14 Μαρ. 2020

O κόσμος αλλιώς…

H ύστατη δοκιμασία

Τις τελευταίες εβδομάδες εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας η παγκοσμιότητα, ως πρακτικό γεγονός με όλες τις συνέπειές του.

Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που συμβαίνει αυτό! Η μοναδικότητά των ημερών δεν σχετίζεται με το ότι όλοι στο πλανήτη παρακολουθούν το ίδιο γεγονός και περίπου με τον ίδιο τρόπο. Έχω την εντύπωση πως με ανάλογο τρόπο έχουμε βιώσει κι άλλες φορές γεγονότα: το τσουνάμι σε απ’ ευθείας μετάδοση, η 11η Σεπτεμβρίου, οι πυρκαγιές στον Αμαζόνιο, τη Σιβηρία και την Αυστραλία ως συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής, είναι μερικά απ’ αυτά. Γιατί, λοιπόν, η παγκοσμιότητα ως παρούσα και ρέουσα καθημερινότητα αυτή τη φορά διαφέρει;

Νομίζω πως η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στον ίδιο τρόπο αντίδρασης απέναντι στην επέλαση της πανδημίας. Οι άνθρωποι του πλανήτη κλεισμένοι στα σπίτια τους και με τα σύνορα μεταξύ των χωρών ερμητικά σφραγισμένα, μέλη μιας κοινωνίας που θεάται τον κόσμο μόνο μέσα από την τηλεόραση και το διαδίκτυο (και τελικά εξαρτάται και στα πρακτικά ζητήματα απολύτως απ’ αυτά), είναι η σκηνή που δηλώνει την ιστορικότητα των στιγμών. Είναι κορυφαίου συμβολισμού το γεγονός ότι αυτή η μοναδική πραγματικότητα βιώνεται ακριβώς με τα σύνορα μεταξύ των χωρών να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, ως δήθεν μέσου αποτροπής της πανδημικής συνέχειας, ενώ εκείνη είναι ήδη εδώ και μη αντιστρέψιμη, σε μια ένδειξη υπέρτατης αμηχανίας των κρατών να ανακόψουν τις συνέπειες του πλανητικού γεγονότος της νόσου, προσφεύγοντας στην τεχνική άρση του βασικού χαρακτηριστικού της παγκοσμιοποίησης: την ελευθερία διακίνησης ανθρώπων, χρήματος και εμπορευμάτων.

Υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο που προσδίδει μοναδικότητα στα πράγματα: Το όμοιο βίωμα! Αν στη μεγάλη καταστροφή της 11ης Σεπτεμβρίου η μισή ανθρωπότητα πανηγύριζε για την «τιμωρία στους Αμερικάνους», κι αν στις πυρκαγιές ή τις μεγάλες φυσικές καταστροφές αυτό που συνέβαινε ήταν «μακριά από μας», ως προσλαμβανόμενη εντύπωση των συμβαινόντων για την πλειοψηφία των κατοίκων της Γης, σήμερα η αγωνία για τις συνέπειες του κακού δεν αλλάζει ανάλογα με το που ζει καθένας μας. Είναι η βεβαιότητα πια της «ενιαίας μοίρας» για όλους μας, που με τη βαρβαρότητα της μεταφυσικής πεποίθησης (αν και στην πραγματικότητα εξ αγνοίας) καλύπτει τις διαφορές ανάμεσά μας. Πιο σαρωτική ένδειξη από το ότι οι θρησκείες, που στην παγκοσμιοποίηση φιλοξένησαν επίμονα την ψευδαίσθηση στους πιστούς τους ότι είναι το άκαμπτο και άθικτο μέρος των αλλαγών που ελάμβαναν χώρα, υποδεικνύουν όμοια αντίδραση στο εκκλησίασμα (εδώ η λέξη με την κοσμική, και όχι τη λατρευτική της σημασία) δεν θα μπορούσε να υπάρξει.     

Κρατώ με μεγάλο ενδιαφέρον τα μάτια μου πάνω σε δύο σημεία:

- την «αταξική» διεισδυτικότητα του ιού στα σώματα των κοινωνιών, όλων ανεξαιρέτως, και

- την ηλίθια μάχη οπισθοφυλακών από εκπροσώπους εμμονικών προσλήψεων της ως σήμερα πολιτικής «κανονικότητας», ως δήθεν συμβολής στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του κορωναϊού.

Στο πρώτο σημείο, η εμφανιζόμενη (και διακινούμενη από ορισμένους λανθασμένα και ένεκα προσωπικού πολιτικού πάθους ως απόδειξη πραγμάτων με κοινωνικό βάθος σημαινομένων) προτίμηση του ιού σε πλουσίους, φυσικά δεν είναι παρά απόδειξη ότι μόνο εκείνοι μπορούν να αντέξουν το κόστος εκατοντάδων ευρώ για να κάνουν το τεστ ως προσωπική (και όχι ως απόρροια συλλογικής ανάγκης) διασφάλιση. Το σημειώνω, διότι κατ’ εξοχήν είναι σημείο εσωτερικής άμυνας του ταξικού μοτίβου αντίδρασης των κοινωνιών απέναντι σε γεγονός (την πανδημία) που σαρώνει η  ίδια την έννοια των διαστρωματώσεων διάκρισης μεταξύ πολιτών, ενώ εδώ η ανάγκη δεν είναι οριζόντιες «λύσεις υγείας», αλλά κάθετες και εγκάρσιες.

Στο δεύτερο σημείο, ομολογώ πως μόνο με οργή αντέδρασα από την προσπάθεια Βάιντμαν (παρ’ ολίγον διοικητή της ΕΚΤ, αντί της Λαγκάρντ) και εκλεκτού της σοϊμπλικής περιοριστικής οικονομικής πολιτικής, να υπεραμυνθεί του σφάλματος της τελευταίας δεκαετίας ως μέσου αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, αποκρούοντας την πανταχόθεν αναγνώριση της ανάγκης να χαλαρώσουν οι πολιτικές συσσώρευσης πλεονασμάτων από τις ισχυρές χώρες, σε μια προσπάθεια επιβίωσης με τη χαλάρωση αυτή της διεθνούς (και ευρωπαϊκής εν προκειμένω) ζώσας οικονομίας, από την επίθεση των συνεπειών του ιού. Αλίμονο, αν ακόμη και σήμερα οικονομολόγοι δίνουν τη μάχη υγείας των προϋπολογισμών του κράτους στο οποίο εντάσσονται,  όταν η μάχη είναι περί υγείας των ανθρώπων.

Και με την αφορμή αυτής της τελευταίας αναφοράς περί Βάιντμαν θέλω να πω και κάτι ακόμη, κλείνοντας αυτή την πρώτη γραφή για τον κόσμο μας την εποχή των κορωναϊών.

Δεν συμφωνώ με την προσέγγιση πολλών φίλων ότι η πανδημία δικαιώνει τα δημόσια συστήματα Υγείας! Και δεν τη δικαιώνει τώρα και υπό τις παρούσες ιδιόμορφες συνθήκες, διότι αυτή η δικαίωση ουδέποτε εξέλιπε! Πάντα εκεί ήταν, χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Όπως και σήμερα, η «επιστροφή» στα συστήματα δημόσιας Υγείας δεν είναι μια ρεβάνς (δηλαδή παιχνίδι σκοπών), αλλά ανταπόκριση σε μια ανυπέρβλητη ανάγκη. Μόνο που απομένει είναι οι ανόητοι και με το αζημίωτο υποστηρικτές της εμπορευματοποίησης της ανθρώπινης Υγείας, να συναισθανθούν πόσο κακό έκαναν πλήττοντας συστηματικά τη συλλογική ποιότητας ζωής αντί  πινακίου φακής της νεοφιλελεύθερης εμμονής.