4 Νοε. 2022

Η εξαθλίωση λόγω κρίσης καταλήγει να είναι ευκαιρία μόνο για την ακροδεξιά

Το λούμπεν στοιχείο,

η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ

Οι κοινωνίες, από τη στιγμή που ο άνθρωπος άρχισε να τις προσλαμβάνει ως «ευκαιρίες» βελτίωσης της ζωής του και μάλιστα με προϋπόθεση τη συλλογική δράση, τόσο ως προς τις διαδικασίες επιλογής των ληφθησόμενων αποφάσεων όσο και ως προς την ενιαία και συγκλίνουσα κίνηση μαζών προς την επιθυμητή κατεύθυνση, υπήρξαν κοιτίδες προϊούσας έκφρασης αλληλεγγύης αλλά και εσωτερικής συνοχής των νοημόνων σχέσεων. Στον αντίποδα ήταν η βιαιότητα επικράτησης της ισχύος, ως το άλλο μέσο-άκρο επίτευξης ενός αποτελέσματος προς την οποιαδήποτε κατεύθυνση και με μόνο ασφαλές σημείο όλης αυτής της υπόθεσης την επιβολή του.

Τα τελευταία χρόνια το κοινωνικό φαινόμενο του ατομικισμού, ως το ιδανικό μιας δήθεν ελευθερίας (ενώ το συνολικό πλαίσιο περισφίγγεται γύρω μας όλο και περισσότερο) διογκώνεται με ταχείς ρυθμούς. Επαλληλες λειτουργίες των κοινωνιών (όπως οι αποκλεισμοι για λόγους υγειονομικούς ή για λόγους «ασφάλειας», αλλά και οι τεχνολογίες του «μόνου» χρήστη) επίσης συντείνουν στην επιτάχυνση εκδήλωσης ατομικιστικών συμπεριφορών με καταστροφικά αποτελέσματα (κυρίως στο περιβαλλοντικό, το αισθητηριακό και αισθητικό αποτύπωμά τους), καθώς και στην αύξηση της έντασης του ίδιου του φαινομένου ατομικισμού για τον «κοινωνικό άνθρωπο». Έτσι αίρεται βαθμιαία ίσως το κρισιμότερο (και χρησιμότερο) στοιχείο στον πυρήνα του κινήτρου κοινωνικής συνύπαρξης και γεννάται η αμφιβολία της «σκοπούμενης απομόνωσης» ως εθελούσιας επιθυμητής έκβασης της διαδικασίας κοινωνικής ένταξης και ως δήθεν λύσης στα αδιέξοδα μιας πολυπραγοντικής συγκρότησης κοινωνικών σχέσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τη στιγμή επικράτησης του καπιταλισμού ως κυρίαρχου συστήματος, ως τις μέρες μας. Απ’ αυτή τη ματιά η άρση της συλλογικότητας ως του «ορθού δρόμου» λειτουργίας μιας κοινωνίας σηματοδοτεί και την «αρχή του τέλους» του καπιταλισμού, του οποίου το ευαγγέλιο είναι τα μακροοικονομικά δεδομένα, αν και ομνύει «φιλοσοφικά» στο όνομα «ολοκλήρωσης» μέσω της ατομικότητας και διά της κατανάλωσης.  

Βεβαίως, παράλληλα υπάρχει και η διεστραμμένη πρόσληψη της συλλογικότητας, υπό το πρίσμα της ομοιομορφίας των φασιστικών και των ναζιστοειδών προτύπων, που στην πραγματικότητα όμως αποσκοπεί στην πλήρη εξάρθρωση της αποτελεσματικότητας στη «συνολική κίνηση των κοινωνιών» προς την επιθυμητή πορεία και σκοπό έχει αποκλειστικά και μόνο να διευκολύνει πολιτικές εξουσίες να θριαμβεύουν ελέγχοντας τις μάζες προς όφελός τους. (Αν διαγνώσατε στη μικροκλίμακα της παραπάνω περιγραφής ομοιότητες και αναλογίες με την κυβερνητική καθημερινότητα της εποχής του Κυριάκου Μητσοτάκη, σας διαβεβαιώ ότι ορθά διαγνώσατε ό,τι διαγνώσατε και απλά βρίσκεστε μόλις στην αρχή κατανόησης της ορθότητας χαρακτηρισμού του σημερινού ελληνικού πολιτικού καθεστώτος ως «ακροδεξιάς» και της ουσιαστικής εξήγησης του γιατί συμβαίνει αυτό).

Εδώ ακριβώς εισβάλλει η αισθητική (υπό τον απαράβατο όρο προσωποποιημένης απολύτως κατανόησης του «ωραίου»), που διαλύει κάθε ύπουλη υπόνοια ότι δήθεν η συλλογικότητα σκοτώνει το δικαίωμα της ατομικότητας στις θεάσεις των πραγμάτων. Και δεν είναι τυχαίο ότι η ακροδεξιά συστηματικά επιχειρεί να δολοφονήσει την αισθητική αξία θέασης των πραγμάτων, και να την υποκαταστήσει με την ομοιομορφία (όπως αυτή περιγράφτηκε πιο πάνω, ως η πεμπτουσία του φασιστικού και του ναζιστοειδούς προτύπου). Άλλος τρόπος να το επιδιώξει αυτό η ακροδεξιά είναι η απόπειρα επιβολής κάποιου ιδεατού παραδείγματος από την ιστορία -συνήθως την παλιότερη- ως δήθεν συμβατού μοντέλου με τις σημερινές αρχές συνύπαρξης των ανθρώπων, ενώ δεν είναι (π.χ. το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες ως πρότυπο των ναζιστών).

Απέναντι σ’ αυτή την εισβολή της τάξης και της ομοιομορφίας εκρήγνυται  η «παράξενη ομορφιά» του ασύμβατου και της αταξίας, που είναι ξεκάθαρα ζήτημα αισθητικής. Μιας αταξίας, που επειδή ακριβώς είναι πολύ επικίνδυνη για την πολιτική ακροδεξιά, επιστρατεύτηκε η οργανωμένη εμπορευματοποίησή με σκοπό να την εκπορθήσει. Τα φαινόμενα μαζικοποίησης της «μουσικής» τραπ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κι αυτό κείται, φερ’ ειπείν, στον αντίποδα της «παιδικής ζωγραφικής» του Πικάσο και όσων προσπάθησαν να καταστήσουν την αταξία κυρίαρχο «σύστημα».

(Ίσως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της μπρουτ αισθητικής του εμπορευματικού αυτοσκοπού είναι η γιουροβίζιον τα τελευταία χρονια. Δηλαδή ένα μαζικό μουσικολαϊκό θέαμα, με μόνο ασφαλές πρόσημο των χαρακτηριστικών του να παράγεται «κακόηχο αποτέλεσμα» -αν και φεστιβάλ μουσικής- για να εξάπτεται ο παθητικός τηλεθεατής της παγκόσμιας τηλοψίας σε μια παρακίνηση τελικά απόρριψης οποιουδήποτε αισθητικού ζητούμενου, ως ανάγκης αυτοπροσδιορισμού και απάντησης στο θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Και την ίδια στιγμή ότι είναι «καλόηχο» αυτο-εξευτελίζεται ως αχρείαστο μοντέλο ρυθμικού λόγου. Έτσι, από τη Ρουσλάνα, ως το Dancing Lasha Tumbai του 2007 εμπεδώθηκε ως δήθεν μαζικό αισθητικό πρόταγμα η κακογουστιά και ο θόρυβος, ενώ στο δεύτερο «άσμα» ουσιαστικά μάλιστα οι παρουσιαστές του τραγουδιού εμφανίστηκαν με στρατιωτικές στολές που θύμιζαν ναζί επί σκηνής. Ξανακοιτάζοντας κάποιος σήμερα το βίντεο εκείνης της περφόρμανς θα μείνει κατάπληκτος από το πόσο μοιάζει να ταιριάζει στο σκηνικό του ουκρανικού πολέμου).   

Μέσα σ’ όλ’ αυτά τα ελαφρώς ακατανόητα πράγματα (και γι’ αυτό αντιπληπτά ως μη επικίνδυνα) το λούμπεν, ως «παρακοινωνία» (μια σκιά, θα ‘λεγε κανένας του ίδιου του κοινωνικού εαυτού μας) θεωρητικά αλλα και πρακτικά λειτούργησε ως πεδίο αναφοράς κάθε αμφισβήτησης των κανόνων που έθετε η συλλογική οργάνωση των κοινωνιών, όποτε αυτές εξέπιπταν σε συντηρητικές λειτουργίες. Τους κανόνες, δηλαδή, που θετει οποιοδήποτε σύστημα αξιών, για να μπορεί να λογίζεται ως «σύστημα».

(Υπάρχει και η ιδιάζουσα περίπτωση του νεολογισμού της ΛΜΑΤ -λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης- από την οποία μέσα στις ασόβαρες και επικίνδυνες θεωρίες της 17Ν αναδύεται μια ισχυρή διαπίστωση: ότι το λούμπεν με τα οφέλη που εξατομικευμένα ορισμένα μέλη του αποκομίζουν από την ένταξη σε μια πολιτική παράταξη εγκαταλείποντας το εξωκοινωνικό DNA του λούμπεν, άγει σε ραγδαίες ταξικές  προσχωρήσεις υπέρ των μεγαλοαστών. Επιφανές παράδειγμα ο Πάτσης. Λιγότερο επιφανή παραδείγματα (και ενδεικτικά της εξαθλίωσης -κοινωνικής και πνευματικής- των φορέων τους), οι φέροντες τις πανοπλίες μακεδονομάχων στις διαδηλώσεις κατά της συμφωνίας των Πρεσπών, αλλα κυρίως και περισσότερο ενδεικτικά ως προς την πολιτική προτίμηση, ο κομματικός μηχανισμός που είχε συγκροτήσει η Χρυσή Αυγή.

Στην καρδιά όλης αυτης της προβληματικής ανιχνεύεται καθώς είναι φυσικό ένα αισθητικό διακύβευμα. Στο βιβλίο του «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνολογικής του αναπαραγωγιμότητας» ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ασχολείται με το ερώτημα πώς ο πολιτισμός θα ανακτούσε τη χαμένη εκτίμησή του για τον μύθο μέσω της αισθητικής των τεχνών. Όπως γράφει το οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου (εκδόσεις «Επέκεινα» - 2013): «Η ανθρωπότητα που κάποτε ήταν, κατά τον Όμηρο, θέαμα για τους θεούς του Ολύμπου, τώρα έχει γίνει θέαμα για τον εαυτό της. Η αλλοτρίωσή της έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, που την οδηγεί να βιώνει την ίδια της την καταστροφή σαν αισθητηριακή απόλαυση πρώτου μεγέθους. Αυτή είναι η κατάσταση της πολιτικής, της οποίας την αισθητικοποίηση προωθεί ο φασισμός. Ο κομμουνισμός απαντά πολιτικοποιώντας την τέχνη».

Όπως επίσης σημειώνεται στο οπισθόφυλλο: «(ο φασισμός περιμένει) … ότι ο πόλεμος θα ικανοποιήσει καλλιτεχνικά την αλλαγμένη από την τεχνολογία αισθητηριακή αντίληψη».

Σε τέτοιες συνθήκες είναι εκτός λογικής η αριστερά να αντλεί πολιτική δυναμική από το λούμπεν στοιχείο, που έτσι μένει ολόκληρο στη διάθεση της ακροδεξιάς. Μόνο πολιτικό σημείο επαφής της αριστεράς με το λούμπεν απομένει έτσι η μη συμβατική αισθητική του, που εισπράττεται ως εδραία απόδειξη αμφισβήτησης του κυρίαρχου συστήματος.   

…αλλά στην αριστερά εδώ και πολλά χρόνια φαίνεται να έχουν ξεχάσει ότι με αμφισβητήσεις και μόνο δεν επιτυγχάνονται οι πολιτικές ανατροπές που ζητούν οι φθίνουσες καπιταλιστικές κοινωνίες.

Και, τελικά, μόνος πολιτικά οφελούμενος απ’ αυτήν την ολοσχερή καταστροφή που έχει εγκαθιδρύσει στις σύγχρονες κοινωνίες ο τελών σε μόνιμη πλέον κρίση καπιταλισμός, είναι η ακροδεξιά. Καθόλου περίεργο που οι Μπολσονάρου, οι Τραμπ, οι Όρμπαν και οι Μητσοτάκηδες παραμένουν τόσο ισχυροί ενώ οι σύγχρονες κοινωνίες διαλύονται.