12 Ιουλ. 2020

Η εποχή των τεράτων έφτασε

Η δημόσια συζήτηση  σχετικά με την απόφαση εξισλαμισμού της Αγίας Σοφίας πάσχει! Πάσχει στην Ελλάδα αλλά και σ’ όλον τον κόσμο. Πάσχει απ’ όποια πλευρά κι αν μιλάει κανένας για το θέμα! Πάσχει και ως προς τις προθέσεις όλων των ομιλούντων. Γι’ αυτό και είναι μια δημόσια συζήτηση εκτόνωσης εκατέρωθεν παθών κάθε λογής, πολιτικών, εθνικών, θρησκευτικών και άλλων. Αλλά, ταυτόχρονα, είναι και μια απόλυτη απόδειξη ότι δεν υπάρχει καμιά εμπεδωμένη  στους πολίτες της Γης και τις ηγεσίες τους αίσθηση της «παγκοσμιότητας» των ανθρώπινων αναγκών στην εποχή μας. Διότι, αν ως τις μέρες μας κάθε χώρα αντιλαμβανόταν τον εαυτό της και τον ρόλο της στον παγκόσμιο χάρτη υπό την παραδοχή ότι οφείλει να θέτει το συμφέρον της πάνω απ’ ο,τι δήποτε άλλο, σήμερα ο κόσμος  χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: Μια «παγκοσμιότητα», στο πλαίσιο της οποίας τα συμφέροντα κάθε χώρας οφείλουν να προσαρμόζονται κάθε στιγμή και διαρκώς με τις ανάγκες και τις αγωνίες όλων μας, όλων των άλλων, ακόμη και του τελευταίου ανθρώπου πάνω στον πλανήτη.

Η τουρκική απόφαση εξισλαμισμού της Αγ. Σοφίας αποκαλύπτει αυτή τη γενικευμένη ανεπάρκεια! Και επειδή ακριβώς το υπέροχο κτίσμα και ό,τι αυτό φέρνει μαζί του σε ιστορία, παραδόσεις και πολιτισμό είναι μια παγκόσμια πνευματική περιουσία, μόνο έτσι θα είχε νόημα να προσεγγίζαμε την υπόθεση, ό,τι και να πιστεύουμε ο καθένας από μας σε κοσμοθεωρία, θρησκευτικές παραδοχές, κατανόηση της Ιστορίας, κι όλ’ αυτά που τελικά συνθέτουν το νοηματικό πεδίο αποτύπωσης της ανθρώπινης ύπαρξης στην εξατομικευμένη διάστασή του.

Παραδείγματος χάριν, ένας «εθνικός ηγέτης», σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να είναι  μια διεθνής προσωπικότητα, αλλά ένας πολιτικός «εσωτερικής χρήσης». Θα ήταν, δηλαδή, αυτό στο οποίο ακριβώς μετατρέπεται ο Ταγίπ Ερντογάν ένεκα της υποδαύλισης και μεθόδευσης του εξισλαμισμού της Αγίας Σοφίας.

Και οι υπόλοιποι, όμως, που ενοχληθήκαμε και αντιδρούμε με την αηθέστατη μεταχείριση μετατροπή μιας παγκόσμιας κληρονομιάς σε εθνικο-πολιτικό σκεύος, πώς εκδηλώνουμε την αντίθεσή μας;

Στις αντιδράσεις για τον εξισλαμισμό του μεγάλου μνημείου διακρίνω 3 είδη αντιδράσεων:

1. Την απολύτως κωμική, του τύπου να πάμε να (ανα)καταλάβουμε την «κόκκινη μηλιά». Και επειδή αυτό δεν γίνεται, ως υποκατάσταστο να κάνουμε διαφορές ανοησίες, -π.χ. Ένας, Έλληνας υπουργός μάλιστα, πρότεινε να κάνουμε διάφορες προσβλητικές ενέργειες με το μουσείο του Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη. Πρότεινε, δηλαδή, η αμοιβαιότητα των δικών μας ενεργειών να εξισώσει  συμβολικά το παγκόσμιο μνημείο της Αγίας Σοφίας με …το σπίτι που γεννήθηκε ο ιδρυτής του μετα-οθωμανικού τουρκικού κοσμικού κράτους. Τόσος μικρονοϊσμός!  

2. Την υπεραπλουστευτική στάση, του «δεν έγινε και τίποτα ρε παιδιά»! Ιδίως στην Ελλάδα τέτοια στάση υποδηλώνει έναν παθογόνο κοσμοπολιτισμό, λες και δεν υπάρχουν τεράστιες, συμβολικές και πρακτικές, πνευματικές και ιστορικές, αιτίες του αυξημένου ελληνικού ενδιαφέροντος εδώ!

3. Τη διεθνώς και ιστορικά ενοχική! Ενοχική, όχι μόνον ως προς τον ρόλο  που οι εκφραστές αυτής της στάσης διεδραμάτισαν για την άλωση της Πόλης, ώστε σήμερα να προκύπτει (μεταξύ παρα πολλών άλλων βαρύτατων συνεπειών για τους πληθυσμούς της ανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής επί αιώνες) ο εξισλαμισμός ενός μνημείου παγκόσμιας σημασίας, αλλά και ως προς το πώς σήμερα αντιπαρατίθενται στον αντικειμενικά αποσταθεροποιητικό γεωπολιτικό ρόλο της σημερινής Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή. Ένα παράδειγμα: Η Βρετανία σχολίασε ότι είναι δικαίωμα της Τουρκίας να εξισλαμίζει την Αγία Σοφία, υποβαθμίζοντας μια παγκόσμια υπόθεση πνευματικού φορτίου σε τυπικό θέμα διεθνο-κανονιστικών αποτιμήσεων.

Η υπόθεση της μεγάλης προσβολής σε βάρος της πνευματικότητας του κωνσταντινουπολίτικου μνημείου, ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, δεν μπορεί να είναι υπόθεση αντιποίνων. Δεν διορθώνεις μια κραυγαλέα αήθεια κατά της παγκόσμιας ιστορίας με μια αντίστοιχη ή και πολύ πιο μικρής σημασίας αήθεια. Ουδέ καν στο θυμικό επίπεδο, όταν κόβεις ένα κομμάτι συλλογικής ανθρώπινης μνήμης από τα πραγματικά πεδία αναφοράς του, δεν μπορεί να σκέπτεσαι ότι αποκαθιστάς ένα μέρος της τεράστιας ζημίας που προξενεί στον παγκόσμιο πολιτισμό ο εξισλαμισμός  της Αγίας Σοφίας, με μια ανάλογη κίνηση. Αν το κάνεις, απλά αθροίζεις πρόσθετη ζημία.

Φυσικά, ούτε με υποβαθμίσεις και υπεκφυγές τοποθετείσαι απέναντι σε αήθεια τέτοιας κλίμακας. Με καθαρότητα και ευθύτητα καταλογίζεις στους αυτουργούς το έγκλημα. Επενδύοντας στο ότι η απομόνωση και ο κόλαφος είναι οι βαρύτερες τιμωρίες σε τέτοιες υποθέσεις!

Τέλος, δεν αλλάζεις υποκριτικά και με μικρο-γεωποπολιτικά κίνητρα τη βάση του ζητήματος: Είναι μια βαριά προσβολή σε βάρος της συλλογικής ανθρώπινης μνήμης, δηλαδή σε βάρος αυτού που ονομάζουμε «Ιστορία», η αήθεια και έτσι θα μετρηθεί.

Μερικές φορές, οι μνήμες που καταπατώνται βάναυσα και προσβάλλουν όσους τις κουβαλάνε αυτοπροσδιοριστικά, δικαιώνονται μόνον από τον χρόνο! Ας επενδύσουμε σ’ αυτό! 

 

 

 

 

17 Μαϊ. 2020

Παραπληροφόρηση

και φθίνουσα δημοκρατία

Από τη θητεία μου ως μέλος του ΕΣΡ γνωρίζω άριστα ότι η πολυφωνία στην πολιτική ενημέρωση των πολιτών, αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατίας, ως πολιτεύματος ίσων μεταξύ τους πολιτών.

Στην προσπάθεια να συγκροτηθούν θεμελιώδεις λειτουργίες εγγύησης της ισοτιμίας παρουσίασης των πολιτικών απόψεων στα κανάλια, το ΕΣΡ, υπό την καθοδήγηση του αείμνηστου τότε προέδρου του, Θέμου Κουρουσόπουλου, συνέταξε κώδικες δεοντολογίας για τη λειτουργία των καναλιών. Οι κώδικες αυτοί δημοσιεύτηκαν σε ΦΕΚ και απέκτησαν ισχύ νόμου. Με την προσεκτική εφαρμογή τους και επιβάλλοντας κυρώσεις (όπου αυτό κρίθηκε αναγκαίο από τις αποφάσεις του Συμβουλίου),  ελέγχθηκε σε πολύ σημαντικό βαθμό η ποιότητα και η πληρότητα της ενημέρωσης των καναλιών και έγινε ένα ουσιαστικό δημοκρατικό βήμα προς τη ορθή κατεύθυνση.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την υπόθεση που ανεφύη τη βραδιά των Ιμίων, όταν ο ιδιοκτήτης του ΣΚΑΪ επιβαίνων στο ιδιωτικό του κότερο, μαγνητοσκοπούσε και προέβαλε σε απ’ ευθείας μετάδοση την αναχώρηση ελληνικών υποβρυχίων από τον ναύσταθμο της Σαλαμίνας, τα οποία περνούσαν ανοιχτά του Πειραιά. Και είμαι ήσυχος ότι έκανα τον καθήκον μου, όταν με πρωτοβουλία μου το ΕΣΡ προσκάλεσε το κανάλι να δώσει εξηγήσεις για εκείνες τις εκπομπές του και μετά από πολύωρες αλλεπάλληλες συνεδριάσεις του Συμβουλίου κατέληξε στην απόφαση να επιβάλλει κυρώσεις στον ΣΚΑΪ, διότι με τις εκπομπές του συνέβαλε στον ευτελισμό πληροφόρησης των πολιτών, σε μια υπόθεση εθνικού ενδιαφέροντος και με την κοινή γνώμη να αγωνιά για το ενδεχόμενο ενός ελληνο-τουρκικού πολέμου. (Και αφήνω την άλλη πτυχή της ίδιας υπόθεσης, του πόσο σοβαρό μπορεί να θεωρείται ένα κράτος, όταν σε συνθήκες επικείμενης σύρραξης επιτρέπει στα μέσα ενημέρωσης να παρουσιάζουν κινήσεις στρατιωτικού ενδιαφέροντος σε απ’ ευθείας μετάδοση…)

Η στήριξη όλων των τότε εν τη Βουλή κομμάτων υπήρξε κεντρικό σημείο της νομιμοποίησης του ΕΣΡ να ασκεί εποπτεία εξ ονόματος του ελληνικού λαού στις τυχόν αυθαιρεσίες των καναλιών. Και η ανυπαρξία ανάλογης στήριξης σήμερα είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο οι αυθαιρεσίες των καναλιών έχουν προσλάβει πλέον χαρακτήρα ταυτοτικό για τα κανάλια.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η ενιαία επί περίπου μία δεκαετία θεσμική συναίνεση των κομμάτων όλων των κομμάτων της Βουλής να στηρίξουν το ΕΣΡ στην άσκηση των εποπτικών αλλά και ρυθμιστικών καθηκόντων του, διερράγη μετά το έτος 2.000 και με αφορμή την ενεργοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης των καναλιών. Τότε ήταν, που τα διατεταγμένα συμφέροντα επιχειρηματιών των μίντια, διέρρηξαν τη θεσμική και υπεύθυνη στάση των κομμάτων όσον αφορά στη με συνταγματική πρόβλεψη άσκηση εποπτείας στα κανάλια. Και φυσικά, από την αλλαγή στάσης εμπιστοσύνης του πολιτικού προσωπικού απέναντι στο ΕΣΡ τα κανάλια εξέπεσαν βαθμιαία σε διάδικο μέρος  του θλιβερού νεποτισμού εξουσίας.

(Άλλωστε και προσωπικά η παραίτησή μου από το ΕΣΡ έγινε μετά την αντικανονική απόφαση του τότε υπουργού Τύπου, Δ. Ρέππα, να ανατρέψει εκτός πεδίου αρμοδιοτήτων του την απόφαση αδειοδότησης των  ραδιοφωνικών σταθμών Αττικής -οι πρώτες άδειες που απονεμήθηκαν- επικαλούμενος με απολύτως καταχρηστικό τρόπο την προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία άσκησης ελέγχου νομιμότητας στην απόφαση του ΕΣΡ αδειοδότησης των ραδιοφωνικών σταθμών).         

Επιστρέφοντας στα σημερινά, η προ ημερών ανοιχτή και απροσχημάτιστη αναγνώριση από τον σημερινό πρόεδρο του ΕΣΡ κ. Αθ. Κουτρομάνο ενώπιον της Βουλής ότι το Συμβούλιο αδυνατεί να ασκήσει τις εποπτικές αρμοδιότητές του, είναι μια τραγική στιγμή για τη δημοκρατία μας. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι η δήλωση γίνεται επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος από την ανάληψη της προεδρίας της ΝΔ έπραξε παν ό,τι εδύνατο για να μη συγκροτηθεί το ΕΣΡ και να μην ασκήσει τον εκ του Συντάγματος επιβαλλόμενο ρόλο του. (Αρκεί να υπενθυμίσω ότι η ίδια η συγκρότηση του ΕΣΡ με τη σημερινή σύνθεσή του κατέστη εφικτή επί προεδρίας της Βουλής, Νίκου Βούτση, κατόπιν αλλεπάλληλων αρνήσεων του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να συναινέσει στη συγκρότηση του Συμβουλίου, αρνήσεις οι οποίες εκάμφθησαν μόνο κατόπιν έντονων πιέσεων του πρώην προέδρου της ΝΔ, Β. Μεϊμαράκη).        

Η επίμονη άρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να συμβάλλει στον θεσμικό εξοπλισμό της δημοκρατίας μας στηρίζοντας την με συνταγματική κατοχύρωση ανεξάρτητη Αρχή εποπτείας των καναλιών είχε (και εξακολουθεί να έχει) έναν και μόνο σκοπό: Να διαιωνίσει το καθεστώς αυθαιρεσίας, διαπλοκής και εξαγορασμένης πληροφόρησης των πολιτών, με επιδίωξη την προαγωγή πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών συμφερόντων με ονοματεπώνυμα γνωστά σ’ όλους μας. Η εικόνα αυτή της Ελλάδας στο διεθνή χώρο είναι πια εμπεδωμένη (όσα χρήματα και αν δαπανούν στην κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα για να κρύψουν την αλήθεια), με αποτέλεσμα η χώρα μας σε ποιότητα προσφερόμενης πληροφόρησης προς τους πολίτες να καταγράφει επιδόσεις επιπέδου ολοκληρωτικών καθεστώτων.    

Όμως, αυτή η κατάσταση, η θλιβερή πολιτική πραγματικότητα της οποίας επισφραγίζεται από την κατάρρευση της αξιοπιστίας των εγχώριων μέσων ενημέρωσης, έχει ήδη αρχίσει να πλήττει κατάστηθα και τις ίδιες τις επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. Αυτό είναι το τίμημα από την εκποίηση του βασικού προϊόντος που πουλάνε τα μίντια, δηλαδή την αξιοπιστία και την εγκυρότητα, με αντάλλαγμα τα σαθρή επιβεβαίωση του πολιτικά «σημαδεμένου» (ήτοι αντιδημοκρατικού) χαρακτήρα τους.  

Το μεγαλύτερο, όμως, τίμημα τα πολιτικά «στημένα» ενημερωτικά μέσα, το καταβάλλουν αλλού: Στην αδυναμία τους να εκφράσουν τρεχόντως τα πραγματικά πολιτικά δεδομένα που επικρατούν στην κοινή γνώμη, παρουσιάζοντας ως δήθεν αρεστές προφανώς απορριπτόμενες από τους πολίτες κυβερνητικές επιλογές! Τη θέση τους, στην αρμοδιότητα ένθεσης στις συνισταμένες διαμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού των τρεχουσών αντιδράσεων των πολιτών στις ειλημμένες πολιτικές αποφάσεις, παίρνουν ολοένα και περισσότερο τα κοινωνικά δίκτυα.   

Ηχηρά παραδείγματα τούτου ότι την ώρα που στα κανάλια η προσφερόμενη προς τους πολίτες εικόνα σχετικά με τα αμίμητα vouchers των «σκοιλ ελικικου» ήταν εικόνα μας «κανονικότητας» (και μάλιστα εμφανιζόμενης ως μάλλον θετικά προσλαμβανόμενης από την κοινή γνώμη), η αλήθεια βοούσε στους «τοίχους» των κοινωνικών δικτύων, με χιούμορ και θυμό που περίσσεψαν. Αποτέλεσμα: Τα vouchers αποσύρθηκαν με την κυβέρνηση να ηττάται. Αμέσως στη συνέχεια η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει ένα σποτ της Πολιτικής Προστασίας ως σεξιστικό, πιεζόμενη από τον καταιγισμό αναρτήσεων στο facebook και το twitter. Τα κοινωνικά δίκτυα ήταν που λίγο αργότερα ανάγκασαν τον Κώστα Μπακογιάννη να ζητήσει συγγνώμη για τα πολυδιαφημισμένα εγκαίνια της Ομόνοιας.  

Φυσικά, τα κοινωνικά δίκτυα ποτέ δεν θα γίνουν μέσα ενημέρωσης! Όμως, μήπως και τα μέσα ενημέρωσης του μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη σημερινή Ελλάδα είναι πραγματικά «μέσα ενημέρωσης»; Ή μήπως όχι;   

Η αυτοεξαίρεση των σημερινών ελληνικών μίντια από την ευθύνη να μεταφέρουν ως συστατικό στοιχείο του εκάστοτε πολιτικού σκηνικού τις αντιδράσεις των πολιτών έναντι των κυβερνητικών επιλογών, και αντ’ αυτού η γελοιότητα να καθαγιάζεται η οποιαδήποτε απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη και των συν αυτώ -ακόμη και η πλέον άστοχη εξ αυτών- παρουσιαζόμενη με το γλοιώδες αμπαλάζ «κατηγορίας Μωυσή»,  θεωρώ πως είναι το κύκνειο άσμα του εσμού ενημερωτικής αναξιοπιστίας που μας περιβάλλει. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει!

Γι’ αυτό και είμαι κάθετα αντίθετος και με τη συζήτηση που γίνεται αυτήν την περίοδο στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, για δημιουργία «καναλιού του ΣΥΡΙΖΑ». Την ενημερωτική αναξιοπιστία και τις συνέπειές της, όταν σε πλήττουν τόσο καίρια όσο σήμερα πλήττεται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν τα μάχεσαι συμμετέχοντας στο κακό. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε ποτέ σ’ ένα σκηνικό γενικευμένης ενημερωτικής αναξιοπιστίας εσύ μόνο να έλεγες την αλήθεια, …ακόμη κι αν όντως την έλεγες!                              

Την ενημερωτική αναξιοπιστία και τις συνέπειές της τα μάχεσαι με εμμονική προάσπιση της αλήθειας. Στο κάτω-κάτω, πόσος καιρός νομίζετε ακόμη θα χρειαστεί για να καταστεί αναμφίβολη η ισχύς του δόγματος «αν τό ‘πανε τα ελληνικά κανάλια, τότε είναι ψέματα»!   

 

 

 

 

6 Μαϊ. 2020

Η μνήμη που διχάζει

Τα γεγονότα είναι γνωστά και τόσο θλιβερά, ώστε αποφεύγω την επανεξιστόρησή τους. Αυτό που απομένει είναι να εξετάσουμε πώς βλέπουμε σήμερα την απώλεια εκείνων των αθώων πολιτών.

Περίμενα, λοιπόν χθες να γίνουν αναφορές με κοινό σκοπό την επιδίωξη να ενωθούμε σήμερα οι καίρια πληγωμένοι από τον εγκλεισμό και την πολιτική μιας ανεκδιήγητης κυβέρνησης πολίτες, εμείς όλοι, για να δημιουργήσουμε με τις αναφορές και την εν γένει στάση μας ένα μέτωπο που θα ενώνει  όσο περισσότερους από μας γίνεται. Είδα το αντίθετο!

Με την ευκολία της επιφανειακής πολιτικής σκοπιμότητας, «βάλτε τώρα που γυρίζει» και μπορεί και νά ‘χουμε σύντομα πρόωρες εκλογές, είδα τη χυδαιότητα προσαρμογής σε μικρές πολιτικές στιγμές. Με τις αναφορές που έγιναν στο έγκλημα του 2010 στη Μαρφίν, ήταν σαν να απογυμνώθηκε όλο αυτό το κλίμα που προκάλεσε το έγκλημα από τα τότε πρωτογενή πολιτικά στοιχεία του και να έγινε μέρος της σημερινής αρρωστημένης Ελλάδας.

Οι δακρύοντες σχολιαστές του εγκλήματος έκαναν σχεδόν όλοι αυτό που όφειλαν να έχουν αποφύγει πριν και πάνω απ όλα: Ενώ γνωρίζουν καλά ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών που πήραν μέρος στα συλλαλητήρια του 2010 κατά των μνημονίων, ανάμεσά τους κι εκείνο στο οποίο έλαβε χώρα το έγκλημα, όχι μόνον «δεν ήταν εκεί» με τη φυσική υπόστασή τους, αλλά ταυτόχρονα με την ψυχή και την καρδιά τους διαχωρίζονται απολύτως, πολιτικά και συναισθηματικά, από τη δολοφονική βιαιότητα, έρχονται (οι δακρύοντες) και τους χρεώνουν απροσχημάτιστα τον φόνο! Έτσι, ξερά, με την κτηνώδη αβλεψία που μόνον ο πολιτικός φανατισμός προσδίδει στη στάση ενός σημερινού πολίτη, όλοι όσοι πήραν μέρος στις αντιμνημονιακές  κινητοποιήσεις ανακηρύσσονται ένοχοι του εγκλήματος! Όλοι εκείνοι οι διαδηλωτές γίνονται αυτουργοί, φυσικοί (αφού πολλοί απ’ αυτούς πήραν μέρος σ’ εκείνη τη διαδήλωση), αλλά και ηθικοί, επειδή πολιτικά αντιπαρατέθηκαν στην επιλογή της μνημονιακής δέσμευσης.

Περισσότερο μαζική ενοχοποίηση πολιτικής στάσης δεν μπορεί να υπάρξει! Αίφνης, 10 χρόνια μετά το έγκλημα, όλοι όσοι το 2010 τάχθηκαν κατά του μνημονίου (πρέπει να) φέρουν μέρος του καταλογισμού για τη δολοφονική βιαιότητα και πρέπει να κολαστούν γι’ αυτό, τόσο σε προσωπική βάση (να συναινέσουν να σηκώσουν βάρος ενοχής για κάτι που δεν έκαναν αλλά και ποτέ και ούτε κατά διάνοια δεν αποδέχτηκαν), όσο και σε συλλογική βάση, με την ηθική αμαύρωση των πολιτικών απόψεων που ασπάζονται!

Ναι! Αυτό, λοιπόν, είναι μια ανεπίτρεπτη πολιτική τυμβωρυχία! Όχι μόνο γιατί για να υπηρετηθούν σημερινές αυτοεπιβεβαιώσεις αλλοιώνεται η καταχώρηση του εγκλήματος στην πολιτική ιστορία μας με τα πραγματικά στοιχεία του και, με τον τρόπο αυτό, φαλκιδεύεται και η υπομνητική αξία της μαύρης επετείου, ως παράδειγμα προς αποφυγή στη δημοκρατία μας. Αλλά και γιατί, ακόμη, τέτοιες αναφορές στη μνήμη των νεκρών του εγκλήματος παραβιάζουν βάναυσα τον απαράβατο όρο του οφειλόμενου σεβασμού στα πρόσωπά τους.

Το ότι τον χορό της αήθειας αυτής άνοιξαν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και τα κνώδαλα που τον ανέχονται μέσα στο ίδιο το κόμμα του, δεν εκπλήττει! Αναμενόμενο ήταν!

Εκεί που η αήθεια προκαλεί διπλή οργή, ως διπλή ασέβεια στα πρόσωπα των νεκρών, είναι από τις αναφορές εκ μέρους προσώπων που προέρχονται από το σημερινό ΚΙΝΑΛ. Ανάμεσά τους, με ξεχωριστά αυξημένη ευθύνη, υποστηρικτές του τότε πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου, που μετατρέπουν τα θύματα στη Μαρφίν, σε επιχειρήματα δικαίωσης των πολιτικών τους απόψεων. Σήμερα! Δέκα χρόνια μετά το φονικό!

Συντείνουν όλοι αυτοί, λες και οι αφηγήσεις που τόσα χρόνια τώρα σκαρώνουν μέσα στο κεφάλι τους, τους καταδιώκουν, στην απολύτως αντιδημοκρατική γενίκευση, που τόσο λίγο προσήκει σε δημοκρατικές πεποιθήσεις: Αν ήσουν διαδηλωτής κατά του μνημονίου έχεις συνενοχή στο έγκλημα! Αν είσαι ΣΥΡΙΖΑ και τότε πολιτικά συμφωνούσες με τις αντιμνημονιακές απόψεις του κόμματος με την τότε επιρροή του 5%, είσαι συνένοχος!  Ακόμη χειρότερα! Εγώ, κι άλλοι πολλοί σαν κι εμένα, συγκεκριμένα, που τότε δεν συμμετείχα στις διαδηλώσεις, ούτε καλυπτόμουν πολιτικά από την αντιμνημονιακή θέση, αλλά αργότερα, πολύ αργότερα, εντάχτηκα στη «Γέφυρα», είμαι κι εγώ συνένοχος για το έγκλημα στη Μαρφίν!!!   

Προς όσους ανήκετε στις κατηγορίες των πελταστών της αήθειας που περιέγραψα, ως εδώ: Φτάνει! Ως εδώ! Κι αν δεν σέβεστε όλους εμάς στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής στάσης, τουλάχιστον σεβαστείτε τη μνήμη των χαμένων συμπολιτών μας.

Και για όσους από σας δεν καταλάβατε, να το πω ακόμη πιο καθαρά: Με τέτοια πολιτική στάση για το έγκλημα στη Μαρφίν ταυτίζεστε απροκάλυπτα με την ολοφάνερη τυμβωρυχία Μητσοτάκη και των συν αυτώ, που τότε συμμετείχαν στις αντιμνημονιακές διαδηλώσεις και διακήρυτταν τα Ζάππεια, για να ανατρέψουν αργότερα μαζί με την 5η φάλαγγα μέσα στο ίδιο το κόμμα του τον τότε εκλεγμένο πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου. 

 

 

 

 

2 Μαϊ. 2020

To ΚΚΕ, η Επανάσταση

και ο ...Πολάκης

Αναμφίβολα το μεγάλο γεγονός της φετινής Πρωτομαγιάς, δεν είναι η απούσα επετειακή κινητοποίηση των εργαζομένων! Ούτε είναι η πολιτικά εν πολλοίς προσχηματική απαγόρευση των εργατικών συγκεντρώσεων για λόγους δημόσιας Υγείας! Άλλωστε, σε λίγες μέρες στα σχολεία θα στενάζει η ανησυχία και η αγωνία των δροσερών συνωστισμών υπό την αφέλεια και την ελαφρότητα των παιδικών και των νεανικών  συνυπάρξεων, ώστε η απαγόρευση συγκεντρώσεων για την Πρωτομαγιά να μοιάζει περισσότερο με αυτοσκοπό ολιγοήμερης παράτασης της επιβαλλόμενης πειθαρχίας και των περιορισμών, με αμελητέο πρακτικό αντίκρισμα, παρά με ουσιώδες μέτρο υγειονομικής σκοπιμότητας.

Ακόμη, τη φετινή Πρωτομαγιά, δεν θα την θυμόμαστε επειδή σε συνθήκες ακραίας εργασιακής βαρβαρότητας (που προϋπήρχε, απλά η πανδημία επήλθε σαν φυσική συνέχεια όσων έχουν προηγηθεί εδώ και 1 δεκάμηνο και πριν την εμφάνιση του κοροναϊού), εξέλιπε κάθε κινηματική ανασκίρτηση, έστω συμβολικού χαρακτήρα! …μεταξύ μας, εδώ και χρόνια οι πρωτομαγιάτικοι γιορτασμοί για τις εργατικές υποθέσεις έχουν καταστεί μέρος ενός συστήματος πολιτικής διαχείρισης της εκμετάλλευσης της εργασίας, με γενικευμένο και παγκοσμιοποιημένο τρόπο, για να μην θίγεται η προς όφελος της κεφαλαιοκρατίας καταπίεση των εργαζομένων, μάλλον αυτή περαιτέρω επισφραγίζεται και νομιμοποιείται.

Τη φετινή Πρωτομαγιά, λοιπόν, θα τη θυμόμαστε από μια φωτογραφία: μερικές εκατοντάδες άνθρωποι, παρατεταγμένοι σε υποδειγματική διάταξη, αποτίουν φόρο τιμής στους ξεσηκωμούς των εργατών, όποτε και όπου Γης.         

Η υποδοχή του event που οργάνωσε το ΚΚΕ μπροστά στη Βουλή, είναι κατά τη  γνώμη μου απολύτως ενδεικτική του βαθύτατου πολιτικού συντηρητισμού που διαπερνάει το εγχώριο κομματικό σύστημα, αλλά και τις ιδεολογίες και τα συστήματα αρχών που συγκροτούν τα πεδία αναφοράς των κομμάτων μας. Δεν είναι ζήτημα «Σημειωτικής της Πολιτικής»! Ισχυρότατη απόδειξη αμηχανίας της παραδοσιακής αριστεράς να αντιπαρατεθεί ουσιωδώς στην άρχουσα τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους της είναι.    

Τόσο πολύ και τόσο αποκαλυπτικά διακρίνω αυτό το στοιχείο που μόλις προηγουμένως επεσήμανα, ώστε επαλλήλως να μου φαίνεται φυσιολογικό και αναμενόμενο το γεγονός ότι ο πρώην γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κατά δήλωσή του πιο «ορίτζιναλ» εργατικού κόμματος της χώρας, είναι σήμερα επιφανής υπουργός της πιο αντεργατικής κυβέρνησης εδώ και πολλά χρόνια! 

Νομίζω, όμως, ότι το πράγμα πάει και πιο πέρα! Η εθελούσια προσχώρηση στην πειθαρχημένη και υπάκουη εκδοχή της πολιτικής πράξης από μεριάς των πολιτικών εκπροσώπων όσων επιθυμούν την εξέγερση ως αναπόσπαστο μέσο μιας σκοπούμενης ανατροπής, αποτελεί την αναμφίβολη παραδοχή αποδοχής των κανόνων του πολιτικού πλαισίου, που κατά τα άλλα οι ίδιοι πολιτικοί εκπρόσωποι διακηρύσσουν ότι στοχεύουν στην αποκαθήλωσή του και αγωνίζονται γι’ αυτήν!

Η απομάκρυνση της πολιτικής αριστεράς και ευρύτερα της προοδευτικής παράταξης από την επιδίωξη πρόκλησης «αταξίας» στα συντεταγμένα συστήματα που έχει δομήσει η άρχουσα τάξη, συνιστά μεγάλη υποχώρηση και καίριου βάρους συμβολικό σημείο, ως προς την  αναποτελεσματικότητα που προσδίδει στις αντιλαμβανόμενες ως αναγκαίες «επαναστάσεις» της εποχής μας, αποδομώντας και το ίδιο το περιεχόμενο του πολιτικού αφηγήματος της ανατροπής του κυρίαρχου συστήματος. Λειτουργεί πλέον ως επικυρωτικός παράγοντας της ίδιας της αποδοχής του πλαισίου που παράγει όλο αυτό το συστημικό πλαίσιο του πολιτικού, παραγωγικού και πολιτισμικού αδιεξόδου που βιώνουμε.

Δεν γνωρίζω αν τα στελέχη και τα μέλη του ΚΚΕ φαντασιώνονται μια επανάσταση πειθαρχημένων αμφισβητιών του καπιταλισμού, με το κόμμα της εργατικής τάξης κατά την παραδοσιακή μέθοδο του ιστορικά χρεοκοπημένου μαρξισμού-λενινισμού, να εγγυάται την «ήσυχη μετάβαση» στον σοσιαλισμό. Έχω την ελπίδα ότι παραμένουν ανάμεσα στα στελέχη και τα μέλη του κόμματος ενεργές ως επιθυμητό πολιτικό μέσο οι ευλογημένες αταξίες που χρειάζεται μια επανάσταση, για να είναι ειλικρινής ως προς τις πολιτικές προθέσεις της, πραγματική ως προς τις πρακτικές επιδιώξεις της και δυνητικά τελεσφόρα, ώστε να μην πεθαίνει εν τη γενέσει της ως «πολιτικός ρομαντισμός».    

Κάτι ακόμη: Η εικόνα των πειθήνια παρατεταγμένων επαναστατών, καθώς και το γεγονός ότι το περιστατικό τυγχάνει επαινετικής υποδοχής από πλευράς μεγάλου μέρους προοδευτικών πολιτών και εκτός ΚΚΕ, σηματοδοτεί και την συνομολόγηση ενός πεδίου αξιολόγησης των πολιτικών πραγμάτων, εντός του οποίου απομένει ελάχιστο περιθώριο δικαιωμάτων εκφώνησης ουσιώδους ανατρεπτικού λόγου.

Είναι ακριβώς το ίδιο σύνδρομο φαντασίωσης του μοντέλου «πολυτελούς» πλαισίου πολιτικών  αντιπαραθέσεων ως δήθεν του μόνου ανεκτού σε μια δημοκρατία, δυτικού τύπου, ενώ αυτό δεν ισχύει. Η αναταραχή με διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις και διαφορές μορφές συμβατικά απαγορευμένης πολιτικής δραστηριότητας (π.χ. η ρυπογόνος αφισοκόλληση μέσα σε καθεστώς ασφυξίας που επιβάλλουν τα μίντια-εργαλεία του συστήματος), στον αντίποδα των «παρατεταγμένων κομμουνιστών» ως ανεκτού μέρους μιας «κανονικότητας», επιτρέπεται στις δυτικές δημοκρατίες. Σε ακραίες περιπτώσεις, οι δυτικές δημοκρατίες προτρέπουν, μάλιστα, και σε ενεργοποιήσεις των πολιτών σε δράσεις οιονεί «πρόκλησης αταξίας» (για παράδειγμα, στο σύνταγμά μας η επίκληση των πατριωτισμού ως ύστατου εγγυητικού παράγοντα της δημοκρατικής ομαλότητας, αντί της «κανονικότητας» που διακινεί ως έννοια η σημερινή ελληνική κυβέρνηση).

Θα το πω καθ’ υπερβολήν και καθόλου «τρυφερά»: Η τεχνητή τοποθέτηση του δεδομένου υβριστικού στοιχείου στην εκφορά λόγου του Παύλου Πολάκη στο επίκεντρο της αξιολόγησης του προσώπου και των απόψεών του, παραμερίζοντας κάθε αναφορά και αξιολόγηση στο πολιτικό περιεχόμενο των λεγομένων του, είναι μια αναγωγική ταύτιση με την εικόνα των «παρατεταγμένων κομμουνιστών» στην πλατεία Συντάγματος. Αντί να παραβλέπουν τις ύβρεις (αν και πάντα οφείλεται να αντιδιαστέλλεται από την ύβρη η ποιότητα του πολιτικού λόγου, ιδίως για προοδευτικούς και αριστερούς πολίτες) και να παραχωρούν μέρος αξιολογικής αποτίμησης στον δημόσιο χώρο στο «τί λέει» και όχι μόνον «πώς το λέει», πολλοί προοδευτικοί συμπολίτες μου, παραβλέπουν το πολιτικό περιεχόμενο των λεχθέντων του. Όσοι το κάνουν -και δεν είναι προς ψόγον, διαπίστωση είναι- προσχωρούν στην (αντ-)επαναστατική πρακτική των «παρατεταγμένων κομμουνιστών».

Λέω να μην τους ακολουθήσω…   

 

 

 

 

29 Απρ. 2020

Οικονομία εναντίον Υγείας 

Η αλήθεια είναι ότι εδώ και καιρό η ένταξη των δύο -κατ’ αρχάς άσχετων μεταξύ τους- πεδίων του τίτλου σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ως προς τον τρόπο με τον οποίο η κάθε πλευρά θεάται έναν καλύτερο κόσμο στο μέλλον, έχει επισυμβεί. Ανατρέχοντας στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ανθρωπότητας, ως οργάνωσής μας σε κοινωνίες στον 21ο αιώνα, διαπιστώνουμε ότι προϊόντος του χρόνου η αντίφαση ανάμεσα στον στόχο να είναι εύρωστες οι οικονομίες μας, από τη μία, και τον σκοπό να είμαστε  υγιείς, από την άλλη, μεταβάλλεται σε εγγενές πολιτικό χαρακτηριστικό της εποχής μας. Κάτι που θα έπρεπε -και θα μπορούσε- να είναι επάλληλη στόχευση και των δύο, αλλά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν….

Κλασσικά παραδείγματα τούτου, οι ανθρώπινες δραστηριότητες που προκαλούν αποδεδειγμένα σοβαρές συνέπειες στην υγεία των πληθυσμών, τοπικές (π.χ. ένα εργοστάσιο που ρυπαίνει τοπικά το περιβάλλον) ή και παγκόσμιες (όπως η Κλιματική Αλλαγή. Και φυσικά, σ’ έναν «οικονομο-κρατούμενο» πλανήτη, τα κόστη έχουν αρχίσει να προσμετρώνται

Σε τέτοιο παγκόσμιο σκηνικό η πανδημία επελαύνει παράγοντας την πρώτη γενιά διπλωματικής πολιτικής περί την Υγεία. Ο πρόεδρος Τραμπ προαναγγέλλει ενδεχόμενη έγερση απαιτήσεων σε βάρος της Κίνας, προς αποκατάσταση της βλάβης που προκαλεί ο κορωναϊός στην αμερικανική οικονομία. Δεν γνωρίζω ποτέ άλλοτε τέτοιο ανάλογο περιστατικό. Πολύ περισσότερο, αυτή η εξέλιξη διανθισμένη από τη συνομωσιολογία ότι ο ιός είναι προϊόν εργαστηρίου και σκοπίμως ή εξ αμελείας διέρρευσε στον πληθυσμό, παράγει ήδη μια νέα γενιά συσχετισμών δύναμης, που ξεπερνάνε την οικονομικές και στρατιωτικές αποτιμήσεις ισχύος κάθε χώρας στην κατάταξή τους στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.

Όμως, και σε πιο μικρές κλίμακες ανιχνεύεται το φαινόμενο τέτοιας διπλωματίας της Υγείας. Επί παραδείγματι, ήδη η Ελλάδα «πουλάει» για τον τουρισμό της την εντύπωση ότι τα πήγε καλά  με την πανδημία. Και την ίδια ώρα, Γερμανοί υπουργοί διακηρύσσουν προς τους πολίτες τους να ξεχάσουν τις φετινές διακοπές τους στο ηλιόλουστο μεσογειακό τοπίο.    

Το φαινόμενο, αναμφίβολα αποτυπώνει την υποχώρηση της οικονομίας ως κύριου παράγοντα λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά, μέσα σ’ ένα σκηνικό «ελέγχου» της πανδημίας (εν πολλοίς κατασκευασμένο) η οικονομία μόλις τώρα αρχίζει να αντεπιτίθεται, επαναδιεκδικώντας τον πρώτο λόγο. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δηλώνει ανοιχτά ότι δεν μπορεί η Υγεία να επικαθορίζει τις πολιτικές αποφάσεις, με το αδιανόητο για εκείνον από τη ματιά της λογικής επιχείρημα ότι η φτώχεια θα έχει επιπτώσεις στη δημόσια Υγεία. Λες και επί μία δεκαετία στην Ελλάδα η επιβληθείσα φτώχεια δεν έπληξε καίρια (μαζί με την πολιτική διαφθορά) το δημόσιο σύστημα Υγείας, ούτε είχε συνέπειες στη δημόσια Υγεία στην πατρίδα μας…

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η πρωτοφανής διαμάχη πολιτικού ενδιαφέροντος ανάμεσα στην οικονομία και τη (δημόσια)  υγεία, είναι ένα καινοφανές στοιχείο, που όσο γρήγορα κι αν εμπεδωθεί στη διεθνή κοινή γνώμη ότι η εντύπωση ότι η πανδημία ήταν «κακό που πέρασε», έχει ήδη αφήσει επιρροές στην οργάνωση των κοινωνιών μας. Οι πρώιμες αναφορές από προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις διεθνώς στη θέση ότι η πανδημία δικαίωσε τα δημόσια συστήματα έναντι των ιδιωτικών δομών Υγείας, και εμμέσως ότι με την πανδημία δικαιώθηκε και η πολιτική επιλογή του «κοινωνικού κράτους», αποδεικνύουν την αυτόματη θά ‘λεγε κανένας (επανα)πολιτικοποίηση του ζητήματος της Υγείας των πολιτών. Ενώ, βεβαίως δεν θα χρειαζόταν μια πανδημία για να επικαιροποιηθεί η διαπίστωση ότι το κοινωνικό κράτος αποτελεί  αξεπέραστο ως σήμερα μέσο εξισορρόπησης των βιαιοτήτων που παράγει η καπιταλιστική οικονομική διαδικασία και όπλο τεράστιας ποιοτικής αναβάθμισης της κοινωνικής οργάνωσης.

Δε γνωρίζω σε ποιο βαθμό η διπλωματία της Υγείας θα συνεχίσει να επιδρά τόσο καίρια σ’ έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο. Πιθανολογώ ότι σε πρώτη φάση η οικονομία θα επανακάμψει στην πρωτοκαθεδρία των παραγόντων που διαμορφώνουν το πλαίσιο λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Φοβάμαι, μάλιστα, ότι αυτή η «επιστροφή» της οικονομίας εις θέσιν «ατμομηχανής της πολιτικής» θα μπορούσε να επέλθει με σοβαρό κόστος σε ανθρώπινες ζωές λόγω του κορωναϊού, αν και θα συνοδευόταν από μια «επικοινωνία διαχείρισης του δεύτερου γύρου συνεπειών της πανδημίας».

Ωστόσο, ό,τι και να ακολουθήσει, ήδη οι αναφορές και οι επεμβάσεις του ΟΗΕ και του ΠΟΫ σε ζητήματα διεθνούς διπλωματίας και οι προειδοποιήσεις (ακόμη και σε δραματικούς τόνους) ότι με την πανδημία υπογραμμίζεται όσο ποτέ εντονότερα εδώ και κανέναν αιώνα, η ανάγκη αναβάθμισης του βάρους της ανθρώπινης ζωής στο αξιακό πλέγμα που ισχύει στην εποχή μας, είναι ιστορικής σημασίας και δίνουν τον τόνο!

Δεν μπορώ να εικάσω αν αύριο οι πόλεμοι θα γίνονται εξ αφορμής μιας πανδημίας, αντί για τη διεκδίκηση πλουτοπαραγωγικών πόρων, όπως γίνεται μέχρι τις μέρες μας. Άλλωστε η μέριμνα αποφυγής του πολέμου ως μέσου επίλυσης οιωνδήποτε διαφορών, οφείλει να προηγείται πάντων. Όμως, το διλημματικού τύπου ερώτημα, όπως τίθεται, υγειονομική διασφάλιση εναντίον του ιού ή βαθύτερη οικονομική κρίση ένεκα τούτου, ανοίγει έναν πολύ κακό λογαριασμό στην παγκόσμια συζήτηση για το κοινό μας μέλλον. Κι αυτό αναμφίβολα θα το βρούμε μπροστά μας!