15 Φεβ. 2022

Διαφορές και ομοιότητες

Φυσικά και δεν συγκρίνεται ο Αλέξης Τσίπρας με τον Ανδρέα Παπανδρέου! Καθε πολιτικός άλλωστε είναι πρόσωπο διαφορετικό και έκαστος με τα δικά του χαρακτηριστικά.

Εκείνο που είναι πανομοιότυπο είναι οι πρακτικές της συντήρησης απέναντι σε πολιτικές προσωπικότητες που καταλαβαίνουν ότι είναι η πραγματική απειλή για ό,τι εκπροσωπεί πολιτικά η δεξιά και τα κοινά που την υποστηρίζουν.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου με το ΠΑΣΟΚ τότε στο 13% έτσι κατασκευάστηκε ως «αλκοολικός», που «του έβαζαν το ποτήρι πάνω στο βήμα των ομιλιών του σε αδιαφανές σκεύος, για να μη φαίνεται το ουίσκι που είχε μέσα»... Ή παρουσιάστηκε ως «πράκτορας των ...αμερικανών»!

Η δεξιά τρέμει πολιτικές προσωπικότητες που μπορούν να διαμορφώσουν διαλεκτική και απ’ ευθείας σχέση με τους πολίτες, παρακάμπτοντας τις παραμορφωτικές ενδιάμεσες παρεμβάσεις, που για διάφορες σκοπιμότητες και με ετερόκλιτα κίνητρα θέτουν τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία βεβαιότατα έχουν συγκεκριμένη τοποθέτηση στον κοινωνικό χάρτη των ταξικών αντιθέσεων.

Τότε και σήμερα η δεξιά ποντάρει στη φυσική αντίδραση των «νοικοκυραίων αλά Κεραμέως-Βαρβιτσιώτης» εναντίον οιασδήποτε κίνησης αλλαγής, για να συκοφαντηθεί βίαια όποια πολιτική προσωπικότητα αντέχει να δίνει τις μάχες εκτός του πλαισίου συμβιβασμών που θέτει το «σύστημα». Το εάν ο Τσίπρας είναι τέτοια περίπτωση, ή όχι, μπορεί να το αξιολογεί ο καθένας μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η συντήρηση (καραμανλισμός και Ένωση Κέντρου) υποτίμησαν κατά κάποιο τρόπο αυτό το στοιχείο και ως αποτέλεσμα προέκυψε μακρά διακυβέρνηση από ηγεσία και πολιτικό φορέα που οι σχέσεις τους διέπονταν από την αλληλεξαρτώμενη στην πολιτική σχέση προοδευτικού μπροστάρη και ριζοσπαστικοποιούμενων κοινών (τότε τη ριζοσπαστικοποίηση είχαν δρομολογήσει τα προεόρτια της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του 1980 και οι ίδιες οι συνέπειές της που ακολούθησαν).

Σήμερα, με την ελληνική δεξιά (και φυσικό συμπαραστάτη της την κοινωνική συντήρηση) να έχει «καμμένη τη γούνα της» από την πρόσφατη ελληνική πολιτική ζωή, με τις προοδευτικές κυβερνήσεις της περιόδου 1981-2000 αλλά και με την ιστορική ανατροπή 2015-2019, είναι φυσικό όλα τα όπλα να στοχεύουν τον Αλέξη Τσίπρα. Από τα γελοία σενάρια που διακινούνται περί δήθεν συμπροεδρίας Τσίπρα-Αχτσιόγλου και τα βροντώδη ψέματα ότι δήθεν ο Τσίπρας αντάλλαξε χερι με χέρι με την ΕΕ τη μη περικοπή των συντάξεων με την ονομασία «Μακεδονία», ως τη σημερινή αγωνία να συκοφαντηθεί  άρον άρον το πρόσωπο «Τσίπρας» και ό,τι αυτός πολιτικά εκπροσωπεί, η αγωνία της δεξιάς απέναντι στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι έκδηλη! Ιδίως όταν η αντίστιξη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι τόσο τραυματική για τη δεξιά, όσο συμβαίνει σήμερα.   

Κατανοούν ενδεχομένως ότι τυχόν δεύτερη διακυβέρνηση Τσίπρα θα καταστεί πολιτικός καταλύτης εκ των πραγμάτων και επί των ερειπίων της κοινωνικής καταστροφής που αφήνει πίσω η ιδιαίτερα παρατεταμένη (ιδίως σε συνθήκες ελεγχόμενης νομισματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης) καπιταλιστική κρίση, θα εγκαινιάσει την επόμενη 20ετία προοδευτικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο σκέψης διευκολυνόμαστε να κατανοήσουμε ποιές κοινωνικές και κομματικές δυνάμεις συγκροτούν το δυνάμει «πολιτικό σώμα» που συγκαταλέγεται στο μέτωπο πολιτικής αλλαγής που θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα στις αναγκαίες αλλαγές τα επόμενα χρόνια. (Μιλώ για τις «κομματικές δυνάμεις», διότι οι «κοινωνικές δυνάμεις» του στοιχήματος περίπου έχουν ήδη διαταχτεί στο σκηνικό!)   

Επίσης, μόνο από το ποιοί εχθρεύονται τον Τσίπρα και τί μέσα μετέρχονται για να τον μειώσουν επικοινωνιακά, διευκολυνόμαστε να διακρίνουμε την ένταξη του κάθε πολιτικού φορέα και της ηγεσίας του, στον προοδευτικό χώρο.  

 

 

 

 

8 Φεβ. 2022

Τί κρύβεται

πίσω από τη διαγραφή

του Πέτρου Δούκα

Θεωρώ ως εξαιρετικά μεγάλου πολιτικού ενδιαφέροντος την εσωκομματική επίθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον καραμανλισμό, με την περίφημη πια διαγραφή του Πέτρου Δούκα καθώς και την αποπομπή του Σπήλιου Λιβανού από υπουργός, με τη συνδρομή βεβαίως των μίντια που καλοταΐστηκαν με τις λίστες Πέτσα.

Η προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι η απόδειξη ότι ο ίδιος βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση μέσα στο κόμμα του (ούτως ή άλλως οι μητσοτάκηδες πάντοτε ‘σώγαμπροι πολιτικής πολυτελείας ήταν μέσα στη ΝΔ) και ενώ από καιρό τώρα έχει ξεκινήσει η κίνηση των καραμανλικών κατά του πρωθυπουργού, ο οποίος καταστρέφει τη χώρα, καταλαιπωρεί τους πολίτες, προκαλεί χιλιάδες θανάτους από τον κορονοϊό, διασύρει διεθνώς την Ελλάδα και πλήττει σοβαρά και συνεχώς τους δημοκρατικούς θεσμούς και τη δικαιοσύνη, κι όλ’ αυτά και πολλά άλλα μέσα σ’ ένα νοσηρότατο κλίμα σήψης, νεποτισμού και με έκδηλη τη λαϊκή αγανάκτηση.       

Ναι:

- ο πρωθυπουργός που δρομολόγησε την αήθεια μεταμφίεσης του μεγαλύτερου παρά ποτέ (ως προς το δημοσιονομικό κόστος του) πολιτικού σκανδάλου της Novartis σε δήθεν σκευωρία, και τό ‘κανε προκαλώντας βαρύτατη ζημία στην αξιοπιστία και το κύρος της ελληνικής δικαιοσύνης,

- ο πρωθυπουργός που για μια φούχτα ψήφους έβγαζε τις ορδές του Βουκεφάλα στο πεζοδρόμιο με τα απίστευτα ψέματα ότι δήθεν η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ειχε ανταλλαξει τη μη περικοπή των συντάξεων με τον όνομα «Μακεδονία», ενώ ο ίδιος ως πρωθυπουργός πλέον σήμερα κοίταζε ανήμπορος το σε βάρος της Ελλάδας μειοδοτικό περιστατικό τα τουρκικά πλοία να διεξάγουν έρευνες  στη θαλάσσια ζώνη των 12 μιλίων ανατολικά της Κρήτης,

- ο πρωθυπουργός που άφηνε περιουσίες χιλιάδων ελλήνων να καούν για να μη διακινδυνεύσει την σύγκριση με τους νεκρούς στην τραγωδία στο Μάτι, το Μάτι όπου ως αντιπολίτευση τότε σχεδίασε και εκτέλεσε τη μεγαλύτερη πολιτική τυμβωρυχία που θα μπορούσε να διανοηθεί ένας τίμιος άνθρωπος,

- ...αλλά ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός που χάνει κάθε μέρα τόσους νεκρούς όσοι χάθηκαν στο Μάτι, με αποδεδειγμένο και με τη βούλα της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα ότι χιλιάδες απ’ αυτούς τους θανάτους συμπολιτών μας θα είχαν αποφευχθεί αν κυβερνούσε κάποιος άλλος που θα πρόσεχε τόσο τη δημόσια Υγεία όσο απαιτούν οι περιστάσεις της πανδημίας...

...ναι, αυτός ο πρωθυπουργός, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, «κοκκίνησε», λέει, από τις προεκλογικές αήθειες του κόμματός του το 2007 (τις οποίες δήθεν τόσα χρόνια δεν εγνώριζε) και διέγραψε τον Πέτρο Δούκα...

Μεγαλύτερο δούλεμα δεν μπορεί να υπάρξει!

Λες και τα δέντρα που έστελνε το κόμμα του να ψηφίσουν δεν έχουν συμβεί ποτέ! Λες και η τυμβωρυχία του με το Μάτι δεν ισοδυναμεί πολιτικά με τις πολιτικές εξαγορές ψήφων στην Ηλεία!

Και, καλά, αυτός κάνει τη δουλειά του! Με ψέματα και αήθειες σαν της Siemens και ανθρώπους καταδικασμένους για παιδεραστία πολιτεύτηκε διά βίου, τώρα θα αλλάξει;

Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στο ότι «τσιμπήσανε» προθύμως πολλοί ανόητοι «προοδευτικοί» για να κατηγορήσουν τον κατά τα άλλα πασίγνωστο ιστορικά καραμανλισμό, σε μια μηχανίστικη αντίστιξη με τον (νεο)μητσοτακισμό, θέση  που αντικειμενικά λειτουργεί υποστηρικτικά και υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη και για μια ακόμη φορά την τελευταία διετία εξωθεί «τη μπάλα στην εξέδρα» σχετικά με το σημερινό σαφέστατο πολιτικό αίτημα εκδίωξης του σημερινού πρωθυπουργού. (Το «πέταγμα στην εξέδρα» εδώ αφορά το αν ευθύνεται ο Κ. Κατραμανλής ή ο Γ. Παπανδρέου για το μνημόνιο –και με τον Κ. Σημίτη προνομιακά εκτός πάσης ευθύνης για τους όρους υπό τους οποίους έβαλε την Ελλάδα στο ευρώ, και ενώ πια βρισκόμαστε ιστορικά στη μετα-μνημονιακή εποχή (όπως εξασφάλισε η κυβέρνηση του Αλεξη Τσίπρα και με ρυθμισμένο στρατηγικά το ελληνικό χρέος), και ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης μας οδηγεί στη νέα καταστροφή...)      

Δεν προξενεί κατάπληξη ότι οι περισσότεροι που «τσιμπήσανε» στον εσωκομματικής στόχευσης προσχεδιασμένο αντιπερισπασμό του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πέτρο Δούκα, ...δεν προέρχονται από τη ΝΔ (ή τουλάχιστον δεν δηλώνουν ανοιχτά ότι την ψηφίζουν). Προέρχονται από το ΚΙΝΑΛ! Και έχει αυξημένο ενδιαφέρον εδώ ότι πολλοί ανάμεσα σ’ αυτούς είναι υποστηρικτές του Γ. Παπανδρέου, που πολιτικά έχει μιλήσει περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον για την ανάγκη κυβέρνησης προοδευτικής στροφής, για να αντικαταστήσει τον κλονιζόμενο Κυριάκο Μητσοτάκη.

Κι όλοι αυτοί το κάνουν έχοντας βιώσει πολύ πρόσφατα την ανοιχτή παρέμβαση των εξωθεσμικών κύκλων που ταΐζονται από τις «λιστες Πέτσα», που έπληξαν κατάστηθα την υποψηφιότητα του Γ. Παπανδρέου για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ. Κοντή πολιτική μνήμη, ή πλεόνασμα πολιτικής μωρίας;       

Οι ίδιοι, εγκλωβισμένοι μέσα στον άγονο αντισυριζισμό όπου τους παγίδευσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, συνέβαλαν καθοριστικά στην έλευση του σημερινού μοιραίου για όλους μας πρωθυπουργού στην εξουσία, και σήμερα προσπαθούν να δραπετεύσουν για την απλόχερη στήριξή τους στον νεο-μητσοτακισμό, με συνεχείς υπεκφυγές. Όπως σήμερα με τον Πέτρο Δούκα, που δήθεν τους θύμισε πόσο κακός είναι ο καραμανλισμός σε μια πολιτικά έντεχνη αντίστιξη με  τον νεο-μητσοτακισμό. Νωρίτερα κρύβονταν πίσω από τον Καμμένο για τον αντισυριζισμό τους. Μετά ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που έφερε τη ΝΔ, λες και εκείνοι δεν ήξεραν τίποτα για το έγκλημα.

Φτωχές πολιτικές διαδρομές! Ανάμεσα στα κόμματα πάντα θα υπάρχει περιθώριο και ανάγκη για ιδεολογικοπολιτικές αντιπαραθέσεις, επί του πραγματικού  και με αίσθηση του χρόνου, του τόπου, των προσώπων και των κοινωνικών αιτίων που παράγουν τις διακομματικές αντιπαραθέσεις! Αυτό είναι υγιές για τη δημοκρατία! Αλλιώς, ένα κόμμα μετατρέπεται σε κάτι σαν τον ΚΚΕ, δηλαδή σ’ έναν πολιτικό οργανισμό «παγωμένο στον χρόνο», όταν οι καιροί και οι ανάγκες της χώρας και των πολιτών, όπως σήμερα, αφορούν στο σήμερα και το αύριο και όχι στο παρελθόν. Όταν ένα κόμμα «παγώνει στον χρόνο» κυριαρχούν οι πολιτικές  μικροσκοπιμότητες και οι εμμονές αυτοδικαίωσης των απερχόμενων βαρόνων του ίδιου κόμματος και των υποστηρικτών τους, και το τέλμα καραδοκεί.     

Έτσι, αντί για την αυτοκριτική που οφείλουν για τον άγονο αντισυριζισμό τους όλοι αυτοί, τώρα ξανά αντικειμενικά προσφέρουν σανίδα σωτηρίας στον σημερινό πρωθυπουργό. Αυτή τη φορά σε κανέναν απ’ αυτούς και τίποτα δεν θα τους συγχωρεθεί, αν και πάλι προστρέξουν με τόση προθυμία στο πλευρό του Κυριάκου Μητσοτάκη! Τα αστεία τελείωσαν...    

 

 

 

 

29 Ιαν. 2022

Ποιός κοροϊδεύει τους πολίτες;

H (κοινή) θέση Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Ανδρουλάκη σχετικά με την πρόταση μομφής κατά της καταστροφικής κυβέρνησης του πρώτου, είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας τά ‘κανε όλ’ αυτά για να δημιουργήσει τεχνητά αντιπερισπασμό στη δημοσκόπηση που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οριακά πανω από το ΚΙΝΑΛ σε εκτίμηση εκλογικής επιρροής.

Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι η δημοσκόπηση είναι σοβαρή (που δεν είναι), ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι όσοι πιστεύουνε την εν λόγω δημοσκόπηση είναι σοβαροί (που δεν είναι), ακόμη κι αν η αντικειμενική εικόνα πολυεπίπεδης καταστροφής που βιώνουν οι πολίτες της χώρας δεν συνιστά το δέον πολιτικό πλαίσιο για την κατάθεση πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη (που αναμφίβολα συνιστά), η πρόταση μομφής παράγει ήδη αποτελέσματα στο γκρίζο σκηνικό που δεσπόζει επί διόμισυ χρόνια στον δημόσιο βίο μας: μια προφανέστατα κακή διακυβέρνηση απολογείται ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας για τις εγκληματικές ευθύνες της, και με κόστος χιλιάδες ζωές που (αποδεδειγμένα με τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα) θα μπορούσαν να έχουν σωθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν όσο χρειαζόταν το δημόσιο σύστημα υγείας, αντί να χειροκροτάνε υποκριτικά στα μπαλκόνια.

Η αλληλουχία των ολέθριων συνεπειών της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη στο σύνολο σχεδόν των πεδίων αρμοδιότητάς της (από την εξωτερική πολιτική, όπου, για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει ήδη φορτωθεί με τα αρνητικά προηγούμενα του μνημονίου για την τουρκο-λιβυκή ΑΟΖ και των τουρκικών ερευνών εντός της ζώνης των 12 μιλίων από τις κρητικές ακτές, ως τις χιλιάδες καμμένες περιουσίες το περασμένο καλοκαίρι στην Εύβοια, και τόσα άλλα), επέβαλε και επιβάλλει η αντιπολίτευση να μετέλθει κάθε μέσο για να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Δηλαδή, αν με την πρόταση μομφής του Αλέξη Τσίπρα υπηρετείται αυτός ο σκοπός, τότε η κίνηση είναι θετική και προάγει τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της. Και απέναντι σ’ αυτό το εκ των πραγμάτων μείζον πολιτικό ζήτημα της χώρας και των πολιτών της, όποιο κόμμα υπερψηφίζει υπέρ της απομάκρυνσης του Κυριάκου Μητσοτάκη συνομολογεί ότι η πρόταση μομφής ορθώς κατατέθηκε. Τα υπόλοιπα οπωσδήποτε παρέλκουν.

Ας μην παραβλέπουμε ότι η πρόταση μομφής κατά μιας κυβέρνησης στον κοινοβουλευτισμό αποτελεί την κορυφαία θεσμική δυνατότητα που παραχωρείται στην αντιπολίτευση για να ανακόψει την καθοδική πορεία μιας χώρας, από μια κακή κυβέρνηση. Φυσικά πολλές φορές στην πολιτική ιστορία τέτοιες προτάσεις μομφής έχουν υποβληθεί προσχηματικά. Δεν υπάρχει, όμως, ούτε μία τέτοια περίπτωση προσχηματικής προσφυγής σ’ αυτό το ύστατο για μια αντιπολίτευση μέσο, που η διαίσθηση της κοινής γνώμης να μην εντόπισε το πρόσχημα, αντί της πολιτικής ουσίας που θα έπρεπε να επικρατεί. Η εικόνα της σημερινής Ελλάδας με τους αποδεδειγμένα επί πλέον χιλιάδες θανάτους συμπολιτών μας (επαναλαμβάνω, που θα μπορούσαν να εχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν τη δημόσια υγεία), δεν αφήνει κανέναν περιθώριο σε κανέναν να επικαλείται ότι η πρόταση μομφής ήταν προσχηματική. Αν κάποιο κόμμα, μάλιστα, υπερψηφίζει την πρόταση μομφής αλλά ταυτόχρονα αποδίδει πολιτικά προσχήματα στα κίνητρα υποβολής της, τότε το κόμμα αυτό διαπράττει διπλή αήθεια: διότι με τέτοια στάση το κόμμα αυτό διακωμωδεί ξεκάθαρα αυτό το κορυφαίο κοινοβουλευτικό μεσο της αντιπολίτευσης. Ας είμαστε, λοιπόν, σαφείς: όποιο κόμμα διαπιστώνει προσχήματα και όχι εδραία πολιτική ανάγκη προς όφελος της χώρας και των πολιτών της για την υποβολή μιας πρότασης μομφής κατά μιας κυβέρνησης, τότε το κόμμα αυτό οφείλει να καταψηφίσει την πρόταση!

Υπάρχει ένα ακόμη σημείο που διακινήθηκε σχετικά με την πρόταση μομφής: ότι βρισκόμαστε εντός της πανδημίας και γι’ αυτό οι τυχόν πρόωρες εκλογές θα έβλαπταν και θα έπρεπε να αποφευχθούν. Το επιχείρημα αυτό από κόμματα που υπερψηφίζουν την πρόταση μομφής είναι αυτόχρημα αστείο! Διότι, απλά και αναπόφευκτα, όταν κατά δήλωση του κόμματος αυτού πρωτεύων στόχος προαγωγής της συμφερόντων της χώρας θα ήταν να αποφευχθούν οι εκλογές, τότε το κόμμα υποχρεούται να καταψηφίσει την πρόταση!

Και αντιπαρέρχομαι το αστείο του πράγματος ότι εν μέσω πανδημίας δεκάδες χώρες έχουν κάνει εκλογές. Ακόμη και σήμερα, αυτές ακριβώς τις εβδομάδες, η Πορτογαλία, χώρα-μέλος της ΕΕ, προσφεύγει σε πρόωρες εκλογές, και ούτε ένα από τα κόμματα δεν έχει διανοηθεί να προτάξει τέτοιο επιχείρημα. Ακόμη και εν μέσω πολέμου μια χώρα οφείλει να κάνει εκλογές για να απομακρυνθεί κυβέρνηση που καταστρέφει τον τόπο! Αυτά τα αυτονόητα πράγματα δεν μπορεί να τα ξανασυζητάμε από την αρχή, διότι έτσι γελοιοποιείται κάθε έννοια σεβασμού απέναντι στο δημοκρατικό πολίτευμα, ως συστήματος που θέτει σε έμπρακτη θεσμική και πολιτική λειτουργία την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.   

Τέλος, να ξεκαθαρίσουμε μία ακόμη πτυχή που και πρόσφατα μας είχε απασχολήσει. Όταν μία κυβέρνηση καταψηφίζεται ως αποτέλεσμα μιας πρότασης μομφής που υπέβαλε η αντιπολίτευση, τότε προκηρύσσονται αμέσως εκλογές, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία να είναι επιτρεπτή. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτήν την περίπτωση, με την περίπτωση πρωθυπουργού που υπέβαλε την παραίτησή του. Στην πρώτη περίπτωση η Βουλή που έχει συγκροτηθεί στη βάση της δεδηλωμένης, δεν μπορεί να συνεχίσει να νομοθετεί, απλούστατα διότι η δεδηλωμένη εξέλιπε. Στη δεύτερη περίπτωση, η δεδηλωμένη δεν εξέλιπε κατ’ ανάγκη. Γι’ αυτό και στη δεύτερη περίπτωση εφαρμόζεται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών, και αν μεν διαπιστωθεί δεδηλωμένη, τότε σχηματίζεται νέα κυβέρνηση και η ήδη υπάρχουσα Βουλή συνεχίζει να λειτουργεί και να νομοθετεί. Παντα στη δεύτερη περίπτωση, αν κατά τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών δεν διαπιστωθεί δεδηλωμένη, τότε προκηρύσσονται εκλογές. 

Στον πολιτικό πυρήνα της τελευταίας παρατήρησης: αν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης συμπεραίνει ότι συντρέχουν συνθήκες τέτοιες ώστε να αποφαίνεται ότι πρέπει να υπερψηφίσει μια πρόταση μομφής, αλλά εκτιμά ότι πρέπει να αποφευχθούν εκλογές, τότε οφείλει να ζητήσει από έναν πρωθυπουργό να παραιτηθεί, για να ανοίξει ο δρόμος για διερευνητικές εντολές υπό την παρούσα σύνθεση της Βουλής. Αν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης έχοντας τέτοια θέση στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν ζητάει την παραίτηση του πρωθυπουργού, τότε διαπράττει την αήθεια του εξόφθαλμου πολιτικού τυχοδιωκτισμού. Κι αυτά δεν περνάνε ενώπιον των πολιτών χωρίς συνέπειες.                           

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας! Στη χώρα μας, η καθοδική και φθίνουσα πορεία με τους χιλιάδες περισσότερους από τους αναμενόμενους θανάτους λόγω της πανδημίας και ένεκα πράξεων και παραλείψεων της σημερινής κυβέρνησης, θα μπορούσε να ανακοπεί χωρίς να οδηγηθούμε αυτομάτως σε πρόωρες εκλογές, αν επαραιτείτο ο μοιραίος και επικίνδυνος Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η αξιωματική αντιπολίτευση αυτό το έχει ζητήσει κατ’ επανάληψη. Και ένας πρωθυπουργός πασίγνωστης πλέον ανεπάρκειας, χαμηλού επιπέδου πολιτικών ηθών (όπως περίτρανα έχουν αποδείξει ο νεποτισμός επί των ημερών του, οι λίστες Πέτσα, οι βόλτες του όταν όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν σε αυστηρή καραντίνα, οι απαξιωτικές αναφορές στον «ψυκτικό του Περιστερίου», και τόσα άλλα), αλλά και αντικειμενικά ένας πρωθυπουργός που όχι μόνο πλήττει το δημόσιο συμφέρον αλλά με τις πράξεις και τις παραλείψεις του θέτει σε προφανή κίνδυνο τις ζωές και την περιουσία των πολιτών της χώρας, αρνείται να παραιτηθεί!

Σε τέτοιες συνθήκες, λοιπόν, η πρόταση μομφής του Αλέξη Τσίπρα ήταν η μόνη εναπομένουσα θεσμικά και πολιτικά επιβεβλημένη επιλογή! Και όποιο κόμμα της αντιπολίτευσης απέναντι σ’ αυτά τα αυτονόητα διαπιστώνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να φύγει, αλλά ταυτόχρονα αποφεύγει συστηματικά να ζητήσει την παραίτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ασφαλέστατα το κόμμα αυτό καθίσταται τυχοδιωκτικό εργαλείο πολιτικής, με μόνο τελικά ωφελούμενο από τη σταση του αυτή παράγοντα τον ένοχο για όλα τα παραπάνω πρωθυπουργό.                                           

Στη λαϊκή διάλεκτο αυτό λέγεται «ένα κόμμα που εμπαίζει τον λαό». Και όταν το κόστος αυτού του εμπαιγμού είναι ανθρώπινες ζωές, τότε ο καταλογισμός οφείλει να είναι (και θα είναι) βαρύτατος!

 

 

 

 

15 Ιαν. 2022

Γαμιέται ο Μητσοτάκης;

Τη χώρα των περισσότερων θανάτων από κορονοϊό σαρώνουν ταυτόχρονα δύο  θύελλες: η μία είναι η πανδημία και η άλλη είναι μια καταιγίδα απλής στιχουργικής.

Πρόκειται για θύελλες αλληλοτροφοδοτούμενες απολύτως από τα ίδια αίτια και οι οποίες δεν θα κοπάσουν αν δεν ικανοποιηθεί πλήρως η άρση του κοινού αιτιολογικού υποστρώματός τους: η απομάκρυνση και ο κολασμός εκείνου που ευθύνεται για το έγκλημα θανατηφόρας και γενικευμένης (επανα)καταστροφής  της Ελλάδας (από τα ίδια, μάλιστα, πρόσωπα).

Παράλληλα, εδώ καταγράφεται η πολιτική ιδιοτυπία να επαναλαμβάνονται με ταυτόσημα χαρακτηριστικά οι επιπτώσεις του επαναλαμβανόμενου «οικογενειακού» υπόβαθρου της όλης υπόθεσης, ως πρόσθετου και διακριτού αιτιολογικού παράγοντα. Δηλαδή η επιβεβαίωση όσων προέβλεπαν από την αρχή ότι η ανάδειξη του συγκεκριμένου προσώπου στο κορυφαίο πολιτικό αξίωμα της χώρας δεν ήταν απλά η απαλλαγμένη άλλων χυδαίων κινήτρων φιλοδοξία ενός πολιτικού προσώπου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Αντίθετα, μια καθημερινότητα με αρπαχτές, αήθειες, δημοκρατικές εκτροπές, αναίτιους ξυλοδαρμούς πολιτών μέρα μεσημέρι από αστυνομικούς, προκλητικές εύνοιες προστασίας επιχειρηματικών και μιντιακών κύκλων που εμπλέκονται σε εκβιασμούς, αρπαγή δημόσιου χρήματος, προστασία προσώπων και φορέων αναμεμιγμένων σε υποθέσεις κοινού ποινικού περιεχομένου, όπως βιασμοί και προαγωγή ανηλίκων, παιδεραστία, οι διώξεις κατά της ελευθεροτυπίας, η ακύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, και τόσα άλλα, επικαθορίζουν ανεξίτηλα το ταυτοτικό τελικά στοιχείο του επεξηγηματικού ιστού που συγκροτεί τη γραμμή της εν λόγω πολιτικής γενεαλογίας, με ιστορικούς όρους.

Η επιταχυνόμενη αποκάλυψη και η επιβεβαίωση τέτοιων κινήτρων προφανώς μεταθέτει το πεδίο δημόσιου διαλόγου από κάθε δυνατότητα ομαλής πολιτικής αντιπαράθεσης στο αίτημα της επείγουσας ανάγκης να εκδιωχθεί το συντομότερο από τη θέση του το άτομο που παράγει όλη αυτή τη διαχυμένη δυστοπία. Δηλαδή, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιες ιδεολογικές και προγραμματικές αρχές, που αντιπαρατίθενται με επίδικο ζητούμενο την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος, νοουμένου ως πρακτικού και εξαργυρώσιμου αποτελέσματος υπέρ του κάθε πολίτη. Στον αντίποδα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γενικευμένη και σαφώς θανατηφόρα και διηνεκή (και καθόλου στιγμιαία, όπως στη Μάτι) ζημία σε βάρος όλων μας. Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με την καταδολίευση του θεμελιώδους δημοκρατικού κανόνα ότι η όποια διακυβέρνηση, ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικής καταγωγής, αν αντί να ωφελεί τη χώρα, την πλήττει, την υποβιβάζει και την καταστρέφει, δεν μπορούμε όλοι εμείς οι πολίτες να προσποιούμαστε ότι απλά συνεχίζουμε να διαλεγόμαστε πολιτικά ανταλάσσοντας απόψεις από καναπέ σε καναπέ. Τουναντίον, σε τέτοιες συνθήκες χρέος του κάθε πολίτη (αποτυπωμένο και στο Σύνταγμα) είναι να διαρρυγνύει την τελικά υποκριτική και επικοινωνιακά σκηνοθετημένη εικόνα της προβαλλόμενης ομαλότητας (που σε τελευταία ανάλυση συγκαλύπτει τη διάχυτη θεσμική ανωμαλία) και να αγωνίζεται για την ανατροπή της.

Κατά τούτο, άλλωστε, διαφοροποιείται και η σημερινή εικόνα από τις πρόσφατες πολιτικές περιπέτειες της (τότε προετοιμασμένης και καθοδηγούμενης επικοινωνιακά και με σκοπό να αρπάξει την εξουσία ο σημερινός ολετήρας) οργής κατά του κυβερνήτη, του σημερινού και -σε αντιδιαστολή- με τους προηγούμενους: Το «λεφτά υπάρχουν» και το «ο Τσίπρας αντάλλαξε τη μη περικοπή των συντάξεων με το όνομα Μακεδονία» διαφέρουν από το «είμαστε η χώρα με τους περισσότερους θανάτους από κορονοϊό» (μαζί με τις αήθειες, τους νεποτισμούς, τη διαφθορά κ.λπ.) κατά το ότι τα πρώτα ήταν ψεύδη επικοινωνιακά προκατασκευασμένα να πλασαριστούν ως δήθεν αλήθειες, ενώ τα δεύτερα είναι μη επιδεχόμενες αμφισβήτησης πραγματικότητες.

Για τους λόγους αυτούς η σοβαροφανής και αντικειμενικά υποστηρικτική του καταστροφέα της χώρας μας αντίθεση στην στιχουργική εφευρετικότητα που με μαζικό τρόπο εκφέρεται με μια βρισιά για να εκφραστεί ο καθ’ όλα νόμιμος πολιτικός σκοπός, δεν είναι πειστικές. Ιδίως δεν είναι πειστικές (και γι’ αυτό απορρίπτονται διαρρήδην) όταν προέρχονται από πρόσωπα και κέντρα που έχουν λαμπρό παρελθόν ανοχής και προσφοράς ευρέως πεδίου νομιμοποίησης στον δημιουργό του σημερινού επαπειλούμενου αφανισμού της Ελλάδας και υπεύθυνο θύτη για τις μεγάλες απώλειες σε νεκρούς της πανδημίας.

Όλοι αυτοί οι υποκριτικά φρίτττοντες για την ποιότητα του δημόσιου λόγου (που έκαναν τα στραβά μάτια όταν επί ψευδών και επικοινωνιακά προκατασκευασμένων ζημιών ανεχόντουσαν με επιδεικτική σιωπή το «έρχεται π@τσα»), πάσχουνε σε προθέσεις και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο: ότι παραβλέπουν (και εδώ συντρέχουν ταξικές και άλλες ευρύτερα πολιτικές εξηγήσεις περί αυτού) πως λόγω και έργω ο κυβερνήτης της ολοσχερούς καταστροφής έχει οδηγήσει τη χώρα και τους πολίτες σε υπέρβαση του έσχατου και κρίσιμου ορίου ανοχής και διάψευσης και των ύστατων ελπίδων μεγάλης μερίδας πολιτών, με δεδομένο ότι νοικοκυριά, μικροεπιχειρήσεις και πολλές άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις καταστρέφονται, καταγράφοντας παράλληλα σε μια μακάβρια καθημερινότητα θανάτους που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσε οποιοσδήποτε άλλος.

Αυτή η αίσθηση επίπλαστης οργής για τις στιχουργικές βρισιές που εκφράζουν πια και με κατακλυσμιαίο τρόπο την έκφραση της δημόσιας αντίδρασης στο γενικευμένο κακό που μας συμβαίνει, συνιστά κλασσικό ενδεικτικό σύμπτωμα συμπεριφοράς μιας προκλητικής ελίτ, που ελαάχιστα διαφοροποιείται -τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών- του «Δεν έχει ο λαός ψωμί; Και γιατί δεν τρώει παντεσπάνι». 

(Και ενώ αλλού τα πάρτι εντός καραντίνας κλονίζουν τον εκεί κυβερνήτη και σε μια άλλη περίπτωση για πολύ λιγότερα σε σύγκριση με τη «λίστα Πέτσα» και τις στημένες δημοσκοπήσεις ένας καγκελάριος παραιτήθηκε, ενώ στη χώρα μας τίποτα δεν πλήττει τη δημοσκοπική ηγεμονία του δικού μας).    

Γι’ αυτό και τελικά η ιστορία αρνείται πεισματικά να καταχωρίσει το «Μητσοτάκη κάθαρμα»  σε ανοίκειες αντιδράσεις απέναντι σε μια καταφανώς ανάλογη της σημερινής δυστοπίας καταστροφή σε δύο φάσεις: το 1965 και το 1989. Δεν είναι τα ονόματα και τα επώνυμα που κομίζουν τις ταυτίσεις. Είναι οι πολιτικές πρακτικές και οι καταστροφές που προκαλούν.    

 

 

 

 

13 Ιαν. 2022

4 σκέψεις για την «Αυγή»

1. Να κλείνουν αντισυστημικά έντυπα μέσα, ιδίως σε εποχές επικυριαρχίας της δημοσιογραφίας αλά «λίστα Πέτσα», είναι κάτι το ακατανόητο. Καμία οικονομική «αξία» δεν μπορεί να παραλληλίζεται με το αξιακό βάρος της πληροφόρησης των πολιτών. Ιδίως τα κομματικά έντυπα-εφημερίδες, ακριβώς επειδή στον τίτλο τους φέρουν την αμάχητη σφραγίδα ειλικρίνειας της πολιτικής τους τοποθέτησης, άρα ο αναγνώστης γνωρίζει, καμιά αξιακή σύγκριση δεν μπορούν να έχουν με έντυπα ιδιωτικών επιχειρήσεων. Έντυπα, που ο κύκλος συμφερόντων της ιδιοκτησίας τους παραμένει αθέατος και άρα καμία εγγύηση δεν παρέχουν ότι η ενημέρωση που προσφέρουν είναι ελεύθερη από κάθε σκέψη προαγωγής αυτών των ιδιωτικών συμφερόντων και ότι ασκούν ανεμπόδιστα και ανεπηρέαστα την (κατά Βενιζέλο) «δημόσια λειτουργία» πληροφόρησης των πολιτών, που είναι συστατικό μέρος λειτουργούσας δημοκρατίας. Ακόμη περισσότερο, που σχεδόν όλες αυτές οι εφημερίδες ιδιωτικών συμφερόντων, επί δεκαετίες τώρα ακόμη και από την εποχή των παχέων αγελάδων ήδη, είναι σχεδόν όλες ζημιογόνες. Και, επομένως, δεν είναι το κίνητρο του επιχειρηματικού κέρδους που ωθεί τις ιδιοκτησίες τους σε ενασχόληση με το αντικείμενο της ενημέρωσης, αλλά κάτι άλλο: πιθανότατα, ακριβώς, η προαγωγή συμφερόντων των ιδιοκτητών τους σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους (ναυτιλία, ενέργεια, κατασκευές κ.λπ.) ή -ακόμη χειρότερα- σε άμεση ανάμιξη άσκησης πιέσεων σε πολιτικά κέντρα λήψης αποφάσεων, που καθορίζουν τους όρους δραστηριότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων.       

2. Η προσπάθεια να επικρατήσει το επιχειρηματικό κριτήριο, αντί του «αξιακού- ενημερωτικού», στα έντυπα μέσα, άρα να  κλείσουν εφημερίδες που «ασκούν δημοσιογραφία», είναι εγγενές σύμπτωμα του σημερινού δημόσιου σκηνικού και συνιστά προέκταση και βραχίονα της οργανωμένης προσπάθειας και τα κόμματα να υπόκεινται στις πιέσεις που ασκούν συστοιχίες ιδιωτικών συμφερόντων στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Διότι, φυσικά, στην πολιτική ταξικά συμφέροντα και μόνον είναι νοητό και ανεκτό να ορίζουν τα κίνητρα των πολιτικών φορέων, και όχι τα συμφέροντα ιδιωτών. Στην εποχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπου κάθε φωνή που αντιστρατεύεται τις επιδιώξεις της πρωθυπουργικής ομάδας και των ιδιωτικών συμφερόντων που προάγει και που έφεραν τον ίδιον στην εξουσία, διώκεται απηνώς και αμέσως (και όχι μόνον εμμέσως με επιδοτήσεις με δημόσιο χρήμα μόνο προς στα μέσα της «λίστας Πέτσα»), είναι φυσικό οι πιέσεις στην αντισυστημική ενημέρωση να κορυφώνονται. Ιδίως εάν η η εν γένει πολιτική πρακτική του νεο-μητσοτακισμού έχει παράσχει δείγμα γραφής καθαρό της φιλοσοφίας άσκησης πιέσεων σε βάρος όσων διαφωνούν μαζί του, σ' έναν τόνο άδηλων εκβιασμών και μέχρι την τελική εξόντωσή των αντιπάλων του. Στο γενικό αυτό πλαίσιο και η υπόθεση της «Αυγής», έχει τη δική της σημασία.

3. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η οικονομική πτυχή του αδιεξόδου που προκύπτει ρυθμίζεται με την εξισορρόπηση που μπορεί να προέρχεται από εξοικονομήσεις στο πεδίο των οικονομικών βαρών, σε συνδυασμό με τις πολλαπλασιατικές διεισδύσεις της ύλης των αντισυστημικών μέσων σε διευρυμένα κοινά, μέσα από το κύριο όπλο των κοινωνικών δικτύων. Μόνον που το πρωτογενές υλικό πληροφόρησης που θα αναμεταδίδεται με μέριμνες πολλαλασιαστικής απεύθυνσης σε διερυμένα κοινά, οφείλει απαράβατα να προέρχεται από τη γυμνή δημοσιογραφία ενός εντύπου. Ειδικά στα κομματικά έντυπα μέσα, επί πλέον για λόγους αρχών και ηθικής πολιτικής τάξης, δεν είναι νοητό να κλείνει μια κομματική εφημερίδα ενώ επίκειται το κομματικό συνέδριο. Μόνο μετασυνεδριακά και μετά από ενδελεχή οικονομικοτεχνική προετοιμασία, που φυσικά θα αναλάβει η εκλεγησόμενη κομματική ηγεσία και με απολύτως προδιαγεγραμμένο χρονοδιάγραμμα επανέκδοσης της εφημερίδας, θα μπορούσε να συζητηθεί ένα μοντέλο αναστολής έκδοσης για περιορισμένο διάστημα για τη μετάβαση σ’ ένα πιο αποτελεσματικό ως προς την απεύθυνση σε κοινά και πιο οικονομικό μοντέλο, επανακυκλοφορίας, όμως, απαραιτήτως του κομματικού εντύπου-εφημερίδας, της «Αυγής» εν προκειμένω.       

4. Προσωπικά έχω ζήσει την εμπειρία οριστικού κλεισίματος (και όχι αναστολής έκδοσης για λίγο) της εφημερίδας του ΠΑΣΟΚ, της Εξόρμησης, όντας κομματικό μέλος του Κινήματος. Το κλείσιμο εκείνο δεν έχει καμιά σχέση με την περίπτωση της «Αυγής». Απλούστατα διότι η εισροή των ιδιωτικών συμφερόντων επί Σημίτη είχε τότε κατακλύσει και το ίδιο το μετα-ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, το οποίο είχε δομήσει τρόπους και οχήματα διακίνησης των θεσεών του μέσα από ιδιωτικά εκδοτικά μέσα και επιχειρηματικά συμφέροντα στρατηγικά εντεταγμένα στο σημιτισμό. (Δεν είναι της παρούσης να αναφερθώ εδώ στο πόσο τα ίδια αυτά εκδοτικά-επιχειρηματικά συμφέροντα επικαθόρισαν και τις κομματικές και κυβερνητικές αποφάσεις).

Κάθε παραλληλισμός επομένως της «Αυγής» με την Εξόρμηση, είναι ανοίκειος, πριν και πάνω απ’ όλα διότι η Εξόρμηση έκλεισε με κομματική απόφαση ακριβώς για να ωφεληθούν ιδιωτικά συμφέροντα τεμνόμενα με την πολιτική τύχη του Σημίτη, ενώ η «Αυγή» κλείνει ως απόρροια άσκησης τεράστιων πιέσεων σε βάρος της και ενώ η εφημερίδα διατηρεί ανέγγιχτη την αντιπαλότητά της σε ιδιωτικά συμφέροντα που φαλκιδεύουν τη διαδικασία δημοκρατικής πολιτικής αντιπροσώπευσης. Άλλωστε η ειδοποιός διαφορά εδώ είναι ότι η Εξόρμηση έκλεισε οριστικά με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ενώ η «Αυγή» κλείνει με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στην αντιπολίτευση. (Όπως, επίσης, έχει σημασία να υπενθυμίσω εδώ ότι κάθε προσπάθεια επί Ανδρέα Παπανδρέου να συγκροτηθεί φορέας έκδοσης αυτόνομος από τα μεγαλα εκδοτικά συμφέροντα της εποχής, κυνηγήθηκε ανηλεώς από τους τότε εκδότες, που επιθυμούσαν να επιβάλλουν εκείνοι την πολιτική του ΠΑΣΟΚ).    

Τέλος, υπάρχει μία ακόμη κρίσιμη διαφορά: η Εξόρμηση έκλεισε με μεγάλο μέρος των μελών του ΠΑΣΟΚ να τηρούν στάση ανοχής μπροστά σ΄ αυτή την επιλογή, επειδή ακριβώς η μετάβαση στη μετα-ανδρεϊκή εποχή συνοδευόταν από την αναμολόγητη παραδοχή ότι πλέον το Κίνημα θα συνδεόταν με τις συστοιχίες επιχειρηματικών συμφερόντων που προώθησαν τον Κώστα Σημίτη στην ηγεσία. Προφανώς καμιά ανιστοίχηση δεν έχει αυτό με τις εξελιξεις στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.