6 Νοε. 2020

Περί θανάτου ή επιβίωσης ο πανδημικός κυβερνητικός λόγος

Η μελανότατη στιγμή

μιας συνέντευξης

Η συνέντευξη Μητσοτάκη-Τσιόδρα δεν ήταν κακή. Αντίθετα, ο πρωθυπουργός συνεπικουρούμενος από το ύφος και το ήθος του εθνικού μας γιατρού, που απάλυνε εν τοις πράγμασι τη δεδομένη κοινωνική δυσπροσαρμοστικότητα του πρωθυπουργού, ήταν καλός και πειστικός. Όχι κατ’ ανάγκη σχετικά με το περιεχόμενο όσων είπε -γι’ αυτά υπάρχουν λογικές ενστάσεις- αλλά για την ανταπόκριση στον ρόλο του ως επικεφαλής μιας χώρας που αγωνίζεται να αντιμετωπίσει την πανδημία και για να υπηρετήσει τον σκοπό ανακοινώνει κακά νέα και εξαγγέλλει δυσάρεστα μέτρα προς τούτο.

Η συμβολή Τσιόδρα στην επανατοποθέτηση της εικόνας του πολιτικά πιεζόμενου Κυριάκου Μητσοτάκη από το πρόσωπο που επιλέγει κατά κανόνα αυταρχισμούς και αντιλαϊκές επιλογές και στο πλαίσιο μάλιστα του ιδιότυπου νεποτισμού της εξουσίας του, σ’ έναν πολιτικό αρχηγό με ανθρώπινο πρόσωπο, είναι τεράστια και ο πρωθυπουργός κατά τούτο οφείλει στον καθηγητή ένα μεγάλο «ευχαριστώ». Άλλωστε, αυτή καθ’ εαυτή η επικοινωνιακή επιλογή μεταμφίεσης της ως σήμερα εικόνας του πρωθυπουργού από τον «αποφασιστικό νεοφιλελεύθερο» στον «ανθρώπινο πολιτικό» είναι η έγκυρη συνομολόγηση  ότι ο ίδιος πιέζεται σοβαρά στο πολιτικό επίπεδο και ότι αναγνωρίζει -έστω με καθυστέρηση- ως ορθή τη θέση που πολλοί λέγαμε υποστηρίξαμε από την αρχή αυτής της μεγάλης υγειονομικής περιπέτειας: η πανδημία στις πολιτικές διαστάσεις της δεν (μπορεί να) είναι αντικείμενο κυβερνητικής διαχείρισης με τις «μαγκιές» του Χρυσοχοΐδη, της Μεδώνη και του Χαρδαλιά, αλλά χρειάζεται αφιέρωση και πολιτική επένδυση στην ανθρώπινη πτυχή της υπόθεσης –κάτι που βεβαίως δεν υπηρετήθηκε ει μη μόνο προσχηματικά και επιφανειακά με τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια.            

Φυσικά, υπάρχει περιθώριο μεγάλης συζήτησης για μια σειρά μέτρα αλλά και για πολλές ατάκες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Από το «όλα καλά τα κάναμε στις δημόσιες συγκοινωνίες», ως το «η Ελλάδα τα πάει καλά», όταν η χώρα μετράει μεγαλο αριθμό θανάτων και όταν είναι η μόνη στον κόσμο που καταγράφει σε ημερήσια βάση 30 φορές μεγαλύτερο αριθμό κρουσμάτων απ’ όσα κατέγραφε την περασμένη Άνοιξη, πολλά θα είχε κανένας να πει. Όμως, εδώ μιλάμε για κάτι άλλο!

Παρατήρησα ότι το επικοινωνιακό σχέδιο πολιτικού «εξανθρωπισμού» του Κυριάκου Μητσοτάκη είχε ξεκινήσει εδώ και λίγο καιρό. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στιγμιότυπά του ο τραγικός πατέρας που έχασε το παιδί του στα ερείπια της Σάμου με τον πρωθυπουργό να τον αγκαλιάζει. Παρά ταύτα, η εικόνα δεν πέρασε και τόσο καλά όσο ανέμεναν. Θέλεις η υπόνοια πολιτικής εκμετάλλευσης ενός ανθρώπινου δράματος, θέλεις η πλανώμενη κοινωνική δυσπροσαρμοστικότητα του πρωθυπουργού που προανέφερα (που για ένα πιο προσετικό μάτι διακρίνεται από το κράτημα στον ώμο του πατέρα, που όπως δείχνει στο στιγμιότυπο το body language του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι σαν να αγκαλιάζει τον πονεμένο άνθρωπο με την απόσταση που θα αγκάλιαζε έναν ψυκτικό του Περιστερίου και όχι έναν πατέρα που θρηνεί), δεν είχε τα προσδοκώμενα επικοινωνιακά αποτελέσματα.

Όμως, με τη συνέντευξη Μητσοτάκη-Τσιόδρα ο σκοπός επετεύχθη. Ο πρωθυπουργός πέτυχε το relaunching της εικόνας του σε πολύ σημαντικό βαθμό! Κι αυτό είναι μια σημαντική επιτυχία του.   

Όμως, πέραν αυτών, η συνέντευξη είχε μια μελανότατη στιγμή και για τους δύο συμμετέχοντες στο πάνελ. Κι αυτό εμένα με σημάδεψε! Είτε επειδή είναι πρόσφατη η απώλεια της μητέρας μου (όχι από κορονοϊό, από τα φυσικά αίτια της γήρανσης έφυγε η μάνα) είτε επειδή μεγαλώνω και όλα τα βλέπω περισσότερο συναισθηματικά, είναι μια στιγμή που θεωρώ ακραία αήθεια (και έχω την εντύπωση ότι βραδυφλεγώς αυτό θα εκδηλωθεί συν τω χρόνω ως μαζική συναίσθηση (και όχι «ενσυναίσθηση», αυτήν αφήστε την στην ησυχία της, η λέξη και η έννοια είναι υπέροχες και δεν είναι «μαϊντανός» επένδυσης απόψεων των "διανοοούμενων" του διακηρυγμένου αντισυριζισμού).

Πρόκειται για την αναφορά Τσιόδρα στη διαδικασία επιλογής των ασθενών όταν τα μέσα νοσηλείας τους ελλείπουν για οποιονδήποτε λόγο και οι γιατροί αναγκάζονται να αποφασίσουν ποιός θα προτιμηθεί για να νοσηλευτεί, και ποιός όχι!

Τέτοια περιστατικά βεβαίως υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Τα ανθρώπινα μέσα χειρισμού του αέναου παιχνιδιού ζωής και θανάτου εν τη ρύμη του ανθρώπινου βίου, προφανώς κατά περιόδους θα είναι ανεπακρή (στο ηθικό, μάλιστα, πεδίο,τα ανθρώπινα μέσα διαχείρισης του αναπόφευκτου θα είναι παγίως φτωχά).

Συγκινητική, λοιπόν, η αναφορά στις στιγμές που γιατροί και οικείοι (ή κι ο ίδιος ακόμη ο προαναγγελλόμενος ως μελλοθάνατος) αποφασίζουν εντός της τραγικότητας των ανθρώπινων ορίων να σταματήσουν τη νοσηλεία, για να να μην παραταθεί ένας βιολογικά «ανάξιος βίος» και να διασωθεί η αξιοπρέπεια του νοσούντος ατόμου. Πράγματι, είναι μια από τις οριακές στιγμές κατά τις οποίες δοκιμάζονται οι συνειδήσεις και οι ηθικές δομές κάθε προσωπικότητας, εικάζω με καταλυτικές συνήθως συνέπειες για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα όσων παίρνουν την απόφαση.

Όμως, εδώ, και με την πανδημία, δεν μιλάμε γι’ αυτό! Οι αναφορές στην πτυχή διάσωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των νοσούντων θεωρούμενων μελλοθανάτων και στην τραγικότητα αυτών των στιγμών αφορούσε ξεκάθαρα σε περιπτώσεις όπου υπάρχει δυνατότητα νοσηλείας τους και επιλέγεται να μη γίνει χρήση αυτής της δυνατότητας. Δεν αφορά σε περιπτώσεις όπου εντοπίζεται ανεπάρκεια μέσων νοσηλείας, ως αποτέλεσμα παραλείψεων και αστοχιών.

Αυτό, λοιπόν, είναι που θεωρώ μελανότατη αήθεια στη συνέντευξη Μητσοτάκη-Τσιόδρα!

Το να επιστρατεύεται μια κορυφαίου ηθικού καταλογισμού στιγμή των ανθρώπων (γιατρών και του θεωρούμενου ως μελλοθανάτου νοσούντος και των οικείων του), όταν δηλαδή λαμβάνονται αποφάσεις ζωής ή θανάτου, για να αποσιωπηθούν πίσω απ’ αυτήν σαφείς ευθύνες για τις λιγότερες δυνατότητες και «ευκαιρίες» νοσηλείας ανθρώπων εν μέσω πανδημίας και με τους πολίτες να αγωνιούν, είναι μια ακραίας βαναυσότητας δημόσια συμπεριφορά. Και αυτό συνέβη στη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην οποία ανακοίνωσε την είσοδο της Ελλάδας στο δεύτερο λοκντάουν.

Πολύ κακό ηθικό θεμέλιο ετέθη στη μάχη κατά του κορονοϊού, ιδίως αν αναγκαστούμε να ζήσουμε τη δυστοπία της επιλογής προτιμητέων συμπολιτών μας προς νοσηλεία, λόγω έλλειψης διαθέσιμων μέσων. Και πρέπει να το πούμε από τώρα: Αν -ό μη γένοιτο- το ζήσουμε δεν θα είναι ζήτημα επιλογής προς διάσωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας βαρέως νοσούντων συμπολιτών μας, αλλά για υπόθεση που αφορά σε παραλείψεις και αστοχίες πολιτικής ηγεσίας.