συνδυαστεί αυτή η εξήγηση με το ότι η ίδια δημοσκόπηση έχει «μετρήσει» ότι «το 78% όσων συμμετείχαν στη δημοσκόπηση θεωρούν ότι η κυβέρνηση έχει την ευθύνη για την τραγωδία με την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, ενώ το 75% έχει θυμό και απογοήτευση από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ».

Τέλος κάτι για τους υποστηρικτές του ΚΙΝΑΛ: Μεταξύ δημοσκοπήσεων συγκρίσιμες είναι όσες διενεργήθηκαν από την ίδια εταιρεία και όχι όσες είναι άλλων εταιρειών, λόγω διαφορών στα δείγματα, στη μεθοδολογία κ.λπ..

Στη σειρά δημοσκοπήσεων της Marc που δημοσιεύονται στο πρωτο θέμα, το ΚΙΝΑΛ καταγράφει συνεχή πτώση, οριακή από το Μάρτιο ’18 ως τον Ιούνιο ’18, και στατιστικά σημαντική από τον Ιούνιο ’18 ως τον Σεπτέμβριο ’18. Δεν υπάρχει, δηλαδή, αντιστροφή σε κάποια ανοδική τάση του ΚΙΝΑΛ. Απλώς η φθορά επιτείνεται όσο περνάει ο χρόνος.  Τα πολιτικά γεγονότα άμεσης συσχέτισης με το ΚΙΝΑΛ αυτήν την περίοδο είναι ότι τον Μάιο 2018 η κυρία Γεννηματά ζήτησε εκλογές, και αργότερα ότι προέκυψε το σκοπιανό με την κυρία Γεννηματά να επιβάλλει επιλογή (λάθος ή ορθή, είναι μια άλλη συζήτηση) αντίθετη με εκείνη όλων των υπολοίπων μελών του πολιτικού συμβουλίου του ΚΙΝΑΛ, καθώς και ότι αυτή την ίδια περίοδο αποχώρησε το Ποτάμι.

Αυτά!!!!!!

 

 

 

Το προσφυγικό ως διακομματική αντιπαράθεση

Η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών έκλεισε έναν άχαρο και επικίνδυνο για τη χώρα κύκλο διακομματικής αντιπαράθεσης, για ένα ζήτημα που έχει φέρει την Ελλάδα σε μεγάλη δυσκολία! Μάλιστα, υπό την έννοια της πρόδηλης ανάγκης οι αναγκαίες συναινέσεις επί του ζητήματος να είναι καθαρές, ώστε προς πάσα κατεύθυνση (ιδίως εκτός συνόρων) να διαμηνύεται ότι η χώρα διαθέτει αίσθηση των αυτονόητων προτεραιοτήτων της, η απουσία υπογραφών των 2+1 κομμάτων είναι θετικό σημείο, ορίζοντας επαρκώς τους διαχωρισμούς ανάγκης που κατανοεί και καταγράφει συλλογικά ο τόπος και οι άνθρωποί του.           

Στον απόηχο της θετικής εξέλιξης παρατηρώ «μικρές» επισημάνσεις, σχετικά τη βαρύτητα της υπόθεσης! Οι περισσότερες απ’ αυτές τσαλαβουτάνε στην ευκολία της εικόνας γενικευμένης απαξίωσης του εγχώριου κομματικού σκηνικού, για να καταλήξουν στην επίσης ευκολία της «απόδειξης» ότι η σύσκεψη ήταν λάθος και τα αποτελέσματά της άνευ αξίας, ώστε να πλανάται ο συμπερασματικός υπαινιγμός ότι καλύτερα ο Τσίπρας να είχε αφεθεί μόνος του στο προσφυγικό για να πιεστεί μέχρις εσχάτων. Και πίσω από τον υπαινιγμό αυτόν, η ανομολόγητη προσδοκία να «πέσει» η κυβέρνηση που εξελέγη πριν 5 μήνες, επειδή -όσοι έχουν τέτοιες προσδοκίες- έχουν  μονομερώς και αντιδημοκρατικότατα αποφανθεί ότι δεν μπορεί κυβερνά ο εκλεγείς και σχεδιάζουν πραξικοπήματα κατά της δημοκρατικής λογικής μέσα στο κεφάλι τους, με διάφορες αιτιολογικές βάσεις –άλλωστε στον εαυτό τους και μόνον απολογούνται για τις αήθειες που διαμορφώνουν.

Όμως, η διαπίστωση -φερ’ ειπείν- τέτοιων κύκλων ότι το κοινό ανακοινωθέν δεν έχει καμιά αξία επειδή επαναλαμβάνει κοινά αποφασισμένες θέσεις της Ε.Ε επί του προσφυγικού, και άλλες ανάλογες διαπιστώσεις, πάσχουν  από αδιανόητη γελοιότητα –ενδεικτική, ασφαλώς, της ένδειας βιώσιμων τεκμηριώσεων σχετικά με την άποψη ότι «τα άλλα κόμματα έπρεπε να αφήσουν τον Τσίπρα μόνο του». Διότι, η Ελλάδα ακριβώς είναι επισπεύδουσα στην ανάγκη υλοποίησης αποφάσεων της Ε.Ε., στη λήψη των οποίων έχει συναινέσει, και ενώ σειρά άλλων χωρών αρνούνται μονομερώς να εφαρμόσουν (π.χ. Ποσοστώσεις). Η επανάληψη, δηλαδή, αυτών των ευρωπαϊκών αποφάσεων ως κοινής πλέον αντίληψης του εγχώριου κομματικού συστήματος, αποδομεί και πλήττει ακριβώς ως έωλη, την εντύπωση που επιχειρείται να περάσει στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο: ότι δήθεν εδώ κυριαρχεί ένα πολίτευμα ατάκτων, σε αντίθεση με τη λαϊκή βούληση των Ελλήνων, που απειλεί την ευρωπαϊκή συνοχή και ακόμη και την παγκόσμια σταθερότητα, …επειδή κάνει το απορρέον από το διεθνές δίκαιο καθήκον της χώρας να προστατεύσει πρόσφυγες και μετανάστες από εμπόλεμες και αποσταθεροποιημένες  ζώνες.      

Πρόκειται καθαρότατα για ακροδεξιά πολιτική αντίδραση στο ξέσπασμα του κυκλώνα του προσφυγικού, κάτι που άλλωστε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχει καταγραφεί. Και μάλιστα με κίνητρα αντίστοιχα με εκείνα των ελληνικών «μικρών» πολιτικών σκοπιμοτήτων, όπως για παράδειγμα ότι στη Σλοβακία συνέτρεχε μικροκομματικό όφελος για τον πρωθυπουργό της χώρας, κ. Ρόμπερτ Φίτσο, ένεκα των χθεσινών μόλις εκεί εκλογών (http://gr.euronews.com/2016/03/06/coalition-on-the-cards-as-slovakia-s-pm-wins-complicated-election-victory/). Ή στην Αυστρία, όπου επίκεινται προεδρικές εκλογές (http://www.sigmalive.com/simerini/world/300257/se-rythmous-eklogon-i-afstria), και την Ουγγαρία, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν απώλειες για το κόμμα του κ. Ορμπάν (https://news.makedonias.gr/2016/03/298271/)…

Όμως, σ’ εκείνες τις χώρες, υπάρχουν φαίνεται περιθώρια κομματικοποίησης του προσφυγικού προς εσωτερική πολιτική εκμετάλλευση ενός εξ ορισμού διεθνούς ζητήματος (και υπό διαρκή κρίση ο βαθμός συμβατότητας της αντίδρασης των εκεί κυβερνήσεων με τα ευρωπαϊκά ιδεώδη!).

Εδώ; Υπάρχουν τέτοια περιθώρια;…

Η Ελλάδα, νομίμως εκπροσωπούμενη από την εκλεγμένη πολιτική ηγεσία της, θα είναι παρούσα τη Δευτέρα στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., ενισχυμένη από  τη διακομματική θέση που περιγράφεται στο κοινό ανακοινωθέν. Και παρά την ανησυχία που εξακολουθώ εγώ να έχω σχετικά με το πόσο θα αντέξει χρονικά και επί της πολιτικής ουσίας η συνεννόηση πολιτικής κορυφής στην Ελλάδα (ανησυχία που τροφοδοτείται από την μη ανακληθείσα επιμονή του εφιάλτη να επιστρέψει αυτός στην επικαιρότητα αντί της εθνικής συναίνεσης στα μείζονα), η Ελλάδα βρίσκεται μετά τη σύσκεψη πολιτικών αρχηγών σε ευνοϊκότερη θέση, ως προς τη διάταξη των εσωτερικών πολιτικών πραγμάτων της σχετικά με το προσφυγικό.  

Αυτό κρατείται! …και δεν απομένει παρά σ’ όσους εκουσίως ή ακουσίως φλερτάρουν πολιτικά με την ακροδεξιά ρητορεία μετάθεσης του προσφυγικού από ζήτημα εκδήλωσης της διεθνούς αλληλεγγύης σε εσωτερικό ανά χώρα θέμα διακομματικών αντιπαραθέσεων, να εξηγήσουν στη στάση τους απέναντι στις εξελίξεις.               

Η επαναλαμβανόμενη αήθεια του

«δεν σας έχουμε εμπιστοσύνη»

(…ή ταχύρρυθμα μαθήματα σύγχρονου διχασμού)

Πριν κανα-δυο ‘βδομάδες ψηφίστηκε από τη Βουλή η τροπολογία για τις άδειες των καναλιών….

Από εκείνην τη συζήτηση, κράτησα ένα σημείο, που σήμερα πια (με την έξαρση του προσφυγικού και την υποχώρηση των αντιπαραθέσεων για  τον αριθμό των αδειών και τα τοιαύτα), θα ήθελα να δούμε!  

Γενομένης λοιπόν συζητήσεως για την επίμαχη τροπολογία σχετικά τις διαδικασίες προκήρυξης της σχετικής διαγωνιστικής διαδικασίας, ετέθη -καθώς ήταν φυσικό- το θέμα του γιατί δεν επετεύχθη η συγκρότηση του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (ΕΣΡ), κατόπιν των αλλεπάλληλων αρνήσεων κυρίως της μείζονος αντιπολίτευσης προς τούτο. 

Η μοναδική εξήγηση που αισθάνθηκε την ανάγκη να παράσχει η Νέα Δημοκρατία για τις αλλεπάλληλες αυτές αρνήσεις της, ήρθε στην τελευταία και λίγο πριν την τελική ψηφοφορία τοποθέτηση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κόμματος, κ. Νίκου Δένδια. Και η εξήγηση αυτή έλεγε απλά πως η Νεα Δημοκρατία δεν συναίνεσε στη συγκρότηση του ΕΣΡ, επειδή το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης …δεν έχει εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση! 

Πρόκειται για βαρύτατο θεσμικό και δημοκρατικό ατόπημα, η έκταση και η σημασία του οποίου μόνο με την αποκάλυψη περί των συνεννοήσεων μεταξύ στενού συνεργάτη του κ. Αντώνη Σαμαρά και χρυσαυγητών με αντικείμενο δικαστικούς χειρισμούς μπορεί να συγκριθεί.

Και εξηγούμαι πάραυτα: Η αντιπολίτευση, ιδίως η μείζονα, δεν συμμετέχει στη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής (το όργανο δηλαδή που έχει την  αρμοδιότητα συγκρότησης του ΕΣΡ) και συμφωνεί με τη συγκρότηση του Συμβουλίου, εάν θέλει! …Και εάν δεν θέλει, δεν έγινε και τίποτα… Αντιθέτως, η αξιωματική αντιπολίτευση είναι υποχρεωμένη να το πράξει και να συναινέσει στη συγκρότηση της ανεξάρτητης αρχής, σε ευθεία και άμεση συνέχεια, συνέπεια και σεβασμό με τη λαϊκή βούληση, όπως αυτή έχει εκφραστεί στην κάλπη, απόρροια της οποίας άλλωστε είναι και η συγκρότηση της Βουλής σε σώμα καθώς και η εκλογή του προεδρείου της.

Σε απολύτως ακραίες και ειδικής τεκμηρίωσης συνθήκες θα μπορούσε να διαφωνήσει η μείζων αντιπολίτευση, εγείροντας  ενστάσεις αποκλειστικά και μόνο σχετικά με την καταλληλότητα ενός-δύο εκ των προτεινόμενων προσώπων για τη συμμετοχή τους στο ΕΣΡ. Αυτό, και μόνο αυτό, θα ήταν επιτρεπτό και, επαναλαμβάνω, αποκλειστικά και μόνον σχετικά με τυχόν ενστάσεις ειδικής τεκμηρίωσης σχετικά με την καταλληλότητα προτεινόμενων προσώπων.

Αν, αντίθετα, η αντιπολίτευση, ιδίως η αξιωματική, αρνείται να πράξει το θεσμικό και δημοκρατικό καθήκον της, με την επίκληση της εξήγησης ότι δεν «έχει εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση», είναι σαν να γράφει στα παλιά της τα παπούτσια την κάλπη και την ετυμηγορία της. (Εν προκειμένω, μάλιστα, ετυμηγορία επιβεβαιωμένη επανειλημμένα και μέσα σε διάστημα λίγων μόνο μηνών).

Είναι, λοιπόν, ευθεία, βαριά και ανεπίτρεπτη πρόσκληση σε βάρος των δημοκρατικών θεσμών και της ίδιας της Βουλής που συνέρχεται σε σεβασμό της κάλπης και της λαϊκής βούλησης, αυτή η άρνηση της Νέας Δημοκρατίας και της εξήγησης που ο κ. Δένδιας παρέσχε. 

(Βεβαίως, στην ίδια συνεδρίαση ο κ. Δένδιας είχε επίσης αισθανθεί την ανάγκη να υπερασπιστεί  την υστεροφημία του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά! Και μάλιστα το έπραξε υπό την τεκμηρίωση ότι δεν είναι σκόπιμο να αφήνεται στους χρυσαυγήτες (που νωρίτερα είχαν αναφερθεί στο πρόσωπο του δικτάτορα και έλαβαν απάντηση από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του Κ.Κ.Ε.) να λεηλατούν την υστεροφημία του δικτάτορα. …Κι επειδή εκτός από την αμεσότητα των νοημάτων υπάρχουν και οι σημασίες των συμβολισμών, τίποτα τυχαίο δεν θεωρώ απ’ όλ΄αυτά, σ΄εκείνην τη συνεδρίαση της Βουλής και με αυτό το θέμα υπό συζήτηση. Η μνήμη του κοινοβουλευτισμού τα καταγράφει αυτά σ’ ένα κιτάπι δημοκρατικών αηθειών, που έρχεται κάποτε η ώρα να αποτιμηθούν…)

Όμως, λίγο πριν το τέλος εκείνης της ίδιας συνεδρίασης της Βουλής, και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ξεστόμισε εκείνο το «δεν σας έχουμε εμπιστοσύνη»!!! Το τοποθέτησε, βεβαίως, προσεκτικότερα σε ευρύτερο πλαίσιο, παρ’ ότι το θέμα στη Βουλή αφορούσε στην επίμαχη τροπολογία των αδειών και την προκήρυξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, και συνεπώς επλανάτο στην αίθουσα το συνδεόμενο ζήτημα άρνησης της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συναινέσει  στη συγκρότηση του ΕΣΡ.

Η μεθόδευση της Νέας Δημοκρατίας, είναι κατά τη γνώμη μου σαφής:  Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος απροσχημάτιστα διέπραξε την αήθεια του ιδιότυπου κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος παράβλεψης των συνεπειών της ετυμηγορίας των εκλογών και ο αρχηγός του σε «ηπιότερη συσκευασία» εκάλυψε το πραξικόπημα! (Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν διαθέτει την αναγκαία πείρα και φαίνεται μάλιστα ήδη η κοινοβουλευτική δυσανεξία του, ο κ. Δένδιας, όμως, είναι εμπειρότατος και δεν μπορεί να μην έχει συναίσθηση όσων συνέβησαν).       

Η συζήτηση αυτή έχει σημασία (για να προλάβω αναφορές από το φιλαράκι μου που εσχάτως εξανίσταται επειδή μιλώ για το «παρελθόν»), απλούστατα διότι και εξ αφορμής της ανάγκης να επιζητηθεί ευρύτερη πολιτική συνεννόηση ένεκα του προσφυγικού, και πάλι από μεριάς της Νέας Δημοκρατίας (ο κ. Κουμουτσάκος αυτήν τη φορά) υπογράμμισε πως «δεν έχουν εμπιστοσύνη στον κ. Τσίπρα».

Η αήθεια, δηλαδή, επαναλαμβάνεται για μιαν ακόμη φορά και φαίνεται πως συνιστά πια σταθερό σημείο αναφοράς της πολιτικής γραμμής της αξιωματικής αντιπολίτευσης αυτήν την περίοδο!

Επαναλαμβάνω, λοιπόν, κάτι που ανέφερα προ ημερών σ’ ένα άλλο σχόλιό μου: «Όταν υπάρχει θέμα μείζονος εθνικής ανάγκης δεν κοιτάς αν σ’ αρέσει εκείνος που την κρίσιμη ώρα κυβερνά. Αυτός έχει επιλεγεί από τους πολίτες, αυτός θα ηγηθεί, σε ό,τι θα αποφασίσουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις από κοινού. Αν, αντί γι’ αυτό, στον σκοπό υπέρ πατρίδας κάποιος τολμήσει να θέσει όρους, αυτός είναι που περιπίπτει σε ρόλο Εφιάλτη! Καθαρές κουβέντες! Αν η Ελλάδα κινδυνεύει, η δικαίωση Σαμαρά (ή οποιουδήποτε άλλου) να πάει στον διάολο», είχα γράψει!

(Για την ιστορία υπενθυμίζω ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου -παρά την  ταλαιπωρία που υπέστη από τον κ. Κωνσταντίνο Μητσοτάκη με το σύρσιμό του στο ειδικό δικαστήριο για τη σε βάρος του σκευωρία της υπόθεσης Κοσκωτά- ελάμβανε ανελλιπώς μέρος στις τότε συσκέψεις των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου για τη σκευωρία εκδόθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1992, και ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν παρών στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών για το «σκοπιανό» υπό την προεδρία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις 18 Φεβρουαρίου του 1992, αλλά και στην επόμενη σύσκεψη υπό τον Καραμανλή για το «σκοπιανό», στις 13 Απριλίου του 1992! Και πρωθυπουργός τότε σ’ εκείνες τις συσκέψεις ήταν ο άνθρωπος που τον είχε σύρει στο Ειδικό Δικαστήριο, δηλαδή ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ο μακαρίτης ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μάλιστα ερωτηθεί από πολιτικό συντάκτη εκείνης της εποχής, για τη συμμετοχή του σε συσκέψεις με πρωθυπουργό τον κ. Μητσοτάκη, και είχε ρητά αναφέρει ότι οι προσωπικές διαφορές οφείλουν να κάμπτονται όταν πρόκειται για το συμφέρον της πατρίδας).                       

Με τέτοιες αναφορές, όμως, της Νέας Δημοκρατίας, παράγεται και εμφυλοχωρεί ο διχασμός ανάμεσα στους πολίτες, από αήθειες πολιτικών ηγεσιών, την ώρα που το εθνικό συμφέρον θα έπρεπε να προηγείται των πάντων.  Και ασφαλώς δεν κοσμούν τη σύντομη ακόμη θητεία του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, τέτοιες απόψεις και τέτοιες συμπεριφορές. Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα που στηρίζεται στην εμπέδωση της αξίας των θεσμών στη συλλογική μνήμη των πολιτών, για να αποτρέπονται εκτροπές, που ταλαιπώρησαν τον τόπο στο παρελθόν -ακόμη και το πρόσφατο. Ας μην το ξεχνάμε!...          

Ο Ε. Βενιζέλος, η Φ. Γεννηματά

και η ανάγκη προοδευτικής παράταξης για την Ελλάδα

Παρακολουθώ εδώ και καιρό την απόπειρα της κυρίας Φώφης Γεννηματά να συγκροτήσει μια σοβαρή πολιτική παράταξη στον προοδευτικό πολιτικό χώρο. (Οι προσωπικές απόψεις μου επί του θέματος εκτέθηκαν εν λεπτομερεία στο blog μου και συγκεκριμένα στο link http://www.molyvi.com/414929145)

Αναγνωρίζω, όμως, ότι η τελευταία πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν δίστασε να προσφερθεί να αποσυρθεί και η ίδια από την ηγεσία του κινήματος, εάν αυτό θα διευκόλυνε την προσπάθεια ανασύνταξης του σοσιαλιστικού δημοκρατικού κινήματος στην Ελλάδα!

Των αναφορών της κυρίας Γεννηματά ακολούθησαν 2 παρεμβάσεις του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

- Στην πρώτη περίπτωση, ο κ. Βενιζέλος χαρακτήρισε ανοιχτά ως λανθασμένη την αναφορά της κυρίας Γεννηματά (με την ευκαιρία εκλογής του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας), σύμφωνα με την οποία το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το χωρίζει «άβυσσος» από την παράταξη εκπρόσωπο της εγχώριας συντήρησης, τη δεξιά.

- Στη δεύτερη περίπτωση, ο κ. Βενιζέλος, επιχειρώντας μάλιστα να εμφανίσει ως δεσμευτική για το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την άποψή του, μας εξήγησε με άρθρο του σε εφημερίδα (που αναρτήθηκε και στην προσωπική ιστοσελίδα του), ότι το μέλλον της προσπάθειας που επιχειρεί να αναλάβει η κυρία Γεννηματά, θα πρέπει κυρίως να αφορά στον κεντρώο χώρο, αφήνοντας δευτερεύοντα και τελείως συμπληρωματικό λόγο στη σοσιαλιστική/σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα της παράταξης.

(Για να στηρίζει την άποψή του ο κ. Βενιζέλος επικαλείται, μάλιστα, στο εν λόγω άρθρο του ευρωπαϊκές «αναγκαιότητες», αναφέροντας ότι «…Η απόφαση του συνεδρίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εφαρμόζει στην Ελλάδα αυτό που εδώ και χρόνια έχει κάνει το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΕΣΚ) που προσέθεσε στον τίτλο του και τους «Δημοκράτες». Στο δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκροτήθηκε η «Προοδευτική Συμμαχία των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών» ακριβώς για να περιληφθούν δυνάμεις που δεν αυτοτοποθετούνται στο χώρο του Σοσιαλισμού ή της Σοσιαλδημοκρατίας, αλλά σε έναν ευρύτερο προοδευτικό δημοκρατικό χώρο…»).

Και ακολούθως, ο κ. Βενιζέλος δεν διστάζει να κάνει ευθέως λόγο για τον «μεσαίο χώρο» (τον αγαπημένο, υπενθυμίζεται του πρώην πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή), ως κεντρικού στοιχείου πολιτικής αναφοράς της προσπάθειας που έχει αναλάβει (όχι αυτός!) η πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

(Όλο το άρθρο του κ. Βενιζέλου στο http://www.evenizelos.gr/409-mme/articles/2016/5242-vima-7-2.html)

Βεβαίως, ο κ. Βενιζέλος έχει κάθε δικαίωμα να διατυπώνει δημόσια τη γνώμη του!

Ταυτόχρονα, όμως, οφείλει να σέβεται ότι δεν είναι πλέον εκείνος στην ηγεσία του κινήματος!

Τα υπόλοιπα, παραδείγματος χάριν σχετικά με τον τρόπο εκφοράς των θέσεών του, δηλαδή από καθέδρας και εν είδει διαχειριστού-θεματοφύλακα της συλλογικής παραταξιακής μνήμης (γιατί αυτό μαρτυρεί η θέση του ότι οι δικές του απόψεις είναι συνεδριακά κατοχυρωμένες και άρα δεδομένες για το ΠΑ.ΣΟ.Κ.) δεν χρήζουν άλλου σχολιασμού, αναδυόμενες από την εν γένει στάση και αντίληψή του για το πώς ο ίδιος κατανοεί τον εαυτό του και τον ρόλο που επιφυλάσσει για την αφεντιά του στις δημόσιες υποθέσεις της χώρας.     

Το πολιτικό «ψαχνό», όμως, όλων  αυτών κρίνω πως είναι να σταματήσει και να ακυρωθεί εξ αφετηρίας κάθε προσπάθεια πειστικής αποστασιοποίησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τον θανατηφόρο για την παράταξη, όπως έχει αποδειχτεί, εναγκαλισμό με τη δεξιά! Σκοπός, να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο να σταθεί το κίνημα σοβαρά απέναντι στην ανάγκη να στηριχτεί η σημερινή κυβέρνηση (φυσικά χωρίς συμμετοχή σε υπουργικούς θώκους) και να αποφευχθεί πολιτική αποσταθεροποίηση που θα κλόνιζε τη χώρα. Γιατί, θα ρωτήσει κανένας!... Μα, φυσικά, γιατί παραμένει προτεραιότητα για τον κυβερνητικό εταίρο του κ. Αντώνη Σαμαρά, να δικαιωθεί η καταστρεπτική διακυβέρνηση Ιούνιος 2012-Δεκέμβριος 2014 και όχι να προχωρήσει η πατρίδα!

Είναι καιρός η κυρία Γεννηματά να πάψει να προσποιείται ότι δεν πήρε «χαμπάρι» αυτές τις συμπεριφορές!  Η ανοχή της, που αποδίδω σε  καλές προθέσεις και ενωτική προαίρεση, δεν ωφελεί πλέον! Χρειάζεται αποφασιστικότητα και σταθερή προσήλωση στην προσπάθεια να ανακτήσει  ο χώρος την αξιοπιστία του μπροστά στα  προοδευτικά πολιτικά κοινά της Ελλάδας, με πειστική αποστασιοποίηση από τη Νέα Δημοκρατία. Διαφορετικά, όλη αυτή η συζήτηση, για παρά πολλούς θα έπαυε να έχει οποιοδήποτε νόημα, στο πλαίσιο της απόπειρας να αποκτήσουν επί τέλους πολιτική εκπροσώπηση στον τόπο μας, άνθρωποι προοδευτικοί και καλυπτόμενοι από την ιδεολογία του δημοκρατικού σοσιαλισμού.          

Ο δημοσιογράφος, η τρομοκρατία και η λογοκρισία

Εδώ και μέρες, σχολίασα με αυστηρότητα τον τρόπο με τον οποίο δημοσιογράφοι χειρίστηκαν την υπόθεση θεατρικού έργου που παιζόταν στην πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.  

Και κατέληγα στη λυπηρή διαπίστωση: «…Μία από τις χειρότερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας!...»

Δυστυχώς, όμως έκανα λάθος! Τα χειρότερα για τον ρόλο των δημοσιογράφων ακολούθησαν. Ενώ η υπόθεση κατέληξε στο κατέβασμα του έργου και μάλιστα υπό τις απειλές -όπως καταγγέλθηκε- σε βάρος ανθρώπων του θεάτρου αλλά και θεατών!

Μέσα σ’ όλ’ αυτά ένας δημοσιογράφος πήρε συνέντευξη από έναν βουλευτή της συμπολίτευσης και του ζήτησε να σχολιάσει την υπόθεση. Κι αφού έλαβε κάποιες απαντήσεις, διέπραξε το ανοσιούργημα της ερώτησης προς τον συνομιλητή του, τί θα έπρεπε να γίνει εάν στο επίκεντρο της υπόθεσης δεν είχε έλθει ένας αριστερός τρομοκράτης αλλά ένας ακροδεξιός κατηγορούμενος για δολοφονία, και αν θα έπρεπε να επιτραπεί το ανέβασμα τέτοιου θεατρικού έργου.    

- Αν το έκανε ο δημοσιογράφος για να υπερασπιστεί την ελευθερία του καλλιτεχνικού έργου, ακόμη κι αν είναι το έργο ενός φασίστα, είναι βλακωδέστατη η παρέμβασή του, απλούστατα διότι έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα.  

- Αν το έκανε για να ταυτίσει την πολιτική τρομοκρατία με τον νεοναζισμό, είναι ηλίθιος διότι οι διαφορές είναι δυσθεώρατες και ορατές διά γυμνού οφθαλμού.

- Αν το έκανε για να καθαγιάσει δημόσιες απόψεις που το πρακτικό αποτέλεσμά τους είναι πούρα  λογοκρισία, είναι ή επικίνδυνος ή ο ίδιος συνειδητός ακροδεξιός.

- Κι αν, τέλος, το έκανε για να χρεώσει στην κυβέρνηση ταύτιση με απόψεις τρομοκρατών (στο πλαίσιο του παρεπιδημούντος μανιοκαταθλιπτικού αντι-συριζισμού), δεν είναι δημοσιογράφος, αλλά θλιβερός προπαγανδιστής.       

Οι παρεμβάσεις δημοσιογράφων που καταλήγουν σε συνέπειες με βαρύτατο δημοκρατικό κόστος πληθαίνουν πλέον επικίνδυνα! Οι απειλές κατά της δημοκρατίας που συγκροτούν αυτές οι άθλιες πρακτικές, οφείλουμε όλοι -και πριν απ’ όλους οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι- να τις απομονώσουμε και να τις σταματήσουμε. Το αυγό του φιδιού βρίσκεται πια πολύ κοντά στο  να σπάσει…  Και δυστυχέστατα όλο και μεγαλώνει ο ρόλος του κλάδου στο κακό.          

Κάτω τα χέρια από την Τέχνη. Η λογοκρισία δεν θα περάσει!

Ένας χρόνος διακυβέρνησης Τσίπρα (Μέρος Γ΄)

Η διαχείριση της ελπίδας που ξεθωριάζει

Σ’ ένα σχόλιό μου, πριν μερικές μέρες και αναφερόμενος στην αξιολόγηση Τσίπρα μετά από ένα έτος, είχα επαναλάβει την εκτίμησή μου ότι η μεγαλύτερη πολιτική αποτυχία της επέλευσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην κορυφή του πολιτικού συστήματος και την ανάληψη της ευθύνης διακυβέρνησης της Ελλάδας είναι η παταγώδης αδυναμία του να αποποινικοποιήσει το ενδεχόμενο μιας σοβαρής δημόσιας συζήτησης σχετικά με το μέλλον της χώρας στο ευρώ!

Η άποψή  μου αυτή, φυσικά, δεν αφορά  στους ανόητους και πολιτικάντικους όρους διεξαγωγής  της όποιας δημόσιας συζήτησης έλαβε χώρα επ’ ευκαιρία του δημοψηφίσματος.  (Και, άλλωστε, ένα σημείο αυστηρής κριτικής που  άσκησα από τότε ήδη στην τρόπο με τον οποίο διενεργήθηκε το δημοψήφισμα ήταν ότι το εσπευσμένον του πράγματος θα έπληττε το βάθος και την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου που όφειλε να γίνει, αποσταθεροποιώντας και την πολιτική νομιμοποίηση της ετυμηγορίας του. Όπως επίσης, σκληρή κριτική προσήκει στην κυβερνητική πολιτική σφραγίδα Τσίπρα, διότι -ενώ ακριβώς  είχε τη δυνατότητα και την ευκαιρία «να ανοίξει» τη συζήτηση- πιεζόμενος από την ασφυκτική παγίδα έλλειψης ρευστότητας, που συνειδητότατα έστησαν οι ευρωπαίοι δανειστές μας, υπαναχώρησε με ευκολία σε άλλη πολιτική ατζέντα από εκείνην που ο ίδιος είχε επιμείνει να τεθεί στην πολιτική μας ζωή, υπό το εξαιρετικά επιφανειακό δίλημμα «ναι ή όχι στο μνημόνιο». Ένα δίλημμα, του οποίου το περιεχόμενο -αν το κατανοήσει κανένας πλήρως- προϋποθέτει ότι η Ελλάδα είναι στην ευρωζώνη και δεν απομένει ει μη μόνον το πώς θα διασωθεί από τα κοινοτικά ταμεία προς συζήτηση: με μνημόνιο ή με κάτι άλλο (ευρω-ομόλογα κ.λπ.);

Και, ναι -ειρήσθω εν παρόδω-, ήταν σφάλμα σοβαρό, το κριτικάρισα αυστηρά από τότε, ότι αφέθηκαν να χαθούν χωρίς σοβαρή προσπάθεια για το αντίθετο τα εναπομένοντα 7 δισ. του 2ου μνημονίου και υπογράφτηκε η ενδιάμεση συμφωνία παράτασής του, χωρίς η ελληνική πλευρά να θέσει ως κεντρικό όρο της δικής μας πλευράς την εξασφάλιση αυτών των πιστώσεων, αφού ο,τιδήποτε άλλο εκτός από χρόνο δεν εξασφάλισε η Ελλάδα από εκείνην τη σύμβαση παράτασης του 2ου μνημονίου, ώστε στη συνέχεια να συμφωνηθεί το 3ο μνημόνιο. Αυτό το καίριο τακτικό σφάλμα, κατά τη γνώμη μου, ήταν η «μητέρα των προβλημάτων ρευστότητας» που έκτοτε επιδεινώθηκαν ραγδαία και ασφαλώς συνέβαλαν στη χειροτέρευση των όρων του 3ου μνημονίου, ενώ ακόμη και σήμερα συνιστούν το μεγαλύτερο εμπόδιο για την (όποια) ελληνική κυβέρνηση να διαπραγματευτεί με στοιχειωδώς ισορροπημένους όρους με τους ευρωπαίους δανειστές μας. Φυσικά, πρέπει επίσης να πω εδώ, τελώ πλήρως εν γνώσει και δεν υποτιμώ ότι η απελθούσα κυβέρνηση Σαμαρά δεν είχε αφήσει παρά ρευστότητα 1 μηνός περίπου για την κάλυψη των δημόσιων δαπανών στα συρτάρια, όπως άλλωστε έχει αναφέρει και ο κ. Σταϊκούρας, επιφανές στέλεχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης Σαμαρά και μέχρι τέλους αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας. Όμως, αυτό το εγνώριζε πλέον καλά η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στα τέλη Φεβρουαρίου 2015, όταν υπέγραψε την ενδιάμεση συμφωνία ιδιότυπης παράτασης του 2ου μνημονίου, με στόχο ένα νέο μνημόνιο, το 3ο

Βεβαίως, συνέβαλαν τότε ιδιαιτέρως στην εμπέδωση ως μαζικής ψευδαίσθηση των Ελλήνων ότι υπερασπίζονταν διαφορετικές πολιτικές απόψεις έναντι της Ε.Ε. και οι ακόμη πιο ανόητες παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών κέντρων λήψης των αποφάσεων.  Οι οποίες, επέμειναν και εν πολλοίς πέτυχαν να «πλασαριστεί» η δήθεν αποκάλυψη των «πραγματικών προθέσεων Τσίπρα» ως το διακύβευμα του δημοψηφίσματος.   Και ποιά, έλεγαν οι ευρωπαίοι,  δήθεν ήταν η κρυφή ατζέντα του Τσίπρα; Μα η «ύπουλη» και απολύτως απονομιμοποιημένη αυτόβουλη έξοδος της Ελλάδας από τη ζώνη του ενιαίου νομίσματος! Κάτι, δηλαδή, που δεν υπήρξε ποτέ σκοπός της μεγάλης μάζας στελεχών και υποστηρικτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και που για τους εμπειρότερους εξ ημών φαινόταν εξ αρχής καθαρά!  Οι εγχώριοι πολιτικοί εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κέντρων λήψης των αποφάσεων -όλοι θα το θυμόμαστε- εξ αρχής «ξύνονταν στη γκλίτσα του τσοπάνη», κραυγάζοντας ότι ο Τσίπρας θα μας βγάλει από το ΝΑΤΟ, θα μας αποσύρει από την Ε.Ε., θα μας οδηγήσει στην αγκαλιά της καθυστερημένης ανατολής και διάφορα άλλα γραφικά, που φυσικά ουδέποτε υπήρξαν τίποτα περισσότερο από αστεία διαπραγματευτικά χαρτιά  στα χέρια μιας ανέτοιμης (εγώ πιστεύω και απρόθυμης)  πολιτικής κάστας να επανατοποθετήσει την Ελλάδα στον ταρασσόμενο και αναδιατασσόμενο παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη.

(Ας μου επιτραπεί εδώ και μια προσωπική αναφορά, διότι με θυμηδία επιχειρούσα από τότε να προσπεράσω τις  αστείες καταστροφολογίες φίλων μου ευρωπαϊστών του αυτοσκοπού, οι οποίοι φωνασκούσαν για τα περίφημα «βράχια» στα οποία αναποφεύκτως θα προσέκρουε η Ελλάδα ελέω ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Ήταν, όμως τόσο πεισμένοι  από τις αφηγήσεις των ευρωπαίων οι φίλοι μου αυτοί, ώστε η δική μου αντίδραση να τους εξοργίσει, αντί να τους κατευνάσει. Κι έτσι, έχασα εκείνες τις μέρες έναν θαυμάσιο φίλο, που με διέγραψε από τη σχέση μας στα κοινωνικά δίκτυα. Η ικανοποίηση από το γεγονός ότι είναι η μόνη διαγραφή για μένα, δεν αρκεί για να διασκεδάσει τη στενοχώρια μου. Κώστα, σε περιμένω πάντα με αγάπη!).

Οι εμμονές πίστης στις τις αφηγήσεις των ευρωπαίων δανειστών μας, από μεριάς των ίδιων «ευρωπαϊστών του αυτοσκοπού» συνεχίζονται ακόμη και σήμερα. Αν και πια πολλά έχουν διασαφηνιστεί.  Οι σοβαρότεροι και σοφότεροι εξ αυτών, έχουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αποσυρθεί από την πρόβλεψη περί πρόσκρουσης στα «βράχια». Τινές εξ αυτών την υπερασπίζονται ακόμη, αν και με φρασεολογία και επιμονές που την καθιστούν θεμιτή υπαναχώρηση από μια λανθασμένη εκτίμηση.  Λίγοι, απλώς έχουν υποκαταστήσει τα «βράχια» με διάφορες άλλες επαγγελλόμενες καταστροφές, προσαρμοσμένες στις εξελίξεις: ολοσχερής εξαέρωση της ελληνικής οικονομίας, αποβολή από τη Σένγκεν (κατά μία ιδιότυπη μεταμφίεση των προηγούμενων «βράχων» σε αδιέξοδα απορρέοντα από  άλλες συνθήκες της Ε.Ε.) κ.λπ.. Η τελευταία αυτή κατηγορία, θαρρώ πως περισσότερο επί της ατομικής ψυχολογικής αποτίμησης των πραγμάτων ερμηνεύεται ως στάση και δημόσια άποψη και χωρίς βεβαίως να υπαινίσσομαι τίποτα περί παθολογικών περιπτώσεων. Απλώς, είναι άνθρωποι που δυσκολότερα από τους υπόλοιπους  απεγκλωβίζονται από τις λανθασμένες  σκέψεις και εκτιμήσεις τους, ιδίως εάν για τις σκέψεις και τις εκτιμήσεις τους αυτές έχουν αναλάβει και δεσμεύσεις βεβαιότητας σε δημόσια ακροατήρια. Θα περάσει χρόνος και θα κατανοήσουν και εκείνοι πόσες υπερβολές και σκοπιμότητες διακινήθηκαν προς αξιολόγηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και της ηγεσίας του.  Με θλίβει, όμως, πως το φαινόμενο απαντάται με σχεδόν ενδημικό τρόπο σε συναδέλφους μ ου δημοσιογράφους.   

Η ίδια η θεωρία της «κωλοτούμπας», άλλωστε, που πλέον όλοι γνωρίζουμε καλά, αποτελεί σε τελευταία ανάλυση πλήρη επιβεβαίωση του ότι οι προβλέψεις για τα «βράχια» διαψεύστηκαν και ο μόνος τρόπος να φανεί ότι είχαν δίκιο όσοι καταστροφολογούσαν τόσον καιρό  είναι να ισχυριστούν τώρα ότι το μοιραίο απεφεύχθη επειδή …άλλαξε γραμμή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α..        

Επί της οικονομίας, τώρα!

Α. Συζητώντας για την οικονομική πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι απαραίτητο από την αρχή να γίνει καθαρό το εξής: Δεν είναι ενιαία η οικονομική πολιτική εδώ και ένα έτος, για να ασκείται κριτική ως δήθεν επί προγράμματος, το οποίο εξελίσσεται ομαλώς εδώ πολλούς  μήνες, υπάρχοντος δηλαδή δείγματος γραφής σαφούς, για να έχει νόημα η καλόπιστη συζήτηση. Από τον Ιανουάριο ως τον Σεπτέμβριο του 2015, δεν ησκήθη καμιά οικονομική πολιτική. Η απόπειρα από μερίδα αναλυτών να εμφανιστεί τεχνηέντως ως ενιαία οικονομική πολιτική, η περίοδος Ιανουάριος 2015-Ιανουάριος 2016, είναι σκόπιμη και οδηγεί σε άγονες συζητήσεις. Είναι γνωστό σ’ όλους τί έχει συμβεί σ’ αυτούς τους 12 μήνες. Και είναι σαφέστατο ότι το μεγάλο μέρος της μέχρι διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καταναλώθηκε σε διαχείριση της δημοσιονομικής «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», στην οποία ετέθη η χώρα, με την πρώτη εκλογική νίκη Τσίπρα. Για να μη μένει, μάλιστα, καμιά εκκρεμότητα επ’ αυτού, να υπενθυμίσω ότι υπήρξε καθαρή δημοκρατική νομιμοποίηση της προοπτικής να τεθεί η Ελλάδα σ’ αυτήν την δημοσιονομική «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», ακριβώς για να υπηρετηθεί η λαϊκή εντολή επανεξέτασης  της επιβληθείσας πολιτικής, στο πλαίσιο της απόπειρας διάσωσης της ελληνικής οικονομίας σε συνεννόηση με τους ευρωπαίους πιστωτές μας. Και είναι και δημοκρατικά ελεγκτέο εάν αυτή η παραποίηση της αλήθειας, συγκρίνοντας δηλαδή την εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική Σαμαρά  με τη μη εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική Τσίπρα, προάγεται ο δημόσιος διάλογος και εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα, ή  πάλι περί του όνου σκιάς των εντυπώσεων η συζήτηση, προς προαγωγή μικροκομματικών και άλλων συμφερόντων, ουδεμία σχέση εχουσών με το δημόσιο συμφέρον και τη χώρα ιδίως σε κρίσιμη στιγμή.  Άρα, οικονομική πολιτική τεσσάρων μηνών θα κρίνουμε και οι ανοησίες συγκρίσεων με το «τί θα γινόταν είχε μείνει ο Σαμαράς», επί του πραγματικού εξαντλούνται στα όρια ενδιαφερόντων του κύκλου συνεργατών  του απελθόντος πρωθυπουργού και στο πλαίσιο σκοπιμοτήτων του σχεδίου-διακαούς επιθυμίας της λεγόμενης «αριστερής παρένθεσης», που έχει ήδη διαψευστεί.   Άλλωστε, όπως ανέφερα και στα μέρη Α΄ και Β΄ τούτης της ανάλυσης, η «ιδιότυπη συγκριτική» της όποιας οικονομικής πολιτικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., με τα «μέιλ Χαρδούβελη» και τις άλλες σοφιστείες, έχουν ήδη εγκαταλειφθεί  και από τους αντιπάλους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως προδήλως αδόκιμες και βλαπτικές για την αξιοπιστία όσων τις επικαλούνται.      

Β. Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία και ενδείξεις για την άποψη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επί της οικονομίας. Όχι με βλακώδεις εξαγωγές συμπερασμάτων παραδείγματος χάριν, από …το σχέδιο για το Ασφαλιστικό. Ούτε βεβαίως από την σκόπιμη και «στημένη» αντίληψη περί διεύρυνσης του δημόσιου τομέα, δήθεν για να έχει να κάνει προσλήψεις το κόμμα. (Μακάρι η κυβέρνηση να διέθετε επαρκές και επεξεργασμένο σχέδιο για την αξιοποίηση του δημόσιου τομέα στην προσπάθεια ανάταξης της ελληνικής οικονομίας –και δεν διαθέτει!). Αυτές οι συζητήσεις δεν προάγουν την αναζήτηση της αλήθειας.

Η γραμμή διαπιστώσεων από τις πραγματικά διαθέσιμες ενδείξεις, άγει, αντιθέτως, ότι συμπέρασμα ότι  ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ιδίως πολιτική που να μπορεί να αντιδιασταλεί πειστικά στο ό,τι επιχειρήθηκε μέχρι σήμερα!  Διότι πριν μπούμε στη συζήτηση σχετικά με το ποιος θα υλοποιήσει το σκοπό ανάταξης της οικονομίας μας, ο ιδιώτης ή το δημόσιο, οφείλουμε να έχουμε προσδιορίσει  τους προτιμητέους κλάδους  όπου θα δομηθεί η προσπάθεια. Υπάρχουν τέτοιοι; Όχι! Ούτε ένας! Έχει γίνει έστω κάποια συζήτηση σχετικά με τον εντοπισμό τους; ‘Όχι! Έχει, τουλάχιστον, εξαγγελθεί τέτοια συζήτηση; Όχι! Συζήτηση για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης δεν μπορεί επομένως να γίνει, απλούστατα διότι τέτοια δεν υφίσταται.

Επαναλαμβάνω σήμερα μια διαπίστωση που είχα κάνει, αμέσως μετά  την ανακοίνωση του οικονομικού προγράμματος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από τη Θεσσαλονίκη, όταν ακόμη το σήμερα κυβερνών κόμμα ήταν στην αντιπολίτευση: Η οικονομική πολιτική που είχε ανακοινωθεί τότε και που σήμερα επιβεβαιώνεται πως είναι η αντίληψη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τη διακυβέρνηση της οικονομίας μας, πόρρω απέχει του να συνιστά πρόταση πολιτικής προς υλοποίηση -και δη και από ένα κόμμα που αυτοτοποθετείται στη ριζοσπαστική αριστερά! Η πλήρης απουσία στρατηγικής θεώρησης των πραγμάτων, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη τακτικών στόχων και υπό το βάρος της δυσμενούς συγκυρίας εφαρμογής του 3ου μνημονίου, σε αντίστιξη με τις προεκλογικές εξαγγελίες Τσίπρα, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές!  

Τι αντίκειται σε όσα είπα έως εδώ; Μα, φυσικά, το επιχείρημα που διακινεί η κυβέρνηση, σύμφωνα με το οποίο η δική της οικονομική πολιτική (ό,τι, δηλαδή,  εκφεύγει της υποχρεωτικής τήρησης όσων  προβλέπονται στο 3ο μνημόνιο) αναδύεται από το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα». Το οποίο, όμως, ούτε εφαρμόζεται, ούτε δείχνει πολύ πιθανό να εφαρμοστεί, ανεξαρτήτως του ότι πράγματι οι δανειστές είναι που το αντιμάχονται. Άνευ τούτου, όμως, ό,τι και να έχει προκαλέσει την μη υλοποίησή του, συζήτηση για οικονομική πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν υπάρχει στοιχειώδες έρμα να διεξαχθεί.   

Γ. Υπάρχουν, επίσης, μικρές ενδείξεις της διάθεσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να επιχειρήσει κάποια ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των ασθενέστερων. Όμως, τούτο, δεν έχει καθαρά χαρακτηριστικά και οι δουλείες του μνημονίου το κάνουν αδιαφανέστερο., για να μπορεί έστω εδώ να γίνει κάποια συζήτηση.

Αν μπορεί, λοιπόν να λεχθεί κάτι από μεριάς της δικής μου οπτικής επ’ αυτού, τούτο είναι ότι πρόκειται για ένα κεφάλαιο οικονομικής πολιτικής που προέρχεται απ’ τον σκληρό πυρήνα των απόψεων της παραδοσιακής αριστεράς, σχετικά με τον ρόλο μιας αριστεράς στην κυβέρνηση. Κατά την αντίληψη αυτήν, αν αναδιανεμηθεί ο πλούτος προς όφελος των ασθενέστερων, αυτό θα αρκούσε για να ορίσει το πολιτικό πρόσημο μιας κρινόμενης κυβέρνησης στο χώρο της αριστερής παράταξης. Μόνον που όλ’ αυτά θα είχαν εφαρμογή σε συνθήκες διεύρυνσης του ΑΕΠ μιας χώρας, για να υφίσταται συνεπεία αυτής της διεύρυνσης πλεόνασμα, η κατανομή του οποίου θα κατευθυνόταν προς τους αδυνάμους. Κι όμως! Τη χρυσή δεκαετία του καπιταλισμού (1990-2000), οι συντηρητικές παρατάξεις πετύχαιναν να διευρύνουν το μέσο εισόδημα των ασθενέστερων, εξασφαλίζοντας πόρους από την ισχυρή ανάπτυξη.  Σε συνθήκες ελλειμμάτων, όπως σήμερα, ποιά θα ήταν μια προοδευτική αντίληψη για την κατανομή, όχι πλέον του οφέλους αλλά των βαρών μιας οικονομίας;  Θα ήταν να επιβαρυνθούν περισσότερο οι ισχυρότεροι  για να ελαφρυνθούν  οι αδύναμοι, ή να δοθεί η μάχη για την επιστροφή στην ανάπτυξη;  Κι εδώ το έλλειμμα πολιτικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και θα τολμούσα να πω και της παγκόσμιας σημερινής αριστεράς) είναι τεράστιο. Άλλωστε και η κλασσική σοσιαλδημοκρατική δέσμευση για κράτος ουδέτερο απέναντι σε ταξικά συμφέροντα, που λειτούργησε αποτελεσματικά προσφέροντας  στους σοσιαλδημοκράτες τις επιτυχίες της δεκαετίας του 1980, σήμερα αποδομείται ραγδαία, ακριβώς επειδή η ευρωπαϊκή  αδυνατεί να μιλήσει προγραμματικά για επανεκκίνηση της ανάπτυξης, κι έτσι η εξειδίκευσή της στην κατανομή του πλούτου (δηλαδή, σήμερα πλέον των βαρών) την κάνει μισητή στους πολίτες.

Δ.  Υπάρχουν τουλάχιστον, κάποιες ενδείξεις σχετικά με τη μεταχείριση της τύχης των μέσων παραγωγής, ως απόρροια  μιας αντίληψης της σημερινής κυβέρνησης για την οικονομική πολιτική της χώρας; Μοναδική ένδειξη οι αποκρατικοποιήσεις! Που συνηγορούν περί του ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, παρά μόνον η δυσκολία ολοκλήρωσής τους.  Κι αυτό δεν είναι αριστερή οικονομική πολιτική! 

Ε. Γενικά για την επίδραση της διακυβέρνησης Τσίπρα στην ελληνική οικονομία, έστω και ως αποτέλεσμα αποφάσεων γενικής πολιτικής και όχι επειδή πρόκειται για υλοποίηση προγραμματικών θέσεων οικονομικής πολιτικής, οφείλω να επαναλάβω με την ευκαιρία αυτής της συζήτησης, κάτι που έχω ξαναπεί: Θεωρώ θετική την απεμπλοκή της ελληνικής οικονομίας από το καταστρεπτικότατα γρανάζια του 2ου μνημονίου! Συνεκτιμωμένων -ιδίως-  δύο επί πλέον στοιχείων: α. ότι η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε να ρυθμίσει το ελληνικό χρέος, και ένεκα της κάκιστης διεκδίκησής του  και επειδή οι δανειστές μας αθέτησαν τις δεσμεύσεις τους, και β. ότι η απεμπλοκή από το 2ο μνημόνιο πέτυχε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  να γίνει χωρίς ενεργοποίηση σκληρότατων σε βάρος της χώρας μας ρητρών που προβλέπονταν στο 2ο μνημόνιο. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ άλλο επ’ αυτού, αφού τα έχω αναλύσει διά μακρόν εδώ και καιρό με άλλες αφορμές.  

Στ. Για την ολοκλήρωση του διαλόγου που κάνουμε σήμερα, δεν απομένει παρά μια αναφορά στη θετική προοπτική ρύθμισης του ελληνικού χρέους.  Η οποία, εφ’ όσον βεβαίως επιβεβαιωθεί, θα απελευθερώσει πόρους για την ανάπτυξη και θα συμβάλλει καταλυτικά στην προοπτική επιστροφής της χώρας στις αγορές με λογικά επιτόκια, ώστε να εξασφαλιστούν πόροι για επενδύσεις. Άλλη συζήτηση επ’ αυτού, πέραν της αυτονόητης ευχής όλων να υπάρξουν θετικές εξελίξεις, δεν μπορεί να γίνει!   

Εν είδει επιλόγου, σε μια μακρά και εξ ορισμού σύνθετη συζήτηση αξιολόγησης του ενός έτους Τσίπρα στην κυβέρνηση, επιβαρυμένη επιπροσθέτως από την σκοπιμότατη και μονομερέστατη θεώρηση των μέσων ενημέρωσης, εν μέσω της διαμάχης για τη εξασφάλιση των αδειών τους, θέλω να πω τούτο:  Πολλοί φίλοι μου μπορούν να διαβεβαιώσουν ότι σε κατ’ ίδιαν συζητήσεις μας εδώ και περισσότερα από δύο χρόνια υποστηρίζω την άποψη ότι η ελληνική οικονομία (όπως την ξέρουμε και την κατανοούμε τόσα χρόνια) δεν μπορεί να τύχει οιασδήποτε «διάσωσης». Πιστεύω ότι απαιτείται συνολική και εκ θεμελίων αναδιάρθρωση τόσο των δομών της εγχώριας  οικονομικής «μηχανής» όσο και των διαδικασιών που ορίζουν τις λειτουργίες της. Εξ ίσου, πιστεύω πως είναι άλλοι οι πρωτεύοντες σκοποί ενασχόλησης των ευρωπαίων δανειστών μας με την οικονομίας μας, από τους σκοπούς που έχουμε εμείς οι Έλληνες και που μέσες-άκρες συμφωνούμε οι περισσότεροι μ’ αυτούς, όσο κι αν διαφωνούμε με το πως θα τους υλοποιήσουμε.    

Τούτου δοθέντος, η επανεξέταση και αναθεώρηση του περιεχομένου διαβουλεύσεων, με τους πιστωτές μας, είναι πιστεύω αναγκαία! Ήδη, οι εξελίξεις, οδηγούν σε συμπερίληψη στις παραμέτρους που αντιλαμβάνονται οι πιστωτές μας ως ορίζουσες την «ελληνική περίπτωση» και νέων στοιχείων. Για παράδειγμα, σε συνάρτηση με το προσφυγικό και το μεταναστευτικό ζήτημα!

Και παλιότερα έχω διατυπώσει την άποψη ότι βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της προστιθέμενης αξίας που κομίζει η Ελλάδα στην Ε.Ε. (πέραν των συμβολικών αξιών της χώρας μας), είναι το γεωπολιτικό! Και όχι το οικονομικό! Αν αυτή η άποψη ευσταθεί οδηγούμεθα στην θέση ότι  ωφελεί την πατρίδα μας η μετακίνηση της σχέσης μας με την Ευρώπη από το πεδίο της οικονομίας σε θέματα γεωπολιτικής. Για να προκύψουν όμως τα δυνατά οφέλη από την εξέλιξη αυτήν, η (όποια) ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κατανοήσει την υπόθεση αυτήν, να την καταστήσει πεδίο πολιτικής της και να επεξεργαστεί σχέδιο υλοποίησης των στόχων της.       

Φοβάμαι πως τίποτα απ’ αυτά δεν διακρίνω στην πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα.

Ένας χρόνος διακυβέρνησης Τσίπρα (Μέρος Β΄)

Η σύγκριση της οικονομίας

επί κυβερνήσεων Τσίπρα-Σαμαρά

Η επιμονή των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας να αποδείξουν ότι η οικονομία θα πήγαινε καλύτερα αν ήταν εκείνοι στην εξουσία αντί για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κατ’ αρχάς κρίνω αναγκαίο να αναφέρω πως αποτελεί ευθεία συνέπεια της πολιτικής αντίληψής τους ότι η επέλευση Τσίπρα στο τιμόνι της χώρας είναι μια εξέλιξη, την οποία αντιμετωπίζουν περίπου ως ένα είδος εκτροπής. Διαφορετικά, θα ήταν αδιανόητο να διεξάγουν διά μακρόν έναν δημόσιο διάλογο υποκείμενο στην ιδιότυπη συγκριτική του «τί θα είχε γίνει εάν είμαστε κυβέρνηση εμείς»! Το αποτέλεσμα της κάλπης, αρεστό ή μη στον οποιονδήποτε, θεωρείται στην Πολιτική δεδομένο  (υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι υπήρξε προϊόν παραδεκτής δημοκρατικής διαδικασίας) και, επομένως, μετά απ’ αυτό το αποτέλεσμα συζήτηση με αντικείμενο «τί θα είχε συμβεί αν ήταν άλλο το εκλογικό αποτέλεσμα» δεν έχει νόημα, αφού ξεκινά ο δημόσιος διάλογος σχετικά με συμβαίνοντα, με τα γεγονότα. Αυτός ο βασικός κανόνας των πολιτικών πραγμάτων κάμπτεται μόνον όταν υπάρχει σκοπιμότητα εκείνου που συντηρεί τέτοια αδόκιμη ατζέντα, είτε για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κάλπης, είτε για να επιχειρήσει εκείνος εκτροπή, εμφανίζοντάς την ως δήθεν νόμιμη. Σε τέτοιες πρακτικές η ελληνική δεξιά έχει πλούσιο παρελθόν, το οποίο τιμά και σήμερα.

(Για παράδειγμα, «παράνομη» επιχειρήθηκε να καταστεί η ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση το 1958. Εκτροπή θεωρήθηκε από την ίδια παράταξη η εκλογική νίκη της Ένωσης Κέντρου στη δεκαετία του ’60 και για να προληφθεί η «εκτροπή» του επερχόμενου θριάμβου  της Ενώσεως Κέντρου στις προγραμματισμένες για τον Μάιο του 1967 εκλογές έγινε το πραξικόπημα της 21η Απριλίου και επιβλήθηκε στη χώρα η επταετής δικτατορία. Αναλογίες ενδεικτικές αυτής της λογικής μπορούν να αναζητηθούν, επίσης, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε η Νέα Δημοκρατία τον εκλογικό θρίαμβο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 1981. Ακόμη, με το δικαστικό πραξικόπημα του 1989 απειλήθηκε να μπει φυλακή ο Ανδρέας Παπανδρέου, ώστε να μπορέσει να κερδίσει εκλογές και να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η ίδια στάση της ελληνικής δεξιάς επαναλαμβάνεται με τη δεύτερη εκλογική νίκη Σημίτη στις εκλογές του 2.000. Με επιμονή του κ. Σαμαρά, υπενθυμίζω, δρομολογήθηκε η απομάκρυνση του Γιώργου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία το 2011. Παρόμοια προσέγγιση διακρίνεται μέχρι και σήμερα σε αναφορές  στελεχών της σημερινής δεξιάς, σύμφωνα με τις οποίες η καταψήφιση από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Σταύρου Δήμα (που, υπενθυμίζεται, είχε προταθεί από τον Αντώνη Σαμαρά για Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν από λίγο περισσότερο από ένα έτος), ήταν ένα είδος εκτροπής. Κι αμέσως μετά τη νίκη του κ. Τσίπρα τον Ιανουάριο του 2015 και παρά το προφανές του περιεχομένου της τότε λαϊκής εντολής, η Νέα Δημοκρατία με τον κ. Σαμαρά να αρνείται να πράξει το αυτονόητο, να παραιτηθεί, παραμένοντας στην προεδρία του κόμματος στο πλαίσιο της ελπίδας του να επιβεβαιωθεί το σενάριο της «αριστερής παρένθεσης», επανήλθε στην ανομολόγητη αντίληψη ότι κάτι το παράνομο, μια αφανής εκτροπή, περιγράφει την επικράτηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Σοβαρό τμήμα της θεώρησης των πραγμάτων από τη δεξιά, υπό την παραδοχή ότι ο κ. Τσίπρας είναι κάτι σαν ένας απονομιμοποιημένος πρωθυπουργός εξ αρχής που ανέλαβε αυτόν τον ρόλο, ήταν η επίμονη αναφορά στο ότι ο κ. Τσίπρας δεν δικαιούται να θέσει εν αμφιβόλω την εφαρμογή του 2ου μνημονίου, ενώ προφανώς είχε κάθε δικαίωμα προς τούτο. Το δημοψήφισμα του περασμένου καλοκαιριού, όπως άλλωστε και εκείνο που επιχείρησε να κάνει ο Γιώργος Παπανδρέου, αντιμετωπίστηκαν από την Νέα Δημοκρατία, περίπου ως απόπειρες πραξικοπημάτων.  Τέλος, και αμέσως μετά τη δεύτερη στη συνέχεια εκλογική νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν 4 μήνες (και με δεδομένο ότι φυσικά καμιά συζήτηση περί εκτροπής δεν θα χωρούσε πλέον ιδίως μετά την αποχώρηση Σαμαρά από την προεδρία του κόμματος), η προσπάθεια του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι -παρά το λίαν πρόσφατο των εκλογών- να «πέσει» ο Τσίπρας.

Συνοψίζοντας: Δεν υπάρχει ήττα της ελληνικής δεξιάς, μεταπολεμικά, η οποία να μη συνοδεύεται από αντίδραση της συντηρητικής παράταξης που επιχειρεί να εγείρει θέμα νομιμότητας σε βάρος εκείνων  που την ενίκησαν -αν και σ’ όλες τις περιπτώσεις εντός των όρων διεξαγωγής του δημοκρατικού συστήματος. Κι επειδή οι ήττες της ήταν πολλές και συχνές, ιδίως μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, η συμβολή της ελληνικής δεξιάς στην πολιτική αποσταθεροποίηση της χώρας είναι μεγάλη!                                                       

Ακούω μερικές φορές τον αντίλογο από δεξιούς φίλους: «Ναι! Αλλά και η προοδευτική παράταξη αμφισβητούσε πάντα τη νομιμότητα των επικρατήσεων της δεξιάς». Έχουν δίκιο! Μόνον που η ιστορία έχει πλέον γράψει με ανεξίτηλα γράμματα (δηλαδή δεν επιδέχεται αμφισβήτησης η ετυμηγορία της) τη βασιμότητα, ή μη, των αιτιάσεων της προοδευτικής παράταξης για τις εκλογικές νίκες της εγχώριας συντηρητικής παράταξης.

ΣΗΜ.: Μακρηγόρησα, θεωρώ -ωστόσο- ιδιαίτερα χρήσιμο συζητώντας για τη συμπλήρωση ενός έτους από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να τεθεί επί τάπητος και το πλαίσιο αντιλήψεων επί του οποίου γίνεται ο όποιος δημόσιος διάλογος αποτίμησης του γεγονότος)        

Σχετικά με την οικονομία τώρα!

- Σε ό,τι αφορά τα capital controls, η άποψη της Νέας Δημοκρατίας περίπου είναι ότι έπρεπε να είχαν αποφευχθεί πάση θυσία, ακόμη κι αν για να αποτρέψει αυτήν την εξέλιξη η κυβέρνηση Τσίπρα θα έπρεπε να δεχτεί να συναινέσει σε μνημόνιο των δυσμενέστατων όρων.

(Ειρήσθω εν παρόδω, δεν θα μπω στη συζήτηση εάν τα capital controls τα έφερε ο Τσίπρας ή η Ευρώπη, απλούστατα διότι η αλήθεια δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι και τα δύο μέρη έχουν συμμετοχή στην επέλευσή τους. Τα υπόλοιπα που διαλαμβάνονται  στη δημόσια συζήτηση σχετικά με το τί θα ήθελε η μία ή η άλλη πλευρά, δεν έχουν και μεγάλη σημασία, αφού οι σκοπιμότητες σ’ αυτήν τη συζήτηση κατισχύουν των πάντων και επίσης πολλά σημεία της πραγματικότητας  είναι νωρίς για να έλθουν στο φως.  Απ’ όλα αυτά, κρατώ μόνον τα αυταπόδεικτα: α. ότι η κυβέρνηση Τσίπρα θα ήθελε να τα είχε αποφύγει και επομένως δεν μπορεί να ήταν ο επισπεύδων παράγων  της εξέλιξης, και β. ότι η «υποχρεωτικότητα» εφαρμογής των ρυθμίσεων για τις τράπεζες  της ευρωζώνης είναι ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να παραβλέπεται, συνεκτιμωμένου επίσης ότι το μέτρο επιβλήθηκε λίγες μέρες πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και ως εξαιρετικά επείγοντος χαρακτήρα -εφ’ όσον απορρίφτηκε το ρητό αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης να παραταθεί για λίγες μέρες η χορήγηση ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες από την ΕΚΤ ώστε να γίνει το δημοψήφισμα με ανοιχτές τράπεζες-  και ασφαλέστατα επηρέασε την έκβασή του. Για την ιστορία του πράγματος να αναφέρω μόνον την  ανεπιβεβαίωτη προσωπική εκτίμησή μου ότι το κλείσιμο των τραπεζών λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα εξόργισε  πολύ σημαντική νομίζω μερίδα των Ελλήνων, που βίωσαν την εξέλιξη ως άρση της «αίσθησης ασφάλειας», που θεωρούσαν ως τότε εγγυημένη από μεριάς της Ε.Ε.).              

Τί απομένει, δηλαδή, σχετικά με τα capital controls, πέραν της εκτίμησης ότι το μέτρο έπληξε την ελληνική οικονομία, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή, κάτι το οποίο άπαντες συνομολογούν ; Ναι, τα capital control έβλαψαν την ελληνική οικονομία! Κατόπιν αυτού, άξιζε τον κόπο, ναι ή όχι, είναι το ερώτημα ουσίας! Και αυτό το ερώτημα δεν  μπορεί να απαντηθεί με τον ευθύγραμμο τρόπο, με τον οποίο επιχειρούν να το χειριστούν οι διάφοροι εκπρόσωποι της Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή, χωρίς το δημοψήφισμα θα είχε δρομολογηθεί τόσο ρητά η ρύθμιση του ελληνικού χρέους, ή όχι; Χωρίς το δημοψήφισμα (και τα συνεπακόλουθα  capital controls), θα είχε εξασφαλιστεί ελάφρυνση των δημοσιονομικών υποχρεώσεων της χώρας από το 2ο μνημόνιο για υψηλότατα πλεονάσματα έως το 2018, ή όχι; Χωρίς όλ’ αυτά, θα είχε σημειωθεί η συμφωνία της εμπροσθοβαρούς χρηματοδότησης της Ελλάδας από το πακέτο Γιουνγκέρ, ή όχι; (Γιατί ό,τι και να γράφεται και να λέγεται για το δημοψήφισμα με τις φρασεολογίες και το περιεχόμενο τύπου αναφορών περί «κωλοτούμπας» και τα τοιαύτα, το αναμφίβολο είναι  ότι στη μέχρι τότε συμβιβαστική πρόταση Γιουνγκέρ προς την Ελλάδα για ένα 3ο μνημόνιο, δεν υπήρχαν προβλέψεις ούτε για το χρέος ούτε για την εμπροσθοβαρή χρηματοδότηση και αυτά προσετέθησαν μετά το δημοψήφισμα).       

Η ίδια η εξέλιξη θα δείξει, λοιπόν, εάν η απεμπλοκή της Ελλάδας από το ολέθριο 2ο μνημόνιο Σαμαρά -χωρίς άλλες τυπικές σε βάρος της χώρας συνέπειες, μάλιστα, όπως εξήγησα στο Α’  μέρος- και η ίδια η εφαρμογή του 3ου μνημονίου θα κάνουν τον τελικό λογαριασμό! Όλα τα άλλα είναι αυθαίρετες εκτιμήσεις μικροκομματικών κινήτρων, που δεν αντέχουν σε σοβαρή συζήτηση. 

- Σε ό,τι αφορά την εκτίμηση της Νέας Δημοκρατίας ότι με εκείνην στην κυβέρνηση θα ήταν τα πράγματα καλύτερα (δηλαδή η ελληνική οικονομία θα βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση εμμένοντας στην εφαρμογή του 2ου μνημονίου), ήδη αναφέρθηκα διά μακρόν στα κίνητρα πολιτικής απονομιμοποίησης της κυβέρνησης Τσίπρα, που εκφράζουν την αντίληψη της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το «δικαίωμα» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να κυβερνά. Ωστόσο, πέραν της θεσμικής πτυχής, εδώ υπάρχουν και αναφορές επί της οικονομίας!

Α. Η αποδέσμευση από την υποχρέωση της Ελλάδας για υψηλά πλεονάσματα έως το 2018, εξοικονόμησε περί τα 20 δισ. ευρώ.

Β. Το χρηματοδοτικό κενό για την Ελλάδα έως το 2018, κατά εκτιμήσεις της ίδιας της Ε.Ε. επί κυβέρνησης Σαμαρά, υπολογιζόταν συγκεκριμένα σε 18 δισ..

Γ. Η τυχόν πρόσβαση της Ελλάδας  σε γραμμή προληπτικής πιστοληπτικής  στήριξης (ECCL) , όπως έχει εξηγηθεί κατά κόρον εδώ και πολύ καιρό και όχι μόνον από εμένα, θα είχε ως συνέπεια τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας με επιτόκια περίπου πενταπλάσιας επιτοκιακής  επιβάρυνσης, σε σύγκριση με τις πιστώσεις που λαμβάνει η Ελλάδα στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου. Για κάθε 10 δισ. ευρώ που θα λαμβάνει η Ελλάδα προκύπτει επιβάρυνση περίπου  500.000. Δηλαδή, για το σύνολο των 80 δισ., που «ακούγεται» για το σύνολο πιστώσεων του 3ου μνημονίου (αν ληφθεί όλο το ποσό) η επιβάρυνση ανέρχεται σε 4 δισ. ευρώ.

Δ. Για να παραχωρηθεί, όμως, προληπτική πιστοληπτική γραμμή ECCL, είναι υποχρεωτικό και προβλέπεται ρητά στις σχετικές ρυθμίσεις της Ε.Ε., θα έπρεπε να υπογραφεί νέο μνημόνιο. (Λυπούμαι που ο γνώστης των πραγμάτων από μεριάς της Νέας Δημοκρατίας, κ. Σταϊκούρας, σε συνέντευξή του επ’ αφορμή της περί ης ο λόγος επετείου, επιχείρησε να αποφύγει το υποχρεωτικόν δέσμευσης της Ελλάδας με μνημόνιο (MOU) για να παραχωρηθεί τέτοια προληπτική πιστοληπτική γραμμή, αοριστολογώντας ορισμένα πράγματα περί γενικών κανόνων που όλοι οφείλουν να τηρούν στην Ε.Ε., και συγκρίνοντας, μάλιστα, απολύτως αδοκίμως την Ελλάδα με την Ιταλία και τη Γαλλία. Ποιά θα ήταν η επιβάρυνση  από ένα νέο μνημόνιο φαίνεται ήδη σήμερα από την υλοποίηση του 3ου μνημονίου.  (Και ας μην επιμείνει άλλο η Νέα Δημοκρατία και οι εκπρόσωποί της σε συγκρίσεις πρόδηλης σκοπιμότητας και εξ ίσου προδήλως αδόκιμες, ότι οι συμφωνίες για τα «κόκκινα» δάνεια των ελληνικών τραπεζών και το «βαθύ» Ασφαλιστικό θα είχαν δήθεν αποφευχθεί, εάν παρέμενε η κυβέρνηση Σαμαρά  και εφήρμοζε το 2ο μνημόνιο. Αυτά θα έρχονταν, είτε έτσι-είτε αλλιώς, και η απόπειρα σύγκρισης με τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως αν είναι εκείνη μόνο αίτιο δρομολόγησής τους, προκαλεί μόνο θυμηδία).                

Ε. Λέει, όμως η Νέα Δημοκρατία (κι αυτό ίσως είναι το σοβαρότερο απ’ όσα διακινεί) ότι με εκείνην είχαμε ανάπτυξη, ενώ με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιστρέψαμε σε ύφεση. Και είναι αλήθεια. Η οικονομία επιβραδύνθηκε. Όμως, σκοπίμως προβάλλεται η μερική αλήθεια και αποκρύπτονται κρίσιμα στοιχεία της πραγματικότητας.

Για παράδειγμα: Η κυβέρνηση Σαμαρά παρέλαβε εντός του 2013 μαζεμένη χρηματοδότηση 42 δισ. ευρώ,  από τις προβλέψεις του 2ου μνημονίου. Η μόνη περίοδος ευχέρειας ρευστότητας για την Ελλάδα καθ’ όλην την περίοδο της κρίσης υπήρξε τότε και μόνον τότε, παράγοντας τη βάση της αναπτυξιακής αντίδρασης της ελληνικής οικονομίας. Και, βεβαίως, ενώ  (θα πρέπει να) αναγνωρίζεται στις επιτυχίες Σαμαρά ότι έφερε τέτοια ρευστότητα με τα προνομιακά επιτόκια των προγραμμάτων στήριξης, αποσιωπάται ότι είναι σοβαρότατη ένδειξη του βαθμού αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, ότι από τόση ρευστότητα δεν απέμεινε τίποτα  μονιμότερο στην χώρα. Διότι, είναι καλά γνωστό ότι η υφεσιακή τάση είχε επανεμφανιστεί επί της κυβέρνησης Σαμαρά και βεβαίως επιτάθηκε με την κυβέρνηση Τσίπρα.  Το επιχείρημα ότι ευθύνεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την παταγώδη αποτυχία Σαμαρά να ενεργοποιήσει την ελληνική οικονομία και να πετύχει την οφειλόμενη στην Ελλάδα ρύθμιση του χρέους  (που αθέτησαν οι εταίροι μας), επειδή δεν συμφώνησε με τις πρακτικές του αφόρητου κομματισμού στη διαχείριση του δημοσιονομικού από τη Νέα Δημοκρατία είναι επιχείρημα εξ ορισμού αστείο.  

(Δεν πλατιάζω περαιτέρω στο σημείο αυτό και σχετικά με το ότι η γενναία παραχώρηση ρευστότητας  στην κυβέρνηση Σαμαρά ηΗΗ  και η αρχική αναπτυξιακή αντίδραση της ελληνικής Οικονομίας ένεκα αυτής της ρευστότητας, αποτελεί και την καλύτερη απάντηση σε όσους -εξακολουθούν να-  επιμένουν στην Ευρώπη ότι οι περιοριστικές οικονομικές των εσωτερικών υποτιμήσεων,  είναι η καταλληλότερη μέθοδος χειρισμού της κρίσης του ενιαίου νομίσματος).             

ΣΤ. Τι υπήρξε επί ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και δεν θα υπήρχε (τουλάχιστον με τον ίδιον τρόπο), εάν παρέμενε στην κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία;  Δεν θα είχε γίνει η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών! Που κόστισε περί τα 5,5 δισ. ευρώ, αντί για 10-12 που υπολογίζονταν αρχικά και τα 20 δισ. που προβλέφθηκαν στο 3ο μνημόνιο, αφού τα capital controls σε μια οικονομία στην κατάσταση της ελληνικής έχουν πολύ μικρότερη επίπτωση, απ’ ό,τι σε μια πλήρως λειτουργούσα οικονομία.  (Ούτε αυτό το απλό στοιχείο δεν πέτυχαν να προβλέψουν ορθά τα σαΐνια του κ. Ντάισελμπλουμ). Άρα, οι συνολικές χρηματοδοτήσεις του 3ου μνημονίου, που αρχικά αναφέρθηκε ότι θα είναι 80 δισ., τελικά τώρα φαίνεται ότι περιορίζονται στα 65 δισ..

Αυτά για την εμμονή συγκριτικής κριτικής της Νέας Δημοκρατίας για την οικονομία, από τον Ιανουάριο του 2015 και εντεύθεν (κυβέρνηση Τσίπρα-ΣΥ.ΡΙΖ.Α.).

(Στο Γ΄ μέρος, κριτική στην οικονομική πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τη δική  μου ματιά)          

Ένας χρόνος διακυβέρνησης Τσίπρα (Μέρος Α΄)

Η προσπάθειά μου να αναφερθώ στην επέτειο ενός έτους από την επέλευση Τσίπρα στην εξουσία, θα εκτεθεί σε τρία μέρη:

- Στο Α’ μέρος θα σχολιάσω τον τρόπο με τον οποίο η αξιωματική αντιπολίτευση τοποθετείται απέναντι στο γεγονός.

- Στο Β’  μέρος θα επιχειρήσω να σχολιάσω απολογιστικά τις διαφορές προσεγγίσεων οικονομικής πολιτικής ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Ν.Δ..

- Στο Γ΄ μέρος, τέλος, θα κριτικάρω τη διακυβέρνηση Τσίπρα, με βάση τις δικές μου πολιτικές αναφορές.           

Α΄ μέρος: Η Νέα Δημοκρατία απέναντι στο γεγονός συμπλήρωσης ενός έτους διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.   

Η κριτική και οι σχολιασμοί για τον έναν χρόνο διακυβέρνησης Τσίπρα δεν αντέχουν σε πολλή συζήτηση! Η φτώχεια της επιχειρηματολογίας και οι λαϊκισμοί των «αντι-σανοφάγων» επιβεβαιώνουν την απόλυτη αδυναμία σοβαρού δημόσιου διαλόγου, αφού μέριμνα της στάσης του Κυριάκου, όπως από την αρχή διεφάνη με  την αντιπροεδρία του Άδωνη, δεν είναι κάτι άλλο παρά το «φύγε εσύ για να έρθω εγώ».

Έτσι, όμως τα τεράστια λάθη της διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καθίστανται υπόθεση αστεϊσμών και ρεβανσισμών χωρίς αντίκρισμα μπροστά στις ανάγκες των πολιτών. Ανάγκες,  που αναδύονται από μια επιδείνωση των μακρο-οικονομικών δεικτών (οι οποίοι κατ’ αρχήν μεν είναι ερμηνεύσιμοι, κατά δεύτερο λόγο δε η αδυναμία της κυβέρνησης  τούς χειριστεί ή τουλάχιστον να αμβλύνει τις συνέπειές τους για τα νοικοκυριά, αποκαλύπτει τη μεγάλη γύμνια του εναλλακτικού σχεδίου που διατεινόταν ότι διαθέτει ο κ. Τσίπρας).

Από την κριτική που άκουσα από την αντιπολίτευση, δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να ασχοληθεί κανένας με τα όσα λένε τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, με μία από τις οποίες θα ασχοληθούμε στη συνέχεια).  Κρατώ, όμως, 2-3 στοιχεία:

α. Η ηρωική επίκληση του μέιλ Χαρδούβελη, εν είδει απόπειρας σύγκρισης πολιτικών επί της Οικονομίας στην κυβέρνηση Σαμαρά και στην κυβέρνηση Τσίπρα, έχει σχεδόν αποσυρθεί! Δηλαδή, δεν την επικαλούνται πλέον στην αξιωματική αντιπολίτευση τη σύγκριση αυτήν με το 3ο μνημόνιο (μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, γιατί ασφαλώς ο Άδωνης δεν έχει πει την τελευταία του λέξη) , προφανώς διότι ούτε προς εσωτερική κατανάλωση στα φίλια παραταξιακά κοινά και τους συνοδοιπόρους της Νέας Δημοκρατίας, δεν εκπέμπει στοιχειώδη πειστικότητα. (Και αυτό είναι από μόνο του ενδεικτικό του πόσο έωλη υπήρξε εξ αρχής η προσπάθεια να παραλληλιστούν μια εισαγωγική «υποσχετική» για τον νέο γύρο μέτρων που αναμφίβολα θα ελάμβανε  η κυβέρνηση Σαμαρά εάν παρέμενε στην εξουσία, με τη συνολική οικονομική πολιτική που προκύπτει από τη «δραπέτευση» της Ελλάδας από τις δαγκάνες του 2ου μνημονίου, ευτυχώς χωρίς συνέπειες, σε ό,τι αφορά τις τυπικές προβλέψεις του στην περίπτωση μη επιτυχούς εξυπηρέτησής του από μεριάς της χώρας μας). 

β. Οι θεματικές ενότητες που έχουν αντικαταστήσει το γελοίο, όπως είπαμε, επιχείρημα  «συγκριτικής» του μέιλ Χαρδούβελη με την οικονομική πολιτική ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εξ όσων αντιλαμβάνομαι, είναι δύο σημεία: Τα capital controls και η εν γένει αναφορά  στα μακρο-οικονομικά στοιχεία  της διακυβέρνησης Σαμαρά με τα ανάλογα στοιχεία της διακυβέρνησης Τσίπρα. 

γ. Κεντρικό, ωστόσο, σημείο της κριτικής της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθίσταται -όσο περνάει ο καιρός- όχι τόσο αυτά τα δύο σημεία (επί των οποίων κάποια συζήτηση θα είχε νόημα), αλλά το …πραξικόπημα  Βαρουφάκη! (Μ’ άλλα λόγια, η συζήτηση επί του -όπως το ονομάζω- «τί θα γινόταν, αν είχε συμβεί αυτό που δεν συνέβη». Δηλαδή, η εμμονή στο στυλ της αντιπολίτευσης-αυτοσκοπού, που εκπροσωπεί τη νευρική αδημονία να καταληφθεί η εξουσία από δυνάμεις της παράταξης. (Στην περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας να «ανακαταληφθεί», για να είμαστε ακριβέστεροι). Δηλαδή, τα ίδια ακριβώς που καταλογίζονται στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε ό,τι αφορά τον άγονο και εκδικητικό αντιπολιτευτικό του λόγο, αυτά, ίδια και απαράλλαχτα, κάνει τώρα και ο Κυριάκος!  (Να δούμε πότε θα καταλάβουν οι μείζονες πόλοι του σημερινού πολιτικού άξονα, ότι η ποινικοποίηση των πολιτικών αποφάσεων, μόνο διχασμό και εκτροπές παράγει στην εξέλιξη των δημοκρατικών διαδικασιών! Από την εποχή ακόμη του Ειδικού Δικαστηρίου σε βάρος του Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε σήμερα δεν έχουν βάλει μυαλό η δεξιά και η παραδοσιακή αριστερά, διδασκόμενοι από τις συνέπειες των τυχοδιωκτισμών του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη).                         

Για να είμαι ακριβοδίκαιος, η μανία να ποινικοποιηθεί ό,τι έπραξε  ο πρώην υπουργός Οικονομίας, δεν μπορεί προσώρας να αποδοθεί ευθέως στον Κυριάκο! Σ’ ένα non-paper, μάλιστα, που διένειμε η αξιωματική αντιπολίτευση, δεν γίνεται λόγος σ’ αυτό, αλλά επιχειρείται μια τεκμηρίωση απόψεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης με όρους διαλόγου επί οικονομικών δεδομένων. Έτσι, κρατώ ανοιχτό το ενδεχόμενο να προσπαθήσει τουλάχιστον να αποφύγει τέτοιες ολέθριες για τον τόπο ανοησίες ο Κυριάκος! …Αλλά, η συζήτηση σημείο προς σημείο στο non-paper της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου, στο Β΄ μέρος της ανάλυσής μου…     

Το τέλος του καραμανλισμού;

Προ διμήνου περίπου, σε ανάλυσή μου και αναφερόμενος σε άλλο θέμα από τις εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία, είχα σχολιάσει πως «η σιωπή Καραμανλή έχει πλέον μεγαλύτερο παραταξιακό κόστος από το προσωπικό όφελος  που προσφέρει στον πρώην πρωθυπουργό».

Ωστόσο, η αυτο-παγίδευση Καραμανλή στην ίδια τη σιωπή του δεν επιτρέπει προσώρας δραστικότερες παρεμβάσεις προς αποκατάσταση του καραμανλικού χαρακτήρα της παράταξης. Συζητήσιμο, μάλιστα, είναι εάν θα μπορούσε γενικώς να υπάρξει τέτοια αποκατάσταση ή εάν το έργο «καραμανλισμός» ετελείωσε τόσο άδοξα!

Το κόμμα του 50-50, είναι μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση να διατηρήσει τη συνοχή του, ιδίως αφού «ο κόσμος το ‘χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι» ότι η εκλογή του Κυριάκου δεν προέρχεται από τα «πούρα» παραταξιακά κοινά, αλλά από τον τυχοδιωκτικό εισοδισμό των καθημαγμένων από τις αλλεπάλληλες ήττες σαμαρο-βενιζελο-σημιτο-φιλελεύθερων δυνάμεων.

Η συνέχεια θα είναι αποκαλυπτική των πραγματικών προθέσεων όλων των πλευρών:

- Ο Κυριάκος πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί όντως να εγγυηθεί την ενότητα του κόμματος. (Π.χ., θα ανεχθεί βουλευτές του τυχόν να ψηφίσουν το ασφαλιστικό, ή θα τους διαγράψει;)

- Ο Καραμανλής θα συνεχίσει να ανέχεται τις αλλεπάλληλες απαξιωτικές αναφορές των ‘σώγαμπρων εκσυγχρονιστών υποστηρικτών του Κυριάκου, ή θα επιχειρήσει αντεπίθεση, για παράδειγμα εξωθώντας βουλευτές του τυχόν να υπερψηφίσουν το ασφαλιστικό;

- Ο Σαμαράς, θα συναινέσει στον οριστικό ενταφιασμό κάθε ελπίδας του περί επιβεβαίωσης του σεναρίου της «αριστερής παρένθεσης», ώστε να πετύχει ένα come back έστω εμμέσως, ή θα επιχειρήσει να συνδέσει την επαγγελλόμενη πρωθυπουργία Κυριάκου με το άγος της διακυβέρνησής του, δυσκολεύοντας τον νέο πρόεδρο;

- Οι ακροδεξιοί, που επί Σαμαρά ήταν χρήσιμοι ως «ήπιοι χρυσαυγήτες», θα δεχτούν να αποστασιοποιηθούν πειστικά από τον ελληνικό νεο-ναζιστικό εσμό, ή θα καταστούν βαρίδι για τον Κυριάκο;

Όλ΄ αυτά τα προβλήματα κατ’ αρχήν «διασκεδάζονται» από τον συνεκτικό ιστό της προσδοκίας για εξουσία, που ενοποιεί ακόμη και τις μεγαλύτερες αντιθέσεις, πιστοποιώντας την τυχοδιωκτική βάση της πολιτικής περιόδου «Κυριάκου (και -βεβαίως- ανεξαρτήτως του τί πρεσβεύει ο ίδιος).

Τέλος, τα μίντια έπαιξαν (και θα συνεχίσουν να παίζουν) με τον Κυριάκο τα «ρέστα» τους, στην προσπάθεια να αποτρέψουν τις πιέσεις που υφίστανται για την αναγκαία νομιμοποίηση των επί μακρόν παράνομων εκπομπών τους. Στο εσωκομματικό ακροατήριο και τον εκσυγχρονιστικό θύλακα που στρατεύτηκε εκτός του κόμματος υπέρ του νέου προέδρου, η δουλειά τους ήταν εύκολη. Στην αντιπαράθεση, όμως, με τον κ. Προκόπη Παυλόπουλο και τον Κώστα Καραμανλή τα πράγματα θα είναι δυσκολότερα. 

Ίδωμεν! 

Οι «’σώγαμπροι ευκαιρίας»

Με ρωτούν ολοένα και περισσότεροι φίλοι ποιά είναι η γνώμη μου για τον β΄ γύρο των εσωκομματικών εκλογών στη Νέα Δημοκρατία.

3 παρατηρήσεις και μια υπόθεση επ’ αυτού:

1. Ανήκω σε αντίπαλη ιδεολογικά πολιτική παράταξη για να μπορώ να έχω γνώμη επί του θέματος. Παρακολουθώ, αλλά δεν αφορά σε εμένα η εκλογή ηγεσίας στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε κάθε περίπτωση, έχω γενικά την εντύπωση ότι η εγχώρια δεξιά διέρχεται περίοδο παρακμής, ιδεολογικής και οργανωτικής, με συνέπεια ξένες προς τον ιστορικό συντηρητικό πολιτικό χώρο δυνάμεις, όπως η νεοναζιστική ακροδεξιά και ο ήδη γηράσκων νεο-φιλελευθερισμός, να επιχειρούν χωρίς αρχές να καλύψουν το κενό, ρυμουλκώντας το κόμμα σε άδηλη διάσπαση, επειδή ακριβώς ανομοιογενείς δυνάμεις ενώνονται χωρίς πολιτικές αρχές στο «όχημα εξουσίας» που φέρει η προσδοκία της διακυβέρνησης.            

2. Θεωρώ ακραία ένδειξη πολιτικού αμοραλισμού την παρείσφρηση στην εσωκομματική αυτή διαδικασία εκλογέων από άλλες πολιτικές παρατάξεις και δη και κατά δήλωσή τους προερχόμενων από αντιπάλους κομματικούς χώρους. Τα φληναφήματα περί «ενδιαφέροντος» εδραζόμενου στον θεσμικό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης πιστοποιούν τον καθαρά τυχοδιωκτικό και εξουσιομανή χαρακτήρα τέτοιων απόψεων, κυρίως προερχόμενων από τον χώρο του εκσυγχρονιστικού νεο-φιλελευθερισμού, γνωστού για τον ιδιότυπο νεποτισμό του της περιόδου 2000-2004.             

3. Το τί εκπροσωπεί κάθε ένας εκ των δύο υποψηφίων προέδρων της Νέας Δημοκρατίας, ασφαλώς κυρίως απορρέει και διαπιστώνεται από το ποιές πολιτικές, οικονομικές, επιχειρηματικές και «μιντιακές» δυνάμεις τον στηρίζουν. Οι ίδιες «συστημικές» δυνάμεις που πριν 4 μήνες έδωσαν μάχη υπέρ βωμών και εστιών για να κερδίσει τις εκλογές ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης (με τα γνωστά «μίντια» τότε «απρόσμενη θετική έκπληξη» να τον ανεβάζουν και «καταλληλότατο» να τον κατεβάζουν), σήμερα με εξαιρετική ευκολία μεταπηδούν μαζικά στη στήριξη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι μία ακόμη ισχυρή ένδειξη του απολίτικου και αμοραλιστικού τρόπου με τον οποίο ο νεο-φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται την χωρίς αρχές κίνηση του πολιτικού σκηνικού, με μόνο κριτήριο την υπηρέτηση άλλων συμφερόντων -με ονοματεπώνυμο, μάλιστα- αντί του δημοσίου συμφέροντος.              

…Και μια υπόθεση: Οι ίδιοι άριστοι γνώστες των πραγμάτων στη Νέα Δημοκρατία, που πριν μερικές εβδομάδες είχαν κάνει την πρόβλεψη του α΄ γύρου για την επανάληψη σκηνικού παλιότερων εσωκομματικών εκλογών με τον συσχετισμό δυνάμεων 40-30-20-10 (ως ποσοστά επί τοις εκατό), επαναλαμβάνουν ότι και στον β΄  γύρο θα επαναληφθεί η κατανομή 60-40 (ως ποσοστά επί τοις εκατό και πάλι).

Οι ίδιοι, σε παρατήρησή μου ότι προέβλεπαν στον α΄ γύρο ότι το 40% θα ελάμβανε ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και το 30% ο Απ. Τζιτζικώστας (αποτέλεσμα που δεν επιβεβαιώθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είναι εκείνος που έλαβε το 30%), μου έδωσαν την εξής αφοπλιστική απάντηση: «Γνωρίζουμε τι συμβαίνει στον χώρο της παράταξής  μας, χωρίς τους «‘σώγαμπρους ευκαιρίας»…            

Αίσχος!

Δηλώνω στην κυριολεξία αιφνιδιασμένος και αηδιασμένος από το τσαλαβούτημα πασοκτζήδων και πρώην πασοκτζήδων, αλλά και πρώην (κατά δήλωσή τους) «αριστερών» στις εσωκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας!

Με απίθανα επιχειρήματα περί του «γενικού ενδιαφέροντος» για τα πολιτικά μας πράγματα, περί της ποιότητας του δημόσιου βίου μας σε συσχέτιση με τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πολλά και διάφορα άλλα, επιχειρήματα προφανώς προσχηματικά και προδήλως επιστρατευμένα για να υποστηριχτεί κυρίως ένας εκ των υποψηφίων, και συγκεκριμένα ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, με κάλεσμα προσέλευσης αναρμοδίως όλων αυτών στην εσωκομματική κάλπη του «μη κόμματός» τους, ρίχνονται πρόσωπα του πάλαι ποτέ κραταιού προοδευτικού χώρου με φανατισμό στη ενδο-νεο-δημοκρατική μάχη!

Σημεία των καιρών! Κατίσχυση της «ευκαιριοκρατίας» και του οππορτουνισμού σ’ όλα τα πεδία της ζωής μας! Παρακινήσεις σε επιλογές ψήφου και υποστηρίξεων συγκεκριμένων δημόσιων προσώπων, χωρίς αρχές, χωρίς πεποιθήσεις, με φληναφήματα και ιδεολογισμούς του χαμηλότερου δυνατού επιπέδου. Είναι ντροπή για ανθρώπους προερχόμενους από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. -ή εν πάση περιπτώσει ό,τι απέμεινε απ’ αυτό- κι άλλο τόσο για τους (κατά δήλωσή τους) πρώην «αριστερούς», να φλερτάρουν τόσο απροσχημάτιστα με ό,τι λένε πως διαφωνούν πολιτικά και φυσικά -εφ’ όσον διαφωνούν- δεν τους εκπροσωπεί!

Ακόμη χειρότερο πως άκουσα και την άποψη ότι δεν πρέπει να αφεθεί στα χέρια των νεοδημοκρατών οπαδών το μέλλον του κόμματός τους, γιατί αυτοί δεν ξέρουν τί κάνουν! Ακριβώς η ίδια οσμή αριστοκρατισμού, ακροδεξιάς και συγκεκαλυμμένου ρατσισμού απόψεων, ανάλογων με εκείνες που διατείνονται ότι και όσοι ψήφισαν ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υπόκεινται σ΄ έναν ειδικού τύπου πολιτικό καταλογισμό, ως πολίτες αμόρφωτοι και ένεκα τούτου με περιορισμένα δικαιώματα «βάρους ψήφου», σε σύγκριση με τους «φωτισμένους» συμπολίτες τους, για να επιχειρείται να «μπει απ’ το παράθυρο» ένα ζήτημα  πολιτικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης Τσίπρα.

Και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της κατάντιας αυτής, το «κρυφτούλι» όλων αυτών  με τον εαυτό τους! Γιατί στην πραγματικότητα αυτό που σήμερα τους εκπροσωπεί πολιτικά είναι Δεξιά. Μόνο που ντρέπονται να το πουν!   

Αίσχος!             

Νισάφι!...

Οι αδιανόητες εμμονές σ’ αυτόν  τον γύρο της θλιβερής μεμψιμοιρίας των «δικαιωμένων», είναι ό,τι χειρότερο θα μπορούσε κανένας να φανταστεί  για  την Ελλάδα του σήμερα!

Είναι όλοι εκείνοι, που έχουν πλέον περάσει στη φάση των «παροπλισμένων πολιτών». Δηλαδή, πρόσωπα που όση εξατομικευμένη  πολιτική ενέργεια έχει απομείνει μέσα τους, εκείνη διοχετεύεται πια μόνο στο παρελθόν. Δεν προσδοκούν τίποτα! Αλλά -δυστυχώς γι’ αυτούς- φοβούνται μέχρις πανικού. Κι έτσι δεν μπορούν να είναι ελεύθεροι. Τρέμουν τον αφορισμό της ιστορίας που μπορεί να τους απονεμηθεί.  Κι έτσι, ούτε τουλάχιστον τις σόλες των παπουτσιών τους δεν μπορούν να διασώσουν, όπως έκανε ο Καζαντζάκης με τον δικό του αφορισμό.

Καλαμπούρια, εξυπνακισμοί, ατάκες και κομπασμοί για το «έργο» τους, ο δικός τους πολιτικός λόγος! Κι αν γυρίσεις πίσω να δεις τί άφησαν, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι η έννοια «θράσος» προσλαμβάνει μυθικές διαστάσεις στην περίπτωσή τους.

Είναι όλοι εκείνοι που εξοργίστηκαν από το ομολογουμένως απαράδεκτο άρθρο της αμερικανικής εφημερίδας για την πορνεία «των Ελληνίδων της τυρόπιττας», αλλά η «πορνεία της φρατζόλας» των γυναικών από τις άλλες φυλές ήταν τόσα χρόνια μια απλή «παράπλευρη συνέπεια» της «Ελλάδας της ανάπτυξης».  Και κανά-δυο εκδηλωσούλες αλληλεγγύης και παχιά λόγια ευρωπαίων για το trafficking αρκούσαν. (Ναι, των ίδιων ευρωπαίων, που προσφέρουν ισοτιμία πρόσβασης για Τούρκους πολίτες στις χώρες της Ε.Ε. κατ’ επέκταση της συνθήκης Σένγκεν …αλλά με την Ελλάδα έχουν πρόβλημα με τις ταυτοποιήσεις των προσφύγων, …που  στέλνουν οι Τούρκοι!). Είναι, λοιπόν, οι ίδιοι που συμπατριώτης μας επιφανής πολιτικός εκπρόσωπός τους στιγμάτιζε ανεξίτηλα γυναίκες φορείς του AIDS, (…αλλά ξέχασα, εκείνες οι γυναίκες τί εθνικότητας ήταν…).

Είναι εκείνοι , που τολμούν σήμερα να αποδίδουν πρόθεση «συμψηφισμού», σ’ όσους υπενθυμίζουν τί έγινε τα τελευταία χρόνια σε τούτον τον τόπο! Γιατί, βλέπετε, δεν έφταιγαν για το κακό εκείνοι που κυβερνούσαν τόσον καιρό, αλλά εκείνοι που δεν τους επέτρεψαν να συνεχίσουν την καταστροφή. Αυτού του βάθους  είναι το επιχείρημά τους! Και τολμούν αυτοί να κάνουν λόγο για «σανοφάγους»! Πολίτες με τέτοιας ποιότητας και έρμα τεκμηρίωσης απόψεις, υποτιμούν όσους έχουν αντίθετη άποψη από τη δική τους, χαρακτηρίζοντάς τους περίπου είτε ως «ηλιθίους» και δυνάμει μειωμένου πολιτικού καταλογισμού Έλληνες πολίτες, είτε ως εξαγορασμένους πρώην «πασόκους» και νυν «συριζαίους». (Αλλά, την ίδια ώρα, οι άλλοι τόσοι πρώην «πασόκοι» που μεταπηδούσαν στη σαμαρική ακροδεξιά, εκείνοι έπρατταν με κίνητρα αγαθά).

Οι ίδιοι, που έκαναν τον Άδωνη, σοβαρό πολιτικό πρόσωπο για να τολμά να διανοείται ότι μπορεί να διεκδικεί την ηγεσία ιστορικού ελληνικού κόμματος …και να το κάνει κιόλας! Οι ίδιοι  που σήμερα πολιτικά εκπροσωπούνται  από την πρόταση Βορίδη (ας το σκεφτούν καλά και αν μπορούν να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους θα αναγνωρίζουν ότι αυτή είναι η πολιτική τους  πρόταση): «Να φύγει τώρα κυβέρνηση Τσίπρα, να αναλάβει πρωθυπουργός ξανά ο Σαμαράς, να ακυρωθούν όλες οι συμφωνίες που έχουν κάνει οι κυβερνήσεις ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και να επιστρέψουμε στην υποχρέωση να εφαρμόσουμε το 2ο μνημόνιο Σαμαρά».  (Και ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται από την επιστροφή στο 2ο μνημόνιο, όλοι γνωρίζουμε…).  

Κι είναι σαν  να ακούω κιόλας τις διαμαρτυρίες τους για όσα τους καταλογίζω εδώ: Εξανίστανται διότι  τους ταυτίζω με τον Βορίδη. Αλλά να πράξουν το αυτονόητο, να αποστασιοποιηθούν δηλαδή από τις θέσεις του εκπροσώπου της ελληνικής ακροδεξιάς, …ούτε λόγος. (Αλλά, την ίδια ώρα, εκείνοι δικαιούνται να ταυτίζουν τον ΣΥ.ΡΙΖ..Α. με την Μαρίν Λεπέν…)

Οι ίδιοι που θυμώνουν και μιλούν για ανεπίτρεπτη κριτική στο PSI! (Δεν είμαι βέβαια μέσα στο μυαλό τους, αλλά υποθέτω πως θα θεωρούν «λαϊκισμό» να αναφέρεται πως το PSI έγινε μεν για περιορισμό του ελληνικού χρέους, με το «κούρεμα» δε στα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που διακρατούσαν  οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία, και την ανάγκη να καλυφθούν εκ τω ν υστέρων αυτές οι απώλειες από τον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό, είναι μια επιβάρυνση που καταβάλλεται και ανακαταβάλλεται! (Γιατί για εκείνες τις απώλειες ανακεφαλαιοποιούνται και ξανα-ανακεφαλαιοποιούνται οι ελληνικές τράπεζες με επιβάρυνση του δημόσιου χρέους και όχι βέβαια για τα …capital controls!). Και, κατά τα άλλα, από πότε η αλήθεια είναι «λαϊκισμός», ας το αφήσουμε…

(Ειρήσθω εν παρόδω και μιας και μιλάμε για το PSI, σπεύδω να διασαφηνίσω και την προσωπική μου άποψη επί του προκειμένου:  Θεωρώ απαράδεκτη και ορισμό του πολιτικού  τυχοδιωκτισμού την  παρέμβαση Καμμένου περί εξεταστικών επιτροπών και δη και τη στιγμή που η εν λόγω παρέμβαση έλαβε χώρα! Για πολιτικούς καταλογισμούς έκανα και κάνω πάντα λόγο και πολιτικό καταλογισμό έκανα και όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διακινούσε την απειλή των εξεταστικών επιτροπών κατά Σαμαρά, για να αποκομίσει μικροκομματικά οφέλη. Εγώ ο ορκισμένος σε σκληρή κριτική κατά Βενιζέλου για τα τεράστια προβλήματα που άφησε το PSI, ποτέ δεν θεώρησα ότι οι εξεταστικές επιτροπές χρειάζονταν. Ο επικίνδυνος Καμμένος δεν μπορεί να εκβιάζει πολιτικά την ώρα που επιχειρείται  άνοιγμα της ατζέντας των συναινέσεων. Κι αν ο ακροδεξιός κυβερνητικός εταίρος  είναι ασυγκράτητος ο πρωθυπουργός οφείλει να τον σταματήσει αμέσως. Αν, πάλι, έχει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός συμμετοχή ή ανοχή στους τυχοδιωκτισμούς Καμμένου -κι εγώ αρνούμαι να το πιστέψω- τότε και η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι παρά  άξιος συνεχιστής του καταστροφικού έργου των απελθόντων. Για να είμαστε καθαροί μεταξύ μας!…).        

Το χειρότερο απ’ όλα, είναι ότι όλοι τούτοι δεν επιτρέπουν με τις εμμονές τους, τον νέο θλιβερό κυβερνητικό γύρο  να αποτιμηθεί όπως του αξίζει.  Περισσότερο υπονομευμένη χώρα εκ των έσω, δεν έχω ποτέ διανοηθεί πως μπορούσε να υπάρξει. Τεράστια σφάλματα εξωτερικής πολιτικής, για παράδειγμα στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, γίνονται, …αλλά εκείνοι με τα κυρίαρχα media που τους εκπροσωπούν δεν επιτρέπουν το άνοιγμα αυτής της συζήτησης, αφού προέχει να στηθεί το σχέδιο απομάκρυνσης Τσίπρα, για να παλινορθωθεί  ότι καταδικάστηκε πολιτικά από τους Έλληνες πολίτες. Δεν τους ενδιαφέρει εάν έγιναν εκλογές! Μέσα σε 2-3 εικοσιτετράωρα έκαναν τον Πανούση ήρωα αποκάλυψης της κωμωδίας του ελληνικού ουότεργκεϊτ, και μέσα σ’ άλλα 2-3 εικοσιτετράωρα τον …ξέχασαν! Τόσο σοβαρό ήταν το θέμα για εκείνους. Και με τέτοια ανακλαστικά αντιλαμβάνονται τον βαθμό κρισιμότητας των θεμάτων της επικαιρότητας!                   

Το ξαναλέω: Η χώρα χρειάζεται περισσότερο παρά ποτέ το οξυγόνο της αλήθειας, για να ανανήψει αργά από  τον μιθριδατισμό των αυτο-επιβεβαιώσεων ανάξιων ηγεσιών που απέτυχαν παταγωδώς και με τεράστιο εθνικό κόστος! Η υπονόμευση της Ελλάδας με πρόδηλη τη συμμετοχή όλων  αυτών στο παρατεινόμενο διασυρμό της πατρίδας και στη συνέχεια η εργώδης προσπάθειά τους να επικυρωθεί η αυτο-εκπληρούμενη προφητεία τους  περί καταστροφής, πρέπει να σταματήσει αμέσως! Όσο κι αν κοπιάσουν τον κόλαφο του καταλογισμού πρωτίστως σε βάρος τους για την απευκταία τούτη καταστροφή, δεν θα αποφύγουν!  Είναι πια ώρα η χώρα να κοιτάξει μπροστά!       

 

Οι πολιτικές εξελίξεις - Δεύτερο μέρος:

Η Νέα Δημοκρατία

Πριν λίγο καιρό, σε μιαν ανάλυσή  μου, είχα αναφέρει πως η Νέα Δημοκρατία δεν πάσχει από κάποιες «αδυναμίες», αλλά παρακμάζει. (https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10207843528067511&set=a.10203717279313871.1073741827.1274573556&type=3)

Οι εξελίξεις, όμως, νομίζω πως επιβάλλουν περισσότερη εμβάθυνση στο ζήτημα! Και τούτο, διότι η αξιωματική αντιπολίτευση σε εποχές μεγάλης κρισιμότητας, όπως οι σημερινές, βαραίνει όσο και η κυβερνητική παράταξη για την κατανόηση του πολιτικού περιβάλλοντος, που είναι προϋπόθεση για την καλή συνέχεια της χώρας. Επιπροσθέτως, διότι η Νέα Δημοκρατία είναι η απελθούσα κυβέρνηση και η «στροφή πολιτικής» από την καταστροφική περίοδο Σαμαρά είναι περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ, ως συνειδητή επιλογή  του ευρύτερου δυνατού μέρους του κομματικού συστήματος.  

Η περί ης ο λόγος παρακμή, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον! Πρόκειται -κατά τη γνώμη μου- για τελείως διαφορετική περίπτωση από εκείνην του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Της παράταξης, δηλαδή, που κατέβαλε το μεγάλο κόστος εγκατάστασης της Ελλάδας στην περίοδο της κρίσης καθ’ εαυτής. Εκεί, στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., το πρόβλημα προσέλαβε ήδη από το 2011 -δηλαδή σχετικά νωρίς-  χαρακτηριστικά ιδεολογικής αποσύνθεσης. Η σοσιαλδημοκρατική πολιτική πρόταση της δεκαετίας του ’80 (κατά βάση συγκροτούμενη από το ιδεολόγημα «κράτος ουδετερότητας έναντι υφισταμένων ταξικών συμφερόντων»), κατέρρευσε ένεκα της κρίσης. (Άλλωστε, η εν λόγω σοσιαλδημοκρατική άποψη μπορεί να είναι λειτουργική και αποτελεσματική υπό τον όρο ότι υπάρχουν πλεονάσματα, για να υπάρχει ρόλος για εκείνον που θα εγγυάται την -έστω- σχετικώς δίκαια κατανομή του πλούτου μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Επειδή η παρούσα κρίση είχε σαν αποτέλεσμα την εξάλειψη του παρατεταμένου φαινομένου  εμφάνισης πλεονασμάτων στις καπιταλιστικές χώρες, δεν απέμεινε στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία παρά μόνο ο ρόλος κατανομής των βαρών από τα ελλείμματα. Έτσι η πολιτική διαχείριση των εξελίξεων προσέλαβε χαρακτηριστικά σκληρής ταξικής αντιπαράθεσης, με αποτέλεσμα την ιδεολογική χρεοκοπία του σοσιαλδημοκρατικού πολιτικού χώρου. Κενό, που, βεβαίως, τα φληναφήματα περί «εκσυγχρονισμού», «λαϊκισμού»  και τα τοιαύτα, δεν μπορούν να καλύψουν).

Έτσι, στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. η αποδιάρθρωση είχε αφετηρία στο πεδίο της ιδεολογίας και ακολούθως επεκτάθηκε στο επίπεδο της ανυπαρξίας κοινωνικού χώρου για να εκπροσωπηθεί πολιτικά από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού οι αστικές και οι μικροαστικές κοινωνικές ομάδες σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης συρρικνώνονται και στην περίπτωση της Ελλάδας σχεδόν μέχρις εξολόθρευσής τους! Στη Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), όμως, δεν ανιχνεύονται οι ανάλογες συνθήκες. Τουναντίον, ορισμένες «ιδεολογίες» που εκπροσωπούνται από τη ΝΔ (συμπεριλαμβανομένων και των διάφορων εκδοχών ακροδεξιάς θέασης των εξελίξεων) ακμάζουν στην Ευρώπη αλλά και τον κόσμο. (Στις Η.Π.Α. το “new tea party” είναι ισχυρό, ενώ στη Λατινική Αμερική, συγκεκριμένα στην Αργεντινή, ο πλουσιότερος άνθρωπος της χώρας εκλέγεται πρόεδρος). Επίσης, ο νεοφιλελευθερισμός κατοικοεδρεύει επίμονα στην αξιωματική αντιπολίτευση, παρά την εμφανή τεκμηρίωση της κριτικής που ο ίδιος (ο νεοφιλελευθερισμός) πλέον δέχεται από ολοένα και περισσότερους οικονομολόγους. Επομένως, υπάρχει ιδεολογία και κοινωνικές ομάδες προς πολιτική εκπροσώπηση! Τότε, όμως, από τί πάσχει η ΝΔ;

Φρονώ ότι η παρακμή είναι απόρροια δύο παραγόντων:

Πρώτον, της ανομολόγητα ενοχικής σχέσης του κόμματος με την ελληνική κοινωνία. Πιστεύω, δηλαδή, ότι παρά τα αντιθέτως λεγόμενα από κομματικές προσωπικότητες για την τιμή των παραταξιακών όπλων, στην αξιωματική αντιπολίτευση κατά βάθος γνωρίζουν καλά ότι οι κυβερνήσεις τους (και μάλιστα οι τελευταίες) δεν ωφέλησαν τη χώρα! Για τον λόγο αυτόν (επειδή, δηλαδή, καμιά παραταξιακή πτέρυγα δεν υπάρχει διατεθειμένη να υπερασπιστεί την καταστροφή Σαμαρά), ο δημόσιος ιδεολογικοπολιτικός λόγος του κόμματος στρέφεται  στον λεγόμενο «καραμανλισμό», που φυσικά δεν μπορεί να είναι βιώσιμη πολιτική πρόταση για τις ανάγκες των καιρών.

Ο δεύτερος και σημαντικότερος παράγοντας είναι ότι επί διακυβέρνησης Σαμαρά η ιστορική συντηρητική παράταξη της Ελλάδας (που πάντα διέθετε οπλοστάσια ιδεολογικοπολιτικής «απεύθυνσης» προς τους πολίτες –καλά και επαρκή ή όχι, είναι μια άλλη συζήτηση), μετέπεσε σε μηχανισμό προαγωγής συγκεκριμένων συμφερόντων, εγχωρίων και διεθνών. Από πολιτικός μηχανισμός, ως χώρος εκπροσώπησης κοινωνικών σχηματισμών, μ’ άλλα λόγια, κατέστη ατζέντης διαχείρισης πολιτικών προταγμάτων, με κερδοσκοπικό ονοματεπώνυμο μάλιστα!

(Προλαμβάνω τη βάσιμη ένσταση ότι κάτι ανάλογο συνέβη και στο ΠΑ.ΣΟ.Κ.! …αλλά δεν είν’ έτσι! Διότι ο Γιώργος Παπανδρέου ως πολιτικός χειριστής της πρώτης περιόδου της κρίσης, δεν βαρύνεται με το ίδιο «αμάρτημα». Για άλλα (π.χ. αφροσύνη διαχείρισης πολιτικού κόστους), ναι! Αλλά γι’ αυτό, όχι! Αντιθέτως, η περίοδος ηγεσίας Βενιζέλου, και ανεξαρτήτως του αν ήταν στις προθέσεις του απελθόντος προέδρου, ή όχι -κι εγώ πιστεύω πως όχι-, και η ταύτιση με την κυβερνητική πολιτική Σαμαρά προαγωγής συμφερόντων, έδωσε τη χαριστική βολή στο ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Αυτός είναι ο λόγος, πιστεύω, που στελέχη της ΝΔ, ιδίως οι ακροδεξιές μεταγραφές, προσπάθησαν να μεταφέρουν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. τμήμα της φθοράς από τον παραταξιακό εξανδραποδισμό της ΝΔ από συστοιχίες οικονομικών συμφερόντων, παρ’ ότι τα δύο κόμματα συγκυβερνούσαν. Το πέτυχαν, «φορτώνοντας» στον Β. Βενιζέλο και πρωτίστως στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. μέρος της νεοδημοκρατικής «ντροπής» για την αήθεια).

(Σημ.: Σπεύδω να υπογραμμίσω στο σημείο αυτό ότι εδώ δεν εξετάζω την πολιτική διαδρομή της χώρας από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν, για να προληφθούν αναδρομές και αναφορές φίλων μου σε άλλα πεδία. Εδώ ομιλούμε για την περίοδο της κρίσης και μόνον! Κι, άλλωστε, τέτοιες ανεπίτρεπτες γενικεύσεις απολογισμών τριακονταετίας, από την αρχή της κρίσης, υπήρξαν πολλές, παράγοντας περισσότερη σύγχυση ως απόρροια «μικρών σκοπιμοτήτων», παρά πληρέστερες εξηγήσεις περί του «τίς πταίει» για τη σημερινή ταλαιπωρία της Ελλάδας).                                 

Παράλληλα, στη ΝΔ υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα της επιμονής να χωρέσουν στο ίδιο «σπίτι» παντελώς ασύμβατες πολιτικές απόψεις! Που πλέον λειτουργεί διαλυτικά! Οι ακροδεξιοί που εισέβαλαν, στο πλαίσιο της διαπιστωμένης πια απόπειρας Σαμαρά να αλώσει το κόμμα προς όφελος της ακροδεξιάς ιδεοληψίας του υπαρκτού εθνικιστικού παραταξιακού DNA, έχουν πλέον μεγαλύτερο κόστος από τα εκλογικά κοινά που διατείνονται ότι προσφέρουν. Άλλωστε η Χρυσή Αυγή είν’ εδώ!

Τέλος, η παρατεινόμενη σιωπή Καραμανλή επιτείνει τα προβλήματα! Σε μια άλλη ανάλυσή μου είχα εκτιμήσει ότι η σιωπή αυτή έχει μεγαλύτερο παραταξιακό κόστος από τα οφέλη της προσωπικής προστασίας του πρώην προέδρου της ΝΔ.

Όλ’ αυτά είναι που εξηγούν την παρακμή! Και η συνέχεια φαίνεται δύσκολη! Ακόμη κι αν η Ν.Δ. δεν διαλυθεί, όπως το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η συνέχεια της καθοδικής πορείας μοιάζει το πιθανότερο σενάριο.

Κι έτσι, δεν απομένει παρά η επωδός (που προσωπικά με ενδιαφέρει περισσότερο): Η Νέα Δημοκρατία, που δεν μπορεί να κάνει ούτε εσωκομματικές εκλογές, πιστεύει κανένας ότι έλεγε την αλήθεια όταν υποστήριζε ότι ήταν εκείνη η ίδια ως κυβέρνηση που είχε σχεδόν βγάλει τη χώρα από την κρίση; Ας το αναλογιστούν όσοι την προτίμησαν στις τελευταίες εκλογές.

(Παρατηρώ με χιουμοριστική διάθεση την άποψη που διακινούν τα μέσα ενημέρωσης και καταπίνουν αμάσητη πολλοί αντι-λαϊκιστές φίλοι! Τι λέει η άποψη αυτή;  Ότι οι κακοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ.  πήγαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και περίπου αυτονοήτως οι άλλοι, οι «καλοί», εστράφησαν στη ΝΔ).  Με τόσο μικρού βάθους αναφορές,  πώς να ξεφύγει κανένας από τον κόλαφο ότι έστω και μια μόνο φορά στη ζωή του ταυτίστηκε με την παρακμή, ψηφίζοντας τον «ορίτζιναλ» πολιτικό εκπρόσωπο του φαινομένου σε βουλευτικές εκλογές!...)    

Οι πολιτικές εξελίξεις - Πρώτο μέρος:

Η 1η διαπραγμάτευση στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου

Οι εξελίξεις εισέρχονται σε μια φάση συγκρότησης του νέου σκηνικού. Η μεταβατική -θα τη λέγαμε- περίοδος από τη διακυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας-ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. περίπου συμπληρώνεται και βρισκόμαστε την πρώτη εποχή επικυριαρχίας Τσίπρα. Ας δούμε τα βασικά στοιχεία της περιόδου που ζούμε!

Η ολοκλήρωση της 1ης διαπραγμάτευσης Ελλάδας-δανειστών στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου καταλήγει σε καταβολή των αναγκαίων πιστώσεων για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και του ποσού που αναλογεί μετά την επιτυχή πρώτη αξιολόγηση.

Πολιτικά η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός χειρίστηκαν αυτήν τη φάση από τις εκλογές μέχρι την καταβολή των πρώτων πιστώσεων από τους δανειστές μας, μ’ ένα στυλ εκπεμπομένου μηνύματος «ό,τι κόστος είναι να καταβάλλουμε, ας το καταβάλλουμε τώρα στην αρχή της διακυβέρνησης, και στη συνέχεια …βλέπουμε…».

Πρόκειται για σοβαρό σφάλμα τακτικής και με σοβαρές συνέπειες τόσο για την αποδοχή/ανοχή των πολιτών έναντι της κυβέρνησης Τσίπρα, όσο και κυρίως για τα οικονομικά των νοικοκυριών, που δέχτηκαν σημαντικά πλήγματα. Η εντύπωση που αφέθηκε από την κυβέρνηση να σχηματιστεί στις Βρυξέλλες, σε γενικές γραμμές ήταν ότι η Αθήνα συναινεί στη θέση πως δεν απομένει παρά η τήρηση των  προβλεπομένων στο 3ο μνημόνιο για να προχωρήσουν τα πράγματα. Αλλά, ποτέ δεν ήταν αυτή η κυβερνητική θέση…

Διότι, η κυβέρνηση πολιτικά έχει εκφράσει κατ’ επανάληψη την άποψη ότι το 3ο μνημόνιο δεν είναι αποτέλεσμα «πολιτικής επιλογής», αλλά απόρροια «πολιτικής ανάγκης». Και με μερικές κυβερνητικές «κόνξες» έναντι των απαράδεκτων απαιτήσεων από μεριάς των δανειστών για τη μεταχείριση του μείζονος ζητήματος προστασία της 1ης κατοικίας, τις διακινούμενες απόψεις για νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις και τόσα άλλα, στα οποία επί της πολιτικής ουσίας πέρασε η άποψη των δανειστών, δεν μπορεί να θεωρείται ότι η κυβέρνηση υπηρέτησε την πολιτική, για την οποία άλλωστε και εξελέγη στις πρόσφατες κάλπες.   

Αλλά κι αν η κυβέρνηση δεν τα πήγε καλά σε ό,τι αφορά τις «άμυνές» της και προς όφελος των ελληνικών νοικοκυριών, έναντι των απαιτήσεων των δανειστών, απέτυχε εξ ίσου να εξασφαλίσει καλά νέα από το μέτωπο της εμπροσθοβαρούς χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από το πακέτο Γιουνγκέρ. Τίποτα δεν φαίνεται να αλλάζει για τα υπόλοιπα από το ΕΣΠΑ των περασμένων ετών.         

Ο ιδιότυπος πολιτικός «αυτισμός» που επιδεικνύει η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός, έναντι του καταγραφόμενου σε βάρος τους κόστους που συνεπάγεται η διαχείριση της κρατικής εξουσίας, δεν προοιωνίζεται καλές εξελίξεις. (Ανάλογη συμπεριφορά «πολιτικής αφασίας» έναντι του κόστους από την τρέχουσα διακυβέρνηση είχε επιδειχθεί και από τον Γ. Παπανδρέου από το 2010 και εντεύθεν, με τα γνωστά αποτελέσματα. -Τούτο το στοιχείο, άλλωστε, είναι και ο μείζων καταλογισμός που αποδίδω στον πρώην πρόεδρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ.). Διότι, ούτε η αντιπολίτευση (παρά τις μεγάλες προσπάθειες της Νέας Δημοκρατίας) θα μείνει διά παντός στην ανοϊκή κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, αλλ’ ούτε και η φθορά που θα κλιμακωθεί σε βάρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. -αν συνεχίσει την ίδια τακτική- θα χρειαζόταν κατ’ ανάγκη κάποιο απ’ τα τωρινά κομματικά σχήματα για να εκτονωθεί.     

Παράλληλα, κατά την ίδια περίοδο η κυβέρνηση σημείωσε απώλειες στα θέματα του προσφυγικού αλλά κατέγραψε και ζημίες προς όφελος της Τουρκίας, εξ αφορμής μεν του προσφυγικού, επί του κυρίου περιεχομένου, όμως, των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Και τούτο, παρ’ ότι οι εξελίξεις προσδίδουν στην Ελλάδα την πραγματική γεωπολιτική βαρύτητά της για το σύνολο της Ευρώπης, έναντι της πρόδηλης υποτίμησης του εν λόγω στοιχείου τα προηγούμενα χρόνια ένεκα της επικυριαρχίας της Οικονομίας στη διαμόρφωση των συσχετισμών δυνάμεων.

Τέλος, η κυβέρνηση αδυνατεί να αποστασιοποιηθεί από την εικόνα «ομάδας ατάκτων» που κατέλαβε την εξουσία, σε ό,τι αφορά τον τρόπο χειρισμού της κρατικής μηχανής. Οι αρρυθμίες και η αναποτελεσματικότητα εμμένουν, τείνοντας να καταστούν «φύση» του κυβερνητικού ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Κατόπιν αυτών, εισερχόμαστε στο δεύτερο γύρο της διαπραγμάτευσης που θα κάνει η κυβέρνηση Τσίπρα εντός του 3ου μνημονίου. Τα θέματα είναι κι εδώ πολύ μεγάλα, μεταξύ των άλλων το ασφαλιστικό και η ρύθμιση του ελληνικού χρέους, αλλά και άλλα... Με τις μέχρι τώρα κυβερνητικές πρακτικές, το στυλ διακυβέρνησης και την εν γένει εικόνα της χώρας, κανείς δεν μπορεί να αισιοδοξεί!

Κι αλίμονο…  Το κατανοεί ο πρωθυπουργός ή όχι, έχουμε πια εισέλθει στα χωράφια επιμέτρησης του πολιτικού κόστους  για τα έργα και της ημέρες της κυβέρνησης και δεν αρκεί η οργή κατά των απελθόντων για να βγει θετικά αυτός ο δύσκολος δρόμος.

(Στα επόμενα, δεύτερο και τρίτο μέρος της παρούσας ανάλυσης, θα εκτεθούν οι εξελίξεις στην αξιωματική αντιπολίτευση και τα μικρότερα κόμματα)          

Γιατί επανέρχεται το grexit

Επειδή πολλά ακούγονται από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με το σημερινό eurogroup, ενώ άλλη είναι η ευρωπαϊκή ατζέντα για την Ελλάδα, μερικά χρήσιμα στοιχεία:

1. Το ζήτημα της «πολιτικής απόφασης» για την Ελλάδα σχετικά με την αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας, δεν το έθεσε η Αθήνα, όπως αναφέρεται με κάθε σοβαρότητα στην εγχώρια ειδησεογραφία. Το ζήτημα έχει θέσει εδώ και 4 εβδομάδες, περίπου, ο Μάρτιν Σούλτς τόσο στην Κομισιόν, όσο και στην ΕΚΤ εξ αφορμής του προσφυγικού και ως γενικό ζητούμενο αναπροσαρμογής  της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη. Αντιθέτως, ο πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου δεν ασχολείται με το eurogroup, με τις σχέσεις μάλιστα του κ. Σούλτς με τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας και ανομολόγητο ηγέτη του eurogroup, Βόλφγκανγκ  Σόιμπλε, να βρίσκονται σε εχθρικό σημείο.

2. Πράγματι, η Ελλάδα έθεσε θέμα «πολιτικής απόφασης» στον κομισιονάριο Μοσκοβισί, πριν λίγες μέρες, αποκλειστικά και μόνον, όμως, για το θέμα των «κόκκινων δανείων» και των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, που δεν συμπεριλαμβάνονταν ως συγκεκριμένη ρύθμιση στη συμφωνία για την Ελλάδα της συνόδου κορυφής του περασμένου καλοκαιριού. Γι’ αυτό και οφείλεται να είναι γνωστό στην κοινή γνώμη της Ελλάδας  ότι για τα «κόκκινα δάνεια» και τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ρύθμιση που η Ελλάδα «χρωστάει» στους θεσμούς, ει μη μόνον ότι η συμφωνία των δύο μερών πρέπει να έχει συμφωνηθεί  στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Δηλαδή, η συμφωνία για τα "κόκκινα δάνεια" δεν είναι προαπαιτούμενο ως προς το περιεχόμενό της (όπως εντέχνως παρουσιάζεται από ορισμένες πλευρές) αλλά ως προς τον χρόνο κατάληξης σ' αυτήν.

3. Η αποσυσχέτιση, μάλιστα, της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών  μας από την παρούσα αξιολόγηση, έχει ζητηθεί σχεδόν ανοιχτά από την ΕΚΤ του κ. Μάριο Ντράγκι, ο οποίος επιθυμεί να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο αναβολής και καθυστέρησης των ανακεφαλαιοποιήσεων, ώστε να μην υπάρξει ανάγκη «κουρέματος» των καταθέσεων. Αντίθετα, τα ακουόμενα από μερίδα Ελλήνων δημοσιογράφων ότι δήθεν δεν μπορεί να έχουν ανοίξει οι προσπάθειες συγκέντρωσης κεφαλαίων για τις ανακεφαλαιοποιήσεις και οι κατασχέσεις πρώτης κατοικίας να μην είναι στο επίπεδο του ακατάσχετου των 120.000 ευρώ ως προς τα επίπεδα χρέους και τα 12.000 ευρώ ως επίπεδο ετήσιου εισοδήματος των οφειλετών, δεν έχουν καμιά βάση. Τί εξυπηρετούν αυτές οι δηλώσεις πέραν του να προαχθούν σκοπιμότητες ευρωπαϊκών πολιτικών κέντρων, δεν μπορώ να δω. Ποιές πολιτικές σκοπιμότητες; Τις αναφέρω αμέσως στη συνέχεια!          

4. Αντίθετα, η περί τον κ. Σόιμπλε ομάδα χωρών της ευρωζώνης εντείνει τις πιέσεις προς την Ελλάδα, με 2 στόχους:

- Να ανακοπεί η μετεκλογική καλή πορεία των σχέσεων Αθήνας-Κομισιόν επί του προγράμματος και να ανακινηθεί η ατζέντα του grexit, και

- Να μην προχωρήσει η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών (αφού το πρόγραμμα δεν προχωρεί), να τελειώσουν όλα τα αποθέματα ρευστότητας στην ελληνική οικονομία, ώστε ακόμη  και στα τέλη Νοεμβρίου -ναι ακόμη και τόσο γρήγορα- να μην μπορεί να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις.

5. Πολιτική επιδίωξη των ανωτέρω κύκλων είναι επίσης δύο στοιχεία: α. Να ανατραπεί κάθε ενδεχόμενο δημοσιονομικής χαλάρωσης (και όχι μόνο στην Ελλάδα) λόγω του προσφυγικού και β. Να συγκροτηθεί κυβέρνηση ευρύτερης κοινοβουλευτικής στήριξης στην Ελλάδα.

6. Τυχόν ανάμιξη πολιτικών προσώπων και άλλων κύκλων σε προαναγγελίες τέτοιων  σεναρίων (π.χ. επανέρχεται το grexit) έχει σχολιαστεί και από εμένα στον τοίχο του, ως «τυχαίο γεγονός».   

7. Υπάρχει, άραγε, καμιά σχέση όλων αυτών που ελέχθησαν ως εδώ με τη συγκυρία της υπόθεσης Πανούση; Δεν το γνωρίζω, δεν το πιστεύω, αλλά όλα θα φανούν στη συνέχεια…

Κατόπιν αυτών, συμπολίτες μου, γρηγορείτε! Η χώρα εισέρχεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση εξελίξεων με εντεινόμενες τις σε βάρος μας πιέσεις. Οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής συντήρησης, στην ολοένα και πιο οπισθοδρομική εκδοχή τους, επιμένουν να θεωρούν την Ελλάδα ως την καταλληλότερη περίπτωση και την περίοδο ως την προσφορότερη περίσταση για να παραδοθούν και νέα «μαθήματα» προς τους άλλους λαούς της νότιας μεσογειακής Ευρώπης, που σηκώνουν το κύριο βάρος της κρίσης, για να αποφορτιστούν οι ευρύτερες συνέπειές της για το ενιαίο νόμισμα. Και -υπενθυμίζω εδώ ότι- στρατηγική επιδίωξη αυτών των κύκλων της ευρωπαϊκής δεξιάς παραμένει ένα ευρώ της κεντρο-ευρωπαϊκής ελίτ, σε πλήρη αντίστιξη με την ανοιχτή Ευρώπη των βαθμιαία συγκλινόντων εισοδηματικών και κοινωνικών επιπέδων για τις χώρες-μέλη, που ήταν η Ευρώπη προς την οποία η Ελλάδα έχει εκχωρήσει τμήματα της εσωτερικής πολιτικής κυριαρχίας της, με αλλεπάλληλες αποφάσεις της ελληνικής Βουλής. 

 

(ΥΓ.: Επειδή πολλοί με ερωτούν, αναρτώ τα στοιχεία που γνωρίζω, τις απόψεις και τις αναλύσεις μου επ’ αυτών στον «τοίχο» μου, απλούστατα, διότι αυτήν την περίοδο δεν εργάζομαι ως δημοσιογράφος σε κανένα μέσο ενημέρωσης)    

Το ποντιακό ζήτημα

και η "αποψάρα" του κυρίου υπουργού 

Οι δηλώσεις Φίλη δεν έχουν κανένα επιστημονικό περιεχόμενο. (Αυτά προφανέστατα είναι υποθέσεις ακαδημαϊκών κύκλων).

Δεν έχουν, εξ ίσου, κανένα πολιτικό αντικείμενο! (Η ελληνική Βουλή έχει ορίσει επαρκέστατα το πλαίσιο της ελληνικής θέσης πάνω στο θέμα και κανένα δημόσιο πρόσωπο, υπουργός ή μη, δεν μπορεί μονομερώς να αλλάξει αυτό το πλαίσιο –αν  επιθυμεί κάτι τέτοιο η κυβέρνηση οφείλει να το πει ευθέως).

Πολύ περισσότερο δεν ανιχνεύεται το ειδικό προσωπικό πολιτικό βάρος του προσώπου που θα δικαιολογούσε διεθνές ενδιαφέρον σχετικά με τα όσα είπε. (Με τελείως διαφορετικά κριτήρια η παγκόσμια κοινότητα αλλά και κάθε χώρα μεμονωμένα διαμορφώνουν τη θέση τους απέναντι σ’ αυτήν  την ιστορική εκκρεμότητα).

Αλλ’ ούτε και η συγκυρία προσφέρει τα ερεθίσματα εκείνα που θα δικαιολογούσαν την ανακίνηση της υπόθεσης. (Το προσφυγικό με ακραία αυθαίρετες αναγωγές θα συνδεόταν με την ποντιακή υπόθεση…).    

Κατόπιν αυτών (και με την αυτονόητη παραδοχή ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας κριτηρίων για τη διαμόρφωση της άποψής του επί παντός του επιστητού, τα δε δημόσια πρόσωπα υπόκεινται στη βάσανο της δημόσια κριτικής για όσα λέγουν και πράττουν), …ο υπουργός Παιδείας ατύχησε βαρύτατα με την πρόσφατη  αναφορά του στο ποντιακό ζήτημα. 

Διότι, αφ’ ενός μεν, οι κυβερνήσεις δεν υπάρχουν για να συμμετέχουν στον «πόνο» πολιτών της χώρας τους που επλήγησαν από μια συμφορά, ιδίως συμφορά απόρροια πράξεων άλλου λαού σε βάρος τους. Γι’ αυτό και ουδένα ενδιαφέρει εάν «πονά» ό κ. Φίλης για την ποντιακή τραγωδία. Οι κυβερνήσεις υπάρχουν για να λαμβάνουν μέτρα απάλυνσης του πόνου πολιτών τους που επλήγησαν απ’ οποιαδήποτε αιτία.

Αφ΄ ετέρου δε, διότι η δήλωση δεν είναι άνευ συνεπειών για τη χώρα -και όχι μόνο για τους ποντιακής καταγωγής πολίτες της. Το ζήτημα αφορά ευθέως στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις αλλεπάλληλες και βάρβαρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων -και όχι μόνον σε βάρος Ελλήνων- από τη γειτονική χώρα. Και μάλιστα, σε μια περίοδο που εντείνονται οι πιέσεις σε βάρος της Τουρκίας για πολλές υποθέσεις τέτοιου ή παρεμφερούς  περιεχομένου,  απλούστατα επειδή η λογική της Άγκυρας αποδεικνύεται πλέον ότι ιστορικά φέρει αιτιολογικό φορτίο βαρύ για την αδιάκοπη αστάθεια της περιοχής.

Τί απομένει μετά απ’ αυτά; Το άγχος της «αποψάρας» του κυρίου υπουργού! Τέτοιο άγχος είναι θεμιτό να έχουν δημόσια πρόσωπα. Υπό μία προϋπόθεση:  Να μη βλάπτουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της και να μην προκαλούν την κοινή γνώμη, που -απολύτως δικαιολογημένα- έχει θυμό συσσωρευμένο  από επανειλημμένες επιθετικές δράσεις της γειτονικής χώρας σε βάρος Ελλήνων.

Σιωπήστε, επί τέλους, κύριε υπουργέ και ασχοληθείτε με την εκπαίδευση που έχει μεγάλα και χρόνια προβλήματα!

Η Ελλάδα έχει περίπου επανέλθει στα ενδιαφέροντα του ευρωπαϊκού Τύπου

Η Ελλάδα έχει περίπου επανέλθει στα ενδιαφέροντα του ευρωπαϊκού Τύπου, για πολλούς και διάφορους λόγους πoυ θα προσπαθήσω να εξηγήσω σ' άλλη ανάρτηση... Προσώρας ας δούμε τί γράφεται και προβάλλεται (και όχι τί επιλέγουν να μας πουν ότι δείχνεται τα ελληνικά media, κατά τα συμφέροντα και τις πολιτικές επιδιώξεις τους).  

(Όλο το ντοκιμαντέρ στο http://l.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Ftinyurl.com%2Fnauodjz%23.VihOjo3doHg.facebook&h=EAQFLQmQ-&s=1)

Μίλησαν πολλοί Έλληνες και ξένοι, ανάμεσά τους οι κύριοι Juncker, Moscovici και Schaeuble.

Moscovici: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήρθε τυχαία. Η νίκη του Αλέξη Τσίπρα ήταν μια νίκη πολλών πραγμάτων. Προέκυψε από το γεγονός ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις της δεξιάς και της αριστεράς είχαν αποτύχει. Δεν είχαν πετύχει μεταρρυθμίσεις, δεν είχαν φέρει ανάπτυξη της οικονομίας, δεν είχαν αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη, δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη. Σας λέω ότι ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν φίλος μου από πολύ παλιά, από τη δεκαετία του 1990, όταν συνεργαζόμασταν στους χώρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνεργάστηκα πολύ καλά με τον Αντώνη Σαμαρά. Αλλά το σύστημα εκείνο δε λειτουργούσε. Υπήρχαν άνθρωποι σε εκείνη τη φάση που πλούτιζαν αρκετά κατά τη διάρκεια της κρίσης ενώ άλλοι γίνονταν φτωχότεροι. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε, τότε, σαν το κόμμα της τελευταίας ελπίδας. 

Juncker: Βάσισε την εκστρατεία του σε ένα πρόγραμμα περιοριστικά μη συμβατό με τους όρους παραμονής στην ευρωζώνη. Από τις πρώτες μέρες, πίστευε ότι έπρεπε να κάνει αυτό που είχε υποσχεθεί στους Έλληνες πολίτες, γεγονός που δημιουργούσε τεράστιο ζήτημα αξιοπιστίας. Ο Τσίπρας κερδίζει τις εκλογές με ποσοστό 36%, κάτι το οποίο δεν προκάλεσε έκπληξη, πρέπει να ομολογήσω. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κόμμα. Είναι ένα σύνολο κινημάτων, τάσεων και συνιστωσών, ροών, όπως λένε οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού. Δεν είναι λοιπόν ένα συμπαγές κόμμα, το διαπίστωσα καθ’ όλη τη διάρκεια των μακρών διαπραγματεύσεων που είχα με τον Αλέξη Τσίπρα. Είτε όταν εκφραζόταν εκ μέρους της κυβέρνησης είτε όταν έπρεπε να επιβεβαιώσει εκ νέου αν υποστηριζόταν ή όχι από τις διαφορετικές τάσεις που συνθέτουν το κόμμα του.
Διαπιστώσαμε γρήγορα ότι παρά τις διαφορές που μπορούσαν να υπάρχουν μεταξύ μας, υπήρχε μια αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ μας. Δεν είχα κανένα άλλο προσωπικό πρόβλημα με τον Αλέξη Τσίπρα. Αντιθέτως, μάλιστα, στη Γερμανία, στην Αυστρία και στις Κάτω Χώρες με κορόιδευαν ότι τον υποδέχτηκα με ιδιαίτερη στοργή. 

Moscovici: Στην αρχή, δε μιλούσαμε καθόλου. Βασικά κατά τη διάρκεια τριών Eurogroups, έπρεπε να δουλέψουμε σε βάθος, έπρεπε να βρούμε έναν συμβιβασμό, μέσα στο Φεβρουάριο, ένα οδικό χάρτη. Κατά τη διάρκεια ενάμιση μήνα, μέχρι το τέλος Απριλίου θα έπρεπε να ρευστοποιήσουμε το προηγούμενο πρόγραμμα και μέσα στο μήνα που ακολουθούσε θα προετοιμάζαμε κάτι. Για μας στην Επιτροπή ήταν ήδη ένα τρίτο πρόγραμμα. Οι Έλληνες αρνούνταν να μιλήσουν γι’ αυτό καθώς ήθελαν να φύγουν εντελώς από το σύστημα της Τρόικας κλπ. Αμέσως όμως είπαν σε μια συνεδρίαση της Επιτροπής, στην οποία παρευρισκόταν κι ο τότε Αντιπρόεδρος, «με αυτόν τον τύπο η κατάσταση θα είναι δραματική μέχρι τέλους». 

Juncker: Δεν κατάφερα ποτέ να καταλάβω τη στρατηγική της Ελλάδας και πιστεύω ειλικρινά, έχοντας ζήσει όλα αυτά στα οποία είχαμε επιμείνει, ότι η Ελλάδα δεν είχε πραγματικό σχέδιο, ότι η στρατηγική και τα διαβήματα τους σχεδιάζονταν μέρα με τη μέρα. 

Moscovici: Σχετικά με τον Βαρουφάκη, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω συγκεκριμένα για το πρόσωπο, φυσικά καθότι αποτελεί ένα πρόσωπο με μια ιδιαίτερη προσωπικότητα. Αφετέρου, δεν πρέπει να τον απομονώσω ως πρόσωπο, γιατί υπήρχε ένα παιχνίδι ρόλων καλά σχεδιασμένο μεταξύ του ιδίου και του Τσίπρα. Αλλά από όλα αυτά, για τον ίδιο έχω την ανάμνηση ενός άνδρα, ο οποίος μιλούσε για ένα κόσμο τον οποίο έχει δημιουργήσει ο ίδιος στο κεφάλι του, ο οποίος όμως δεν ήταν ο ευρωπαϊκός κόσμος, όπως τον γνωρίζουμε. Μου εξέθεσε τη θεωρία της μεγάλης ανάπτυξης του Κέινς, κατά βάθος το πρόγραμμα είναι η ανάπτυξη, όταν έρθει η ανάπτυξη θα έρθουν και τα έσοδα, όταν έρθουν τα έσοδα, θα πέσει το έλλειμμα κλπ. Εγώ του είπα: «είναι πολύ ωραία όλα αυτά που λες. Αν ήμασταν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων της αριστεράς/ακροαριστεράς με τσιγάρο, θα καταφέρναμε να καταλήξουμε σε σύνθεση απόψεων, αλλά θα δεις πως ο Wofgang Schauble, δεν είναι αριστερός, δεν καπνίζει, και δε θα μπορέσεις να τα βγάλεις πέρα με κάτι τέτοια. 

Moscovici: Υπάρχουν αρκετές φάσεις. Υπάρχει μία φάση που διήρκεσε μερικούς μήνες, μέχρι ένα συγκεκριμένο Eurogroup, μια στιγμή ιδιαίτερα δραματική με μετριασμένες εντάσεις από τον κύριο Βαρουφάκη, με εντάσεις σε απάντηση από την πλευρά του.

Schauble. Κι οι δύο βρίσκονταν τελικά σε ένα παράλληλο παιχνίδι ρόλων όπου ο ένας προκαλούσε τον άλλο κι ο άλλος έλεγε: «Κοιτάξτε, δε μπορούμε να συζητήσουμε με αυτόν τον τύπο. Αυτό είναι η απόδειξη, ο Βαρουφάκης είναι η αληθινή απόδειξη ότι η Ελλάδα όπως είναι, με αυτήν την κυβέρνηση, δεν έχει θέση στην Ευρώπη, δικαιολογημένα. Εκεί ήταν η σύγκρουση, βρισκόμασταν στο κατώφλι της ρήξης. 

Juncker: O κ. Τσίπρας και οι συνάδελφοι του διαπραγματεύονταν με την Ευρώπη όπως είχαν συνηθίσει να διαπραγματεύονται στο εσωτερικό του κόμματος τους, το οποίο δεν είναι κόμμα. Δε θα έλεγα, λοιπόν, πως η συμπεριφορά του ήταν αυτή του «τουρίστα», δε φέρθηκε, πάντως, ιδιαίτερα επαγγελματικά. 

Moscovici: Ο Βαρουφάκης, λοιπόν, ήταν εκείνος που δεν έπρεπε να διαπραγματευτεί, που δεν ήθελε να διαπραγματευτεί σε καμία φάση των Eurogroups. Νομίζω ότι έγιναν δεκαεπτά από το Φεβρουάριο, δεκαεπτά, συνειδητοποιείτε για τί αριθμό μιλάμε, επτά τον τελευταίο μήνα και νομίζω πως ήρθε στις συνομιλίες για να κωλυσιεργήσει, για να αποτρέψει τη συνέχιση των συζητήσεων, εκτελούσε υποδείξεις, δεν αποφάσιζε τίποτα, έβγαινε συνέχεια από την αίθουσα για να τηλεφωνήσει στον Πρωθυπουργό. Πρέπει, λοιπόν, αφενός, να ασχολούμαστε με τον Βαρουφάκη, γιατί είναι ένα πρόσωπο γραφικό, αστείο -υπάρχουν ανέκδοτα για το Βαρουφάκη- και με το να μην τον αντιμετωπίζουμε ως κομμάτι του συστήματος, καταφέρνουμε να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπό του και όχι κατά τη γνώμη μου, στην προσχεδιασμένη στρατηγική τους, κάτι το οποίο πέτυχε μέχρι που κάτι κατάφερε να ανατρέψει τα δεδομένα. Κατά βάθος οι Έλληνες ήθελαν να μας οδηγήσουν αλλού, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή στην ευρωζώνη, και σε έναν σχέδιο όπου θα σταματούσαμε να μιλάμε πολύ για ζητήματα πειθαρχίας και να επιστρέψουμε στο χρέος. 

Juncker: Πιστεύω πως στην Ελλάδα, οι πολίτες διατηρούν μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στο κράτος, η οποία είναι διαφορετική από τη στάση που μπορούν να έχουν άλλες χώρες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, το κράτος αντιμετωπίζεται ως ένας εχθρός που «παίρνει». Αντίθετα, στις άλλες χώρες, το κράτος αντιμετωπίζεται ως ένας θεσμός που κάνει εμένα, τον μικρότερο φορολογούμενο, να συνεισφέρω ώστε το κράτος το οποίο εμπιστεύομαι να μπορέσει να κάνει αυτό που επιθυμώ. 

Moscovici: Στη θεωρία του Laborde, η αδράνεια είναι μεταρρυθμιστική. Στις κινήσεις του Τσίπρα, επίσης για δύο λόγους. Πρώτος παράγοντας είναι το γεγονός ότι πρόκειται για άτομα, τα οποία δεν έχουν κυβερνήσει ποτέ, με μια διοίκηση η οποία είναι παραδοσιακά προβληματική κι η οποία δεν είναι επίσης απαραίτητα πιστή καθώς βασίζεται σε όσα λέγονταν παλιότερα. Έτσι αφενός, δε θέλουν, να το φέρουν σε πέρας, ούτε μπορούν. Έχασαν πολύ χρόνο κι επίσης όλη τους η ενέργεια στράφηκε στις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες και ελάχιστα στις διαπραγματεύσεις στο εσωτερικό, εν τέλει. Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο ψήφισαν υπερβολικά λίγα σχέδια νόμου αυτούς τους επτά μήνες. Εκπληκτικά λίγα. Στο επίπεδο αυτό δεν προέβησαν σε ενέργειες. Προφανώς, μία από τις προκλήσεις ήταν να δημιουργήσουν το κράτος δικαίου, με διοίκηση, κυρίως διοίκηση στο επίπεδο της φορολογίας. Κι έπειτα έχεις και τα θέματα στην Ελλάδα, κι εκεί υπάρχουν πολύ πρακτικά ζητήματα: Ο Υπουργός Άμυνας δεν ανήκει στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ο αρχηγός του κόμματος της ακροδεξιάς που αποκάλεσε τον ΣΥΡΙΖΑ ultrasupraniste. Kαι προφανώς, το αντάλλαγμα για τη συμμαχία με το ΣΥΡΙΖΑ ήταν για εκείνον να παραμείνει o προϋπολογισμός της Άμυνας.
Το ζήτημα των εφοπλιστών είναι κάπως περίπλοκο. Δεν θα ήθελα να το αγγίξουμε. Ο Juncker επέμενε να μιλήσουμε για τη φορολόγηση των εφοπλιστών και έβλεπα απέναντι μου τον κύριο Τσίπρα και το επιτελείο του με εξαιρετικό δισταγμό.
Juncker Εγώ με τον Τσίπρα χρειάστηκα 2 ώρες για να να δεχθεί να φορολογήσει σωστά του εφοπλιστές. Εσύ είσαι κομμουνιστής, εγώ είμαι χριστιανοδημοκράτης, ήμουν εκεί για να του εξηγήσω. 

Moscovici: Ήθελαν να μας φτάσουν μέχρι το τέλος Ιουνίου, σε σημείο όπου απέναντι στο χρόνο ήλπιζαν ότι το Grexit θα μας φοβίσει ώστε να προβούμε σε παραχωρήσεις. Παραχωρήσεις σε σχέση με το χρέος με μόνο κάποιες βασικές μεταρρυθμίσεις. Αυτή είναι κατά βάθος η στρατηγική που είχαν στο νου τους και ο Βαρουφάκης ήταν εκεί για να μην διαπραγματευθεί. 

Juncker: Πρέπει να ξέρετε ότι οι περισσότεροι Έλληνες δε γνωρίζουν ότι υπάρχουν 6-7 κράτη-μέλη που έχουν μισθούς κατώτερους από τον ελληνικό κατώτατο μισθό, ότι υπάρχουν 5-6 χώρες της ευρωζώνης που έχουν συντάξεις κατώτερες από την χαμηλότερη ελληνική.
Είναι γεγονός ότι κοντά στα τέλη Ιουνίου ήμασταν πολύ κοντά σε μια συμφωνία. Εκείνη την περίοδο δεν ήταν ο Βαρουφάκης, το πρόσωπο που διαπραγματευόταν, ο οποίος δε διαπραγματεύτηκε ποτέ, αλλά ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. 

Moscovici Περάσαμε σχεδόν 24 ώρες κλεισμένοι. Εκεί χάσαμε μια ευκαιρία. Πιστεύω ότι ο Αλέξης Τσίπρας ήταν διαθέσιμος να διαπραγματευτεί όμως κάθε φορά αυτός ο Παππάς του έλεγε «Οχι κύριε πρωθυπουργέ δεν μπορείτε να υποχωρήσετε εδώ, δεν μπορείτε ξεκινήσετε σ‘ αυτή την βάση. Επανέρχονταν κι έλεγε «Δεν μπορώ να ξεκινήσω σ’ αυτή την βάση». Έτσι, φτάσαμε σχεδόν. Αλλά δε φτάσαμε ποτέ στο τέλος. Σε εκείνη τη φάση η Ελλάδα χρειαζόταν κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια για να ολοκληρώσουν το δεύτερο πρόγραμμα. Κι αυτό δημιούργησε την ελπίδα πως το Eurogroup του Σαββάτου θα ήταν καταληκτικό.

Jean Claude Juncker: Ο Αλέξης Τσίπρας μου τηλεφώνησε το βράδυ, ήταν μια πολύ δύσκολη εβδομάδα εργασιών, εργασιών κυρίως για την Ελλάδα και έκανα αυτό που κάνω σπάνια, έκλεισα το κινητό μου και κοιμήθηκα. Το κινητό μου ήταν δίπλα μου, αλλά δεν κατάφερε να με βρει, δεν ήταν όμως δικό μου το φταίξιμο: κοιμόμουν. Ήθελα να κοιμηθώ. Και δεν περίμενα να γίνει αυτή η ανακοίνωση. Αν ήξερα ότι θα γίνει αυτή η ανακοίνωση, θα του είχα τηλεφωνήσει πριν.

Pierre Moscovici: Με εντυπωσίασε η αντίδραση του Juncker. Αυτός το εξέλαβε σαν προσωπική προδοσία. Τι να έκανε η Κομισιόν; Ποιος ήταν ο ρόλος της; Εν τέλει, ποιος ήταν ο δικός μου ρόλος; Εμείς δεν είμαστε δανειστές, είμαστε ένας θεσμός που τους βοήθησε.

Jean Claude Juncker: Πρώτα απ' όλα έπρεπε να παραμείνω ήρεμος και να μην προβώ σε δηλώσεις την ίδια ημέρα. Να περιμένω μιάμιση ημέρα και να δώσω μια συνέντευξη Τύπου, αφού είχα μελετήσει πρώτα τα ζητήματα. Αυτό ήταν και που έκανα. Κάλεσα τους Έλληνες να πουν ΝΑΙ σε αυτό το δημοψήφισμα, ανεξαρτήτως της διατύπωσης του ερωτήματος, γιατί η ερμηνεία ενός ΟΧΙ από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους θα ήταν ότι οι Έλληνες θέλουν να απομακρυνθούν από το ευρώ και την Ευρώπη. (προβάλλεται το κάλεσμα του JCJ στους Έλληνες να πουν ΝΑΙ και κατόπιν πλάνα με ουρές στα ΑΤΜ)

Αχιλλέας Μυλωνόπουλος (Γενικός Γραμματέας ΟΤΟΕ): Την επόμενη ημέρα της ανακοίνωσης του δημοψηφίσματος οι καταθέτες άρχισαν να σηκώνουν χρήματα. Για αυτόν το λόγο επιβλήθηκαν τα capital controls. Πάντα όταν επιβάλλονται περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίου κλείνουν οι τράπεζες, για να μην γίνει πανικός στις τράπεζες και για λόγους ασφαλείας.

Πέτρος Κλαδάκης (από την πλευρά των επιχειρηματιών): Τα πράγματα έχουν γίνει ιδιαιτέρως δύσκολα τους τελευταίους 5 μήνες με τα capital controls που δεν επιτρέπουν να γίνονται εισαγωγές. Και ενώ βρισκόμαστε στην ακμή της τουριστικής περιόδου, εμείς δεν έχουμε εμπόρευμα να προμηθεύσουμε τα μεγάλα ξενοδοχεία. Ενώ η εταιρεία έχει χρήματα δεν μπορεί να τα τραβήξει διότι οι τράπεζες δεν λειτουργούν.

Αχιλλέας Μυλωνόπουλος: Από τον Ιανουάριο και μετά έχουν φύγει από το τραπεζικό σύστημα περίπου 35 δισεκατομμύρια ευρώ, το οποίο σημαίνει ότι αυτά τα χρήματα έχουν βγει στο εξωτερικό.

Πέτρος Μάρκαρης: Η ομάδα αυτή των προνομιούχων των μεγάλων κεφαλαίων έχει αποχωρήσει. Εκείνο που είναι περίεργο είναι ότι εκείνη ακριβώς η ομάδα ακολουθεί ακριβώς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ που θέλει τη δραχμή. Γιατί αυτοί οι ολιγάρχες θεωρούν ότι η επιστροφή στη δραχμή θα τους επιτρέψει να αγοράσουν τα πάντα. Εδώ λοιπόν πρόκειται για μια τελείως ασυνείδητη, όχι οργανωμένη συμμαχία δύο πόλων, οι οποίοι θέλουν το τελείως αντίθετο.

Νίκος Βερνίκος: Εγώ σαν πλοιοκτήτης, που η δουλειά μου είναι διεθνής, όχι μόνο δεν θα επηρεαστεί, αλλά αντιθέτως με λιγότερα δολάρια θα αγοράσω υπηρεσίες στην Ελλάδα.

Γιώργος Κατρούγκαλος: Οι ευρωπαίοι εταίροι μας δεν νομίζω ότι θα επιτρέψουν την έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ, διότι αυτό θα αποδείκνυε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι όπως το έχουν περιγράψει. Η ιδέα μιας Ευρώπης a la carte υπονομεύει συνολικά τις πολιτικές που σχεδιάζει η Ένωση για το μέλλον.

Πέτρος Μάρκαρης: Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ πίστευε ότι η Ευρώπη δεν θα τολμούσε να μας πει φύγετε. Και όλο το παιχνίδι βασιζόταν σε αυτήν τη βάση. Ενδεχομένως αυτό σήμερα να έχει αλλάξει και ο ΣΥΡΙΖΑ να φοβάται ότι θα πάμε προς τα εκεί.

Wolfgang Schaeuble: Εγώ πάντα έλεγα ότι αν η Ελλάδα θέλει να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την παραμονή στο ευρώ και την οικονομική ανάκαμψη, αυτήν την απόφαση πρέπει να τη λάβει ο ελληνικός λαός. Όποια και να είναι αυτή η απόφαση, θα τη σεβαστούμε, αλλά πρέπει να ληφθεί κάποια απόφαση. Και αν η Ελλάδα παραμείνει στο ευρώ θα πρέπει να προβεί στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, κι αν δεν επιθυμεί να τις πραγματοποιήσει, τότε πρέπει να πάρει διαφορετικό δρόμο.

Pierre Moscovici: Προσωπικά δεν πίστεψα ούτε λεπτό ότι θα μπορούσε ποτέ να λάβει χώρα το Grexit. Πάντα πίστευα ότι στο τέλος θα υπήρχε μια συμφωνία. Απλώς δεν ήξερα σε ποια βάση θα γινόταν αυτό. Θα νικούσαν οι Έλληνες καθώς οι υπόλοιποι θα λύγιζαν υπό την ιδέα του Grexit, ή θα υποχωρούσε η ίδια η Ελλάδα γιατί θα κόστιζε πολύ η έξοδός της;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Η Ελλάδα δεν μπορούσε να αντέξει την έξοδο από το ευρώ, αλλά και η Ευρώπη δεν μπορούσε να αντέξει ένα fail state εντός της ευρωζώνης.

Γιάννης Σιάτρας (Οικονομολόγος): Παρά τους λεονταρισμούς θέλω να πιστεύω ότι οι δύο πλευρές θα βρουν μια λύση με την Ελλάδα μέσα στο ευρώ. Και πιστεύω ότι ο Πρωθυπουργός θα τηρήσει την υπόσχεσή του και δεν θα δεχθεί μια συμφωνία ενάντια στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας.

Jean Claude Juncker: Αναρωτιέμαι κάποιες φορές, αλλά όχι πραγματικά, αν η ελληνική Κυβέρνηση δεν είναι παρά μια κυνική Κυβέρνηση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κατόρθωμα: Από τη μία ο ελληνικός λαός - μέσα από μια προπαγάνδα αντιευρωπαϊκή- απορρίπτει το κείμενο και από την άλλη, ένα μήνα αργότερα, η ελληνική Κυβέρνηση προτείνει ένα κείμενο ακόμη πιο δύσκολο από εκείνο που απορρίφθηκε.

Ευάγγελος Βενιζέλος: Πρόκειται για χειρισμό του ελληνικού λαού, για εξαπάτηση του ελληνικού λαού γιατί δημιούργησε την ψευδαίσθηση ενός κρίσιμου ερωτήματος, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε ως ένα plebiscitum και όχι ως ένα δημοψήφισμα, δηλαδή ως μια διαδικασία έγκρισης του προσώπου του κυρίου Τσίπρα.

Ηλίας Νικολακόπουλος: O Αλέξης Τσίπρας είχε την επιλογή να υπογράψει μια συμφωνία που θα δημιουργούσε προβλήματα και στο κόμμα του ή, από την άλλη πλευρά, να ζητήσει ανανέωση της νομιμοποίησης από το λαό. Ήταν ένα στοίχημα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο. Ο ίδιος φαίνεται ότι είναι άνθρωπος που αναλαμβάνει κινδύνους.

Γιάννης Πρετεντέρης: 'Όταν ο άλλος σου λέει ότι θα ψηφίσω ΟΧΙ γιατί δεν έχω κάτι να χάσω, σημαίνει ότι θα ψηφίσω ΟΧΙ γιατί έχω κάτι να κερδίσω. Ο 'Έλληνας είναι πονηρός και έμπορος.

Pierre Moscovici:  Ήταν (το δημοψήφισμα) μια πολιτική νίκη για τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος γίνεται ηγέτης στη χώρα του. Διότι δεν είμαι σίγουρος αν αυτό ήταν ποτέ ξεκάθαρο μέσα στο κόμμα του. Ήταν ανάγκη να απαλλαγεί τόσο από την αριστερή πτέρυγα του κόμματός του, όσο κι από τον Βαρουφάκη. Αυτό που κάνει τώρα ενισχύει τη νίκη του και του δίνει πολιτική ισχύ.

Ηλίας Νικολακόπουλος: Άκουσα μια φράση: Αν πρέπει να υπομείνω τη λιτότητα, προτιμώ να την υποστώ με Π/Θ τον Τσίπρα, στον οποίο έχω εμπιστοσύνη.

Jean Claude Juncker: Δεν εξεπλάγην καθόλου από το ΟΧΙ του αποτελέσματος διότι είχα παρακολουθήσει από κοντά την εκστρατεία που το στήριζε, η οποία επικεντρώθηκε όχι στη δυσάρεστη πλευρά, σε αυτά που οι Έλληνες οφείλουν να κάνουν, αλλά σε ευχάριστες προοπτικές. Οπότε οι Έλληνες ψήφισαν ΟΧΙ. Εντύπωση μου έκανε το 40% που ψήφισε ΝΑΙ. Μόνο ένας σοφός λαός θα έλεγε ΝΑΙ σε ένα πρόγραμμα που είναι πολύ πιο επώδυνο από αυτό που του είχε αρχικά παρουσιαστεί.

Pierre Moscovici: (Αναφερόμενος στους δανειστές) Ναι, αλλά οι άλλοι δεν τον εμπιστεύονται. Λένε, λοιπόν δεν μπορούμε να έχουμε μια συμφωνία με αυτούς τους όρους. Το δημοψήφισμα έγινε και μετά χρειάστηκε να υπάρξει μια συμφωνία.

Wolfgang Schaeuble: Για την Ελλάδα η καλύτερη λύση θα ήταν η έξοδος από το ευρώ για ένα διάστημα και η είσοδός της εκ νέου, αφού έχει πρώτα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της. Αναφορικά με αυτήν την άποψη, που ήταν και η δική μου, υπήρχαν 15 ΥΠΟΙΚ που συμφωνούσαν και μόνο 3 που είχαν άλλη γνώμη. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για γερμανική υπαγόρευση όταν 15 χώρες του Eurogroup συμφωνούν μεταξύ τους.

Jean Claude Juncker: Αν είχε αποδεχθεί (Ο Αλέξης Τσίπρας) τη συμφωνία που του είχε παρουσιαστεί και την οποία κάλεσε να απορρίψουν οι 'Έλληνες, το τίμημα θα ήταν χαμηλότερο.

Pierre Moscovici: Είναι αλήθεια ότι ο κ. Τσίπρας και ο κ. Βαρουφάκης έπαιξαν σκληρό παιχνίδι με τη Γερμανία, η οποία έλεγε την ίδια στιγμή ότι δεν εμπιστεύεται αυτούς τους ανθρώπους γιατί δεν είναι σοβαροί και ως εκ τούτου θα ζητούσε ένα πρόγραμμα που θα είναι εξαιρετικά ελεγχόμενο, με αυστηρούς όρους και δύσκολες μεταρρυθμίσεις. Αυτή ήταν η θέση του Schaeuble από την αρχή.

Jean Claude Juncker: Δεν πρόκειται για γερμανική υπαγόρευση, διότι άλλες Κυβερνήσεις είχαν πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις από την Ελλάδα. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι η Γερμανία ήθελε να ταπεινώσει την Ελλάδα, αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση καθώς άλλες Κυβερνήσεις ήθελαν να το πάνε παραπέρα.

Jean Pierre Moscovici: Νομίζω ότι ο Wolfgang Schaeuble δεν ήθελε ούτε αυτός, σε αντίθεση με όσα πιστεύουν πολλοί, την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Δεν πιστεύω ότι το ήθελε. Πιστεύω ότι υπολόγιζε το κόστος της αποχώρησης και τόνιζε ότι αν η Ελλάδα επιθυμούσε να παραμείνει στην ευρωζώνη, θα έπρεπε να το κάνει με τις ίδιες προϋποθέσεις που το κάνουν και οι άλλες χώρες και έπρεπε, επομένως, να αποδεχθεί στην ουσία την δημοσιονομική πειθαρχία όπως ακριβώς το κάνουν όλοι. Θεωρώ ότι οι απειλές που σχετίζονταν με το Grexit έγιναν με στόχο να υποχωρήσει ο Τσίπρας. Το Grexit δεν ήταν παρά ένα εργαλείο τακτικής. Γνωρίζουμε ότι το χρέος είναι δύσκολο να αποπληρωθεί. Αλλά πρόκειται για ένα χρέος που μεταφράζεται σε χρέος για τους πολίτες των κρατών και που στην περίπτωση της Γαλλίας μιλάμε για 1000 ευρώ ανά Γάλλο. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένα μέλος (της ευρωζώνης) που να επιθυμεί τη διαγραφή του χρέους. Ούτε ένα. Αντιθέτως, μπορούμε να μιλήσουμε για μέτρα επιμήκυνσης του χρέους, κι αυτό, όμως με μία προϋπόθεση: τις μεταρρυθμίσεις.

Jean Claude Juncker: Η Ιρλανδία, παράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης στην ΕΕ, έπρεπε κι αυτή να προβεί σε μεταρρυθμίσεις καθόλου προσφιλείς στο λαό της, οι οποίες στοίχησαν πολύ στο καθαρό εισόδημα των Ιρλανδών. Αυτό ακριβώς ζητήσαμε κι από την Ελλάδα η οποία πρέπει να παραδειγματίζεται από τους εταίρους της.

Wolfgang Schaeuble: Πιστεύω ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί λίγο χρόνο. Αλλά θα πρέπει να παραδεχτεί ότι στον 21ο αιώνα, οι απαιτήσεις είναι τέτοιες, που αν θέλει να επωφεληθεί ενός επιπέδου ζωής αλλά και κοινωνικής ασφάλειας, αλλά και των αμέτρητων ευκαιριών που μας δίνονται σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, πρέπει να πληροί περισσότερες προϋποθέσεις από όσες πληρούσε τις τελευταίες δεκαετίες. Διαφορετικά, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο δεν θα τα καταφέρουμε. Αυτή ακριβώς η θέληση έκανε τις χώρες τις Ανατολικής Ευρώπης να προσχωρήσουν στην ΕΕ, η επιθυμία όχι μόνο για οικονομική ευμάρεια, αλλά και για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Γιάννης Κατρούγκαλος: Είναι πολύ δύσκολο να πούμε πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να φέρουμε την ελληνική Δημόσια Διοίκηση στα επίπεδα των άλλων κρατών μελών. Αποτελεί μεγάλο πρόβλημα η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στη ΔΔ. Όμως, σε σχέση με την προηγούμενη Κυβέρνηση έχουμε ένα πλεονέκτημα: στήριξη και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από την πλευρά του εκλογικού σώματος. Αν εκμεταλλευτούμε αυτό το πλεονέκτημα για να αλλάξουμε την νοοτροπία, θα έχουμε πολύ άμεσα αποτελέσματα.

Pierre Moscovici: Το πρόγραμμα είναι πολύ απαιτητικό τόσο για τους Έλληνες - οι μεταρρυθμίσεις θα είναι σκληρές - όσο και για τους δανειστές. Το αληθινό ερώτημα είναι αν το πρόγραμμα διάσωσης θα επιτρέψει στην Ελλάδα να επιτύχει ανάκαμψη και οικονομική ανάπτυξη. Θέση μου είναι ότι μπορεί να υπάρξει οικονομική βελτίωση, μιλώντας και με απόλυτα νούμερα, αλλά με προϋπόθεση να εγκαθιδρυθεί εκ νέου η εμπιστοσύνη (μεταξύ Ελλάδας και δανειστών).

Η μεγάλη κρίση της ελληνικής δεξιάς

Δεν ξέρω ποιοί θα είναι υποψήφιοι για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Πολλώ μάλλον συζήτηση δεν μπορεί να γίνει για τον νέο αρχηγό (ή τον παλιό, που θα ξαναγίνει «νέος», εφ’ όσον επανεκλεγεί). Τέλος, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αξιολογηθεί η πολιτική του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τούδε και στο εξής, αφού η ελπίδα για κάτι καλύτερο πεθαίνει τελευταία. (Κι έχω πολλές φορές αναφέρει ότι είναι κρίσιμης σημασίας για την πολιτική ισορροπία της σημερινής Ελλάδας, να υπάρξει επί τέλους σοβαρή και υπεύθυνη συντηρητική παράταξη στη χώρα).

Με ό, τι διαθέτουμε προσώρας, λοιπόν, μερικές σκέψεις για τη σημερινή Νέα Δημοκρατία.

1. Διακρίνω δύο βασικές προσεγγίσεις από τους νεοδημοκράτες, σχετικά την εξήγηση που παρέχουν, όποτε τους ζητείται η ερμηνεία της πρόσφατης εκλογικής ήττας του κόμματος (υπενθυμίζεται, η 5η κατά σειρά ήττα, μαζί με τις τοπικές εκλογές, τις ευρωεκλογές και το δημοψήφισμα):
- Κατά την πρώτη εξήγηση, δεν έφταιξε η πολιτική Σαμαρά, αλλά η υποτίμηση των προβλημάτων της καθημερινότητας από την τελευταία κυβέρνηση του κόμματος. Έτσι -αφήνεται να εννοηθεί, εκόντων-ακόντων των διακινητών τούτης της σκέψης- ότι και η προεκλογική τακτική του κόμματος επί Μεϊμαράκη ήταν μάλλον λανθασμένη (αν, βεβαίως, θα μπορούσε να υποστηριχτεί σοβαρά από κανέναν ότι ο σημερινός αρχηγός του κόμματος άσκησε οιαδήποτε κριτική στον κ. Σαμαρά και επιχείρησε κατά τι να την αλλάξει προγραμματικά).
- Κατά τη δεύτερη εξήγηση, χρειάζεται ανανέωση του κόμματος και στροφή σε νέα και άφθαρτα πρόσωπα, για να αντιπαρατεθούν με τον κ. Τσίπρα και να έχουν ελπίδες να τον νικήσουν.

2. Όμως:
- Αν και ήταν άφθαρτος (και επικοινωνιακά εισπραττόμενος ως «νέος») ο κ. Σαμαράς, στις εκλογές του Μαΐου 2012 έλαβε 19%, παρ’ ότι με λαμπρή αντι-μνημονιακή προσωπική ατζέντα! (Η επόμενη επίδοση του 29% τον Ιούνιο του 2012, προφανέστατα υπήρξε προϊόν της ασφυκτικής ψυχολογικής πίεσης που άσκησε το πληττόμενο από το αίτημα πολιτικής αλλαγής «σύστημα», στην προσπάθειά του να αποτρέψει ήδη από τότε την επέλευση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην κυβέρνηση). Άλλωστε, παρ’ ότι ο κ. Σαμαράς ανέλαβε τη διακυβέρνηση με συνοδό στοιχείο την πλήρη πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της ευρωπαϊκής δεξιάς, απέτυχε παταγωδώς, παρά την εντυπωσιακή στήριξη που αφειδώς τού παρείχε η ευρωπαϊκή ηγεσία (προεξαρχούσης της κυρίας Μέρκελ) καθώς και οι εγχώριοι κύκλοι νομής της εξουσίας.
- Αν και ο κ. Κώστας Καραμανλής, όταν κέρδισε τα εκλογές του 2004, είχε περίπου την ίδια με τη σημερινή ηλικία του κ. Αλέξη Τσίπρα και ήταν τελείως άφθαρτος και ενώ η περίοδος διακυβέρνησης από τον ίδιον (2005-2009) -με εξαίρεση το τέλος- ήταν στρωμένη με ευθύγραμμες εξελίξεις, η άδοξη εθελούσια αποχώρησή του ίδιου του Κώστα Καραμανλή, η προφανέστατη παραταξιακή ανεπάρκεια να χειριστεί την κρίση στην αρχή της και ενδεχομένως να αποτρέψει να προσλάβει την έκταση που στη συνέχεια είχε, αλλά και η έκτοτε ηχηρά σιωπή του για τις εξελίξεις, δείχνουν ότι αλλού βρίσκονται τα αίτια απαξίωσης της μεγάλης συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα.

3. Και οι δύο ερμηνευτικές εξηγήσεις που παρέχουν οι νεοδημοκράτες σχετικά με την κρίση του κόμματός τους, όπως προεκτέθηκαν, όμως, πάσχουν ως προς την αφετηρία σκέψης, που υποτίθεται πως ενστερνίζονται και επικαλούνται: Παρουσιάζουν τις ήττες ως σύμπτωμα ανεπάρκειας προσώπων ή κακής εφαρμογής πολιτικών (κατά τα άλλα ορθών), παραμερίζοντας απολύτως την πρόδηλη απαξίωση όλου του πολιτικού, οικονομικού, επιχειρηματικού και εκδοτικού κατεστημένου (ούτω καλουμένου από εμένα «συστήματος»), του οποίου επίλεκτο τμήμα είναι η Νέα Δημοκρατία. Ενός συστήματος, που καταρρέει ηχηρά, συμπαρασύροντας μαζί του παρατάξεις, πολιτικές και πρόσωπα, δικαίως ή αδίκως. Καμιά διάθεση (ή δυνατότητα;) από μέρους των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας με δημόσιο λόγο, να εντοπιστούν κοινωνικές ομάδες, προς τις οποίες απευθύνεται η παράταξη, εάν αυτές οι ομάδες εξακολουθούν να έχουν την ίδια βαρύτητα με παλιότερα στον σχηματισμό του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων της χώρας ή η σύνθεση και η δύναμή τους έχουν επηρεαστεί από την κρίση. Καμιά σκέψη σχετικά με την επάρκεια των συστατικών παραταξιακών ιδεολογικών αρχών (του «καραμανλισμού» εν προκειμένω) να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις που εν τω μεταξύ έχουν λάβει χώρα στην Ευρώπη και τον κόσμο, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας σύγχρονης συντηρητικής πολιτικής παράταξης σε μια χώρα του ευρωπαϊκού πυρήνα. Καμιά υποψία επί του εάν οι διαθέσιμες θέσεις του κόμματος, έστω επ’ ελάχιστον, μπορούν να συγκροτούν σήμερα βιώσιμη πρόταση πολιτικής διεξόδου από την παγίδα της κρίσης ή συνιστούν φληναφήματα, σκελετούς σκοπιμοτήτων και ορμαθούς συμφερόντων, και όχι δέσμες ιδεών προαγωγής του δημόσιου συμφέροντος.

4. Έχω ξαναπεί ότι “…(οι πολίτες) χρειάζεται να δείξουν υπομονή απέναντι στην προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να αλλάξει ό,τι την οδήγησε στην απαξίωση, εγκαταλείποντας την τόσο προφανή και πολιτικώς άγονη ταύτισή της με επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα και προσωποποιημένους μικρομματισμούς ακροδεξιάς έμπνευσης…». Τόση επιμονή, όμως, σε επιλογές αυτής της κοπής (διότι οι διακινούμενες υποψηφιότητες, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της τυχόν «έκπληξης» Αβραμόπουλου, αποπνέουν πρωτίστως έναν ανταγωνισμό υποσχετικής των δελφίνων για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών του «συστήματος» που τρίζει, αντί για νέες θεάσεις πολιτικής προς την Ιστορία, που ξανά κοιλοπονάει)! Δεν πρόκειται, επομένως, για αδυναμίες. Είναι ΠΑΡΑΚΜΗ!

5. Πριν κλείσω τούτον τον γύρο σκέψεων κρίνω αναγκαίο να σχολιάσω απολύτως επιτιμητικά, την ικανοποίηση που εκφράζουν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, για το ποσοστό του 28% που έλαβε το κόμμα στις τελευταίες εκλογές. Το αντιμετωπίζουν ως ανοχή των πολιτών απέναντί τους, να συνεχίσουν τον ίδιον δρόμο, με αναπόφευκτη συνέπεια την περαιτέρω παραταξιακή απαξίωση. Φαίνεται να αρκούνται σε λαϊκές κάλπες εκλογής του αρχηγού, σ’ ένα κρεσέντο λαϊκισμού της επιφανειακότερης και προσχηματικότερης κάλπης που θα μπορούσε να εμπνευστεί ένας πολιτικάντης: Νομιμοποίηση ηγεσίας προσώπων …άνευ θέσεων! Αντί να εμμείνουν μέχρι τελικής πτώσεως στην επιλογή για ένα συνέδριο θέσεων, προτιμούν συνέδριο …άνευ θέσεων!

Έξι μήνες κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Πολλοί το ονοματίζουν «ενηλικίωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»! Άλλοι το λένε «στροφή Τσίπρα στον ρεαλισμό»! (Εσχάτως, οι εισηγητές της θεωρίας της «κωλοτούμπας», έχουν αποσυρθεί από το προσκήνιο, μάλλον από ανακλαστικά αυτοπροστασίας από την εθελούσια γελοιοποίηση το πράττουν…). Ό,τι χαρακτηρισμό, όμως, και να προσδώσει κανένας, η ουσία βρίσκεται  στην αναπροσαρμογή των θέσεων του μείζονος κυβερνώντος κόμματος σε διαφορετικές θέσεις από εκείνες που συνιστούν τον «πυρήνα πολιτικής», που (φαίνεται να) έδωσαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. την εκλογική νίκη και τον έφεραν στην εξουσία.    

 Τα καίρια σημεία αλλαγών του εν λόγω «πυρήνα πολιτικής», είναι:

- Η ανακήρυξη της ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας σε μονόδρομο (τουλάχιστον ως τακτικός στόχος εννοείται εδώ), σε αντίστιξη με την -εμφανιζόμενη ως- υπαρκτή εναλλακτική πορεία εξόδου από το ευρώ, που βρισκόταν στο πρόγραμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.,

-  Η κάμψη κεντρικών σημείων του λεγόμενου «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», συμπεριλαμβανομένων και πεδίων πολιτικής που αγγίζουν το επίκεντρο των αιτίων που ωδήγησαν σε πολιτική κατάρρευση τις κυβερνήσεις που απήλθαν (π.χ. βασικός μισθός -όχι ως πολιτική αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλ’ ως βασικό εργαλείο ενίσχυσης της ζήτησης, στο πλαίσιο του «κεϋνσιανισμού κοπής ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»-, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις κ.λπ.),

- Η αποστασιοποίηση από επιλογές εξωτερικής πολιτικής, όπως -για παράδειγμα- η στροφή προς τον ρωσικό παράγοντα, και

- Η απόσυρση του αιτήματος περί «κουρέματος», σε ό,τι αφορά την προαγωγή της ανάγκης για ρύθμιση του ελληνικού εξωτερικού χρέους.  

Αντιπαρέρχομαι, προσώρας, τα πεδία τρέχοντος πολιτικού και κομματικού ενδιαφέροντος (εξεταστικές επιτροπές και τα τοιαύτα), που εξ αρχής επίστευα ότι συνιστούν χώρους «μικρών πολιτικών κινήσεων». (Αυτά θα συζητηθούν άλλη στιγμή).

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  ολοκληρώνει τους πρώτους έξι μήνες δικής του  εξουσίας, καταλήγω στην εκτίμηση ότι η τύχη του εν λόγω κόμματος, εξαρτάται περισσότερο από την ικανότητα διακυβέρνησης που θα επιδείξει παρά από την επιβεβαίωση της «αλλαγής πολιτικής», την οποία υποσχέθηκε. Κι όταν λέω «ικανότητα διακυβέρνησης» εννοώ την καθημερινότητα διαχείρισης της κρατικής εξουσίας, έτσι ώστε αφ’ ενός μεν να προάγεται το δημόσιο συμφέρον, αφ’ ετέρου δε να επιβεβαιώνεται η «αποτελεσματικότητα» και «χρησιμότητα» των αποφάσεων και των δράσεων της παρούσας κυβέρνησης.

Ακόμη κι αν αναγνωρίσει κανένας -και οι καλοπίστως κρίνοντες το κάνουν- ότι συντρέχουν «ειδικές συνθήκες» με την κυβέρνηση Τσίπρα, τούτο μόνον εν μέρει αρκεί για να εξηγήσει τη σωρεία αστοχιών και σφαλμάτων που σκιαγραφούν την «ιστορία του περασμένου εξαμήνου».  Δεν είναι ζήτημα «τεχνικών διακυβέρνησης», που δεν κατέχουν (και ευτυχώς που δεν τις κατέχουν) οι υπουργοί του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Είναι ασάφεια πολιτικής γραμμής πλεύσης -κεντρικής γραμμής και επί μέρους στοιχείων της! Απλούστατα, διότι άλλο είναι ο πολιτικός ακτιβισμός για την προαγωγή σκοπών συνάγωγων με την ιδεολογία των κυβερνώντων (και μέχρι πρότινος μιας πολιτικής ομάδας με πρόδηλα χαρακτηριστικά κοινωνικού κινήματος) και άλλο η κίνηση της κρατικής μηχανής σε επιλεγμένες προτεραιότητες υπηρέτησης μιας υπαρκτής και σχεδιασμένης πολιτικής στρατηγικής. Και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν διαθέτει πολιτική στρατηγική! Και γι’ αυτό η άσκηση κριτικής με αντικείμενο το πόσο αριστερή είναι η διακυβέρνηση του, στερείται αντικειμένου.

Μπορεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να αποκτήσει πολιτική στρατηγική καθ’ ον χρόνο διάγει στην εξουσία; Ακόμη κι αν ήταν ρεαλιστικό να συγκροτείται από μια πολιτική παράταξη στρατηγική προωθημένων στόχων ενώ κυβερνάει (πράγμα ασύνηθες –κατά κάποιον τρόπο το πέτυχε αυτό το ΠΑ.ΣΟ.Κ. της δεκαετίας ’80, δεσπόζοντας, όμως, στην καρδιά των κοινωνικών κινημάτων της εποχής, εργατικών, συνεταιριστικών, πολιτιστικών κ.λπ., κάτι δηλαδή που δεν συμβαίνει στην περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως παράταξης των κοινωνικών κινημάτων της «δεύτερης ταχύτητας»), η επιτυχία θα ήταν μικρή! Πιθανότερο είναι να κυριαρχήσουν οι τακτικισμοί εδραίωσης της ηγετικής ομάδας Τσίπρα, της διαμόρφωσης νέων εσωκομματικών συσχετισμών δύναμης συνεκτιμωμένου του κυβερνητικού χαρακτήρα του κόμματος, της στενότερης εποπτείας της αποσταθεροποιημένης κοινοβουλευτικής ομάδας του και του φλερταρίσματος με νέες εκλογές για την υφαρπαγή πολιτικής νομιμοποίησης σε επιλογές ασύμβατες με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του περασμένου Ιανουαρίου.

Μ' αυτά, όμως, η ένδεια πολιτικής στρατηγικής μεταμφιέζεται σε επαίσχυντο πολιτικό τακτικισμό, αυτό που αποκαλούμε οππορτουνισμό ή «πολιτική ευκαιρίας».

Έτσι, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν θα βγει πουθενά! Ακόμη κι αν κερδίσει μερικούς πολιτικούς γύρους ακόμη, προσφορά των φθαρμένων μέχρι θανάτου πολιτικών αντιπάλων του θα είναι και όχι απόρροια πρωτογενούς πειθούς της πολιτικής του επί των πολιτών. Δηλαδή, από «πολιτική αλλαγών», που προφανώς έχει ανάγκη περισσότερο παρά ποτέ η χώρα, θα καταστεί ένα παίγνιο τεχνικών  εξουσίας. Και τί θλιβερό θα ‘ταν αυτό απέναντι σε κοινά που έθρεψαν ελπίδες απέναντι στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.!

Όμως, ακόμη χειρότερο θα ήταν αυτός ο αυτοκτονικός πολιτικός τακτικισμός να απέμενε ως το καθοριστικό ιστορικό ίχνος μιας πραγματικά συγκλονιστικής διαπραγμάτευσης που έγινε τους πρώτους έξι μήνες του 2015! Αντί, δηλαδή, να απογειωθεί η διακυβέρνηση Τσίπρα στην «επόμενη ατζέντα» της ελληνικής διάσωσης, να μείνει κολλημένη στην ξεπερασμένη ημερήσια διάταξη της χρεοκοπίας, συγκρατώντας και πάλι πίσω απ’ τις ανάγκες της την ίδια τη χώρα και τους ανθρώπους της.

Δυστυχώς, «ο Τσίπρας και τ’ άλλα παιδιά», το κάνουν ήδη! Μένουν ακίνητοι, ενώ τα γεγονότα αιτούνται ταχεία κίνηση προς τα εμπρός! Αν παρατείνουν αυτό το λάθος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν θα έχει μέλλον! Και τότε, το ποιός θα τον αντικαταστήσει, θα έχει μικρή σημασία! Μ’ άλλα λόγια θα έχει χαθεί η ευκαιρία πολιτικά σημαίνουσας εξέλιξης των πραγμάτων, δηλαδή προοδευτικής στροφής για την Ελλάδα -που για μιαν ακόμη φορά φαίνεται να είναι η ασφαλέστερη κίνηση-, και θα απομείνει η κίνηση αυτή καθ’ αυτή χωρίς ιδεολογικοπολιτικά σημαίνουσες αναφορές, να «μοστράρεται» ως «λύση». Πραγματική τραγωδία!

Υπάρχει αντισυνταγματικότητα

στους χειρισμούς για το δημοψήφισμα;

Με μεγάλη προσοχή άκουσα την άποψη του άσπονδου φίλου μου Ευάγγελου Βενιζέλου (εισηγητή της πρότασης να κριθεί ως αντισυνταγματική η πρόταση της κυβέρνησης προς τη Βουλή για το δημοψήφισμα, με αίτημα να μην τεθεί σε ψηφοφορία το θέμα, πρόταση που απορρίφτηκε προδιαδικαστικά από την πλειοψηφία της Βουλής)! Ένα προκαταβολικό σχόλιο: Με θλίβει τόσο αδύναμη επιχειρηματολογία από μέρους του Ευάγγελου Βενιζέλου (ΕΒ), ένδειξη σοβαρή, φρονώ, πως έχει πλέον οριστικά μεταπηδήσει εκουσίως από τον ρόλο εκφραστή του «ορθού λόγου» (οπωσδήποτε νοουμένου και ανεξαρτήτως του «ανέμου συντηρητισμού»  που εμπεριέχεται σε κάθε ορθολογισμό), σε διάδικο μέλος μιας δημόσιας αντιπαράθεσης, επιπέδου «κατινισμών» του Αδώνιδος. Αδικεί για μιαν ακόμη φορά τον εαυτό του. Κάτι, πάντως, αναμενόμενο!

Επί της ουσίας: Ο Ευάγγελος Βενιζέλος (ΕΒ) στη θέση του περί αντισυνταγματικότητας στις διαδικασίες διενέργειας του δημοψηφίσματος, επικαλέστηκε 3 στοιχεία:

α. ότι πρόκειται περί ζητήματος δημοσιονομικού περιεχομένου και επομένως δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις που επιτρέπουν την έγκριση του δημοψηφίσματος από τη Βουλή με την απλή πλειοψηφία των 150 βουλευτών και πρέπει να εφαρμοστεί η άλλη διάταξη που απαιτεί πλειοψηφία 3/5 του σώματος  (180 βουλευτές) για να εγκριθεί η διενέργεια δημοψηφίσματος,

β. ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να επιλέξει να θέσει υπό την κρίση των πολιτών τη δική της πρόταση και όχι την πρόταση των δανειστών (υιοθετώντας κατ’ αρχήν την εκδοχή πως η διαπραγμάτευση συνεχιζόταν ακόμη και επομένως δεν είναι σαφές τί ακριβώς θα κληθεί να εγκρίνει ή να απορρίψει με την ψήφο του ο λαός, και εν πολλοίς συμμεριζόμενος το επιχείρημα περί δήθεν «απόσυρσης της πρότασης των ευρωπαίων δανειστών από το τραπέζι», με συνέπεια να μην υφίσταται καν το περιεχόμενο του ερωτήματος που θέτει το δημοψήφισμα προς τους πολίτες, και

γ. ότι δεν υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για την ορθή και πλήρη ενημέρωση των πολιτών σχετικά με το ερώτημα του δημοψηφίσματος, με συνέπεια να δημιουργούνται συνθήκες πραξικοπηματικής υφαρπαγής της πολιτικής τοποθέτησης του λαϊκού παράγοντα.

Σχετικά με το α: Δεν χρειάζεται να επεκταθώ για να τεκμηριωθεί η πεντακάθαρη πολιτική βάση του κρινομένου στο δημοψήφισμα! (Γι’ αυτό και με θλίβει τόσο έωλη βάση του ενός εκ των τριών επιχειρημάτων του ΕΒ. Ένας Βενιζέλος της «καλής περιόδου» του, ουδέ καν θα είχε διανοηθεί να επιστρατεύσει τεκμηριώσεις τόσον αδύναμες και τόσο προφανών μικροπροσωπικών σκοπιμοτήτων, σε μια δημόσια συζήτηση με περιεχόμενο ζητήματα θεσμικής ευταξίας). Βεβαίως, ο ΕΒ, έχει την εμπειρία και μπορούσε εξ αρχής να διακρίνει ότι δεν θα συγκεντρωνόταν ο αριθμός των 180 βουλευτών και έριξε το βάρος του στο σημείο αυτό. (Τελικά το δημοψήφισμα εγκρίθηκε από τη Βουλή με 178 "ναι", 120 "όχι" και δύο απόντες).

Σχετικά με το β: Ο ΕΒ σκοπίμως αποκρύπτει ότι η πρόταση που τίθεται υπο κρίση, αφορά παράλληλα, (αν όχι πρωτευόντως) στο ζήτημα της ρύθμισης του χρέους. Δεν αφορά στο αν ο ΦΠΑ θα είναι στον τουρισμό στο 23% ή χαμηλότερα, και ούτε σε κανένα άλλο επί μέρους μέτρο, αλλά σε μια συνολική πολιτική χειρισμού της κρίσης στην Ελλάδα, με την πρόταση των ευρωπαίων δανειστών επί του χρέους να αποτελεί τόσο στο τεχνικό περιεχόμενό της όσο και στο επίπεδο της έκφρασης πολιτικών βουλήσεων των ευρωπαίων δανειστών μνημείο υπεκφυγής, στο πλαίσιο μιας διαπραγματευτικής τακτικής τους(;) μιας αμοραλιστικής τους θεώρησης του ενοποιητικού ευρωπαϊκού σκοπού(;) δεν γνωρίζω τί ακριβώς και δεν έχει και σημασία σ’ αυτήν τη συζήτηση. Πρόταση της Ελλάδας, επομένως, σε ό,τι αφορά το χρέος, δεν θα μπορούσε να τεθεί υπό κρίση σε δημοψήφισμα, και διότι σχετικά με το χρέος είναι οι εταίροι καλούνται να προτείνουν λύση προς την ελληνικη πλευρά (δέσμευση που έχουν ήδη παραβεί), και διότι δεν είναι η ελληνική πλευρά που θα ενομιμοποιείτο να θέσει υπό έγκριση τέτοιο θέμα στο δημοψήφισμα, δηλαδή ένα πεδίο ευθύνης άλλων -των ευρωπαίων δανειστών μας εν προκειμένω- και όχι της Ελλάδας και των πολιτών της. Τα γνωρίζει καλά αυτά ο ΕΒ και τα αποσιωπά.

Ως προς τα άλλα:

- Η δήθεν «απόσυρση» της πρότασης των ευρωπαίων δανειστών που θα καθιστούσε το δημοψήφισμα άνευ αντικειμένου, κατά μίαν άποψη, -σημειωτέον δεν υπάρχει καμιά επίσημη ανακοίνωση των ευρωπαίων δανειστών περί τούτου-, πρόκειται για «κολπάκια», εγχώριων ου μη μόνον πολιτικών, οικονομικών και επιχειρηματικών κύκλων, να ασκηθούν πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση να υπαναχωρήσει από το δημοψήφισμα! Είναι χαρακτηριστική η δήλωση Ντάιζελμπλουμ μετά το κρίσιμο eurogroup, “Το «ναι» στο δημοψήφισμα, θα σημαίνει την άμεση εφαρμογή των όσων έχουν συμφωνηθεί”, που κάθε άλλο παρά «απόσυρση» σημαίνει. Θα αρκούσε κανένας να παρακολουθήσει την ειδησεογραφία, όπως την παρουσίαζε ο κύκλος των λεγόμενων «συστημικών» media, για να διαπιστώσει διά «γυμνού ώτος και οφθαλμού» τη μεροληπτική μεταφορά του κλίματος από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων των ευρωπαίων δανειστών μας. Χαρακτηριστικό είναι πως και σήμερα τα ίδια media συνεχίζουν να κάνουν λόγο για «δημοψήφισμα άνευ αντικειμένου», ενώ στην τρέχουσα ειδησεογραφία τους μεταδίδουν -μεταξύ πολλών άλλων αναλόγου περιεχομένου- τη δήλωση Ντάιζελμπλουμ στο κρίσιμο eurogroup: “Το «ναι» στο δημοψήφισμα, θα σημαίνει την άμεση εφαρμογή των όσων έχουν συμφωνηθεί”.                    

- Η αναφορά σε «πραξικόπημα» από την κυβέρνηση, με την κατηγορία της απόπειρας υφαρπαγής της λαϊκής ψήφου στο δημοψήφισμα (προσέξετε, όχι -κυρίως- επειδή είναι ο χρόνος λίγος, που είναι και το μοναδικό σημείο της επιχειρηματολογίας του ΕΒ που έχει έρμα), αλλά επειδή η κυβέρνηση παραπλανά  την κοινή γνώμη αλλοιώνοντας το πραγματικό ερώτημα του δημοψηφίσματος, που -όπως είπε ο ΕΒ- δεν είναι, ναι ή όχι στην πρόταση των δανειστών, αλλά ναι ή όχι στο ευρώ (μερικοί το πάνε και πιο κάτω, ναι ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση!). Είναι απόπειρα πραξικοπήματος, λοιπόν, κατά τον ΕΒ, το κατ’ εκείνον «ψευδές ερώτημα» ναι ή όχι στην πρόταση των ευρωπαίων δανειστών, ενώ …δεν είναι απόπειρα πραξικοπήματος η διακίνηση από μέρους του της ψευδούς θέσης πως «η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κάνει όσα κάνει για να βγάλει την Ελλάδα από την Ευρώπη» και στο δημοψήφισμα καλούνται οι Έλληνες πολίτες να πουν ναι ή όχι στο ευρώ! Δεν ξέρω τί βλέπει έκαστος εξ ημών σχετικά με τις προθέσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την παραμονή της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, εγώ -όμως- βλέπω προσήλωση της κυβερνητικής πολιτικής στον ευρωπαϊκό ελληνικό δρόμο. Αντίθετα, την αντίληψη περί δήθεν επέλευσης των απογόνων του «κομμουνιστοσυμμοριτισμού» με απώτερους σκοπούς τη ρεβάνς του εμφυλίου, την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., βλέπω να διακινούν ακροδεξιές δυνάμεις, οι «σαμαρικοί» του Άδωνη και του Μάκη καθώς και οι μανιοκαταθλιπτικοί «εκσυγχρονιστές», οι «σώφρονες» και οι νεο-φιλελεύθεροι, σε μια φτηνή πολιτική μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, που είναι ντροπή να προσυπογράφει ο ΕΒ! Στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., πράγματι υπάρχουν δυνάμεις με στρατηγική διαφωνία την ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό «σύστημα». Και μέρος τούτων εκφράζονται με τις ανάλογες εκ του αντιθέτου λαϊκίστικες απόψεις μ’ εκείνες του Αδώνιδος και των συν αυτώ, που χαρακτηρίζουν χύδην «γερμανοτσολιάδες», όσους θεώρησαν εξ αρχής σωστό να επιχειρηθεί η διάσωση της ελληνικής οικονομίας σε συνεννόηση με τους δανειστές μας.

- Η υιοθέτηση της πολιτικώς «βλαχομπαρόκ» επιχειρηματολογίας Βορίδη, ότι δήθεν συμπίπτει η πολιτική ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με την πολιτική του «λόμπι της δραχμής» (εν είδει επέκτασης-επεξήγησης των αναφορών που εκτέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο), με την τεκμηρίωση πως επειδή και ο κ. Σόιμπλε είχε με κάποια δήλωσή του συμφωνήσει με το ενδεχόμενο ενός δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, συμπίπτουν αντικειμενικά οι στρατηγικές ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Σόιμπλε! Δεν ελήφθη υπόψη, φερ’ ειπείν (και το θέτω έτσι, διότι μερικές φορές σ’ ένα κραυγαλέο σόφισμα αξίζει να απαντάς  μ’ ένα εξ ίσου κραυγαλέο σόφισμα), ότι Βενιζέλος και Σόιμπλε συμπίπτουν στην επιχειρηματολογία πως το πραγματικό ερωτημα του δημοψηφίσματος δεν είναι το «ναι ή όχι στην πρόταση των ευρωπαίων δανειστών», αλλά το «ναι ή όχι στο ευρώ», που θα οδηγούσε κατ’ αναλογίαν στο συμπέρασμα πως συμπίπτουν οι στρατηγικές Βενιζέλου-Σόιμπλε.

- Τέλος, και πολιτικά δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση το εάν υπάρχει ή όχι το υπό κρίση πρόκριμα του δημοψηφίσματος, από τη στιγμή που ο πολιτικός επικεφαλής  της Ε.Ε., κ. Ντόναλντ Τουσκ, ξεστόμισε εκείνο το επικεικώς απαράδεκτο “the game is over”, που συνιστά απόλυτη επιβεβαίωση του τελεσιγραφικού χαρακτήρα της πρότασης των ευρωπαίων δανειστών προς την Ελλάδα. Αυτό είναι το πολιτικό πρόκριμα του δημοψηφίσματος: Η ανατροπή του τελεσιγράφου! (Για να μην κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε ποιό είναι το πολιτικώς ζητούμενο των εξελίξεων). Οι τωρινές επανορθωτικές και κατόπιν εορτής δηλώσεις Τουσκ, που εδήλωσε ότι η Ελλάδα είναι και θα πρέπει να παραμείνει μέλος της ευρωζώνης και ότι είναι σε επαφή με ηγέτες "…ώστε να διασφαλίσω την ακεραιότητα της ευρωζώνης των 19 χωρών", εν μέσω φημών για τη πιθανότητα νέας έκτακτης συνοδού κορυφής με θέμα την Ελλάδα ή περί σύγκλησης μιας νέας συνεδρίασης Eurogroup, δεν αίρουν το ασφέστατο ερώτημα που τίθεται ενώπιον των Ελλήνων πολιτών. (Για την ιστορία να διασαφηνίσω πως πολλοί έσπευσαν να υπενθυμίσουν την απαράδεκτη ατάκα Τουσκ, με μιαν ανάλογη ατάκα του κ. Γουνγκέρ -ως επικεφαλής τότε του eurogroup, το 2009, στην αρχή της ελληνικής κρίσης. Ωστόσο, επειδή μερικές φορές οι λεπτομέρειες έχουν μεγάλη συμβολική και πρακτική σημασία, να αναφέρω ότι η ακριβής ατάκα Γιουνγκέρ ήταν “the party is over”, που τότε έφερε τεκμήρια δικαίας παρατήρησης για τις δημοσιονομικές πρακτικές της Ελλάδα που συνέβαλαν στην εκδήλωση της κρίσης χρέους στις εθνικές διάστασεις της. Άλλο όμως το “the party is over” τότε και άλλο το “the game is over”, μετά από έξι χρόνια προσαρμογών, μείωση του ΑΕΠ της Ελλάδα κατά 25%, ανεργία 26% κ.λπ. κ.λπ.. Γι’ αυτό είναι πολιτικώς επιδεκτική ανατροπής η αναφορά Τουσκ!). 

Σχετικά με το γ: Όπως ήδη είπα, είναι το μόνο σημείο που διαπιστώνεται σοβαρό «έρμα επιχειρημάτων» στην ένσταση περί αντισυνταγματικότητας του ΕΒ, που απέρριψε η Βουλή. Ο χρόνος είναι ανεπίτρεπτα μικρός προς εκπλήρωση της θεμελιώδους δημοκρατικής προϋπόθεσης περί ουσιώδους ενημέρωσης των πολιτών, ώστε ενσυνειδήτως να απαντήσουν στο εξ ορισμού σύνθετο και περίπλοκων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνεταγμένων ερώτημα που θέτει το δημοψήφισμα. Πρόκειται για βαρύτατο δημοκρατικό ολίσθημα του κ. Τσίπρα, που δεν μπορεί να παραβλέπεται. Καταλογίζεται και μετράει, ως ένα ακόμη πλήγμα του πολιτικού-κομματικού συστήματος, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, κατά της ποιότητας των δημοκρατικών μας θεσμών! Με το πρόσθετο συμβολικό κόστος πως πρόκειται για βαρύτατο δημοκρατικό ολίσθημα που διαπράττει κυβέρνηση που αυτοαποκαλείται «κυβέρνηση της αριστεράς»! (Διότι, θα αναμενόταν μεγαλύτερη ευαισθησία από τον εν λόγω πολιτικό χώρο επ’ αυτών).

Και προβληματίζει, επιπροσθέτως, ότι ο χρόνος θα μπορούσε να παραταθεί μέχρι τις 12 ή τις 19 Ιουλίου, με ανάλογα περίπου προβλήματα και ρίσκα (επέκταση του ELA άνευ προγράμματος, μη αποπληρωμή οφειλών προς το ΔΝΤ κ.λπ.). Γιατί δεν έγινε; Οφείλεται μια απάντηση!    

Ο κ. Τσίπρας το διέπραξε!  Αυτό που τώρα εμένα με απασχολεί είναι εάν υπάρχουν «θεραπείες» που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην επούλωση των νέων δημοκρατικών πληγών στο σώμα της Ελλάδας!

Διακρίνω 3: α. ότι ο χρόνος ενημέρωσης των πολιτών σε ό,τι αφορά τις βασικές συντεταγμένες του ερωτήματος που θέτει το δημοψήφισμα, δεν περιορίζεται τοις πράγμασι στη μία εβδομάδα δημόσιου διαλόγου, αλλ’ έρχεται από παλιώτερα με διάρκεια μερικών μηνών. (Δεν επαρκεί προφανώς τούτο για μια ουσιαστική «θεραπεία» του δημοκρατικού προβλήματος που έχει αναφυεί, αλλά αξίζει -φρονώ- να αναφέρεται), β. ότι η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα και οφείλει να μεριμνήσει για την έκδοση και εκτεταμένη διακίνηση ενημερωτικού φυλλαδίου των κειμένων που τίθενται υπό την κρίση των πολιτών. (ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν νοούνται εδώ διαφημιστικές εκδόσεις υπέρ του «όχι», που θα ήταν ένα ακόμη βαρύτατο ολίσθημα σε βάρος της δημοκρατίας), και γ. ότι το τεχνικό κομμάτι της διοργάνωσης του δημοψηφίσματος είναι σχετικά απλή υπόθεση, διότι, αφ’ ενός μεν, οι γενικές εκλογές είναι πρόσφατες και δεν αλλάζουν οι εκλογικοί κατάλογοι και τα τοιαύτα, αφ’ ετέρου δε διότι το ίδιο το πρόκριμα της κάλπης είναι πολύ πιο αδρού περιεχομένου από το σύνθετο πρόκριμα των γενικών  εκλογών.

Σε κάθε περίπτωση, εάν ήμουν κυβέρνηση θα προσκαλούσα αξιόπιστους διεθνείς παρατηρητές, προς πιστοποίηση της εγκυρότητας της έκβασης του δημοψηφίσματος.           

Εν κατακλείδι 3 παρατηρήσεις:

- Αντιπαρήλθα, πλήρως, θα το είδατε πιθανώς, κάθε ενασχόληση με την άποψη ορισμένων -πολύ λίγων είναι η αλήθεια- πως «δεν μπορεί τόσο περίπλοκα θέματα να τίθενται υπό την κρίση της κυρά-Μαρίας», όπως το πακετάρουν φραστικά οι οπαδοί της εγχώριας πολιτικής «αριστοκρατίας», και έτσι γι’ αυτά τις αποφάσεις της πατρίδας θα έπρεπε να λαμβάνουν τεχνοκράτες. Η άποψη είναι τόσο οπισθοδρομική και αντιδημοκρατική, που γυρίζει πίσω στο μεσαίωνα τον σημερινό πολιτικό δημόσιο διάλογο. Πως θα μπορούσε λοιπόν να σταθεί τέτοια επιχειρηματολογία, ως επικουρική έστω τεκμηρίωση της αντισυνταγματικότητας του δημοψηφίσματος;      

- Αντιπαρέρχομαι, ωσαύτως, την έμμεση προτροπή ευρωπαίων αξιωματούχων προς τους Έλληνες πολίτες να αλλάξουν τον κ. Τσίπρα. Συνιστούν χλεύη για τις ευρωπαϊκές δημοκρατικές παραδόσεις! Στο χέρι των ευρωπαϊκών θεσμών να λάβουν τα μέτρα τους.

- Ο ΕΒ συμπαρέσυρε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπό τη νέα ηγεσία του, σε πολιτικές επιλογές που κατά τη γνώμη μου δεν υπήρξαν οι  ορθές. Το αναφέρω για να υπογραμμίσω πως παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του ΕΒ παραμένει ο έχων τον κύριο λόγο στο κίνημα και θα επηρεάζει καθοριστικά την «γραμμή» του, υπό την ιδιότητα του επικεφαλής της κοινοβουλευτικής του ομάδας, όποτε ο ίδιος το κρίνει αναγκαίο. (Πολιτική κριτική ασκώ, ως γνωστόν έχω αποστασιοποιηθεί από το κίνημα με τη σημερινή του πολιτική εικόνα, τις ιδεολογικές θέσεις και την τρέχουσα πολιτική «γραμμή» του). Η υποστήριξη της άποψης περί της αντισυνταγματικότητας σχετικά με το δημοψήφισμα, δεν είναι το κακό!  Η υιοθέτηση της επιχειρηματολογίας περί της αντισυνταγματικότητας δημιουργεί το πρόβλημα!  Για όλους τους λόγους που ανέφερα έως εδώ. Η για μιαν ακόμη φορά ρυμούλκηση από μεριάς του ΕΒ του ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε ταυτίσεις με τη «σαμαρική» Ν.Δ., ενώ κανένα άλλο κόμμα δεν δέχτηκε να υπερψηφίσει την ένσταση αντισυνταγματικότητας, που τελικά υποστήριξαν μόνοι οι δύο πρώην κυβερνητικοί εταίροι, δεν ήταν η καλύτερη πρεμιέρα «επί μεγάλου θέματος» για την κυρία Γεννηματά (για την οποία μερικοί μου είπαν πως μίλησε καλά, εγώ δεν την άκουσα), με την προτεραιότητα κατά τη γνώμη μου της πειστικής αποστασιοποίησης του κινήματος από την καταστροφική διετία 2012-’14 να αναβάλλεται και πάλι για άλλη φορά.          

Ένα πολιτικό σχόλιο καρδιάς…

Σήμερα, 9/6/2015, μια μέρα πριν την απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με τη ρευστότητα προς τις ελληνικές τράπεζες και παρ’ όλην την εκτειθέμενη σύγχυση, που κι από τα δύο μέρη (Ελλάδα και ευρωπαϊκές πιστώτριες χώρες) αφήνεται να εννοηθεί πως επικρατεί, παρά ταύτα, τα πράγματα έχουν σε αρκετά σημαντικό βαθμό ξεκαθαρίσει!

Τί εννοώ; Ας δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα πού βρισκόμαστε:  

- Οι ευρωπαίοι δανειστές έχουν απορρίψει (όλες) τις ελληνικές προτάσεις! Ανεξαρτήτως του τί στην πραγματικότητα (ή τί επικαλούνται πως) ευθύνεται για την απορριπτική στάση τους, υποχώρηση άλλη από μέρους τους δεν αναμένεται, πέραν των 2 παραχωρήσεων που έχουν ήδη κάνει: α. την μείωση του στόχου για το πλεόνασμα των επόμενων ετών (έως το 2018, συγκεκριμένα -και ίσως αυτό το έτος αποδειχτεί με ιδιαίτερη σημασία, αφού η διαχεόμενη εικόνα των σκέψεων που κυριαρχεί στις αντιλήψεις των ευρωπαίων δανειστών είναι πως το επόμενο πρόγραμμα για την Ελλάδα -εφ’ όσον υπάρξει τέτοιο- θα ολοκληρωθεί στα τέλη του 2018), και β. την παράταση της δανειακής σύμβασης, αποδεχόμενοι στην απόφαση του Φεβρουαρίου του eurogroup ότι τούτο μπορούσε να συμβεί χωρίς άλλη συμβατική υποχρέωση της Ελλάδας έναντι των δανειστών της (έστω υπό την παραδοχή περί «δημιουργικής ασάφειας» και ανεξαρτήτως του ότι εκ των υστέρων ουσιαστικά έχουν υπαναχωρήσει ζητώντας πλήρη συμμόρφωση στο πρόγραμμα-μνημόνιο που έληξε στις 28/2/2015). Μόνο ενδεχόμενο να αλλάξει κάτι υπέρ της Ελλάδας από το σχέδιο που παρουσίασε ο κ. Γιουνγκέρ στον Έλληνα πρωθυπουργό, να πάρουν οι ευρωπαίοι δανειστές πίσω τον υψηλό συντελεστή  ΦΠΑ στο ρεύμα και τα κοινωνικά τιμολόγια και το πολύ-πολύ να μην επιμείνουν σε ορισμένες «μεταρρυθμίσεις», που ούτως ή άλλως δεν εζητήθηκαν όλον αυτόν τον καιρό των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και εσχάτως επανεπιστρατεύτηκαν για να υπάρχει κάτι σ’ αυτήν την τεθνεώσα μεταρρυθμιστική ατζέντα που θα πρέπει να παρουσιαστεί πως δεν κάνουν οι δύστροποι Έλληνες ελέω της κομματικής πελατείας του (η αγαπημένη ατζέντα των εχώριων συμφερόντων και προς ίδιον όφελος, που οι ευρωπαίοι δανειστές δεν χρειάζονται πλέον παρά μόνο για λόγους εντυπώσεων). 

- Η Ελληνική κυβέρνηση έχει προ πολλού καταθέσει το πλαίσιο των ανεκτών και πολιτικώς βιώσιμων πολιτικών επί της οικονομίας που θα επιχειρήσει να εφαρμόσει, και -ανεξαρτήτως της άποψης εκάστου επί του εάν επαρκούν αυτά ή όχι- δεν μπορεί πλέον να κάνει άλλο πίσω (εκτός συγκλονιστικού απροόπτου και εφ’ όσον θα αποδεχόταν να φλερτάρει ο κ. Τσίπρας με την πολιτική αυτοκτονία του ίδιου και της παράταξης του) είτε στα ζητήματα του πλαισίου μέτρων προς εξασφάλιση δημοσιονομικών εσόδων, είτε -και πολύ περισσότερο- στη θέση πως συμφωνία ή και οποιαδήποτε παράτασή της χωρίς απτές εξασφαλίσεις σχετικά με την τύχη του ελληνικού χρέους δεν είναι νοητή. Άλλωστε, και πίσω να κάνει ο κ. Τσίπρας, το πολιτικώς βιώσιμον της υποχώρησής του θα ετίθετο εξ αρχής σε σοβαρή αμφιβολία και πολιτικό κλονισμό.

- Το αδιέξοδο δεν είναι διπλωματικό αλλά πραγματικό και πολύ επικίνδυνο! Ήδη, έγκυροι αναλυτές κάνουν λόγο για αρρωστημένη συμφιλίωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και των πολιτικών ηγεσιών με τα εγκαίνια της διαδικασίας αποδόμησης  της ζώνης του ενιαίου νομίσματος, που -αν τυχόν αυτό επαληθευτεί και ανεξαρτήτως της τύχης της Ελλάδας- τίποτα στο ευρώ δεν θα είναι όπως ήταν μέχρι σήμερα.

Επίσης, ελάχιστη σημασία έχει εάν θα γίνουν εκλογές ή όχι, αφού με τυχόν επιβεβαίωση του αδιεξόδου αντιστροφή των εξελίξεων θα είναι πλέον πολύ δυσκολότερη από πριν και πολύ πιο δαπανηρή.  

Σε κάθε περίπτωση, και ξανά ανεξαρτήτως  του τί πιστεύει ο καθένας για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τους ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδας και οποιονδήποτε άλλον ήρωα τούτης της περιπέτειας, η κυριαρχία του μοντέλου Σόιμπλε στην οικονομία της ευρωζώνης αποτελεί προανάκρουσμα δύσκολης συνέχειας για τους πληθυσμούς της Ε.Ε., με τη συνοχή της Ένωσης σε κρίσιμο σημείο και την εγγύς γεωπολιτική αστάθεια να καραδοκεί για να επηρεάσει τα πράγματα επί τα χείρω.

- Γνωρίζετε, όσοι παρακολουθείτε κείμενά μου, πως εξ αρχής ήμουν απαισιόδοξος για την τύχη της ελληνικής υπόθεσης. Γνωρίζετε, επίσης, πως έχω επισημάνει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση περιλαμβάνει διαμεσολαβήσεις τελευταίας ευκαιρίας, ακόμη και για τα πιο περίπλοκα θέματα -συνήθως τελεσφόρες. Δεν πιστεύω πως σε τούτη τη φάση τέτοια διαμεσολάβηση θα προσέφερε πολλά! Όπως, επίσης, πιστεύω πως παράταση των διαπραγματεύσεων στο μοντέλο της ασαφούς και εκ των πραγμάτων προς όφελος των ισχυροτέρων απόφασης του Φεβρουαρίου 2015 του eurogroup θα επιδείνωνε περαιτέρω την ελληνική θέση κατά τον επόμενο γύρο διαπραγμάτευσης. Άλλωστε, σταθερή παράλληλη πεποίθησή μου είναι πως η ελληνική οικονομία δεν θα είχε νόημα να παρατείνει ούτε και για μερικές μέρες μόλις την καθοδική πορεία προς την οριστική εκπνοή της, που ξεκίνησε το 2012 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η Ελλάδα δεν θα ξαναβρεί ούτε την αυτοπεποίθηση, ούτε την υπομονή και το κουράγιο, ούτε τις πολιτικές συνθήκες να αμφισβητήσει πειστικότερα τις εμμονές που την κρατούν πεισματικά στη δίνη του τέλους της. Αν δεν ρισκάρει σήμερα, πιστεύω πως, δεν θα το κάνει ποτέ. Κι αν είναι κάτι να κερδίσει από την απώλεια του 25% του ΑΕΠ της τα τελευταία χρόνια, αυτό πρέπει να εκταμιευτεί σήμερα και όχι με υποσχετικές αναξιόπιστων δεσμεύσεων (το χρέος εκκρεμεί εδώ και δυόμισι χρόνια, επιβαρύνοντας ολοένα και περισσότερο τον Έλληνα πολίτη). Άλλωστε, με τόσην απώλεια στο ελληνικό ΑΕΠ περίπου βρισκόμαστε στα επίπεδα πριν την είσοδό μας στην ευρωζώνη. Ό,τι ήταν να επιστρέψουμε από τη σπατάλη της αφροσύνης μας τα έχουμε επιστρέψει. Δεν πρέπει να επιστρέψουμε κι άλλα!

- Τέλος, επειδή η διαφαινόμενη πρώτη συνέπεια των «ποινών» σε βάρος μας για την «κουτουράδα μας» να μη συναινέσουμε στην περαιτέρω καταστροφή μας, φαίνεται να είναι οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων (πλαφόν στις ημερήσιες αναλήψεις από τις τράπεζες, συζητείται σε δημοσιογραφικούς κύκλους το όριο των 300 ευρώ και ενδεχομένως από τις προσεχείς ημέρες κιόλας), ας μην ξεχνάμε ότι τόσα λεφτά υπεραρκούν για να ζήσουμε σε ημερήσια βάση -μακάρι να υπήρχαν περισσότερα στις καταθέσεις των νοικοκυριών. Και πάντα με την ελπίδα ότι θα υπάρξει η στοιχειώδης σωφροσύνη να εξαιρεθούν οι εμπορικοί τραπεζικοί λογαριασμοί από τετοιους περιορισμούς, επίσης να θυμόμαστε -εάν όλ’ αυτά, ό μη γένοιτο, επαληθευτούν- ότι θα έχουν τεθεί τέτοιοι περιορισμοί, ενώ η Ελλάδα έχει αδιάθετο απόθεμα 10,9 δισ. ευρώ περίπου από το πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών της, χρεωμενα στο δημόσιο χρέος της, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σ’ όλες τις άλλες χώρες-μέλη της ευρωζώνης, και τις πιστώσεις αυτές εις χείρας των ευρωπαίων δανειστών μας. 

Ταύτα! Ψυχραιμία, υπομονή και πίστη στη δημοκρατία μας, θα μας βγάλουν από τη δύσκολη στιγμή. Καλή τύχη σ’ όλους!            

(Αντί άλλου σχολίου αναρτώ μια χορευτική παράσταση, αφιερωμένη στις μεγάλες νίκες της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων. Εκεί κερδίζονται και χάνονται οι μεγάλες μάχες της ζωής, συμπατριώτες μου!… https://youtu.be/8J21miKCLqQ)

Δεν υπάρχει καμιά συμφωνία

με τους δανειστές (23-5-2015)

Μερικές καλές πληροφορίες σε σημεία:

-Συμφωνία δεν υπάρχει για κανένα σχεδόν από τα σημεία που πριν τη Σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. στη Λεττονική πρωτεύουσα, χώριζαν την Ελλάδα από τους ευρωπαίους δανειστές της. Η συνάντηση Τσίπρα με το δίδυμο Μέρκελ-Ολάντ, σε τίποτα δεν άλλαξε την εικόνα αδιεξόδου των προηγούμενων εβδομάδων, στις διαβουλεύσεις στο πλαίσιο του Brusseles group (bg).

-Η επιζητούμενη από την Αθήνα δήλωση «περί προόδου», από μεριάς της Γερμανίδας καγκελαρίου και του Γάλλου προέδρου, δεν επετεύχθη. Αντ’ αυτού διακινείται η γενικού περιεχομένου έκφραση της βούλησης των δύο πολιτικών ηγετών να συμβάλλουν με παρεμβάσεις τους στην άρση του αδιεξόδου. (Η άτυπη αυτή αναφορά των δύο ηγετών, παρ’ ότι δεν είναι ό,τι ζητούσε η Αθήνα, έχει τη σημασία της, ιδίως εν όψει της απόφασης της ΕΚΤ την προσεχή Τετάρτη, σχετικά με τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών στο πλαίσιο του ELA).

-Σε καμιά περίπτωση αποτέλεσμα της «συνάντησης των 3» δεν υπήρξε η περίπου «αφαιρετική» (σκοπίμως ή όχι, κρίνεται κατά περίπτωση) αναφορά μεγάλης μερίδας των εγχώριων media, σύμφωνα με την οποία το μόνο που πήρε ο κ. Τσίπρας από τη συνάντηση αυτήν ήταν η προτροπή Μέρκελ-Ολάντ να τα βρει με τους «θεσμούς». Αντίθετα, υπήρξε καθαρή επαναβεβαίωση της διάθεσης να καταβληθούν σοβαρές και σύντονες προσπάθειες για αποφευχθεί το σενάριο χρεοκοπίας της Ελλάδας και εξόδου της από τη ζώνη του ευρώ, σε πλήρη αντίθεση με τη χαλαρή αποδοχή τούτου του ενδεχομένου από μεριάς στελεχών του eurogroup και των επίμονων δηλώσεων Σόιμπλε περί μεγάλων  πιθανοτήτων περί τούτου. (Η εντεινόμενη απόκλιση μεταξύ των θέσεων της Γερμανίδας καγκελαρίου και του συμπατριώτη της υπουργού Οικονομικών σχετικά με την Ελλάδα, κρίνεται σε ό,τι αφορά την ερμηνεία του γεγονότος: Τινές -κυρίως στην Ελλάδα- υποστηρίζουν ότι πρόκειται περί του γνωστού επικοινωνιακού παιγνίου, του επονομαζομένου «ο καλός μπάτσος και ο κακός μπάτσος». Άλλοι το αποδίδουν σε προϊούσα εξέλιξη εγκατάλειψης της πολιτικής που ακολουθήθηκε για τον χειρισμό της κρίσης στην ευρωζώνη, ένεκα της σοβαρής αστοχίας της, όπως πλέον δεν το αμφισβητεί κανένας –μόνον στην Ελλάδα παραμένουν ελάχιστοι οπαδοί του Σαμαρά και -δυστυχώς- και του Ευ. Βενιζέλου που επιμένουν ότι η πολιτική αυτή υπήρξε επιτυχής. Επαυξάνω υπέρ της δεύτερης άποψης και υπερηφανεύομαι ότι το έχω επισημάνει εδώ και μήνες –και για να είναι όλα σαφή, όχι ως προϊόν πληροφοριών μου αλλά αναλύσεών μου).     

-Η περίπτωση επιβεβαίωσης του σεναρίου απομάκρυνσης του ΔΝΤ από τους «θεσμούς» και συνέχισης της προσπάθειας διάσωσης της ελληνικής οικονομίας άνευ του Ταμείου, εγκαταλείπεται, κατόπιν ρητής απαίτησης της Γερμανίδας καγκελαρίου (και για λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν περαιτέρω).

-Και οι 3 ηγέτες συμφώνησαν ότι αυτό το μοντέλο συναντήσεών τους είναι προτιμότερο από την προηγούμενη πρακτική συνάντησης παρουσία και εκπροσώπων των  «θεσμών», διότι και δυσκίνητη αποδείχτηκε αυτό το μοντέλο και  η διακριτικότητα σχετικά με τα λεχθέντα σε συναντήσεις αυτής της σημασίας δεν εξασφαλίστηκε την προηγούμενη φορά, χωρίς ευθύνη του «τρίο» Μέρκελ-Τσίπρας-Ολάντ (όπως λεγόταν χαρακτηριστικά).

-Παρ’ ότι η λεττονική προεδρία είχε καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να καταστεί κεντρικό το θέμα της συνόδου κορυφής (οι σχέσεις της Ε.Ε. με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης), το θέμα της Ελλάδας κυριάρχησε στα «πηγαδάκια» της συνόδου. Τα πολιτικά συμπεράσματα σαφή!

-Ωστόσο, η ανυπαρξία προόδου στο bg παρατείνει τον προβληματισμό, σ’ όλα τα μέρη. Η αισιοδοξία που εκφράζεται από μεριάς της ελληνικής κυβέρνησης σχετικά με την επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων, κρίνεται ως «αναγκαία στάση», από δημοσιογραφικούς κύκλους σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και όχι ως «πραγματική». Κι έτσι, υποδηλώνεται, η δυσκολία των πραγμάτων, όπως διαμορφώνεται μέχρι στιγμής, σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για κατάληξη στην πολυπόθητη συμφωνία, ή όχι!

-Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να μη γίνει αναφορά στην ευρύτερη αίσθηση που πρωτοεμφανίζεται σε τόσο υψηλό επίπεδο ως «κλίμα» στην Ε.Ε. (μέχρι τώρα ακουγόταν ατύπως σε δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων), σύμφωνα με την οποία  έχει ξεκινήσει και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της σχετικά με το μέγα θέμα ρύθμισης του ελληνικού χρέους, παράλληλα με τη συζήτηση στο πλαίσιο του bg.

-Απόρροια τούτου του γεγονότος, είναι η «φωτογράφηση» του ΔΝΤ -κυρίως από την Αθήνα- ως παράγοντα η παρουσία του οποίου τοις πράγμασι εμποδίζει ταχύτερη πρόοδο στις διαπραγματεύσεις. Διότι, όπως σχολίαζαν οι ίδιες πηγές, παραμένει το «αίνιγμα» του τί στόχος για το πλεόνασμα θα ετίθετο στο πλαίσιο μιας συμφωνίας απελευθέρωσης των εκκρεμμουσών δόσεων προς την Ελλάδα, στο βαθμό που κάθε παρέμβαση προς ρύθμιση του ελληνικού χρέους, θα άλλαζε αυτομάτως και τους τεθέντες στόχους του συμφωνηθησομένου προγράμματος.                             

Βασικές οδηγίες

για την παρακολούθηση της διαπραγμάτευσης

1. Η χθεσινή απόφαση του eurogroup, ανατρέπει πλήρως και τυπικά την απόφαση του ίδιου οργάνου της 20ης Φεβρουαρίου. Ενώ στην απόφαση της 20ης Φεβρουαρίου προβλεπόταν ότι η σύμβαση που θα έληγε στις 28 Φεβρουαρίου θα αντικαθίστατο από μια συμφωνία με χρονικό ορίζοντα κατάληξης σ’ αυτήν (τη νέα συμφωνία) τις 30 Ιουνίου 2015, με τη χθεσινή απόφαση επιστρέφουν τα πράγματα στην αξιολόγηση του λήξαντος μνημονίου. Μάλιστα, επιπροσθέτως, στη χθεσινή απόφαση περίπου αναφέρεται ότι αν δεν υπάρξει συνεννόηση προς τήρηση των όρων του λήξαντος μνημονίου, δεν μπορεί να προχωρήσει καμιά συζήτηση σχετικά με νέα συμφωνία ως τις 30 Ιουνίου. (Ενδεχομένως έτσι εξηγείται και η πρόσφατη «διαρροή» από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης ότι η Αθήνα δεν επιδιώκει πλέον ενδιάμεση συμφωνία, ώστε να εκταμιευτεί τμήμα έστω των δόσεων που εκκρεμούν, αλλά προσανατολίζεται στον στόχο οριστικής τελικής συμφωνίας για τα επόμενα έτη, στο χρονοδιάγραμμα της 30ης Ιουνίου 2015. Όμως, οι ευρωπαίοι δανειστές μας δεν δέχονται πλέον να συζητήσουν για νέα ασυμφωνία, αν δεν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση της λήξασας, χωρίς μάλιστα να δεσμεύονται ότι ακόμη κι αν δεχόταν η ελληνική κυβέρνηση αξιολόγηση της λήξασας σύμβασης -δηλαδή, να δεχόταν η Αθήνα απλούστατα ότι το μνημόνιο δεν έληξε στις 28/2-  θα καταβάλλουν τις δόσεις που εκκρεμούν).

 2. Η συζήτηση συγκριτικής κοστολόγησης του μέιλ Χαρδούβελη με τα συζητούμενα μέτρα, είναι αυτόχρημα ανόητη! Το μέιλ Χαρδούβελη ήταν τα ελάχιστα δυνατά μέτρα για να αποδεχτούν οι ευρωπαίοι δανειστές ότι θα έληγε «επιτυχώς» το μνημόνιο στις 28/2,  και θα αποδίδονταν -αν αποδίδονταν- τα 7,2 δισ. ευρώ από δόσεις που εκκρεμούν. Στη συνέχεια αναμφίβολα θα ακολουθούσε άλλος γύρος διαβουλεύσεων για επόμενη συμφωνία (ECCL, δηλαδή πιστοληπτική γραμμή, ή οποιαδήποτε άλλη), που θα συνοδευόταν βεβαιότατα από νέο μνημόνιο, ο,τιδήποτε κι αν ισχυρίζεται ο Ευάγγελος Βενιζέλος περί του αντιθέτου. Άρα δεν μπορούν να συγκρίνονται διαφορετικά πράγματα. Όμως, κι έτσι τα μέτρα που ακούγονται έχουν μικρότερο κόστος από το μέιλ Χαρδούβελη! Αρκεί να αναλογιστεί κανένας ότι οι νεοδημοκράτες και οι πασοκτζήδες εκπρόσωποι κάνουν τις συγκρίσεις, χωρίς να συμπεριλαμβάνουν στα νούμερα της απελθούσας κυβέρνησης την αύξηση στο ΦΠΑ (το αναφέρω ως ενδεικτικό σημείο, γιατί ξεχνάνε και πολλά άλλα), που στο μέιλ Χαρδούβελη προβλεπόταν ως ενδεχόμενο και όχι ως βεβαιότητα για το β΄ εξάμηνο του 2015. Και οι σώφρονες, όπως και οι στοιχειωδώς γνωρίζοντες, έχουν αίσθηση εάν θα αυξανόταν ο ΦΠΑ ή όχι  με κυβέρνηση Σαμαρά.

3. Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να κάνει περισσότερες υπαναχωρήσεις απ’ όσες έχει ήδη κάνει έναντι των ευρωπαίων δανειστών μας; Γνώμη προσωπική μου είναι πως όχι! Ήδη, ό,τι έχει αποδεχτεί κινείται στα απώτατα όρια του πολιτικώς ανεκτού έναντι των πολιτικών κοινών της. Και για να είμαστε κοντά στην πραγματικότητα, είτε η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα κάνει κι άλλες υποχωρήσεις, οπότε και δεν βλέπω πολιτικώς για ποιόν λόγο θα πρέπει να συνεχίσει να αρνείται  τη συνεργασία με το «Ποτάμι», είτε όχι, οπότε και το σκηνικό της ρήξης θα έλθει πλησιέστερα. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμεί τη ρήξη αλλά τον συμβιβασμό και τη συνεννόηση. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι και τα δύο μέρη έχουν τους ίδιους σκοπούς και στόχους. Άλλωστε, από την ιστορία αναδύεται η μονότονη επανάληψη των περιστατικών όπου οι ισχυροί δεν παραχωρούν τίποτα στους αδυνάμους, επειδή απλούστατα …δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κάνουν! Και δεν θα το κάνουν και τώρα! 

Τα σημεία-κλειδιά των διαπραγματεύσεων

Aπό τη χθεσινή κοινή ανακοίνωση Τσίπρα-Γιουνγκέρ, είναι σαφές πως κρατούνται 3 σημεία:

1. …να ολοκληρωθεί επιτυχώς η αξιολόγηση,

2. …μεταρρυθμίσεις για εκσυγχρονισμό του συνταξιοδοτικού συστήματος, ούτως ώστε να καταστεί δίκαιο, δημοσιονομικά βιώσιμο και αποτελεσματικό στην κατεύθυνση αποφυγής της φτώχειας της τρίτης ηλικίας,

3. …οι μισθολογικές εξελίξεις και οι θεσμοί της αγοράς εργασίας να διαδραματίσουν ένα υποστηρικτικό ρόλο στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. … υπήρξε σύγκλιση απόψεων γύρω από τον ρόλο ενός μοντέρνου και αποτελεσματικού συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, το οποίο θα πρέπει να αναπτυχθεί μέσω ευρείας διαβούλευσης και να πληροί τα υψηλότερα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Αν υποθέσουμε πως το πνεύμα της κοινής δήλωσης των 2 ανδρών θα φτάσει μέχρι και το eurogroup (προσωπικά δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος, με δεδομένη την εμπειρία από παλιότερες συνεδριάσεις, κατά τις οποίες τα γραπτά της Κομισιόν που έφθαναν εκεί απλούστατα πετάγονταν στον κάλαθο των αχρήστων), τι σημαίνουν αυτά;

 Μερικές απαντήσεις εν συντομία:

Α. Η αναφορά σε "αξιολόγηση" συνιστά σοβαρότατη υποχώρηση της Ελλάδας, που τελικά αναγκάζεται να συνομολογήσει πως το πνεύμα «δημιουργικής ασάφειας» της απόφασης του eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου, αίρεται υπέρ της άποψης ότι συνεχίζεται το πρόγραμμα που τυπικώς έληξε στις 28/2/2015. Η υποχώρηση της Αθήνας έχει συνέπειες πολιτικές (η συνέχιση υπό οιανδήποτε σχέση του λήξαντος μνημονίου αυτονόητα συνιστά ήττα για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.), οικονομικές (οι δόσεις που κουβεντιάζονταν υπό την ερμηνεία ότι παρετάθη η δανειακή σύμβαση και όχι το μνημόνιο, συνδέονται πλέον με τμήματα «πολιτικής μέτρων» που συμπεριλαμβάνονται στο μέιλ Χαρδούβελη και όχι με τη νέα συμφωνία) και νομικές (τα δικαστήρια του λήξαντος μνημονίου που ήταν αρμόδια για την επίλυση οιασδήποτε τυχόν διαφοράς -τα βρετανικά, εν προκειμένω- επανέρχονται στο προσκήνιο). Ἡ άκαμπτη στάση Σόιμπλε επ’ αυτού «πέρασε» απολύτως, με τη δήλωση Τσίπρα. Τέλος, η αναφορά στον όρο αξιολόγηση προοιωνίζεται νέα συμφωνία, ως συνέχειας της λήξασας και όχι κατόπιν «μηδενισμού του κοντέρ».

Β.  Η αναφορά σε «συνταξιοδοτικό» και όχι σε «ασφαλιστικό», είναι αρνητική, σε συνάρτηση ιδίως με τη «δημοσιονομική βιωσιμότητά» του, όπως σχετικά αναφέρεται στην κοινή δήλωση. Η αναφορά « …κατεύθυνση αποφυγής της φτώχειας της τρίτης ηλικίας», μάλλον «χρυσώνει το χάπι» των επεμβάσεων, που -επαναλαμβάνω- θα έχουν πρωτίστως στόχο δημοσιονομικώς προσδιορισμένο. Ωστόσο, η διατύπωση προαναγγέλλει αναλογιστικές μελέτες, που η ολοκλήρωσή τους θα μπορούσε να δώσει στην κυβέρνηση χρόνο να αποφύγει τα «κοψίματα» τώρα.

Γ. Στα μισθολογικά, υπάρχουν οι πολύ αρνητικές αναφορές σε συμβολή του μισθολογικού στη «δημιουργία θέσεων εργασίας» και στην ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας», που μεταφέρουν το μέχρι χθες πρόταγμα της κυβέρνησης για ανάπτυξη μέσω της αύξησης των χρηματοδοτικών ροών σε επενδυτικές δραστηριότητες, ξανά στη φιλοσοφία «περιορισμού του μισθολογικού κόστους», που όμως στην Ελλάδα της ύφεσης έχει εφαρμοστεί κατά κόρον. Πολύ δύσκολα ο κ. Σκουρλέτης θα δυνηθεί, κατόπιν αυτού, να θεσμοθετήσει την αύξηση του κατώτατου μισθού. Τα άλλο κομμάτι, είναι θετικό (συλλογικές συμβάσεις και διάλογος εργαζομένων-εργοδοτών αντί των ατομικών συμβάσεων εργασίας).           

Δ. (Αν συμφωνηθούν αυτά, -επαναλαμβάνω την επιφύλαξή μου-…) πρόκειται για έντιμο συμβιβασμό; «Υποχρεωτικό» συμβιβασμό (με δεδομένη την ασφυξία ρευστότητας που δεν απέτρεψε η κυβέρνηση), θα τον έλεγα! «Έντιμος» (υπό την έννοια της εκατέρωθεν υποχώρησης των δύο μερών που διαπραγματεύονται), πολύ δύσκολα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα!

Ε. Δηλαδή, έχουμε ό,τι είχαμε και πριν και βρισκόμαστε σε ανάλογη κατάσταση μ’ εκείνην που θα είμαστε με τα μέτρα του μέιλ Χαρδούβελη; Ασφαλέστατα όχι (αν και αυτό θα επιδιώξουν να σας πείσουν πως συμβαίνει τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ο λεγόμενος «συστημικός» Τύπος). Το πλαίσιο πολιτικής που διαφαίνεται είναι πολύ καλύτερο για τους πολίτες από το μέιλ Χαρδούβελη. Στη συνέχεια και με την ολοκλήρωση της εικόνας θα εξάγουμε πληρέστερα συμπεράσματα.

ΣΤ. Δηλαδή, κακά ή χειρότερα τα μέτρα, τελείωσε η αγωνία; Οπωσδήποτε όχι! Η ελληνική οικονομία απλώς δεν υφίσταται πλέον. Αυτό παρέδωσε η κυβέρνηση Σαμαρά. Η ασφυξία σε ρευστότητα την αποτελείωσε. Παραμένει ως μεγαλύτερο πρόβλημα το θέμα του χρέους! Ανάπτυξη χωρίς ρύθμισή του (υπό την παραδοχή ότι θα πρέπει να μένουν διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις, και όχι όλα να διοχετεύονται σε αποπληρωμές οφειλών της χώρας), δεν είναι νοητή.          

Ζ. Τουλάχιστον πάμε για συμφωνία; Ούτε αυτό είναι βέβαιο, όπως ήδη εξήγησα! Μπορεί στο eurogroup να κυριαρχήσει ξανά η αδιαλλαξία Σόιμπλε. Ας δεχτούμε, όμως, πως επειδή ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση των όρων που προαναφέρθηκαν στην κοινή δήλωση Τσίπρα-Γιουνγκέρ, θα καταστήσει τον υποχρεωτικό συμβιβασμό (όπως τον χαρακτήρισα) κάτι σαν τη διακυβέρνηση Σαμαρά. Και από ‘κει και πέρα το πολιτικό σκηνικό θα αλλάξει τόσο πολύ που εδώ θα είμαστε να τα λέμε και πάλι…    

Ανοιχτή επιστολή

προς τον υπουργό κ. Παναγιώτη Λαφαζάνη

 

Kύριε Υπουργέ,

 Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μιαν αναφορά σας, πως «…Αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε, το καλύτερο που θα έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε την κυβερνητική σκυτάλη…».

 Επιτρέψτε μου Κύριε Υπουργέ, μερικές σκέψεις εξ αφορμής τούτων των λόγων σας!

 1. Όχι, Κύριε Υπουργέ! Κάνετε λάθος! Δεν είναι έτσι! Οι εκλογές και η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία στο πλαίσιο της δημοκρατίας, δεν εδράζεται στο δόγμα «εκλέγομαι, και αν δεν τα καταφέρω, δεν έγινε και τίποτα, φεύγω»!  Εξελέγητε για να μείνετε και να κάνετε ό,τι έχετε υποσχεθεί. Η εντολή που λάβατε έχει διάρκεια 4 ετών, και  όχι «όσο κρατήσει».  Διαθέτετε κάθε εξουσία που πηγάζει από το πολίτευμά μας και την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας, να πράξετε όπως οφείλετε! Δεν είστε στους υπουργικούς θώκους παρά μόνο για να είναι οι πράξεις σας συνεπείς έναντι των πολιτικών λόγων σας. Επί πλέον, φέρετε την πολιτική ιδιότητα του υπουργού, για να αγωνίζεστε να πραγματοποιηθεί ό,τι οφείλετε να πράξετε και κάθε άλλο παρά για να αναζητείτε εναλλακτικές επειδή δεν θα μπορέσετε να το κάνετε.

 2. Βεβαίως, Κύριε Υπουργέ, αντιλαμβάνομαι ότι μέσα στην Πολιτική συγκαταλέγεται και το ενδεχόμενο να διαφωνήσετε κάποια στιγμή με κάποια σημεία της κυβερνητικής πολιτικής. Κι αν τα σημεία αυτά είναι σημαντικά, είναι λογικό ακόμη και να παραιτηθείτε, δηλώνοντας τις διαφορές σας. Όμως, εσείς δεν λέτε αυτό! Εσείς αναφέρεστε στην περίπτωση αθέτησης βασικών στοιχείων της πολιτικής που ενέκριναν οι πολίτες. Και τα λόγια σας είναι σαν να υποδεικνύετε τί δέον γενέσθαι …εάν δεν τα καταφέρετε. Επαναλαμβάνω: Δεν είσαστε υπουργός γι’ αυτά! Να το πώς ακόμη πιο καθαρά;  Δεν ενδιαφέρουν οι προτάσεις σας επί του σεναρίου αποτυχίας σας, αλλά η συμβολή σας στο διάλογο με ζητούμενο την επιτυχία σας.

 3. «Η εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για να ασκήσετε την πολιτική μας», λέτε! Όταν, όμως, την κατέχετε, Κύριε Υπουργέ, οφείλετε να την αξιοποιήσετε για να προαγάγετε την πολιτική που επέλεξαν οι εκλογείς και όχι να επιζητείτε την προσωπική σας συνέπεια. Είμαι σίγουρος πως θα αντιλαμβάνεστε κι εσείς, ότι η προσωπική συνέπειά σας έχει ελάχιστη έως ανύπαρκτη σημασία για τις τύχες της χώρας. Είσαστε μέλος μιας συλλογικής προσπάθειας που αναλάβατε από κοινού με άλλους συντρόφους σας, έχοντας πλήρη επίγνωση των συνθηκών. Δεν προηγείται η  γνώμη σας των συλλογικών κυβερνητικών αποφάσεων.

 4. Τέλος, θα ήθελα Κύριε Υπουργέ, να εκφράσω την εντονότατη διαμαρτυρία μου, για τη μεταχείριση που επιφυλάσσετε στη διαχείριση της πολιτικής ελπίδας που εναπόθεσαν εις χείρας σας εκατομμύρια πολίτες. Οι απόψεις σας αυτές, που διάβασα σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, συνιστούν καθαρή προαναγγελία υπαναχώρησης, τουλάχιστον από μέρους σας, από δεσμεύσεις που έχετε αναλάβει να τιμήσετε, τουλάχιστον, όσον αφορά στην εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό σας! Κι αν δεν το μπορείτε, χρωστάτε, επιτρέψτε μου Κύριε Υπουργέ, στους πολίτες μια μεγάλη συγγνώμη!

 Με εκτίμηση…      

 (ΥΓ.: Δεν εψήφισα το κόμμα σας, Κύριε Υπουργέ! Διαφωνώ ιδεολογικοπολιτικά σε πληθώρα θέσεων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Κατά τα άλλα, εκτιμώ την προσωπική συνέπειά σας σ’ όσα διά μακρόν πρεσβεύετε. Άλλο, όμως, αυτά, και άλλο η νοοτροπία της «περιορισμένης πολιτικής ευθύνης», που υιοθετείτε. Σε κρίσιμες ώρες για την πατρίδα και τους πολίτες, δεν έχει σημασία τί λέει έκαστος εξ ημών των πολιτών, αλλά τί πράττει.  Πολλώ μάλλον ισχύει τούτο για σας).

Η Ευρώπη

και το δράμα των μεταναστών

Για να μην κοροϊδευόμαστε και να τρέφουμε φρούδες ελπίδες ότι κάτι άλλαξε!

 - Η κινητοποίηση της Ε.Ε. σχετικά με το μείζον και παγκόσμιας σημασίας ζήτημα της συρροής προσφύγων πολέμου και οικονομικών μεταναστών προς την Ευρώπη (με πρωτίστως πληττόμενες την Ελλάδα και την Ιταλία), είναι απολύτως και προφανέστατα ανεπαρκής!  Τόσο, που να μοιάζει με εμπαιγμό απέναντι στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. που πιέζονται και με ανεπίτρεπτη προσβολή για τις χιλιάδες ζωές που χάνονται!

- Η ελληνική συζήτηση περί υποκίνησης του μεταναστευτικού κύματος προς την Ελλάδα από δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών, είναι μια ηχηρή ανοησία! Αλλιώς, οι ίδιες δηλώσεις θα έπρεπε να εξηγούν και την αυξημένη πίεση που δέχεται η Ιταλία και η Μάλτα. (Και η υπογράμμιση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν αποσκοπεί να διασκεδάσει τις δεδομένες κακές εντυπώσεις από λανθασμένους και άστοχους χειρισμούς της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πάνω στο πρόβλημα).  

- Η ένταση του προσφυγικού ρεύματος των τελευταίων εβδομάδων οφείλεται στην αποσταθεροποίηση της Υεμένης και το άνοιγμα περισσότερων διόδων στον Κόλπο του Άντεν για πέρασμα ασιατών προσφύγων προς την Αφρική και εν συνεχεία μέσω Λιβύης προς την Ευρώπη.  Την διοχέτευση των μεταναστευτικών ρευμάτων σ’ αυτήν την οδό ευνοεί και η αποσταθεροποίηση από το Ισλαμικό Κράτος στις χώρες-τροφοδότες του ρεύματος. Με εξαίρεση τη Συρία, απ’ όπου οι πρόσφυγες (σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα Σύροι) βρίσκουν διόδους διαφυγής προς την Τουρκία (που με τη σειρά της ωθεί ένα μέρος του κύματος προς την Ελλάδα διά των ακτών του Αιγαίου), σχεδόν στο σύνολο των περιοχών προέλευσης των προσφύγων, βρίσκεται σε αποσταθεροποίηση ένεκα των άτσαλων επεμβάσεων της Ε.Ε..  

- Η Ε.Ε., δηλαδή, δεν συνδέεται με το πρόβλημα ως υποδοχέας των προσφύγων και βασικός αρωγός των προσπαθειών της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση, αλλά και ως βασικός αιτιολογικός παράγων εκδήλωσης της κρίσης.  Γι’ αυτό και υποχρέωση της Ε.Ε. δεν είναι να λάβει μέτρα προσωρινής εκτόνωσης της πίεσης προς τις χώρες-μέλη που κυρίως υποδέχονται το κύμα, αλλά ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ, στο πλαίσιο της ΚΕΠΑΑ, που καταρρέει.     

- Καλοδεχούμενη η έκτακτη σύνοδος κορυφής της Ε.Ε. …αλλά επειδή στην ατζέντα της δεν συμπεριλαμβάνονται παρά μόνον μέτρα εκτόνωσης της πίεσης και δεν θα γίνει καμιά συζήτηση για την εξωτερική πολιτική της Ε.Ε., ας είμαστε άκρως επιφυλακτικοί!    

- Τέλος, εκτός από την κακή κατάσταση της οικονομίας στην ευρωζώνη, εκτός από το σοβαρό πολιτικό πρόβλημα στροφής προς την ακροδεξιά στις χώρες-μέλη, εκτός από τα εντεινόμενα προβλήματα στις διαδικασίες δημοκρατικής συγκρότησης των ευρωπαϊκών οργάνων και λήψης των συλλογικών αποφάσεων της Ένωσης, τώρα αποκαλύπτεται πλήρως και το αδιέξοδο στην (όποια μέχρι σήμερα) εξωτερική πολιτική της ενωμένης Ευρώπης.

Πόσα άραγε ακόμη πεδία πολιτικής της Ε.Ε., στο εσωτερικό αλλά και στο διεθνές πεδίο, πρέπει να καταρρεύσουν για να κατανοήσει η ηγεσία της ηπείρου μας ότι κινείται σε δρόμο στρατηγικής ήττας και να λάβει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για την ουσιαστική και πειστική αναβίωση του ενοποιητικού οράματος;     

Τα επίμαχα σημεία της διαπραγμάτευσης

Ελλάδας-ευρωπαίων δανειστών μας

Τί είναι καλό να έχουμε στον νου μας, για να λειαίνεται η καταστρεπτική επίδραση της ενημερωτικής προπαγάνδας όταν μετράμε τα πράγματα:

 

1. Είναι «στο πίσω μέρος του μυαλού» της ελληνικής κυβέρνησης η πολιτική στρατηγική αποχώρησης από την ευρωζώνη, ή όχι;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατά τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης (και πολύ λιγότερα διεθνή) τούτο είναι εξαιρετικά πιθανό και σε πολλές τέτοιες αναλύσεις, μάλιστα, τέτοια εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της πρόθεσης να κερδηθεί μια «καθυστερημένη κομμουνιστική ρεβάνς». Φυσικά πρόκειται περί τερατώδους ανοησίας! Αρκεί να αναλογιστεί κανένας ότι εάν αυτή ήταν η επιθυμητή στρατηγική για την ελληνική κυβέρνηση η αποχώρηση θα είχε ήδη εκδηλωθεί και δεν θα  χρειαζόταν να σέρνεται η χώρα στην προσπάθεια (επί δεκάμηνο τώρα) να αποπληρώνει υποχρεώσεις της στο εσωτερικό και το εξωτερικό, χωρίς ούτε ένα ευρώ από εξωτερικό δανεισμό.

 

2. Τελικά είναι ανοιχτό το θέμα ισχύος του λήξαντος μνημονίου, ή όχι;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η εμμονική προσπάθεια του κ. Αντώνη Σαμαρά (και δυστυχέστατα και του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου) να αποδείξουν ότι είχαν δίκιο με την πολιτική του μέιλ Χαρδούβελη και απλώς «αδικήθηκαν» από την κάλπη της 25ης Ιανουαρίου, έχει συμβάλλει στην εν μέρει εμπέδωση της πλάνης ότι τα μέτρα του μέιλ Χαρδούβελη συνιστούν ανειλημμένη υποχρέωση της Ελλάδας έναντι των ευρωπαίων δανειστών μας, στο πλαίσιο της συμφωνίας δίμηνης παράτασης του μνημονίου, από την απελθούσα κυβέρνηση. Ουδέν ψευδέστερον τούτου! Η απόφαση, άλλωστε, του eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου καμιάν αναφορά δεν κάνει σε κανένα συγκεκριμένο μέτρο αλλά μόνο σε άξονες πολιτικής, προσδιορίζοντας, επί πλέον, και τον χρονικό ορίζοντα της 30ης Ιουνίου 2015 ως συμφωνημένο πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να υπάρξει νέα συμφωνία.  Η στάση ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών (υπό τα νεύματα Σόιμπλε) περί δήθεν ανειλημμένων υποχρεώσεων στο πλαίσιο αξιολόγησης του λήξαντος μνημονίου, δεν συνιστά συμφωνημένο πλαίσιο, αλλά διακαή πόθο μερίδας δανειστριών χωρών της ευρωζώνης και της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Μ’ αυτό ψεύδος, τεκμηριώνει η αντιπολίτευση τη ρητορική ότι «ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σπρώχνει τη χώρα στα βράχια» …επειδή δεν σπεύδει να συμφωνήσει με το πνεύμα των μέτρων του μέιλ Χαρδούβελη. Αξιολογείται εάν αυτό ωφελεί τη χώρα ή συνιστά προσωπική στρατηγική απελθουσών ηγεσιών στην Ελλάδα.

 

3.    Ναι, αλλά τότε γιατί το ΔΝΤ επιμένει για την ολοκλήρωση αξιολόγησης στο πλαίσιο του μνημονίου;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το ΔΝΤ βρίσκεται στην Ελλάδα το πλαίσιο άλλης συμφωνίας, από εκείνην που έχει η χώρα μας με τους ευρωπαίους δανειστές της. Το μνημόνιο με το ΔΝΤ λήγει το 2016. Το μνημόνιο με τους ευρωπαίους δανειστές μας έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2014, παρετάθη επί δίμηνο από την απελθούσα κυβέρνηση και ήδη έχει λήξει. Αυτό που ζητεί το ΔΝΤ (κατά το καταστατικό του), για να συνεχιστεί η χρηματοδότηση προς την Ελλάδα έως το 2016, είναι είτε να υπάρξει αξιολόγηση των μέτρων που είχαν συμφωνηθεί, είτε εγγύηση -προφανώς από τους ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδας- για τις αποπληρωμές οφειλών της χώρας μας, μέχρι το 2016. (Άρα, ζητεί και επείγεται το ΔΝΤ για νέα συμφωνία). 

 

4. Δηλαδή, η επιτυχής αξιολόγηση δεν είναι προϋπόθεση για την εκταμίευση δόσεων που εκκρεμούν;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η αξιολόγηση «πλανάται ασαφώς» στη συμφωνία της 20 Φεβρουαρίου, επειδή το ΔΝΤ ζητεί τη τήρησή της, διότι δεν έχει υποκατασταθεί από άλλη συμφωνία. (Μάλιστα, υπήρξε και δυσαρέσκεια του ΔΝΤ προς τους ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδας για την ασάφεια της 20ης Φεβρουαρίου. Αλλά αυτή ήταν η συμφωνία!). Αντιθέτως, το πλαίσιο της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου ομιλεί για συμφωνία εξειδίκευσης του γενικού πλαισίου που εγκρίθηκε τότε (μέχρι τα τέλη Απριλίου και συγκεκριμένα μέχρι τις 23 Απριλίου), για να εκταμιευτεί μέρος των οφειλομένων δόσεων προς την Ελλάδα. Προϋπόθεση για την εκταμίευση του συνόλου των εκκρεμουσών δόσεων είναι η επίτευξη νέας συμφωνίας μέχρι τις 30 Ιουνίου. Άρα, και εντός του χρονοδιαγράμματος βρίσκονται οι διαβουλεύσεις και η ελληνική πλευρά έχει παραδώσει εξειδίκευση των γενικών αξόνων που συμφωνήθηκαν στις 20 Φεβρουαρίου. (Ποιοί είναι αυτοί οι άξονες της 20ης Φεβρουαρίου μπορούν να δουν οι ενδιαφερόμενοι στο link http://www.consilium.europa.eu/…/150220-eurogroup-statemen…/).

 

5. Μα τότε, γιατί τόσες απειλές και τέτοια κλιμάκωση της συζήτησης περί Grexit και Graccident;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Διότι, αυτήν τη στιγμή οι εραστές της πολιτικής του μέιλ Χαρδούβελη στην Ελλάδα και οι ευρωπαίοι ομοτράπεζοί τους, παίζουν τα (τελευταία) ρέστα τους, για να πιεστεί η ελληνική κυβέρνηση να αλλάξει την τακτική της (δηλαδή να υπάρξει νέα συμφωνία μέχρι τις 30 Ιουνίου) και να αποδεχτεί το πλαίσιο οικονομικής πολιτικής Χαρδούβελη, που είχε προκρίνει η απελθούσα κυβέρνηση. Για τους ίδιους εγχώριους και ευρωπαϊκούς πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους, ακόμη καλύτερα εάν η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεχόταν τη Νέα Δημοκρατία, ή το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή το  Ποτάμι (ή και τους τρεις) σε μια άλλη κυβερνητική “δεδηλωμένη”, ώστε να υπηρετηθούν συγκεκριμένες πολιτικές, επιχειρηματικές και εκδοτικές σκοπιμότητες και συμφέροντα. Οι δυνάμεις αυτές, αν και όχι πλειοψηφούσες εντός της ευρωζώνης, είναι πολύ ισχυρές και έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν το «κλίμα» των πολιτικών εξελίξεων, διά των φιλικών τους μηχανισμών πληροφόρησης της κοινής γνώμης. Παράλληλα, έχουν την ισχύ να πιέζουν έως ασφυξίας ρευστότητας την ελληνική οικονομία, για να επιτύχουν επωφελείς για τις ίδιες υποχωρήσεις από μεριάς της ελληνικής κυβέρνησης. Η αφήγηση ελληνικής κοπής περί του ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αργά ή γρήγορα θα κάνει την «κωλοτούμπα» και θα αποδεχτεί μεγάλο μέρος των μέτρων του μέιλ Χαρδούβελη (κι ακόμη καλύτερα αν Νέα Δημοκρατία, ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ποτάμι, αποκτήσουν παράλληλα κυβερνητικό ρόλο), είναι η τελευταία ελπίδα Σαμαρά, να διασώσει τον κόλαφο της διακυβέρνησής του και να παραμείνει στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης.      

 

6. Τότε τί είναι τα 4 σημεία, για τα οποία ο κ. Τσίπρας με δήλωσή του στο Reuters, κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχτεί να συζητήσει;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Τα 4 σημεία (ασφαλιστικό, ιδιωτικοποιήσεις, ΦΠΑ και εργασιακές σχέσεις), δεν υπάρχουν συγκεκριμένα  στο γενικό συμφωνημένο πλαίσιο, αλλά επηρεάζουν εμμέσως το δημοσιονομικό ζήτημα (πρωτογενές πλεόνασμα κ.λπ.). Με εξαίρεση τις εργασιακές σχέσεις, που συνιστούν εμμονή των ευρωπαίων πιστωτών μας. Τα θέτει, όμως, από μέρους του το ΔΝΤ, αφού πλευρές τους υπάρχουν στο μνημόνιο που ισχύει με την Ελλάδα έως το 2016. Οι ενδείξεις, κατόπιν αυτών, επιβεβαιώνουν ότι και τα 4 αυτά σημεία, συγκαταλέγονται στο πλέγμα πιέσεων που ασκούνται στην ελληνική κυβέρνηση, για να αποδεχτεί όσο το δυνατόν περισσότερο «μέρος οικονομικής πολιτικής», που υπάρχει στο μέιλ Χαρδούβελη.

 

7. Δηλαδή όλα καλά;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κάθε άλλο! Η ασφυξία ρευστότητας τείνει να αποσταθεροποιήσει τη στρατηγική της κυβέρνησης για νέα συμφωνία μέχρι τις 30 Ιουνίου. Τούτο, δεν μπορεί να αποδίδεται στους «κακούς εταίρους» (που φυσικά έχουν τα δικά τους συμφέροντα να προωθήσουν). Ούτε για την αντιμετώπιση τούτου του σοβαρού προβλήματος μπορεί να θεωρείται επαρκής χειρισμός, η (γενικώς ορθή) προσπάθεια της κυβέρνησης να ανατοποθετήσει το γεωπολιτικό ρόλο της χώρας μας. Τέτοια «σημεία» πολιτικής έχουν πολύ ευρύτερες χρονικές αναγωγές σχεδιασμού και υλοποίησης, σε σύγκριση με την αμεσότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα που φέρει το υπαρκτό διασωστικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.

Εν κατακλείδι! Η πίεση που υπέστησαν οι ευρωπαίοι (στο πρόσωπο του κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε) στη σύνοδο του ΔΝΤ τούτο το διήμερο στις Η.Π.Α. (18-19 Απριλίου 2015), υπήρξε αφόρητη. Την πίεση άσκησαν οι Η.Π.Α. και το ΔΝΤ, ζητώντας να παραμεριστούν οι προσωπικές εμμονές των περιοριστικών πολιτικών, διότι τυχόν αποσταθεροποίηση της &Epsilon