29 Ιαν. 2022

Αν δεν θέλουν εκλογές, ας ζητήσουν να παραιτηθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης...

Ποιός κοροϊδεύει τους πολίτες;

H (κοινή) θέση Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Ανδρουλάκη σχετικά με την πρόταση μομφής κατά της καταστροφικής κυβέρνησης του πρώτου, είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας τά ‘κανε όλ’ αυτά για να δημιουργήσει τεχνητά αντιπερισπασμό στη δημοσκόπηση που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οριακά πανω από το ΚΙΝΑΛ σε εκτίμηση εκλογικής επιρροής.

Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι η δημοσκόπηση είναι σοβαρή (που δεν είναι), ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι όσοι πιστεύουνε την εν λόγω δημοσκόπηση είναι σοβαροί (που δεν είναι), ακόμη κι αν η αντικειμενική εικόνα πολυεπίπεδης καταστροφής που βιώνουν οι πολίτες της χώρας δεν συνιστά το δέον πολιτικό πλαίσιο για την κατάθεση πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη (που αναμφίβολα συνιστά), η πρόταση μομφής παράγει ήδη αποτελέσματα στο γκρίζο σκηνικό που δεσπόζει επί διόμισυ χρόνια στον δημόσιο βίο μας: μια προφανέστατα κακή διακυβέρνηση απολογείται ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας για τις εγκληματικές ευθύνες της, και με κόστος χιλιάδες ζωές που (αποδεδειγμένα με τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα) θα μπορούσαν να έχουν σωθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν όσο χρειαζόταν το δημόσιο σύστημα υγείας, αντί να χειροκροτάνε υποκριτικά στα μπαλκόνια.

Η αλληλουχία των ολέθριων συνεπειών της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη στο σύνολο σχεδόν των πεδίων αρμοδιότητάς της (από την εξωτερική πολιτική, όπου, για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει ήδη φορτωθεί με τα αρνητικά προηγούμενα του μνημονίου για την τουρκο-λιβυκή ΑΟΖ και των τουρκικών ερευνών εντός της ζώνης των 12 μιλίων από τις κρητικές ακτές, ως τις χιλιάδες καμμένες περιουσίες το περασμένο καλοκαίρι στην Εύβοια, και τόσα άλλα), επέβαλε και επιβάλλει η αντιπολίτευση να μετέλθει κάθε μέσο για να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Δηλαδή, αν με την πρόταση μομφής του Αλέξη Τσίπρα υπηρετείται αυτός ο σκοπός, τότε η κίνηση είναι θετική και προάγει τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της. Και απέναντι σ’ αυτό το εκ των πραγμάτων μείζον πολιτικό ζήτημα της χώρας και των πολιτών της, όποιο κόμμα υπερψηφίζει υπέρ της απομάκρυνσης του Κυριάκου Μητσοτάκη συνομολογεί ότι η πρόταση μομφής ορθώς κατατέθηκε. Τα υπόλοιπα οπωσδήποτε παρέλκουν.

Ας μην παραβλέπουμε ότι η πρόταση μομφής κατά μιας κυβέρνησης στον κοινοβουλευτισμό αποτελεί την κορυφαία θεσμική δυνατότητα που παραχωρείται στην αντιπολίτευση για να ανακόψει την καθοδική πορεία μιας χώρας, από μια κακή κυβέρνηση. Φυσικά πολλές φορές στην πολιτική ιστορία τέτοιες προτάσεις μομφής έχουν υποβληθεί προσχηματικά. Δεν υπάρχει, όμως, ούτε μία τέτοια περίπτωση προσχηματικής προσφυγής σ’ αυτό το ύστατο για μια αντιπολίτευση μέσο, που η διαίσθηση της κοινής γνώμης να μην εντόπισε το πρόσχημα, αντί της πολιτικής ουσίας που θα έπρεπε να επικρατεί. Η εικόνα της σημερινής Ελλάδας με τους αποδεδειγμένα επί πλέον χιλιάδες θανάτους συμπολιτών μας (επαναλαμβάνω, που θα μπορούσαν να εχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν τη δημόσια υγεία), δεν αφήνει κανέναν περιθώριο σε κανέναν να επικαλείται ότι η πρόταση μομφής ήταν προσχηματική. Αν κάποιο κόμμα, μάλιστα, υπερψηφίζει την πρόταση μομφής αλλά ταυτόχρονα αποδίδει πολιτικά προσχήματα στα κίνητρα υποβολής της, τότε το κόμμα αυτό διαπράττει διπλή αήθεια: διότι με τέτοια στάση το κόμμα αυτό διακωμωδεί ξεκάθαρα αυτό το κορυφαίο κοινοβουλευτικό μεσο της αντιπολίτευσης. Ας είμαστε, λοιπόν, σαφείς: όποιο κόμμα διαπιστώνει προσχήματα και όχι εδραία πολιτική ανάγκη προς όφελος της χώρας και των πολιτών της για την υποβολή μιας πρότασης μομφής κατά μιας κυβέρνησης, τότε το κόμμα αυτό οφείλει να καταψηφίσει την πρόταση!

Υπάρχει ένα ακόμη σημείο που διακινήθηκε σχετικά με την πρόταση μομφής: ότι βρισκόμαστε εντός της πανδημίας και γι’ αυτό οι τυχόν πρόωρες εκλογές θα έβλαπταν και θα έπρεπε να αποφευχθούν. Το επιχείρημα αυτό από κόμματα που υπερψηφίζουν την πρόταση μομφής είναι αυτόχρημα αστείο! Διότι, απλά και αναπόφευκτα, όταν κατά δήλωση του κόμματος αυτού πρωτεύων στόχος προαγωγής της συμφερόντων της χώρας θα ήταν να αποφευχθούν οι εκλογές, τότε το κόμμα υποχρεούται να καταψηφίσει την πρόταση!

Και αντιπαρέρχομαι το αστείο του πράγματος ότι εν μέσω πανδημίας δεκάδες χώρες έχουν κάνει εκλογές. Ακόμη και σήμερα, αυτές ακριβώς τις εβδομάδες, η Πορτογαλία, χώρα-μέλος της ΕΕ, προσφεύγει σε πρόωρες εκλογές, και ούτε ένα από τα κόμματα δεν έχει διανοηθεί να προτάξει τέτοιο επιχείρημα. Ακόμη και εν μέσω πολέμου μια χώρα οφείλει να κάνει εκλογές για να απομακρυνθεί κυβέρνηση που καταστρέφει τον τόπο! Αυτά τα αυτονόητα πράγματα δεν μπορεί να τα ξανασυζητάμε από την αρχή, διότι έτσι γελοιοποιείται κάθε έννοια σεβασμού απέναντι στο δημοκρατικό πολίτευμα, ως συστήματος που θέτει σε έμπρακτη θεσμική και πολιτική λειτουργία την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.   

Τέλος, να ξεκαθαρίσουμε μία ακόμη πτυχή που και πρόσφατα μας είχε απασχολήσει. Όταν μία κυβέρνηση καταψηφίζεται ως αποτέλεσμα μιας πρότασης μομφής που υπέβαλε η αντιπολίτευση, τότε προκηρύσσονται αμέσως εκλογές, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία να είναι επιτρεπτή. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτήν την περίπτωση, με την περίπτωση πρωθυπουργού που υπέβαλε την παραίτησή του. Στην πρώτη περίπτωση η Βουλή που έχει συγκροτηθεί στη βάση της δεδηλωμένης, δεν μπορεί να συνεχίσει να νομοθετεί, απλούστατα διότι η δεδηλωμένη εξέλιπε. Στη δεύτερη περίπτωση, η δεδηλωμένη δεν εξέλιπε κατ’ ανάγκη. Γι’ αυτό και στη δεύτερη περίπτωση εφαρμόζεται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών, και αν μεν διαπιστωθεί δεδηλωμένη, τότε σχηματίζεται νέα κυβέρνηση και η ήδη υπάρχουσα Βουλή συνεχίζει να λειτουργεί και να νομοθετεί. Παντα στη δεύτερη περίπτωση, αν κατά τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών δεν διαπιστωθεί δεδηλωμένη, τότε προκηρύσσονται εκλογές. 

Στον πολιτικό πυρήνα της τελευταίας παρατήρησης: αν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης συμπεραίνει ότι συντρέχουν συνθήκες τέτοιες ώστε να αποφαίνεται ότι πρέπει να υπερψηφίσει μια πρόταση μομφής, αλλά εκτιμά ότι πρέπει να αποφευχθούν εκλογές, τότε οφείλει να ζητήσει από έναν πρωθυπουργό να παραιτηθεί, για να ανοίξει ο δρόμος για διερευνητικές εντολές υπό την παρούσα σύνθεση της Βουλής. Αν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης έχοντας τέτοια θέση στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν ζητάει την παραίτηση του πρωθυπουργού, τότε διαπράττει την αήθεια του εξόφθαλμου πολιτικού τυχοδιωκτισμού. Κι αυτά δεν περνάνε ενώπιον των πολιτών χωρίς συνέπειες.                           

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας! Στη χώρα μας, η καθοδική και φθίνουσα πορεία με τους χιλιάδες περισσότερους από τους αναμενόμενους θανάτους λόγω της πανδημίας και ένεκα πράξεων και παραλείψεων της σημερινής κυβέρνησης, θα μπορούσε να ανακοπεί χωρίς να οδηγηθούμε αυτομάτως σε πρόωρες εκλογές, αν επαραιτείτο ο μοιραίος και επικίνδυνος Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η αξιωματική αντιπολίτευση αυτό το έχει ζητήσει κατ’ επανάληψη. Και ένας πρωθυπουργός πασίγνωστης πλέον ανεπάρκειας, χαμηλού επιπέδου πολιτικών ηθών (όπως περίτρανα έχουν αποδείξει ο νεποτισμός επί των ημερών του, οι λίστες Πέτσα, οι βόλτες του όταν όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν σε αυστηρή καραντίνα, οι απαξιωτικές αναφορές στον «ψυκτικό του Περιστερίου», και τόσα άλλα), αλλά και αντικειμενικά ένας πρωθυπουργός που όχι μόνο πλήττει το δημόσιο συμφέρον αλλά με τις πράξεις και τις παραλείψεις του θέτει σε προφανή κίνδυνο τις ζωές και την περιουσία των πολιτών της χώρας, αρνείται να παραιτηθεί!

Σε τέτοιες συνθήκες, λοιπόν, η πρόταση μομφής του Αλέξη Τσίπρα ήταν η μόνη εναπομένουσα θεσμικά και πολιτικά επιβεβλημένη επιλογή! Και όποιο κόμμα της αντιπολίτευσης απέναντι σ’ αυτά τα αυτονόητα διαπιστώνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να φύγει, αλλά ταυτόχρονα αποφεύγει συστηματικά να ζητήσει την παραίτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ασφαλέστατα το κόμμα αυτό καθίσταται τυχοδιωκτικό εργαλείο πολιτικής, με μόνο τελικά ωφελούμενο από τη σταση του αυτή παράγοντα τον ένοχο για όλα τα παραπάνω πρωθυπουργό.                                           

Στη λαϊκή διάλεκτο αυτό λέγεται «ένα κόμμα που εμπαίζει τον λαό». Και όταν το κόστος αυτού του εμπαιγμού είναι ανθρώπινες ζωές, τότε ο καταλογισμός οφείλει να είναι (και θα είναι) βαρύτατος!