22 Φεβ. 2022

Δημοσκοπικά μυθεύματα και αναλυτικά άλματα

Τί συνάγεται

από τις δημοσκοπήσεις

Το νέο μύθευμα που από καιρό τώρα πλασάρεται από φοβερούς αναλυτές είναι ότι μπορεί να καταγράφει απώλειες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ο Τσίπρας δεν ωφελούνται απ’ αυτό.

Μάλιστα οι πιο «ψαγμένοι» διαπιστώνουν και πρόβλημα για τη δημοκρατία, επειδή, λέει, το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών του Κυριάκου Μητσοτάκη κατευθύνεται στην αποχή, άρα συνάγεται παθητικοποποίηση των εκλογέων, για την οποία μάλιστα κατά παράδοξο τρόπο ευθύνεται ξανά ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι, επίσης λέει, δεν πείθει και έτσι είναι εκείνος που προκαλεί το φαινόμενο της παθητικοποποίησης.

Πρόκειται για βροντώδεις βλακείες!

Ας δούμε γιατί:

- Οι απορροές λόγω φθοράς από κυβερνώντα κόμματα σε πρόθεση ψήφου κατά κανόνα και σε κάθε σοβαρή δημοσκόπηση εκτός προεκλογικής περιόδου, διέρχονται περίοδο ενδιάμεσης τοποθέτησης στην αδιευκρίνιστη ψήφο και την αποχή. Το φαινόμενο της άμεσης εγκατάλειψης της τελευταίας ψήφου είναι εξαιρετικά σπάνιο και τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και σπανιότερο. Μόνον όταν το προεκλογικό σκηνικό παγιωθεί και επιβεβαιωθεί, τότε και μόνο τότε εξάγονται σοβαρά συμπεράσματα για τις μετακινήσεις από κόμμα σε κόμμα σε ό,τι αφορά την πρόθεση ψήφου. Ως τότε μόνο τάσεις καταγράφονται και μάλιστα έμμεσες, αφού οι τάσεις αυτές ενσωματώνονται στα ευρήματα σχετικά με τις λεγόμενες «συσπειρώσεις» και εξ αντανακλάσεως και με αναγωγές γίνονται εκτιμήσεις για τις μετακινήσεις ψηφοφόρων μεταξύ των κομμάτων.        

- Σε καμιά περίπτωση η μη αυτόματη μεταπήδηση της πρόθεσης ψήφου από το φθειρόμενο κυβερνών κόμμα σε κόμμα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να αξιοποιηθεί αναλυτικά ως στοιχείο τεκμηρίωσης της τάσης παθητικοποποίησης των εκλογικών κοινών. Η τάση αυτή παγίως αποτελεί μεσο-μακροπρόθεσμο στοιχείο και συνδέεται με πληθώρα άλλων στοιχείων και τελείως εκτός της πειστικότητας της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Ελλάδα η αποχή στις εκλογές του 2015 ήταν περίπου στο 44% ενώ στις εκλογές του 2019 ήταν γύρω στο 43%. Η αυξητική τάση από το 2010 ως σήμερα πολύ περισσότερο συναρτάται (κι αυτό εχει τεκμηριωθεί και με σχετικές ποιοτικές μετρήσεις) με την αποστροφή που προκάλεσε στους εκλογείς η μνημονιακή επιλογή, παρά η χαμηλή πειστικότητα της αντιπολίτευσης.

- Όπως για την κυβέρνηση που έχει εκλεγεί στις τελευταίες εκλογές στις δημοσκοπήσεις αποτυπώνεται  η διαδικασία της αργής απορροής ψηφοφόρων της, έτσι και για την αντιπολίτευση, το δημοσκοπικό μειονέκτημα από τις τελευταίες εκλογές και μετά, δεν εξαφανίζεται και υποκαθίσται από ανοδική πορεία, παρά μόνο με αντιστρόφως αργούς ρυθμούς σε σύγκριση με την αποδόμηση του κυβερνώντος κόμματος. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (αλλά και σ’ άλλα κόμματα) επειδή οι μετρήσεις των δημοσκοπήσεων σχεδόν ταυτίζονται με τα αποτελέσματα της κάλπης των ευρωεκλογών του 2019 (και πόσο αυτά τροποποιήθηκαν στις βουλευτικές εκλογές του 2019 ένα μήνα αργότερα),   διαπιστώνεται ότι η δυνητική απεύθυνση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε κοινά που δεν δηλώνουν στις μετρήσεις των σημερινών δημοσκοπήσεων ότι θα το ψηφίσουν, είναι πολύ πιο ευρεία, απ’ όσο του κυβερνώντος κόμματος. (Δηλαδή η αιτιολογική φύση της απορροής από φθειρόμενο κυβερνητικό κόμμα είναι τελείως διαφορετική από τα αίτια που οι συγκαταλεγόμενοι στους αναποφάσιστους δεν δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι θα ψήφιζαν κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης). Ωστόσο, οι αναγωγές και οι υπολογισμοί που κάνουν οι σημερινές δημοσκοπήσεις από την καθαρή «πρόθεση ψήφου» κατά τις μετρήσεις τους στην «εκτίμηση εκλογικής επιρροής», υποαξιολογούν συστηματικά αυτό το ποιοτικό δεδομένο. Γι’ αυτό και μερικές φορές οι αριθμοί των «εκτιμήσεων εκλογικής επιρροής» ορισμένων εταιρειών δημοσκοπήσεων είναι εξωπραγματικοί. Το στοιχείο αυτό συνδυαζόμενο με την επίσης συστηματική υποεκπροσώπηση στου ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στα δείγματα των εταιρειών που διενεργούν τις δημοσκοπήσεις αλλάζει τελείως την εικόνα του πολιτικού σκηνικού που τελικά αποτυπώνεται σ’ αυτές.

- Η περίπτωση του ΚΙΝΑΛ, παρά την εντατική υποστήριξη του κόμματος από μερίδα μέσων ενημέρωσης, φαίνεται να ολοκληρώνει τον κύκλο της ανοδικής δημοσκοπικής τάσης του κάτω από τη ζώνη του 15%. Δεν είναι καθόλου ασήμαντο ως ποσοστό αύξησης σε σύγκριση με το ποσοστό της κάλπης. Υπό την προϋπόθεση ότι η διαπίστωση αυτή θα συνεχίσει να προκύπτει και στους επόμενους γύρους δημοσκοπήσεων, πρόκειται για μεταβολή στο συνολικό κομματικό σκηνικό μη αξιόλογη και πάντως σε καμιά περίπτωση ικανή να καταστεί κύριο σημείο ανατροπής ή διαιώνισης του ισχύοντος σήμερα σκηνικού.

- Η «εξαφάνιση» της Χρυσής Αυγής ως μετρώμενης κομματικής οντότητας στις δημοσκοπήσεις, μπορεί τυπικά να είναι αιτιολογημένη λόγω της κήρυξης του νεοναζιστικού σχηματισμού ως παράνομου, επί της πολιτικής ουσίας όμως συμβάλλει  στην αποτύπωση ενός «μη πραγματικού» κομματικού σκηνικού. Επί του πρακτικού αποτελέσματος ο έντονα ευνοούμενος κομματικός σχηματισμός από αυτή την εξαφάνιση της Χρυσής Αυγής είναι η Νέα Δημοκρατία και φυσικά και η Ελληνική Λύση. Αντίθετα, η δηλούμενη πρόθεση υπερψήφισης ιδίως της ΝΔ από ερωτώμενους στις δημοσκοπήσεις (όπου αν συμμετείχε προς μέτρηση η Χρυσή Αυγή θα δήλωναν ότι θα ψήφιζαν τον νεοναζιστικό σχηματισμό), είναι πολύ αμφίβολο εάν τελικά θα φτάσει και ως την πραγματική εκλογική κάλπη. Αυτό είναι το τελικό αφανές σημείο που βολεύει τη ΝΔ να παρουσιάζεται ως αργότερα αποδομούμενη του πραγματικού ρυθμού εκλογικής αποδυνάμωσής της.  

- Τέλος, ένα σημείο στο οποίο καταγράφεται σοβαρή ποιοτική μεταβολή που διαφεύγει από τις διενεργούμενες σήμερα δημοσκοπήσεις είναι η συντριπτικά εντονότερη «ταξικότητα της ψήφου» σε σύγκριση με τις εκλογές του 2019, όταν τα δύο μεγάλα κόμματα περίπου είχαν την ίδια «διαταξικότητα» σε ό,τι αφορά τη σύνθεση των ψηφοφόρων τους. Το στοιχείο αυτό είναι ένα ακόμη πρόβλημα κλονισμού της αξιοπιστίας των διενεργούμενων δημοσκοπήσεων, διότι καταταλαιπωρεί τα δείγματα των εταιρειών ως προς την αντιπροσωπευτικότητά τους.

- Συνεκτιμωμένων όλων αυτών, η υπεροχή της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (διότι υπάρχει τέτοια υπεροχή) πρακτικά μειώνεται σε επίπεδα στατιστικής διαφοράς. Κι αυτό φαίνεται πως πολύ δύσκολα πια θα αλλάξει μέχρι τη στιγμή που που θα μπούμε στην πραγματική προεκλογική περίοδο.