15 Ιαν. 2022

Γαμιέται ο Μητσοτάκης;

Τη χώρα των περισσότερων θανάτων από κορονοϊό σαρώνουν ταυτόχρονα δύο  θύελλες: η μία είναι η πανδημία και η άλλη είναι μια καταιγίδα απλής στιχουργικής.

Πρόκειται για θύελλες αλληλοτροφοδοτούμενες απολύτως από τα ίδια αίτια και οι οποίες δεν θα κοπάσουν αν δεν ικανοποιηθεί πλήρως η άρση του κοινού αιτιολογικού υποστρώματός τους: η απομάκρυνση και ο κολασμός εκείνου που ευθύνεται για το έγκλημα θανατηφόρας και γενικευμένης (επανα)καταστροφής  της Ελλάδας (από τα ίδια, μάλιστα, πρόσωπα).

Παράλληλα, εδώ καταγράφεται η πολιτική ιδιοτυπία να επαναλαμβάνονται με ταυτόσημα χαρακτηριστικά οι επιπτώσεις του επαναλαμβανόμενου «οικογενειακού» υπόβαθρου της όλης υπόθεσης, ως πρόσθετου και διακριτού αιτιολογικού παράγοντα. Δηλαδή η επιβεβαίωση όσων προέβλεπαν από την αρχή ότι η ανάδειξη του συγκεκριμένου προσώπου στο κορυφαίο πολιτικό αξίωμα της χώρας δεν ήταν απλά η απαλλαγμένη άλλων χυδαίων κινήτρων φιλοδοξία ενός πολιτικού προσώπου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Αντίθετα, μια καθημερινότητα με αρπαχτές, αήθειες, δημοκρατικές εκτροπές, αναίτιους ξυλοδαρμούς πολιτών μέρα μεσημέρι από αστυνομικούς, προκλητικές εύνοιες προστασίας επιχειρηματικών και μιντιακών κύκλων που εμπλέκονται σε εκβιασμούς, αρπαγή δημόσιου χρήματος, προστασία προσώπων και φορέων αναμεμιγμένων σε υποθέσεις κοινού ποινικού περιεχομένου, όπως βιασμοί και προαγωγή ανηλίκων, παιδεραστία, οι διώξεις κατά της ελευθεροτυπίας, η ακύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, και τόσα άλλα, επικαθορίζουν ανεξίτηλα το ταυτοτικό τελικά στοιχείο του επεξηγηματικού ιστού που συγκροτεί τη γραμμή της εν λόγω πολιτικής γενεαλογίας, με ιστορικούς όρους.

Η επιταχυνόμενη αποκάλυψη και η επιβεβαίωση τέτοιων κινήτρων προφανώς μεταθέτει το πεδίο δημόσιου διαλόγου από κάθε δυνατότητα ομαλής πολιτικής αντιπαράθεσης στο αίτημα της επείγουσας ανάγκης να εκδιωχθεί το συντομότερο από τη θέση του το άτομο που παράγει όλη αυτή τη διαχυμένη δυστοπία. Δηλαδή, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιες ιδεολογικές και προγραμματικές αρχές, που αντιπαρατίθενται με επίδικο ζητούμενο την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος, νοουμένου ως πρακτικού και εξαργυρώσιμου αποτελέσματος υπέρ του κάθε πολίτη. Στον αντίποδα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γενικευμένη και σαφώς θανατηφόρα και διηνεκή (και καθόλου στιγμιαία, όπως στη Μάτι) ζημία σε βάρος όλων μας. Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με την καταδολίευση του θεμελιώδους δημοκρατικού κανόνα ότι η όποια διακυβέρνηση, ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικής καταγωγής, αν αντί να ωφελεί τη χώρα, την πλήττει, την υποβιβάζει και την καταστρέφει, δεν μπορούμε όλοι εμείς οι πολίτες να προσποιούμαστε ότι απλά συνεχίζουμε να διαλεγόμαστε πολιτικά ανταλάσσοντας απόψεις από καναπέ σε καναπέ. Τουναντίον, σε τέτοιες συνθήκες χρέος του κάθε πολίτη (αποτυπωμένο και στο Σύνταγμα) είναι να διαρρυγνύει την τελικά υποκριτική και επικοινωνιακά σκηνοθετημένη εικόνα της προβαλλόμενης ομαλότητας (που σε τελευταία ανάλυση συγκαλύπτει τη διάχυτη θεσμική ανωμαλία) και να αγωνίζεται για την ανατροπή της.

Κατά τούτο, άλλωστε, διαφοροποιείται και η σημερινή εικόνα από τις πρόσφατες πολιτικές περιπέτειες της (τότε προετοιμασμένης και καθοδηγούμενης επικοινωνιακά και με σκοπό να αρπάξει την εξουσία ο σημερινός ολετήρας) οργής κατά του κυβερνήτη, του σημερινού και -σε αντιδιαστολή- με τους προηγούμενους: Το «λεφτά υπάρχουν» και το «ο Τσίπρας αντάλλαξε τη μη περικοπή των συντάξεων με το όνομα Μακεδονία» διαφέρουν από το «είμαστε η χώρα με τους περισσότερους θανάτους από κορονοϊό» (μαζί με τις αήθειες, τους νεποτισμούς, τη διαφθορά κ.λπ.) κατά το ότι τα πρώτα ήταν ψεύδη επικοινωνιακά προκατασκευασμένα να πλασαριστούν ως δήθεν αλήθειες, ενώ τα δεύτερα είναι μη επιδεχόμενες αμφισβήτησης πραγματικότητες.

Για τους λόγους αυτούς η σοβαροφανής και αντικειμενικά υποστηρικτική του καταστροφέα της χώρας μας αντίθεση στην στιχουργική εφευρετικότητα που με μαζικό τρόπο εκφέρεται με μια βρισιά για να εκφραστεί ο καθ’ όλα νόμιμος πολιτικός σκοπός, δεν είναι πειστικές. Ιδίως δεν είναι πειστικές (και γι’ αυτό απορρίπτονται διαρρήδην) όταν προέρχονται από πρόσωπα και κέντρα που έχουν λαμπρό παρελθόν ανοχής και προσφοράς ευρέως πεδίου νομιμοποίησης στον δημιουργό του σημερινού επαπειλούμενου αφανισμού της Ελλάδας και υπεύθυνο θύτη για τις μεγάλες απώλειες σε νεκρούς της πανδημίας.

Όλοι αυτοί οι υποκριτικά φρίτττοντες για την ποιότητα του δημόσιου λόγου (που έκαναν τα στραβά μάτια όταν επί ψευδών και επικοινωνιακά προκατασκευασμένων ζημιών ανεχόντουσαν με επιδεικτική σιωπή το «έρχεται π@τσα»), πάσχουνε σε προθέσεις και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο: ότι παραβλέπουν (και εδώ συντρέχουν ταξικές και άλλες ευρύτερα πολιτικές εξηγήσεις περί αυτού) πως λόγω και έργω ο κυβερνήτης της ολοσχερούς καταστροφής έχει οδηγήσει τη χώρα και τους πολίτες σε υπέρβαση του έσχατου και κρίσιμου ορίου ανοχής και διάψευσης και των ύστατων ελπίδων μεγάλης μερίδας πολιτών, με δεδομένο ότι νοικοκυριά, μικροεπιχειρήσεις και πολλές άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις καταστρέφονται, καταγράφοντας παράλληλα σε μια μακάβρια καθημερινότητα θανάτους που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσε οποιοσδήποτε άλλος.

Αυτή η αίσθηση επίπλαστης οργής για τις στιχουργικές βρισιές που εκφράζουν πια και με κατακλυσμιαίο τρόπο την έκφραση της δημόσιας αντίδρασης στο γενικευμένο κακό που μας συμβαίνει, συνιστά κλασσικό ενδεικτικό σύμπτωμα συμπεριφοράς μιας προκλητικής ελίτ, που ελαάχιστα διαφοροποιείται -τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών- του «Δεν έχει ο λαός ψωμί; Και γιατί δεν τρώει παντεσπάνι». 

(Και ενώ αλλού τα πάρτι εντός καραντίνας κλονίζουν τον εκεί κυβερνήτη και σε μια άλλη περίπτωση για πολύ λιγότερα σε σύγκριση με τη «λίστα Πέτσα» και τις στημένες δημοσκοπήσεις ένας καγκελάριος παραιτήθηκε, ενώ στη χώρα μας τίποτα δεν πλήττει τη δημοσκοπική ηγεμονία του δικού μας).    

Γι’ αυτό και τελικά η ιστορία αρνείται πεισματικά να καταχωρίσει το «Μητσοτάκη κάθαρμα»  σε ανοίκειες αντιδράσεις απέναντι σε μια καταφανώς ανάλογη της σημερινής δυστοπίας καταστροφή σε δύο φάσεις: το 1965 και το 1989. Δεν είναι τα ονόματα και τα επώνυμα που κομίζουν τις ταυτίσεις. Είναι οι πολιτικές πρακτικές και οι καταστροφές που προκαλούν.    

 

 

 

 

13 Ιαν. 2022

4 σκέψεις για την «Αυγή»

1. Να κλείνουν αντισυστημικά έντυπα μέσα, ιδίως σε εποχές επικυριαρχίας της δημοσιογραφίας αλά «λίστα Πέτσα», είναι κάτι το ακατανόητο. Καμία οικονομική «αξία» δεν μπορεί να παραλληλίζεται με το αξιακό βάρος της πληροφόρησης των πολιτών. Ιδίως τα κομματικά έντυπα-εφημερίδες, ακριβώς επειδή στον τίτλο τους φέρουν την αμάχητη σφραγίδα ειλικρίνειας της πολιτικής τους τοποθέτησης, άρα ο αναγνώστης γνωρίζει, καμιά αξιακή σύγκριση δεν μπορούν να έχουν με έντυπα ιδιωτικών επιχειρήσεων. Έντυπα, που ο κύκλος συμφερόντων της ιδιοκτησίας τους παραμένει αθέατος και άρα καμία εγγύηση δεν παρέχουν ότι η ενημέρωση που προσφέρουν είναι ελεύθερη από κάθε σκέψη προαγωγής αυτών των ιδιωτικών συμφερόντων και ότι ασκούν ανεμπόδιστα και ανεπηρέαστα την (κατά Βενιζέλο) «δημόσια λειτουργία» πληροφόρησης των πολιτών, που είναι συστατικό μέρος λειτουργούσας δημοκρατίας. Ακόμη περισσότερο, που σχεδόν όλες αυτές οι εφημερίδες ιδιωτικών συμφερόντων, επί δεκαετίες τώρα ακόμη και από την εποχή των παχέων αγελάδων ήδη, είναι σχεδόν όλες ζημιογόνες. Και, επομένως, δεν είναι το κίνητρο του επιχειρηματικού κέρδους που ωθεί τις ιδιοκτησίες τους σε ενασχόληση με το αντικείμενο της ενημέρωσης, αλλά κάτι άλλο: πιθανότατα, ακριβώς, η προαγωγή συμφερόντων των ιδιοκτητών τους σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους (ναυτιλία, ενέργεια, κατασκευές κ.λπ.) ή -ακόμη χειρότερα- σε άμεση ανάμιξη άσκησης πιέσεων σε πολιτικά κέντρα λήψης αποφάσεων, που καθορίζουν τους όρους δραστηριότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων.       

2. Η προσπάθεια να επικρατήσει το επιχειρηματικό κριτήριο, αντί του «αξιακού- ενημερωτικού», στα έντυπα μέσα, άρα να  κλείσουν εφημερίδες που «ασκούν δημοσιογραφία», είναι εγγενές σύμπτωμα του σημερινού δημόσιου σκηνικού και συνιστά προέκταση και βραχίονα της οργανωμένης προσπάθειας και τα κόμματα να υπόκεινται στις πιέσεις που ασκούν συστοιχίες ιδιωτικών συμφερόντων στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Διότι, φυσικά, στην πολιτική ταξικά συμφέροντα και μόνον είναι νοητό και ανεκτό να ορίζουν τα κίνητρα των πολιτικών φορέων, και όχι τα συμφέροντα ιδιωτών. Στην εποχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπου κάθε φωνή που αντιστρατεύεται τις επιδιώξεις της πρωθυπουργικής ομάδας και των ιδιωτικών συμφερόντων που προάγει και που έφεραν τον ίδιον στην εξουσία, διώκεται απηνώς και αμέσως (και όχι μόνον εμμέσως με επιδοτήσεις με δημόσιο χρήμα μόνο προς στα μέσα της «λίστας Πέτσα»), είναι φυσικό οι πιέσεις στην αντισυστημική ενημέρωση να κορυφώνονται. Ιδίως εάν η η εν γένει πολιτική πρακτική του νεο-μητσοτακισμού έχει παράσχει δείγμα γραφής καθαρό της φιλοσοφίας άσκησης πιέσεων σε βάρος όσων διαφωνούν μαζί του, σ' έναν τόνο άδηλων εκβιασμών και μέχρι την τελική εξόντωσή των αντιπάλων του. Στο γενικό αυτό πλαίσιο και η υπόθεση της «Αυγής», έχει τη δική της σημασία.

3. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η οικονομική πτυχή του αδιεξόδου που προκύπτει ρυθμίζεται με την εξισορρόπηση που μπορεί να προέρχεται από εξοικονομήσεις στο πεδίο των οικονομικών βαρών, σε συνδυασμό με τις πολλαπλασιατικές διεισδύσεις της ύλης των αντισυστημικών μέσων σε διευρυμένα κοινά, μέσα από το κύριο όπλο των κοινωνικών δικτύων. Μόνον που το πρωτογενές υλικό πληροφόρησης που θα αναμεταδίδεται με μέριμνες πολλαλασιαστικής απεύθυνσης σε διερυμένα κοινά, οφείλει απαράβατα να προέρχεται από τη γυμνή δημοσιογραφία ενός εντύπου. Ειδικά στα κομματικά έντυπα μέσα, επί πλέον για λόγους αρχών και ηθικής πολιτικής τάξης, δεν είναι νοητό να κλείνει μια κομματική εφημερίδα ενώ επίκειται το κομματικό συνέδριο. Μόνο μετασυνεδριακά και μετά από ενδελεχή οικονομικοτεχνική προετοιμασία, που φυσικά θα αναλάβει η εκλεγησόμενη κομματική ηγεσία και με απολύτως προδιαγεγραμμένο χρονοδιάγραμμα επανέκδοσης της εφημερίδας, θα μπορούσε να συζητηθεί ένα μοντέλο αναστολής έκδοσης για περιορισμένο διάστημα για τη μετάβαση σ’ ένα πιο αποτελεσματικό ως προς την απεύθυνση σε κοινά και πιο οικονομικό μοντέλο, επανακυκλοφορίας, όμως, απαραιτήτως του κομματικού εντύπου-εφημερίδας, της «Αυγής» εν προκειμένω.       

4. Προσωπικά έχω ζήσει την εμπειρία οριστικού κλεισίματος (και όχι αναστολής έκδοσης για λίγο) της εφημερίδας του ΠΑΣΟΚ, της Εξόρμησης, όντας κομματικό μέλος του Κινήματος. Το κλείσιμο εκείνο δεν έχει καμιά σχέση με την περίπτωση της «Αυγής». Απλούστατα διότι η εισροή των ιδιωτικών συμφερόντων επί Σημίτη είχε τότε κατακλύσει και το ίδιο το μετα-ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, το οποίο είχε δομήσει τρόπους και οχήματα διακίνησης των θεσεών του μέσα από ιδιωτικά εκδοτικά μέσα και επιχειρηματικά συμφέροντα στρατηγικά εντεταγμένα στο σημιτισμό. (Δεν είναι της παρούσης να αναφερθώ εδώ στο πόσο τα ίδια αυτά εκδοτικά-επιχειρηματικά συμφέροντα επικαθόρισαν και τις κομματικές και κυβερνητικές αποφάσεις).

Κάθε παραλληλισμός επομένως της «Αυγής» με την Εξόρμηση, είναι ανοίκειος, πριν και πάνω απ’ όλα διότι η Εξόρμηση έκλεισε με κομματική απόφαση ακριβώς για να ωφεληθούν ιδιωτικά συμφέροντα τεμνόμενα με την πολιτική τύχη του Σημίτη, ενώ η «Αυγή» κλείνει ως απόρροια άσκησης τεράστιων πιέσεων σε βάρος της και ενώ η εφημερίδα διατηρεί ανέγγιχτη την αντιπαλότητά της σε ιδιωτικά συμφέροντα που φαλκιδεύουν τη διαδικασία δημοκρατικής πολιτικής αντιπροσώπευσης. Άλλωστε η ειδοποιός διαφορά εδώ είναι ότι η Εξόρμηση έκλεισε οριστικά με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ενώ η «Αυγή» κλείνει με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στην αντιπολίτευση. (Όπως, επίσης, έχει σημασία να υπενθυμίσω εδώ ότι κάθε προσπάθεια επί Ανδρέα Παπανδρέου να συγκροτηθεί φορέας έκδοσης αυτόνομος από τα μεγαλα εκδοτικά συμφέροντα της εποχής, κυνηγήθηκε ανηλεώς από τους τότε εκδότες, που επιθυμούσαν να επιβάλλουν εκείνοι την πολιτική του ΠΑΣΟΚ).    

Τέλος, υπάρχει μία ακόμη κρίσιμη διαφορά: η Εξόρμηση έκλεισε με μεγάλο μέρος των μελών του ΠΑΣΟΚ να τηρούν στάση ανοχής μπροστά σ΄ αυτή την επιλογή, επειδή ακριβώς η μετάβαση στη μετα-ανδρεϊκή εποχή συνοδευόταν από την αναμολόγητη παραδοχή ότι πλέον το Κίνημα θα συνδεόταν με τις συστοιχίες επιχειρηματικών συμφερόντων που προώθησαν τον Κώστα Σημίτη στην ηγεσία. Προφανώς καμιά ανιστοίχηση δεν έχει αυτό με τις εξελιξεις στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.                     

 

 

 

 

16 Νοε. 2021

(...λίγες ώρες πριν την επέτειο...)

Ο μύθος μου, γενιά μου, δεν έγινε η μεγάλη μου ντροπή!…

Διαβάζω τόσα και τόσα, για τον ξεσηκωμό της δικής μου νιότης! Της δικής μου εξέγερσης, γενιά μου! (Κι αλίμονο στον νέο που δεν ξεσηκώθηκε, όταν έβραζε το αίμα του. Μένει με την ανεκπλήρωτη γεύση στα χείλη της ζωής. Αγίνωτο κεράσι, που ποτέ δεν πρόλαβε να μεστώσει, κι έπεσε, το άμοιρο στο χώμα για να χωνευτεί στα επόμενα).

Σήμερα, στις γραφές περί του Γεγονότος, βλέπω να βλασταίνουν όλα τα άνθη!

- Της αδιέξοδης αλλά ρομαντικής -και γι’ αυτό ίσως πιο «επιθυμητής» απ’ όλες- αριστεράς.

- Των «στατικών προοδευτικών»: Δηλαδή, εκείνων που ό,τι έβλεπαν τότε βλέπουν και σήμερα... (Κι είναι, λένε αυτοί για τον εαυτό τους, οπαδοί της διαλεκτικής του χρόνου και των κοινωνικών «ροών»)! Θου Κύριε!...

- Της γόνιμης εγκόλπωσης στα σημερινά πράγματα αποθεμάτων χρήσιμου ριζοσπαστισμού! Δημοκρατικών, πολιτισμικών, κοινωνικών και πολιτικών.

- Της ασύγγνωστης δεξιάς (που εξακολουθεί και στενάζει κάτω από τα υπολείμματα της ελέω Θεού βασιλείας της και προς τούτο αντιλαβανόμενης κάθε άλλη διακυβέρνηση, ως τύποις και ουσία «παράνομης»). Των εραστών, δηλαδή, μιας δημοκρατίας άνισων μερισμάτων.

- Των βαμπίρ θαυμαστών του ανομολόγητου φασισμού της εποχής μας (…κι από κοντά κι οι ήρωές τους, που δεν κρύβουν τις παρά φύσιν σχέσεις τους με τον κόσμο των ανθρώπων-πολιτών)!

Όλοι κάτι έχουν να πουν!

Μερικοί κάνουν αυτοκριτική για όσα δεν επέτυχαν τότε και μένουν στην πικρή οσμή του «ζυγίσματος» του βίου τους. (Κι η ζωή η ζυγισμένη, ξέρετε, φέρνει μεγάλη μοναξιά, ως πιστοποίηση ενός κάποιου τέλους)! Άλλοι, καμώνονται πως φέρουν στο ζωνάρι τους δεμένους τους «τίτλους ιδιοκτησίας» της εξέγερσης. (Πάντα η συζήτηση του «σε ποιόν ανήκει» με κούραζε, παιδιά). Έτεροι, (επαν)-εξιστορούν τα γεγονότα, για να …διορθώσουν ό,τι συνέβη! (Λες και συνέβησαν όχι ένα, αλλά δύο διαφορετικά περιστατικά –να, αυτά βλέπει η Ιστορία και γελάει με τους ανθρώπους…). Τέλος, ένιοι ομιλούν …εξ αγνοίας! (Και δεν είναι και σπάνιο αυτό στην εποχή μας).

Όλοι, λοιπόν, δίνουν «τη μάχη του τότε»! Καθένας με τον δικό του τρόπο και τα δικά του κίνητρα.

Το Γεγονός, όμως, από μέρους του σιωπά επιδεικτικά. Ανεκτικό στις ανόητες αναφορές, που επιχειρούν να το κάνουν «σήμερα»!

Αυτό που εγώ κρατώ στο απολύτως προσωπικό επίπεδο από τότε είναι μόνο ένα σημείο: ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ απ’ όσους συμμετείχαν και ανεξάρτητα από το τί συνέβη και το τί έκανε καθένας στη συνέχεια, δεν βρέθηκε εκεί με προσδοκία να αποκομίσει κάποιο όφελος!  

…Ξεμακραίνεις Γεγονός μέσα στο χρόνο. Κάθε χρονιά που περνάει προσθέτει μιαν ακόμη ρυτίδα γοητείας στη δικαιωμένη επιτέλεση των σκοπών σου. Μένεις όρθιο, Γεγονός, και τα γλιστρίματα που σου επιφυλάσσουν οι ζηλωτές σου, εκπίπτουν. Αναποτελεσματικά, συμπλεγματικά και ενοχικά! Ατελέσφορα!

Αντί επιλόγου (μίλησα πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε), θα αρκεστώ να σας μεταφέρω μιαν αποστροφή της τελευταίας συνομιλίας μας με τον φίλο μου, τον Δ.. Με αντικείμενο τις επιδράσεις του Γεγονότος στον συλλογικό Πολιτισμό.

«Ξέρεις πόσοι είδαν τότε, μετά την πτώση των συνταγματαρχών», αναρωτηθήκαμε, «τις συναυλίες του Μίκη; Εκατόν είκοσι χιλιάδες κόσμος! Άκουσαν Ρίτσο, Βάρναλη, Ελύτη...».

"Έβλεπα κατάφωτα τα βαγόνια του ηλεκτρικού", αναπόλησε ο Δ., "να περνούν από την Ομόνοια γεμάτα ασφυκτικά με ανθρώπους που τραγουδούσαν. Έχει συμβεί κάπου αλλού στον κόσμο αυτό", ρώτησε! Τού θύμησα τη Χιλή και τον Πάμπλο Νερούντα. Τον Βίκτορ Χάρα…

«Μα, αυτόν τον κόσμο εννοώ», μού απάντησε!

Ο μύθος μου, γενιά μου, δεν έγινε η μεγάλη μου ντροπή!…

 

 

 

 

1 Νοε. 2021

Ένα «μετά» που μισεί το «πριν»…

Η σατανική ευφυΐα του Ζάκερμπεργκ είναι ακριβώς αυτό: Με την δραπέτευση από τη δοκιμασία της εκάστοτε εποχής προς αποτίμηση των έργων του, να παραπέμπει και πάλι σε κάτι δικό του (κάτι, το ίδιο ουσιαστικά με ό,τι ήταν ως σήμερα), που θα μπορούσε να είναι καινούριο (ενώ δεν είναι), ώστε η αξιολόγηση βάθους να μην τελεσφορεί ποτέ.

Είναι αναμφίβολο ότι η εποχή να αναμετρηθεί το facebook με τον ίδιο τον εαυτό του και με τον κόσμο είχε φτάσει. Οι επιφανειακές αναγνώσεις της κίνησης αυτής του κατά τεκμήριο ισχυρότερου κοινωνικού δικτύου προς την επόμενη ενδυμασία του, φυσικά, καμιά σχέση δεν έχουν με την οικονομική πτυχή της υπόθεσης. Μόνο με μια μεγαλειώδη «αμερικανιά» θα μπορούσε κανένας να αρκεστεί σε τέτοια ερμηνεία. Βεβαίως, τα οικονομικά είναι που κατέστησαν τις «αμερικανιές» παγκόσμιο μοντέλο ηγεμονίας του (όποιου) ισχυρότερου επί του (όποιου) αδύναμου, και γι’ αυτό ας μην υποτιμάμε αυτό το σημείο. Αν όμως ο Τόφλερ (ως «φιλοσοφία-αμερικανιά») είχε δίκιο με τη θεωρία του  «τρίτου κύματος», τότε το βασικό κίνητρο του Μαρκ είναι πολιτισμικά εικονογραφημένο. Άλλωστε, οι σοβαρές αυτοκρατορίες γνωρίζουν ότι η ουσιώδης εμπέδωση της επιβολής τους τεκμαίρεται ακριβώς εκεί. Και επικυρώνεται όταν οι κυριαχούμενοι αρχίζουν να επιθυμούν να μοιάσουν στον δυνάστη τους, όλο και περισσότερο. «Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν»…

Αυτό το πλέγμα προβαλλόμενων κινήτρων στην τελευταία απόφαση του Ζάκερμπεργκ, κινήτρων επιχειρηματικών, εξουσιαστικών και πολιτισμικών (πρωτίστως, λέω εγώ), παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι από τη λεκτική της αιτιολόγησης της απουσιάζει πλήρως οποιαδήποτε αναφορά στο βασικό λόγο λήψης της (όπως αυτός αναφέρεται στον υπέρτιτλο αυτού του κειμένου): το σκασιαρχείο από κάθε υποχρέωση απολογίας για τα ως σήμερα. Έτσι, όμως, δηλαδή μ’ αυτή την επί της ουσίας «σιωπή» για τις πραγματικότητες που επέβαλαν τη διαφυγή από τον πιθανότατο διασυρμό ένεκα και ως αποτέλεσμα της ζύγισης του ίδιου το έργου του facebook και των συνεπειών του, αλλ’ επίσης με την σχεδιασμένη αποσιώπηση της φύσης του ως κεντρικό «μέρος ενός πολιτισμού», επαληθεύονται και οι δύο υπόνοιες που προανέφερα: άρνηση αποτίμησης έργου (ώστε από την εμπειρία των αρνητικών του στοιχείων να διασφαλίζεται η βελτιωμένη επόμενη εκδοχή του -αν, βεβαίως, θα κρινόταν ότι αυτή είναι αναγκαία και για τη συνέχεια) και αποποίηση του πολιτισμικού σκοπού, ως του πυρήνα για όλα τούτα.

Στα κεντρικά διαπιστωτικά σημεία, ως απόρροια των παραπάνω ισχυρισμών μου, εδράζεται και το ανοσιούργημα μιας παγκόσμιας και πελώριας απάτης, που συνοψίζεται σε 2 άξονες:

- ότι έτσι επιβεβαιώνεται με συγκλονιστική ακρίβεια η πρώιμη διαπίστωση του    Μάρσαλ ΜακΛούαν, σύμφωνα με την οποία «το μέσο είναι το μήνυμα». Ο ΜακΛούαν το είχε υποστηρίξει σε συνάρτηση με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις λειτουργίες τους τον περασμένο αιώνα,  αλλά ο θρίαμβος της δικαίωσής του επέρχεται σήμερα από ένα κοινωνικό δίκτυο, 

- ότι με την (απόπειρα) «διαγραφής της ιστορίας» (του), το facebook και ο ιδρυτής του (επιχειρούν να) εισαγάγουν την ανθρωπότητα σ’ έναν κύκλο της, που δεν θα έχει παρελθόν (ή, τουλάχιστον, που δεν αξίζει τον κόπο να ασχολούμαστε μ’ αυτό). Αυτή η λοιδορία της ιστορίας, που για πρώτη φορά συντεταγμένα «προσφέρεται» στους ανθρώπους από μια δύναμη ενάσκησης εξουσίας σε τεράστιο αριθμό όσων κατοικούν τον πλάνητη, είναι πράγματι ένα «μετά»! Ένα «μετά», όπως που μισεί τα περασμένα, λες και δεν προέρχεται απ’ αυτά.     

Στο ουσιαστικό, επιχειρηματικό, εξουσιαστικό και πολιτισμικό πεδίο (το κύριο, επιμένω) η υπόθεση αυτή καταγράφεται ως μωροφιλοδοξία ενός influencer πραγματικά παγκόσμιας εμβέλειας να μας «χαρίσει» μια αυριανή κοινωνία, όπου σε καθημερινή βάση οι άνθρωποι θα αρχίζουν να ξαναγράφουν την ιστορία τους από την αρχή, πατώντας εθελουσίως ένα πανηγυρικό  delete στη συλλογική μνήμη. Αν και δεν είμαι σίγουρος -το υποπτεύομαι, όμως- στον σκοπό συμπεριλαμβάνεται και το δεύτερο επίπεδο σκοπιμοτήτων, όπου αν για λίγο καιρό η ιστορία πάψει να λειτουργεί ως «έργου παναθρώπινη καταγραφή», τελικά θα εμπεδωθεί και ο πλήρης εξοβελισμός της (ιστορίας) από τα τρέχοντα, ως δήθεν ανάγκη και «θεμέλιο ελευθερίας» και χειραφέτησης κάθε  γενιάς από την εκάστοτε προτεραία. Δεν μπορώ να προβλέψω εάν σε τέτοιο κοινωνικό περιβάλλον οι ηλικιωμένοι θα αθροίζονταν στα αυριανά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή ακόμη και αν θα εκτελούνταν μαζικά σε θαλάμους (αν)αερίων, αλλά είναι μια πρόβλεψη που δεν θα απέκλεια.

Στο ανωτέρω δυστοπικό περιβάλλον που μας «προσφέρεται» άνευ ανταλλάγματος, αλλά καθόλου αφιλοκερδώς (από την αρχή το facebook θριαμβολογούσε εισαγωγικά ότι «ήταν, είναι και θα είναι δωρεάν»), ψυλλιάζομαι ότι όλα τα παραπάνω δεν θα είναι το κύριο μέρος της συζήτησης.

Η microsoft (υπολογιστική βάση), το facebook (κοινωνική δικτύωση) και η amazon (μαζική κατανάλωση, για πρώτη φορά στην ιστορία «εικόνων» και όχι χειροπιαστών προϊόντων), φυσικά, δεν είναι τυχαίο που ηγούνται αυτής της «μετα-βασης». Η τεχνική δυνατότητα, η επικοινωνία και η κατανάλωση συγκροτούν τον μεγάλο πολιορκητικο κροιό του συλλογικού πολιτισμού των ανθρώπων, προς ένα άλλο μοντέλο βίου, όπου αργά ή γρήγορα και ο φαντασιακός και συναισθηματικός «χώρος» κάθε εξατομικευμένης οντότητας-ανθρώπου-πολίτη-υπόστασης, τελικά, θα ενεργοποιείται όχι επί του πραγματικού γεγονότος, αλλ’ επί του εικονογραφημένου αντιτύπου του, όπως αυτό θα διεκπεραιώνεται στο ηλεκτρονικό γραμματοκιβώτιο μας.   

Εδώ διαπιστώνεται και η ιστορικά ανεπανάληπτη ανεπάρκεια και η αμηχανία της ούτω καλούμενης «προοδευτικής» ματιάς στα πράγματα, να αρθρώσει στοιχειωδώς αντιπαραθετικό και εναλλακτικό λόγο-πρόταση σε ό,τι αναφέρθηκε πιο πάνω. Γι’ αυτό και η προοδευτική αντίδραση στο φαινόμενο αυτό, που όπως είπα προοιωνίζεται μια ξεκάθαρη δυστοπία, είναι δύο ποιοτήτων:

-είτε ένας νεο-λουδιτισμός του χακαρίσματος των δικτύων εν είδει μιας προοδευτικής «μαγκιάς» (όπως πολλοί «προοδευτικοί» αρνούνται σήμερα το εμβόλιο κατά του κορονοϊού),

- είτε μια επισπεύδουσα προσχώρηση στο κακό.

Βεβαίως η πανδημία και οι εγκλεισμοί επιτάχυναν δραματικά τις εξελίξεις. Πολύ αμφιβάλλω ότι ο Ζάκερμπεργκ θα προχωρούσε (τουλάχιστον τώρα) σ’ αυτή την απόφαση, αν δεν είχε προηγηθεί το πανδημικό εξ ίσου δυστοπικό δεδομένο.  Και πρέπει να πω ότι αναμένω ανάλογες  κινήσεις τόσο από τον Γκέιτς (δηλαδή, τους διαδόχους του στη «μπίζνα») όσο και από τον Μπέζος.

Στην κατ’ αρχάς ατζέντα του διαλόγου για ό,τι πραγματευόμαστε σήμερα εδώ και στο παρόν κείμενο, θεωρώ χρήσιμο να απαριθμήσω και τις κατ’ εμέ δευτερεύουσες και απόρροια της τακτικής μιας «αρπαχτής» που συνεγείρει το μύθο των αυτοδημιούργητων νεανίσκων που χωρίς δήθεν κεφάλαια έγιναν ηγήτορες του κόσμου και του είδους των ανθρώπων. Ο Ζάκερμπεργκ, δηλαδή, εκτός των βασικών παραπάνω σκοπών, έχει και και μερικούς ήσσονες.

Τους απαριθμώ:

- Η υποδήλωση ότι «εγώ είμαι ο βασιλιάς της δουλειάς αυτής»,

- Το κλείσιμο προνομιακής θέσης στο μετα-σκηνικό του παγκόσμιου πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μηχανισμού,

- Η προσπάθεια αποποίησης των ευθυνών για την αήθεια του πανδημικού εκμεταλλευτικού συστήματος της ατομικότητας,

- Η απόπειρα «νέου λόγου» (και συνεπώς προτιμησιακής δικαιωματικής προτεραιότητας για τη συμμετοχή στα επόμενα),

- Η (ηλικιακών κινήτρων, περισσότερο) δικαίωση του «έργου ζωής», χωρίς τη βάσανο εμβάθυνσης στην ουσιαστική αποτίμηση της συμβολής του στον κόσμο του 21ου αιώνα,  

- Ο εκβιομηχανισμός της πληροφόρησης και η υφαρπαγή του δικαιώματος ισότιμης ενημέρωσης των πολιτών, ως συστατικού μέρους της νεο-μετα-δημοκρατίας (ήδη η ποινή του αποκλεισμού επιβλήθηκε εν τοις πράγμασι -τις περισσότερες φορές, μάλιστα, χωρίς δικαίωμα υποβολής ένστασης και αναθεώρησης- στην τρίτη ηλικία, ενώ ταυτόχρονα εμπεδώθηκε ως ιδιότυπος αυτο-αποκλεισμός σε ουσιώδεις διαδικασίες κοινωνικού διαλόγου για τη νέα γενιά,   

- Η βίαια (για πρώτη φορά τόσο συντετμημένα ως προς τον χρόνο) στην ιστορία των ανθρώπινων πολιτισμών, εισαγωγή μιας «νέας γλώσσας» (οιονεί το «πρώτο κύμα» της τοφλεριανής θεωρίας, που ξαναρχίζει τον κύκλο), όπου το φαντασιακό και οι απορρέουσες απ’ αυτό συναισθηματικές ενεργοποιήσεις υποκαθίστανται από τη βιομηχανοποιημένα κατασκευασμένη εικονογράφηση και δη και παγκόσμιας εμβέλειας «νέα γλώσσα»,    

- Η συνειδητή απόπειρα υποκατάστασης της αίσθησης συμμετοχής του μέσου πολίτη σε υποκείμενους σε κανόνες κοινωνικούς σχηματισμούς, προς την άγονη «κοινωνικότητα» του «μαζικού διαλόγου» των δικτύων,

- Η απροσχημάτιστη διείσδυση σε ρόλους μέσου ενημέρωσης, ψευδεπίγραφης δηλαδή μετάβασης από έναν -κατά τα άλλα πλήρως αναξιόπιστο- μηχανισμό μαζικής πληροφόρησης, στη δήθεν αξιοπιστία της παντελώς αδιασταύρωτης «είδησης»,

- Η αρπαγή της ευκαιρίας που προσέφερε η συμβατική ενημερωτική «μηχανή» της ειδησεογραφίας, με την άρνηση της τελευταίας να αμυνθεί του ίδιου του λόγου ύπαρξής της,

- Η επισημοποίηση του ανεξέλεγκτου τρόπου ενάσκησης των δικαιωμάτων του ιδιώτη δημιουργού του facebook, κυρίως υπό την άτεγκτη εκμεταλλευτική βάση των «ελεύθερων» ιδιωτικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο του νεο-φιλελευθερισμού, αλλά και υπό την αξιοσημείωτη αδυναμία πολιτικών μηχανισμών υπό κοινωνικό έλεγχο να υπερασπιστούν τις προνομίες τους (η γέννηση της γενικευμένης υπόνοιας εξαγοράς των πολιτικών εκπροσώπων στα όρια ενός αντιπροσωπευτικού συστήματος και η αποδόμηση του δημοκρατικού προαπαιτούμενου),

- Η μηχανίστικη μανία προκαταβολικής δικαίωσης ο,τιδήποτε «νέου», πριν ακόμη αυτό διασταυρωθεί με τις εξελίξεις.

Είναι φανερό ότι προσανατολιζόμαστε (με τον Ζέκερμπεργκ εις θέσιν επιταχυντή των εξελίξεων, όπως κατά μία θεωρία τα πολιτικά κόμματα ρόλο έχουν να επιταχύνουν τον ρυθμό επέλευσης των πραγμάτων), σε μια  «α-χρονία» της ιστορίας. Δηλαδή σε μια υποδόρια εξουδετέρωση του κεντρικού αυτο-προσδιοριστικού στοιχείου της συσσωρευμένης μνήμης της ανθρωπότητας, προς έναν κόσμο χωρίς πλέον την ανάγκη της αγωνίας για το αύριο. Η δραματικότερη απελευθέρωση και η σκληρότερη υποδούλωση του ανθρώπου, ταυτόχρονα, «δύο σ’ ένα»! Διάβαζε: Η αυτοεξαίρεση της ανθρωπότητας από τη διεκδίκηση του δικαιώματος για κάτι κάθε φορά καλύτερο σε σύγκριση με παρελθόν. Κι έτσι, απομένει ως μόνο αυτοπροσδιοριστικό πεδίο της ατομικότητας η άρκεση στο «δικαίωμα» της ύπαρξης (που, φυσικά, ποτέ ως σήμερα και από την κατάργηση της δουλείας και μετά, δεν ήταν δικαίωμα αλλ’ ήταν προϋπόθεση της ανθρώπινης υπόστασης), αποστερημένης από κάθε άλλο παρακολούθημα της έννοιας «πολίτης».  

Κάτι αισιόδοξο για το τέλος! Δεν προβλέπω ότι αυτό το συγκεκριμένο «μετά» θα έρθει τόσο αναπόφευκτα και με τόση ευκολία, ως νομοτέλεια, λες, της ανθρώπινης περίπτωσης. Αντίθετα, πιθανότερο θεωρώ το σενάριο της φυγής μας προς την επανάσταση απεγκλωβισμού μας από τον κλοιό της «εικόνας-κοινωνίας», που μας προσφέρεται ως δήθεν λύση στα προβλήματα μας, με ισχύ στην «επικράτεια» κάθε μεμονωμένου νοικοκυριού ξεχωριστά. Οι νέες επαναστάσεις είναι μπροστά μας στην πραγματικότητα και έχω την εντύπωση ότι πολύ δύσκολα θα αποφύγουμε την επικείμενη άφιξή τους -ναι, εδώ ο όρος «νομοτέλεια» θα ήταν  δόκιμος.  

Εν κατακλείδι, δεν ξέρω αν όντως δικαιώνεται ο Φουκουγιάμα και έχουμε πράγματι να κάνουμε με «το τέλος της ιστορίας» και τον «τελευταίο άνθρωπο», αλλά είμαι σίγουρος πως είμαστε περισσότερο παρά ποτέ κοντά σ’ αυτό.

 

 

 

 

30 Μαϊ. 2021
Να τεθεί τέλος στη μασκαράτα
των "ιδιωτικών" επισκέψεων 
 
Για μια φορά ακόμη η καλή διάθεση της ελληνικής πλευράς το μόνο που απέφερε είναι κλιμάκωση των προκλήσεων από τουρκικής μεριάς, δηλαδή πρακτικά συνέβαλε στην επιδείνωση του κλίματος στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις.
 
Εξηγούμαι: Ο όρος "ιδιωτική επίσκεψη" Τούρκων αξιωματούχων στη Θράκη και η πρακτική να επιτρέπονται επισκέψεις με ολοκάθαρο σκοπό την προαγωγή συντεταγμένων σχεδίων της τουρκικής διπλωματίας σε βάρος της Ελλάδας, ακολουθείται εδώ και πολύ καιρό από την Αθήνα στο πλαίσιο της κακώς νοούμενης νοοτροπίας της ελληνικής διπλωματίας ότι έτσι θα προάγονταν οι διμερείς σχέσεις τουλάχιστον σε επίπεδο κλίματος με την επίδειξη εκατέρωθεν καλών προθέσεων.
 
Όμως, εδώ και καιρό, επίσης, οι "ιδιωτικές" αυτές επισκέψεις έχουν πλήρως αποκλίνει από τον σκοπό αυτό και έχουν καταστεί  όπλο της Άγκυρας, με διακηρυγμένο στόχο  της τουρκικής διπλωματίας την ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας.    
 
Ο Τσαβούσογλου με την νεο-οθωμανική εξωτερική πολιτική εσωτερικής κατανάλωσης του κλονιζόμενου Ερντογάν το παραξήλωσε. Όχι επειδή μίλησε για "τουρκική μειονότητα" (αυτό ούτως ή άλλως δεν έχει πρακτικό αποτύπωμα, αφού η συνθήκη της Λοζάνης ορίζοντας τη μειονότητα στη Θράκη ως μουσουλμανική, το επέβαλε επειδή αυτό είναι το κύριο προσδιοριστικό ενοποιό στοιχείο της, και όχι κάποια εθνική αναφορά και, άλλωστε, αν οριζόταν ως "τουρκική" η μειονότητα της Θράκης θα παραβιάζονταν με βάναυσο τρόπο δικαιώματα άλλων εθνικών ομάδων του ίδιου θρησκεύματος). 
 
(σ.σ. Η τελευταία αναφορά που κάνω στο πνεύμα της συνθήκης της Λοζάνης αφιερώνεται σε διάφορους γραφικούς που διαγιγνώσκουν δήθεν παραβίαση "δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού" σε βάρος μερίδας της μειονότητας στη Θράκη, ενώ πρόκειται για το τελείως αντίθετο: αν επικρατούσε ο ορισμός της μειονότητας ως "τουρκικής" θα παραβιάζονταν στην πραγματικότητα βάναυσα τα δικαιώματα αυτοπροσδιορισμού μέρους της υπόλοιπης μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης)       
 
Ο Τσαβούσογλου, λοιπόν, το παραξήλωσε διότι προέβη την ακόλουθη αδιανόητη δήλωση: "...βρίσκομαι στην Ελλάδα για να συναντήσω μέλη της «τουρκικής μειονότητας» στη Δυτική Θράκη, καθώς επίσης και για να πραγματοποιήσω συνομιλίες περί διμερών σχέσεων".
 
 
Πρόκειται για δήλωση που συνιστά ομολογημένη ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Πρόκειται επίσης για δήλωση που ευθέως παρασαλεύει την εσωτερική έννομη τάξη στην Ελλάδα και παράγει αποτελέσματα που δημιουργούν συνθήκες αθέμιτης παραβίασης δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού Ελλήνων πολιτών, από μεριάς αλλοδαπού κρατικού αξιωματούχου. Μάλιστα, στο σημείο αυτό παραβιάζεται και ο τυπικά συμφωνημένος μεταξύ των δύο χωρών ως "ιδιωτικός" χαρακτήρας της επίσκεψης Τσαβούσογλου στην Θράκη, από τη στιγμή που οι δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ ευθέως κάνουν λόγο περί "διμερών σχέσεων".
 
Διμερείς σχέσεις μεταξύ ποιανών; 
Αν ο Τσαβούσογλου εννοεί διμερείς σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ως έμπειρος διπλωμάτης όφειλε να γνωρίζει ότι αυτές περνάνε μόνο μέσα από διάλογο με την νόμιμη ελληνική κυβέρνηση και  κανέναν άλλο μεμονωμένο πολίτη ή συλλογικότητα οποιασδήποτε μορφής Ελλήνων πολιτών. 
Αν εννοεί ανεξάρτητες διμερείς σχέσεις της Τουρκίας με Έλληνες πολίτες, απλά δεν νομιμοποιείται να τις χειριστεί, χωρίς ελληνική έγκριση.
 
Η ανακοίνωση που εξέδωσε το ελληνικό ΥΠΕΞ σε απάντηση είναι ασπιρίνη για τον καρκίνο. Ο κ. Τσαβούσογλου έπρεπε ήδη να έχει ανακηρυχτεί από την Αθήνα persona non grata  και να εχει οδηγηθεί στα αεροδρόμιο για να αποχωρήσει, φυσικά με τον ελληνοτουρκικό διάλογο να ολοκληρωνόταν άδοξα εδώ και να μην ξανάρχιζε αν δεν ανακαλέσει επίσημα η Τουρκία τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της.        
 
Ωστόσο, να δεχτώ ότι για λόγους ακραίας επίδειξης καλής διάθεσης η Ελλάδα δεν θα το φτάσει ως εκεί. Το λιγότερο λοιπόν που μπορεί να γίνει (και οφείλει να πράξει η ελληνική κυβέρνηση αύριο) είναι να ανακοινωθεί  στον κ. Τσαβούσογλου ότι τέτοιες ιδιωτικές επισκέψεις παύουν να είναι ανεκτές για την Ελλάδα. Αν θέλουν να έλθουν για πραγματικά ιδιωτική επίσκεψη Τούρκοι αξιωματούχοι στη Θράκη φυσικά κανένας δεν τους το απαγορεύει, αλλά τυχόν μη σύννομες με την ελληνική έννομη τάξη πράξεις και δηλώσεις τους θα υπόκεινται στην εποπτική αρμοδιότητα των Ελλήνων εισαγγελέων.