13 Ιαν. 2022

Η διαμάχη για την εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

4 σκέψεις για την «Αυγή»

1. Να κλείνουν αντισυστημικά έντυπα μέσα, ιδίως σε εποχές επικυριαρχίας της δημοσιογραφίας αλά «λίστα Πέτσα», είναι κάτι το ακατανόητο. Καμία οικονομική «αξία» δεν μπορεί να παραλληλίζεται με το αξιακό βάρος της πληροφόρησης των πολιτών. Ιδίως τα κομματικά έντυπα-εφημερίδες, ακριβώς επειδή στον τίτλο τους φέρουν την αμάχητη σφραγίδα ειλικρίνειας της πολιτικής τους τοποθέτησης, άρα ο αναγνώστης γνωρίζει, καμιά αξιακή σύγκριση δεν μπορούν να έχουν με έντυπα ιδιωτικών επιχειρήσεων. Έντυπα, που ο κύκλος συμφερόντων της ιδιοκτησίας τους παραμένει αθέατος και άρα καμία εγγύηση δεν παρέχουν ότι η ενημέρωση που προσφέρουν είναι ελεύθερη από κάθε σκέψη προαγωγής αυτών των ιδιωτικών συμφερόντων και ότι ασκούν ανεμπόδιστα και ανεπηρέαστα την (κατά Βενιζέλο) «δημόσια λειτουργία» πληροφόρησης των πολιτών, που είναι συστατικό μέρος λειτουργούσας δημοκρατίας. Ακόμη περισσότερο, που σχεδόν όλες αυτές οι εφημερίδες ιδιωτικών συμφερόντων, επί δεκαετίες τώρα ακόμη και από την εποχή των παχέων αγελάδων ήδη, είναι σχεδόν όλες ζημιογόνες. Και, επομένως, δεν είναι το κίνητρο του επιχειρηματικού κέρδους που ωθεί τις ιδιοκτησίες τους σε ενασχόληση με το αντικείμενο της ενημέρωσης, αλλά κάτι άλλο: πιθανότατα, ακριβώς, η προαγωγή συμφερόντων των ιδιοκτητών τους σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους (ναυτιλία, ενέργεια, κατασκευές κ.λπ.) ή -ακόμη χειρότερα- σε άμεση ανάμιξη άσκησης πιέσεων σε πολιτικά κέντρα λήψης αποφάσεων, που καθορίζουν τους όρους δραστηριότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων.       

2. Η προσπάθεια να επικρατήσει το επιχειρηματικό κριτήριο, αντί του «αξιακού- ενημερωτικού», στα έντυπα μέσα, άρα να  κλείσουν εφημερίδες που «ασκούν δημοσιογραφία», είναι εγγενές σύμπτωμα του σημερινού δημόσιου σκηνικού και συνιστά προέκταση και βραχίονα της οργανωμένης προσπάθειας και τα κόμματα να υπόκεινται στις πιέσεις που ασκούν συστοιχίες ιδιωτικών συμφερόντων στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Διότι, φυσικά, στην πολιτική ταξικά συμφέροντα και μόνον είναι νοητό και ανεκτό να ορίζουν τα κίνητρα των πολιτικών φορέων, και όχι τα συμφέροντα ιδιωτών. Στην εποχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπου κάθε φωνή που αντιστρατεύεται τις επιδιώξεις της πρωθυπουργικής ομάδας και των ιδιωτικών συμφερόντων που προάγει και που έφεραν τον ίδιον στην εξουσία, διώκεται απηνώς και αμέσως (και όχι μόνον εμμέσως με επιδοτήσεις με δημόσιο χρήμα μόνο προς στα μέσα της «λίστας Πέτσα»), είναι φυσικό οι πιέσεις στην αντισυστημική ενημέρωση να κορυφώνονται. Ιδίως εάν η η εν γένει πολιτική πρακτική του νεο-μητσοτακισμού έχει παράσχει δείγμα γραφής καθαρό της φιλοσοφίας άσκησης πιέσεων σε βάρος όσων διαφωνούν μαζί του, σ' έναν τόνο άδηλων εκβιασμών και μέχρι την τελική εξόντωσή των αντιπάλων του. Στο γενικό αυτό πλαίσιο και η υπόθεση της «Αυγής», έχει τη δική της σημασία.

3. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η οικονομική πτυχή του αδιεξόδου που προκύπτει ρυθμίζεται με την εξισορρόπηση που μπορεί να προέρχεται από εξοικονομήσεις στο πεδίο των οικονομικών βαρών, σε συνδυασμό με τις πολλαπλασιατικές διεισδύσεις της ύλης των αντισυστημικών μέσων σε διευρυμένα κοινά, μέσα από το κύριο όπλο των κοινωνικών δικτύων. Μόνον που το πρωτογενές υλικό πληροφόρησης που θα αναμεταδίδεται με μέριμνες πολλαλασιαστικής απεύθυνσης σε διερυμένα κοινά, οφείλει απαράβατα να προέρχεται από τη γυμνή δημοσιογραφία ενός εντύπου. Ειδικά στα κομματικά έντυπα μέσα, επί πλέον για λόγους αρχών και ηθικής πολιτικής τάξης, δεν είναι νοητό να κλείνει μια κομματική εφημερίδα ενώ επίκειται το κομματικό συνέδριο. Μόνο μετασυνεδριακά και μετά από ενδελεχή οικονομικοτεχνική προετοιμασία, που φυσικά θα αναλάβει η εκλεγησόμενη κομματική ηγεσία και με απολύτως προδιαγεγραμμένο χρονοδιάγραμμα επανέκδοσης της εφημερίδας, θα μπορούσε να συζητηθεί ένα μοντέλο αναστολής έκδοσης για περιορισμένο διάστημα για τη μετάβαση σ’ ένα πιο αποτελεσματικό ως προς την απεύθυνση σε κοινά και πιο οικονομικό μοντέλο, επανακυκλοφορίας, όμως, απαραιτήτως του κομματικού εντύπου-εφημερίδας, της «Αυγής» εν προκειμένω.       

4. Προσωπικά έχω ζήσει την εμπειρία οριστικού κλεισίματος (και όχι αναστολής έκδοσης για λίγο) της εφημερίδας του ΠΑΣΟΚ, της Εξόρμησης, όντας κομματικό μέλος του Κινήματος. Το κλείσιμο εκείνο δεν έχει καμιά σχέση με την περίπτωση της «Αυγής». Απλούστατα διότι η εισροή των ιδιωτικών συμφερόντων επί Σημίτη είχε τότε κατακλύσει και το ίδιο το μετα-ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, το οποίο είχε δομήσει τρόπους και οχήματα διακίνησης των θεσεών του μέσα από ιδιωτικά εκδοτικά μέσα και επιχειρηματικά συμφέροντα στρατηγικά εντεταγμένα στο σημιτισμό. (Δεν είναι της παρούσης να αναφερθώ εδώ στο πόσο τα ίδια αυτά εκδοτικά-επιχειρηματικά συμφέροντα επικαθόρισαν και τις κομματικές και κυβερνητικές αποφάσεις).

Κάθε παραλληλισμός επομένως της «Αυγής» με την Εξόρμηση, είναι ανοίκειος, πριν και πάνω απ’ όλα διότι η Εξόρμηση έκλεισε με κομματική απόφαση ακριβώς για να ωφεληθούν ιδιωτικά συμφέροντα τεμνόμενα με την πολιτική τύχη του Σημίτη, ενώ η «Αυγή» κλείνει ως απόρροια άσκησης τεράστιων πιέσεων σε βάρος της και ενώ η εφημερίδα διατηρεί ανέγγιχτη την αντιπαλότητά της σε ιδιωτικά συμφέροντα που φαλκιδεύουν τη διαδικασία δημοκρατικής πολιτικής αντιπροσώπευσης. Άλλωστε η ειδοποιός διαφορά εδώ είναι ότι η Εξόρμηση έκλεισε οριστικά με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ενώ η «Αυγή» κλείνει με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στην αντιπολίτευση. (Όπως, επίσης, έχει σημασία να υπενθυμίσω εδώ ότι κάθε προσπάθεια επί Ανδρέα Παπανδρέου να συγκροτηθεί φορέας έκδοσης αυτόνομος από τα μεγαλα εκδοτικά συμφέροντα της εποχής, κυνηγήθηκε ανηλεώς από τους τότε εκδότες, που επιθυμούσαν να επιβάλλουν εκείνοι την πολιτική του ΠΑΣΟΚ).    

Τέλος, υπάρχει μία ακόμη κρίσιμη διαφορά: η Εξόρμηση έκλεισε με μεγάλο μέρος των μελών του ΠΑΣΟΚ να τηρούν στάση ανοχής μπροστά σ΄ αυτή την επιλογή, επειδή ακριβώς η μετάβαση στη μετα-ανδρεϊκή εποχή συνοδευόταν από την αναμολόγητη παραδοχή ότι πλέον το Κίνημα θα συνδεόταν με τις συστοιχίες επιχειρηματικών συμφερόντων που προώθησαν τον Κώστα Σημίτη στην ηγεσία. Προφανώς καμιά ανιστοίχηση δεν έχει αυτό με τις εξελιξεις στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.