7 Φεβ. 2021

(Όλα είναι μια θεατρική σκηνή κι ένα ταξίδι στα νησιά)

Ο αντίποδας

Ήταν (θυμάμαι, πώς θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω;) ένα απόγευμα σε κάποιο νησί –θα μπορούσε νά ‘ταν το οποιοδήποτε νησί. Τόπος, μια υπερυψωμένη θεατρική σκηνή στην καρδιά των μελτεμιών …αλλά επικρατούσε πλήρης άπνοια.

Ο Αντώνης, ο Κλεάνθης, ο Θόδωρος, ο Χρήστος κι εγώ ανεβήκαμε, ένα μικρό πλάτωμα της ταβέρνας απέναντι ήταν, χωρίς καμιά προσδοκία παράστασης. (Αν και η ηλικία μας και η ασυμμάζευτη  αλητεία μιας γενιάς, πάντα με έκανε δύσπιστο στη δήλωσή μας ότι ποτέ δεν ευελπιστούσαμε όλα να κατέληγαν σε μια αριστοφανική έξοδο…)

Η μοσκαριτιά, το ψηλό δέντρο με την -όση ακριβώς χρειαζόταν-  φυλλωσιά, σκέπαζε τον χώρο, ασπίδα στο βαρύ φως της ημέρας. Το δέντρο με τη γνήσια σπανιότητα της πρασινάδας του Αιγαίου, ήταν ακριβώς το σκηνικό που η μαεστρία της σκηνοθεσίας του τυχαίου είχε διαλέξει.

Σιωπή! Περίεργη ησυχία, ανακόλουθο προανάκρουσμα της επανεμφάνισης των χιλιάδων ανθρώπων, που όλη την ημέρα ως εκείνη την ώρα πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα στις παραλίες, βουλιάζοντας αδιάκοπα στη δροσιά του γαλάζιου, αναγκαία ανάσα από τον εκτυφλωτικό ήλιο της εποχής και του τόπου. Κι όμως, κάπου μακριά, μια απροσδιόριστη βοή ακουγόταν -μάλλον στο φαντασιακό μας συνέτρεχε, αλλά ποιός ψάχνει την πραγματικότητα τις ώρες των μύθων;…

Ένα μελαχρινό κορίτσι ημίγυμνο βγήκε από τη στενή πόρτα, όμηρος του υπέροχου φύλου της. Σκαρφάλωσε τα λιγοστά σκαλοπάτια και σουλατσάρισε επικίνδυνα μπροστά στα μάτια της αζευγάρωτης αντροπαρέας, διακινδυνεύοντας να ήταν εκείνη ο λόγος για τον οποίο ποτέ δεν θα συνέβαιναν όσα ακολούθησαν. Τα καφεδάκια και ποτήρια με διάφανο νεράκι, σε λίγο έφτασαν.

Κι όσο το φως αποσυρόταν, τόσο πιο πολύ έμοιαζε το πλάτωμα να υψώνεται ακόμη περισσότερο. Στο τέλος, λίγες στιγμές πριν τα φώτα σβήσουν εντελώς κι ανάψει η ράμπα, έριξα μια ματιά μακριά και είδα πως βρισκόμουν πάνω σ’ έναν δίσκο, που μόνον ένα τρεμάμενο παλαμάρι κρατούσε δεμένον στην ξηρά.

Συνεχίσαμε με μια καράφα κρασί και δυο-τρία μεζεδάκια. Μετά βγάλαμε τις κιθάρες.

«Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού

σβήνω κοιτώντας τα νερά…»

Δεν φαινόντουσαν πια παρά μόνο τα φώτα από μακριά, στο βάθος…

…Κι άρχισαν να έρχονται! Ξεπρόβαλαν απ’ όλες τις γωνίες ήσυχα και έπαιρναν τις θέσεις τους.

«Η Κατερίνα και η Ζωή,

τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία,

ω τί χαρούμενη ζωή

χτυπάς φτωχή καρδιά με βία».

Το ημίγυμνο κορίτσι άφησε τη νωχέλεια που είχε στο σούρουπο και άρχισε να τρέχει κουβαλώντας τις καράφες και τα συνοδευτικά. 

Σε λίγο ήταν όλοι εκεί! Γέλια και φωνές. Τραγούδια και αγκαλιάσματα. Μια πληθωρική μαυρομάλλα κάθισε δίπλα στον Αντώνη και χτύπησαν τα ποτήρια τους. Ήταν το σύνθημα ν’ αρχίσουμε.

«…και μέσα στο φτερούγισμα

τριαντάφυλλα σκορπίζουν…»

Με ξαναμμένα δάχτυλα και ζεσταμένη φωνή συνέχιζα. Έρχονταν το ένα μετά το άλλο. Τα τραγούδια, οι μεζέδες και τα αγκαλιάσματα. Η μικρή ταράτσα έγινε η περιστασιακή πρωτεύουσα του αρχιπελάγους. Λες και τραγουδούσαν μαζί μας οι θαμώνες της νυχτερινής παραλίας στο απέναντι νησί.

«Ντουνιά ανακριτή,

Γιατί ρωτάς, γιατί;…»

Έτσι πέρασαν οι ώρες!

Κάποτε σήκωσα το κεφάλι και είδα να χαράζει. Κι όλοι είχαν μείνει εκεί. Κανένας δεν σκεπτόταν καν να φύγει.

Θυμήθηκα κάτι που μου ‘χε κάποτε πει ο Ιορδάνης, ένα βράδυ πριν αρχίσουμε να παίζουμε στη Λέσχη. «Όταν φέγγει θα το γυρίζεις σε χιτζάζ…»

Τα δάχτυλα πήγαν από μόνα προς τα ‘κεί.

…Κι ο κόσμος άρχισε αργά και απλά να ξεμακραίνει. 

Κατόπιν βάλαμε τα όργανα στις θήκες  κι αρχίσαμε, όλοι μαζί με τους άλλους, να κατηφορίζουμε με τα πόδια προς τη θάλασσα.

Ξεθεωμένοι, ανοίξαμε τους σάκους μας κάτω απ’ τα πρώτα αρμυρίκια που συναντήσαμε, με την αστεία ελπίδα μπας και μας πάρει λίγο ο ύπνος.     

Για λίγη ώρα, χάχανα και πρωινιάτικες ανοησίες παρά θιν’ αλός…

Είδαμε από μακριά, από την άλλη άκρη της παραλίας, μια σκιά (δεν φαινόταν καλά, ο λαμπρός ήλιος είχε αρχίσει να επιτελεί το αμείλικτο έργο του, της τύφλωσης όταν τον κοιτάς κατάματα).

Η οπτασία βήμα-βήμα πλησίασε. Ήταν το κορίτσι της ταβέρνας.

Άφησε ήσυχα δίπλα μας πάνω στη άμμο ένα μπουκάλι κρασί.

«Παιδιά, σας ευχαριστώ για τη νυχτιά…»

___________________________________

(Αφιερωμένο στα παιδιά μου, που η σημερινή έγκλειστη συγκυρία απειλεί να μην τα αφήσει να ζήσουν τις δικές τους νυχτιές. Και με την ελπίδα ότι τελικά θα τις βιώσουν)  

-Στη φωτογραφία μερικά από τα οργανάκια μου