22 Φεβ. 2022

Τί συνάγεται

από τις δημοσκοπήσεις

Το νέο μύθευμα που από καιρό τώρα πλασάρεται από φοβερούς αναλυτές είναι ότι μπορεί να καταγράφει απώλειες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ο Τσίπρας δεν ωφελούνται απ’ αυτό.

Μάλιστα οι πιο «ψαγμένοι» διαπιστώνουν και πρόβλημα για τη δημοκρατία, επειδή, λέει, το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών του Κυριάκου Μητσοτάκη κατευθύνεται στην αποχή, άρα συνάγεται παθητικοποποίηση των εκλογέων, για την οποία μάλιστα κατά παράδοξο τρόπο ευθύνεται ξανά ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι, επίσης λέει, δεν πείθει και έτσι είναι εκείνος που προκαλεί το φαινόμενο της παθητικοποποίησης.

Πρόκειται για βροντώδεις βλακείες!

Ας δούμε γιατί:

- Οι απορροές λόγω φθοράς από κυβερνώντα κόμματα σε πρόθεση ψήφου κατά κανόνα και σε κάθε σοβαρή δημοσκόπηση εκτός προεκλογικής περιόδου, διέρχονται περίοδο ενδιάμεσης τοποθέτησης στην αδιευκρίνιστη ψήφο και την αποχή. Το φαινόμενο της άμεσης εγκατάλειψης της τελευταίας ψήφου είναι εξαιρετικά σπάνιο και τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και σπανιότερο. Μόνον όταν το προεκλογικό σκηνικό παγιωθεί και επιβεβαιωθεί, τότε και μόνο τότε εξάγονται σοβαρά συμπεράσματα για τις μετακινήσεις από κόμμα σε κόμμα σε ό,τι αφορά την πρόθεση ψήφου. Ως τότε μόνο τάσεις καταγράφονται και μάλιστα έμμεσες, αφού οι τάσεις αυτές ενσωματώνονται στα ευρήματα σχετικά με τις λεγόμενες «συσπειρώσεις» και εξ αντανακλάσεως και με αναγωγές γίνονται εκτιμήσεις για τις μετακινήσεις ψηφοφόρων μεταξύ των κομμάτων.        

- Σε καμιά περίπτωση η μη αυτόματη μεταπήδηση της πρόθεσης ψήφου από το φθειρόμενο κυβερνών κόμμα σε κόμμα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να αξιοποιηθεί αναλυτικά ως στοιχείο τεκμηρίωσης της τάσης παθητικοποποίησης των εκλογικών κοινών. Η τάση αυτή παγίως αποτελεί μεσο-μακροπρόθεσμο στοιχείο και συνδέεται με πληθώρα άλλων στοιχείων και τελείως εκτός της πειστικότητας της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Ελλάδα η αποχή στις εκλογές του 2015 ήταν περίπου στο 44% ενώ στις εκλογές του 2019 ήταν γύρω στο 43%. Η αυξητική τάση από το 2010 ως σήμερα πολύ περισσότερο συναρτάται (κι αυτό εχει τεκμηριωθεί και με σχετικές ποιοτικές μετρήσεις) με την αποστροφή που προκάλεσε στους εκλογείς η μνημονιακή επιλογή, παρά η χαμηλή πειστικότητα της αντιπολίτευσης.

- Όπως για την κυβέρνηση που έχει εκλεγεί στις τελευταίες εκλογές στις δημοσκοπήσεις αποτυπώνεται  η διαδικασία της αργής απορροής ψηφοφόρων της, έτσι και για την αντιπολίτευση, το δημοσκοπικό μειονέκτημα από τις τελευταίες εκλογές και μετά, δεν εξαφανίζεται και υποκαθίσται από ανοδική πορεία, παρά μόνο με αντιστρόφως αργούς ρυθμούς σε σύγκριση με την αποδόμηση του κυβερνώντος κόμματος. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (αλλά και σ’ άλλα κόμματα) επειδή οι μετρήσεις των δημοσκοπήσεων σχεδόν ταυτίζονται με τα αποτελέσματα της κάλπης των ευρωεκλογών του 2019 (και πόσο αυτά τροποποιήθηκαν στις βουλευτικές εκλογές του 2019 ένα μήνα αργότερα),   διαπιστώνεται ότι η δυνητική απεύθυνση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε κοινά που δεν δηλώνουν στις μετρήσεις των σημερινών δημοσκοπήσεων ότι θα το ψηφίσουν, είναι πολύ πιο ευρεία, απ’ όσο του κυβερνώντος κόμματος. (Δηλαδή η αιτιολογική φύση της απορροής από φθειρόμενο κυβερνητικό κόμμα είναι τελείως διαφορετική από τα αίτια που οι συγκαταλεγόμενοι στους αναποφάσιστους δεν δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι θα ψήφιζαν κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης). Ωστόσο, οι αναγωγές και οι υπολογισμοί που κάνουν οι σημερινές δημοσκοπήσεις από την καθαρή «πρόθεση ψήφου» κατά τις μετρήσεις τους στην «εκτίμηση εκλογικής επιρροής», υποαξιολογούν συστηματικά αυτό το ποιοτικό δεδομένο. Γι’ αυτό και μερικές φορές οι αριθμοί των «εκτιμήσεων εκλογικής επιρροής» ορισμένων εταιρειών δημοσκοπήσεων είναι εξωπραγματικοί. Το στοιχείο αυτό συνδυαζόμενο με την επίσης συστηματική υποεκπροσώπηση στου ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στα δείγματα των εταιρειών που διενεργούν τις δημοσκοπήσεις αλλάζει τελείως την εικόνα του πολιτικού σκηνικού που τελικά αποτυπώνεται σ’ αυτές.

- Η περίπτωση του ΚΙΝΑΛ, παρά την εντατική υποστήριξη του κόμματος από μερίδα μέσων ενημέρωσης, φαίνεται να ολοκληρώνει τον κύκλο της ανοδικής δημοσκοπικής τάσης του κάτω από τη ζώνη του 15%. Δεν είναι καθόλου ασήμαντο ως ποσοστό αύξησης σε σύγκριση με το ποσοστό της κάλπης. Υπό την προϋπόθεση ότι η διαπίστωση αυτή θα συνεχίσει να προκύπτει και στους επόμενους γύρους δημοσκοπήσεων, πρόκειται για μεταβολή στο συνολικό κομματικό σκηνικό μη αξιόλογη και πάντως σε καμιά περίπτωση ικανή να καταστεί κύριο σημείο ανατροπής ή διαιώνισης του ισχύοντος σήμερα σκηνικού.

- Η «εξαφάνιση» της Χρυσής Αυγής ως μετρώμενης κομματικής οντότητας στις δημοσκοπήσεις, μπορεί τυπικά να είναι αιτιολογημένη λόγω της κήρυξης του νεοναζιστικού σχηματισμού ως παράνομου, επί της πολιτικής ουσίας όμως συμβάλλει  στην αποτύπωση ενός «μη πραγματικού» κομματικού σκηνικού. Επί του πρακτικού αποτελέσματος ο έντονα ευνοούμενος κομματικός σχηματισμός από αυτή την εξαφάνιση της Χρυσής Αυγής είναι η Νέα Δημοκρατία και φυσικά και η Ελληνική Λύση. Αντίθετα, η δηλούμενη πρόθεση υπερψήφισης ιδίως της ΝΔ από ερωτώμενους στις δημοσκοπήσεις (όπου αν συμμετείχε προς μέτρηση η Χρυσή Αυγή θα δήλωναν ότι θα ψήφιζαν τον νεοναζιστικό σχηματισμό), είναι πολύ αμφίβολο εάν τελικά θα φτάσει και ως την πραγματική εκλογική κάλπη. Αυτό είναι το τελικό αφανές σημείο που βολεύει τη ΝΔ να παρουσιάζεται ως αργότερα αποδομούμενη του πραγματικού ρυθμού εκλογικής αποδυνάμωσής της.  

- Τέλος, ένα σημείο στο οποίο καταγράφεται σοβαρή ποιοτική μεταβολή που διαφεύγει από τις διενεργούμενες σήμερα δημοσκοπήσεις είναι η συντριπτικά εντονότερη «ταξικότητα της ψήφου» σε σύγκριση με τις εκλογές του 2019, όταν τα δύο μεγάλα κόμματα περίπου είχαν την ίδια «διαταξικότητα» σε ό,τι αφορά τη σύνθεση των ψηφοφόρων τους. Το στοιχείο αυτό είναι ένα ακόμη πρόβλημα κλονισμού της αξιοπιστίας των διενεργούμενων δημοσκοπήσεων, διότι καταταλαιπωρεί τα δείγματα των εταιρειών ως προς την αντιπροσωπευτικότητά τους.

- Συνεκτιμωμένων όλων αυτών, η υπεροχή της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (διότι υπάρχει τέτοια υπεροχή) πρακτικά μειώνεται σε επίπεδα στατιστικής διαφοράς. Κι αυτό φαίνεται πως πολύ δύσκολα πια θα αλλάξει μέχρι τη στιγμή που που θα μπούμε στην πραγματική προεκλογική περίοδο.                                             

 

 

 

 

15 Φεβ. 2022

Διαφορές και ομοιότητες

Φυσικά και δεν συγκρίνεται ο Αλέξης Τσίπρας με τον Ανδρέα Παπανδρέου! Καθε πολιτικός άλλωστε είναι πρόσωπο διαφορετικό και έκαστος με τα δικά του χαρακτηριστικά.

Εκείνο που είναι πανομοιότυπο είναι οι πρακτικές της συντήρησης απέναντι σε πολιτικές προσωπικότητες που καταλαβαίνουν ότι είναι η πραγματική απειλή για ό,τι εκπροσωπεί πολιτικά η δεξιά και τα κοινά που την υποστηρίζουν.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου με το ΠΑΣΟΚ τότε στο 13% έτσι κατασκευάστηκε ως «αλκοολικός», που «του έβαζαν το ποτήρι πάνω στο βήμα των ομιλιών του σε αδιαφανές σκεύος, για να μη φαίνεται το ουίσκι που είχε μέσα»... Ή παρουσιάστηκε ως «πράκτορας των ...αμερικανών»!

Η δεξιά τρέμει πολιτικές προσωπικότητες που μπορούν να διαμορφώσουν διαλεκτική και απ’ ευθείας σχέση με τους πολίτες, παρακάμπτοντας τις παραμορφωτικές ενδιάμεσες παρεμβάσεις, που για διάφορες σκοπιμότητες και με ετερόκλιτα κίνητρα θέτουν τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία βεβαιότατα έχουν συγκεκριμένη τοποθέτηση στον κοινωνικό χάρτη των ταξικών αντιθέσεων.

Τότε και σήμερα η δεξιά ποντάρει στη φυσική αντίδραση των «νοικοκυραίων αλά Κεραμέως-Βαρβιτσιώτης» εναντίον οιασδήποτε κίνησης αλλαγής, για να συκοφαντηθεί βίαια όποια πολιτική προσωπικότητα αντέχει να δίνει τις μάχες εκτός του πλαισίου συμβιβασμών που θέτει το «σύστημα». Το εάν ο Τσίπρας είναι τέτοια περίπτωση, ή όχι, μπορεί να το αξιολογεί ο καθένας μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η συντήρηση (καραμανλισμός και Ένωση Κέντρου) υποτίμησαν κατά κάποιο τρόπο αυτό το στοιχείο και ως αποτέλεσμα προέκυψε μακρά διακυβέρνηση από ηγεσία και πολιτικό φορέα που οι σχέσεις τους διέπονταν από την αλληλεξαρτώμενη στην πολιτική σχέση προοδευτικού μπροστάρη και ριζοσπαστικοποιούμενων κοινών (τότε τη ριζοσπαστικοποίηση είχαν δρομολογήσει τα προεόρτια της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του 1980 και οι ίδιες οι συνέπειές της που ακολούθησαν).

Σήμερα, με την ελληνική δεξιά (και φυσικό συμπαραστάτη της την κοινωνική συντήρηση) να έχει «καμμένη τη γούνα της» από την πρόσφατη ελληνική πολιτική ζωή, με τις προοδευτικές κυβερνήσεις της περιόδου 1981-2000 αλλά και με την ιστορική ανατροπή 2015-2019, είναι φυσικό όλα τα όπλα να στοχεύουν τον Αλέξη Τσίπρα. Από τα γελοία σενάρια που διακινούνται περί δήθεν συμπροεδρίας Τσίπρα-Αχτσιόγλου και τα βροντώδη ψέματα ότι δήθεν ο Τσίπρας αντάλλαξε χερι με χέρι με την ΕΕ τη μη περικοπή των συντάξεων με την ονομασία «Μακεδονία», ως τη σημερινή αγωνία να συκοφαντηθεί  άρον άρον το πρόσωπο «Τσίπρας» και ό,τι αυτός πολιτικά εκπροσωπεί, η αγωνία της δεξιάς απέναντι στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι έκδηλη! Ιδίως όταν η αντίστιξη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι τόσο τραυματική για τη δεξιά, όσο συμβαίνει σήμερα.   

Κατανοούν ενδεχομένως ότι τυχόν δεύτερη διακυβέρνηση Τσίπρα θα καταστεί πολιτικός καταλύτης εκ των πραγμάτων και επί των ερειπίων της κοινωνικής καταστροφής που αφήνει πίσω η ιδιαίτερα παρατεταμένη (ιδίως σε συνθήκες ελεγχόμενης νομισματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης) καπιταλιστική κρίση, θα εγκαινιάσει την επόμενη 20ετία προοδευτικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο σκέψης διευκολυνόμαστε να κατανοήσουμε ποιές κοινωνικές και κομματικές δυνάμεις συγκροτούν το δυνάμει «πολιτικό σώμα» που συγκαταλέγεται στο μέτωπο πολιτικής αλλαγής που θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα στις αναγκαίες αλλαγές τα επόμενα χρόνια. (Μιλώ για τις «κομματικές δυνάμεις», διότι οι «κοινωνικές δυνάμεις» του στοιχήματος περίπου έχουν ήδη διαταχτεί στο σκηνικό!)   

Επίσης, μόνο από το ποιοί εχθρεύονται τον Τσίπρα και τί μέσα μετέρχονται για να τον μειώσουν επικοινωνιακά, διευκολυνόμαστε να διακρίνουμε την ένταξη του κάθε πολιτικού φορέα και της ηγεσίας του, στον προοδευτικό χώρο.  

 

 

 

 

8 Φεβ. 2022

Τί κρύβεται

πίσω από τη διαγραφή

του Πέτρου Δούκα

Θεωρώ ως εξαιρετικά μεγάλου πολιτικού ενδιαφέροντος την εσωκομματική επίθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον καραμανλισμό, με την περίφημη πια διαγραφή του Πέτρου Δούκα καθώς και την αποπομπή του Σπήλιου Λιβανού από υπουργός, με τη συνδρομή βεβαίως των μίντια που καλοταΐστηκαν με τις λίστες Πέτσα.

Η προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι η απόδειξη ότι ο ίδιος βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση μέσα στο κόμμα του (ούτως ή άλλως οι μητσοτάκηδες πάντοτε ‘σώγαμπροι πολιτικής πολυτελείας ήταν μέσα στη ΝΔ) και ενώ από καιρό τώρα έχει ξεκινήσει η κίνηση των καραμανλικών κατά του πρωθυπουργού, ο οποίος καταστρέφει τη χώρα, καταλαιπωρεί τους πολίτες, προκαλεί χιλιάδες θανάτους από τον κορονοϊό, διασύρει διεθνώς την Ελλάδα και πλήττει σοβαρά και συνεχώς τους δημοκρατικούς θεσμούς και τη δικαιοσύνη, κι όλ’ αυτά και πολλά άλλα μέσα σ’ ένα νοσηρότατο κλίμα σήψης, νεποτισμού και με έκδηλη τη λαϊκή αγανάκτηση.       

Ναι:

- ο πρωθυπουργός που δρομολόγησε την αήθεια μεταμφίεσης του μεγαλύτερου παρά ποτέ (ως προς το δημοσιονομικό κόστος του) πολιτικού σκανδάλου της Novartis σε δήθεν σκευωρία, και τό ‘κανε προκαλώντας βαρύτατη ζημία στην αξιοπιστία και το κύρος της ελληνικής δικαιοσύνης,

- ο πρωθυπουργός που για μια φούχτα ψήφους έβγαζε τις ορδές του Βουκεφάλα στο πεζοδρόμιο με τα απίστευτα ψέματα ότι δήθεν η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ειχε ανταλλαξει τη μη περικοπή των συντάξεων με τον όνομα «Μακεδονία», ενώ ο ίδιος ως πρωθυπουργός πλέον σήμερα κοίταζε ανήμπορος το σε βάρος της Ελλάδας μειοδοτικό περιστατικό τα τουρκικά πλοία να διεξάγουν έρευνες  στη θαλάσσια ζώνη των 12 μιλίων ανατολικά της Κρήτης,

- ο πρωθυπουργός που άφηνε περιουσίες χιλιάδων ελλήνων να καούν για να μη διακινδυνεύσει την σύγκριση με τους νεκρούς στην τραγωδία στο Μάτι, το Μάτι όπου ως αντιπολίτευση τότε σχεδίασε και εκτέλεσε τη μεγαλύτερη πολιτική τυμβωρυχία που θα μπορούσε να διανοηθεί ένας τίμιος άνθρωπος,

- ...αλλά ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός που χάνει κάθε μέρα τόσους νεκρούς όσοι χάθηκαν στο Μάτι, με αποδεδειγμένο και με τη βούλα της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα ότι χιλιάδες απ’ αυτούς τους θανάτους συμπολιτών μας θα είχαν αποφευχθεί αν κυβερνούσε κάποιος άλλος που θα πρόσεχε τόσο τη δημόσια Υγεία όσο απαιτούν οι περιστάσεις της πανδημίας...

...ναι, αυτός ο πρωθυπουργός, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, «κοκκίνησε», λέει, από τις προεκλογικές αήθειες του κόμματός του το 2007 (τις οποίες δήθεν τόσα χρόνια δεν εγνώριζε) και διέγραψε τον Πέτρο Δούκα...

Μεγαλύτερο δούλεμα δεν μπορεί να υπάρξει!

Λες και τα δέντρα που έστελνε το κόμμα του να ψηφίσουν δεν έχουν συμβεί ποτέ! Λες και η τυμβωρυχία του με το Μάτι δεν ισοδυναμεί πολιτικά με τις πολιτικές εξαγορές ψήφων στην Ηλεία!

Και, καλά, αυτός κάνει τη δουλειά του! Με ψέματα και αήθειες σαν της Siemens και ανθρώπους καταδικασμένους για παιδεραστία πολιτεύτηκε διά βίου, τώρα θα αλλάξει;

Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στο ότι «τσιμπήσανε» προθύμως πολλοί ανόητοι «προοδευτικοί» για να κατηγορήσουν τον κατά τα άλλα πασίγνωστο ιστορικά καραμανλισμό, σε μια μηχανίστικη αντίστιξη με τον (νεο)μητσοτακισμό, θέση  που αντικειμενικά λειτουργεί υποστηρικτικά και υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη και για μια ακόμη φορά την τελευταία διετία εξωθεί «τη μπάλα στην εξέδρα» σχετικά με το σημερινό σαφέστατο πολιτικό αίτημα εκδίωξης του σημερινού πρωθυπουργού. (Το «πέταγμα στην εξέδρα» εδώ αφορά το αν ευθύνεται ο Κ. Κατραμανλής ή ο Γ. Παπανδρέου για το μνημόνιο –και με τον Κ. Σημίτη προνομιακά εκτός πάσης ευθύνης για τους όρους υπό τους οποίους έβαλε την Ελλάδα στο ευρώ, και ενώ πια βρισκόμαστε ιστορικά στη μετα-μνημονιακή εποχή (όπως εξασφάλισε η κυβέρνηση του Αλεξη Τσίπρα και με ρυθμισμένο στρατηγικά το ελληνικό χρέος), και ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης μας οδηγεί στη νέα καταστροφή...)      

Δεν προξενεί κατάπληξη ότι οι περισσότεροι που «τσιμπήσανε» στον εσωκομματικής στόχευσης προσχεδιασμένο αντιπερισπασμό του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πέτρο Δούκα, ...δεν προέρχονται από τη ΝΔ (ή τουλάχιστον δεν δηλώνουν ανοιχτά ότι την ψηφίζουν). Προέρχονται από το ΚΙΝΑΛ! Και έχει αυξημένο ενδιαφέρον εδώ ότι πολλοί ανάμεσα σ’ αυτούς είναι υποστηρικτές του Γ. Παπανδρέου, που πολιτικά έχει μιλήσει περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον για την ανάγκη κυβέρνησης προοδευτικής στροφής, για να αντικαταστήσει τον κλονιζόμενο Κυριάκο Μητσοτάκη.

Κι όλοι αυτοί το κάνουν έχοντας βιώσει πολύ πρόσφατα την ανοιχτή παρέμβαση των εξωθεσμικών κύκλων που ταΐζονται από τις «λιστες Πέτσα», που έπληξαν κατάστηθα την υποψηφιότητα του Γ. Παπανδρέου για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ. Κοντή πολιτική μνήμη, ή πλεόνασμα πολιτικής μωρίας;       

Οι ίδιοι, εγκλωβισμένοι μέσα στον άγονο αντισυριζισμό όπου τους παγίδευσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, συνέβαλαν καθοριστικά στην έλευση του σημερινού μοιραίου για όλους μας πρωθυπουργού στην εξουσία, και σήμερα προσπαθούν να δραπετεύσουν για την απλόχερη στήριξή τους στον νεο-μητσοτακισμό, με συνεχείς υπεκφυγές. Όπως σήμερα με τον Πέτρο Δούκα, που δήθεν τους θύμισε πόσο κακός είναι ο καραμανλισμός σε μια πολιτικά έντεχνη αντίστιξη με  τον νεο-μητσοτακισμό. Νωρίτερα κρύβονταν πίσω από τον Καμμένο για τον αντισυριζισμό τους. Μετά ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που έφερε τη ΝΔ, λες και εκείνοι δεν ήξεραν τίποτα για το έγκλημα.

Φτωχές πολιτικές διαδρομές! Ανάμεσα στα κόμματα πάντα θα υπάρχει περιθώριο και ανάγκη για ιδεολογικοπολιτικές αντιπαραθέσεις, επί του πραγματικού  και με αίσθηση του χρόνου, του τόπου, των προσώπων και των κοινωνικών αιτίων που παράγουν τις διακομματικές αντιπαραθέσεις! Αυτό είναι υγιές για τη δημοκρατία! Αλλιώς, ένα κόμμα μετατρέπεται σε κάτι σαν τον ΚΚΕ, δηλαδή σ’ έναν πολιτικό οργανισμό «παγωμένο στον χρόνο», όταν οι καιροί και οι ανάγκες της χώρας και των πολιτών, όπως σήμερα, αφορούν στο σήμερα και το αύριο και όχι στο παρελθόν. Όταν ένα κόμμα «παγώνει στον χρόνο» κυριαρχούν οι πολιτικές  μικροσκοπιμότητες και οι εμμονές αυτοδικαίωσης των απερχόμενων βαρόνων του ίδιου κόμματος και των υποστηρικτών τους, και το τέλμα καραδοκεί.     

Έτσι, αντί για την αυτοκριτική που οφείλουν για τον άγονο αντισυριζισμό τους όλοι αυτοί, τώρα ξανά αντικειμενικά προσφέρουν σανίδα σωτηρίας στον σημερινό πρωθυπουργό. Αυτή τη φορά σε κανέναν απ’ αυτούς και τίποτα δεν θα τους συγχωρεθεί, αν και πάλι προστρέξουν με τόση προθυμία στο πλευρό του Κυριάκου Μητσοτάκη! Τα αστεία τελείωσαν...    

 

 

 

 

29 Ιαν. 2022

Ποιός κοροϊδεύει τους πολίτες;

H (κοινή) θέση Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Ανδρουλάκη σχετικά με την πρόταση μομφής κατά της καταστροφικής κυβέρνησης του πρώτου, είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας τά ‘κανε όλ’ αυτά για να δημιουργήσει τεχνητά αντιπερισπασμό στη δημοσκόπηση που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οριακά πανω από το ΚΙΝΑΛ σε εκτίμηση εκλογικής επιρροής.

Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι η δημοσκόπηση είναι σοβαρή (που δεν είναι), ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι όσοι πιστεύουνε την εν λόγω δημοσκόπηση είναι σοβαροί (που δεν είναι), ακόμη κι αν η αντικειμενική εικόνα πολυεπίπεδης καταστροφής που βιώνουν οι πολίτες της χώρας δεν συνιστά το δέον πολιτικό πλαίσιο για την κατάθεση πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη (που αναμφίβολα συνιστά), η πρόταση μομφής παράγει ήδη αποτελέσματα στο γκρίζο σκηνικό που δεσπόζει επί διόμισυ χρόνια στον δημόσιο βίο μας: μια προφανέστατα κακή διακυβέρνηση απολογείται ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας για τις εγκληματικές ευθύνες της, και με κόστος χιλιάδες ζωές που (αποδεδειγμένα με τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα) θα μπορούσαν να έχουν σωθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν όσο χρειαζόταν το δημόσιο σύστημα υγείας, αντί να χειροκροτάνε υποκριτικά στα μπαλκόνια.

Η αλληλουχία των ολέθριων συνεπειών της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη στο σύνολο σχεδόν των πεδίων αρμοδιότητάς της (από την εξωτερική πολιτική, όπου, για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει ήδη φορτωθεί με τα αρνητικά προηγούμενα του μνημονίου για την τουρκο-λιβυκή ΑΟΖ και των τουρκικών ερευνών εντός της ζώνης των 12 μιλίων από τις κρητικές ακτές, ως τις χιλιάδες καμμένες περιουσίες το περασμένο καλοκαίρι στην Εύβοια, και τόσα άλλα), επέβαλε και επιβάλλει η αντιπολίτευση να μετέλθει κάθε μέσο για να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Δηλαδή, αν με την πρόταση μομφής του Αλέξη Τσίπρα υπηρετείται αυτός ο σκοπός, τότε η κίνηση είναι θετική και προάγει τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της. Και απέναντι σ’ αυτό το εκ των πραγμάτων μείζον πολιτικό ζήτημα της χώρας και των πολιτών της, όποιο κόμμα υπερψηφίζει υπέρ της απομάκρυνσης του Κυριάκου Μητσοτάκη συνομολογεί ότι η πρόταση μομφής ορθώς κατατέθηκε. Τα υπόλοιπα οπωσδήποτε παρέλκουν.

Ας μην παραβλέπουμε ότι η πρόταση μομφής κατά μιας κυβέρνησης στον κοινοβουλευτισμό αποτελεί την κορυφαία θεσμική δυνατότητα που παραχωρείται στην αντιπολίτευση για να ανακόψει την καθοδική πορεία μιας χώρας, από μια κακή κυβέρνηση. Φυσικά πολλές φορές στην πολιτική ιστορία τέτοιες προτάσεις μομφής έχουν υποβληθεί προσχηματικά. Δεν υπάρχει, όμως, ούτε μία τέτοια περίπτωση προσχηματικής προσφυγής σ’ αυτό το ύστατο για μια αντιπολίτευση μέσο, που η διαίσθηση της κοινής γνώμης να μην εντόπισε το πρόσχημα, αντί της πολιτικής ουσίας που θα έπρεπε να επικρατεί. Η εικόνα της σημερινής Ελλάδας με τους αποδεδειγμένα επί πλέον χιλιάδες θανάτους συμπολιτών μας (επαναλαμβάνω, που θα μπορούσαν να εχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν τη δημόσια υγεία), δεν αφήνει κανέναν περιθώριο σε κανέναν να επικαλείται ότι η πρόταση μομφής ήταν προσχηματική. Αν κάποιο κόμμα, μάλιστα, υπερψηφίζει την πρόταση μομφής αλλά ταυτόχρονα αποδίδει πολιτικά προσχήματα στα κίνητρα υποβολής της, τότε το κόμμα αυτό διαπράττει διπλή αήθεια: διότι με τέτοια στάση το κόμμα αυτό διακωμωδεί ξεκάθαρα αυτό το κορυφαίο κοινοβουλευτικό μεσο της αντιπολίτευσης. Ας είμαστε, λοιπόν, σαφείς: όποιο κόμμα διαπιστώνει προσχήματα και όχι εδραία πολιτική ανάγκη προς όφελος της χώρας και των πολιτών της για την υποβολή μιας πρότασης μομφής κατά μιας κυβέρνησης, τότε το κόμμα αυτό οφείλει να καταψηφίσει την πρόταση!

Υπάρχει ένα ακόμη σημείο που διακινήθηκε σχετικά με την πρόταση μομφής: ότι βρισκόμαστε εντός της πανδημίας και γι’ αυτό οι τυχόν πρόωρες εκλογές θα έβλαπταν και θα έπρεπε να αποφευχθούν. Το επιχείρημα αυτό από κόμματα που υπερψηφίζουν την πρόταση μομφής είναι αυτόχρημα αστείο! Διότι, απλά και αναπόφευκτα, όταν κατά δήλωση του κόμματος αυτού πρωτεύων στόχος προαγωγής της συμφερόντων της χώρας θα ήταν να αποφευχθούν οι εκλογές, τότε το κόμμα υποχρεούται να καταψηφίσει την πρόταση!

Και αντιπαρέρχομαι το αστείο του πράγματος ότι εν μέσω πανδημίας δεκάδες χώρες έχουν κάνει εκλογές. Ακόμη και σήμερα, αυτές ακριβώς τις εβδομάδες, η Πορτογαλία, χώρα-μέλος της ΕΕ, προσφεύγει σε πρόωρες εκλογές, και ούτε ένα από τα κόμματα δεν έχει διανοηθεί να προτάξει τέτοιο επιχείρημα. Ακόμη και εν μέσω πολέμου μια χώρα οφείλει να κάνει εκλογές για να απομακρυνθεί κυβέρνηση που καταστρέφει τον τόπο! Αυτά τα αυτονόητα πράγματα δεν μπορεί να τα ξανασυζητάμε από την αρχή, διότι έτσι γελοιοποιείται κάθε έννοια σεβασμού απέναντι στο δημοκρατικό πολίτευμα, ως συστήματος που θέτει σε έμπρακτη θεσμική και πολιτική λειτουργία την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.   

Τέλος, να ξεκαθαρίσουμε μία ακόμη πτυχή που και πρόσφατα μας είχε απασχολήσει. Όταν μία κυβέρνηση καταψηφίζεται ως αποτέλεσμα μιας πρότασης μομφής που υπέβαλε η αντιπολίτευση, τότε προκηρύσσονται αμέσως εκλογές, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία να είναι επιτρεπτή. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτήν την περίπτωση, με την περίπτωση πρωθυπουργού που υπέβαλε την παραίτησή του. Στην πρώτη περίπτωση η Βουλή που έχει συγκροτηθεί στη βάση της δεδηλωμένης, δεν μπορεί να συνεχίσει να νομοθετεί, απλούστατα διότι η δεδηλωμένη εξέλιπε. Στη δεύτερη περίπτωση, η δεδηλωμένη δεν εξέλιπε κατ’ ανάγκη. Γι’ αυτό και στη δεύτερη περίπτωση εφαρμόζεται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών, και αν μεν διαπιστωθεί δεδηλωμένη, τότε σχηματίζεται νέα κυβέρνηση και η ήδη υπάρχουσα Βουλή συνεχίζει να λειτουργεί και να νομοθετεί. Παντα στη δεύτερη περίπτωση, αν κατά τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών δεν διαπιστωθεί δεδηλωμένη, τότε προκηρύσσονται εκλογές. 

Στον πολιτικό πυρήνα της τελευταίας παρατήρησης: αν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης συμπεραίνει ότι συντρέχουν συνθήκες τέτοιες ώστε να αποφαίνεται ότι πρέπει να υπερψηφίσει μια πρόταση μομφής, αλλά εκτιμά ότι πρέπει να αποφευχθούν εκλογές, τότε οφείλει να ζητήσει από έναν πρωθυπουργό να παραιτηθεί, για να ανοίξει ο δρόμος για διερευνητικές εντολές υπό την παρούσα σύνθεση της Βουλής. Αν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης έχοντας τέτοια θέση στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν ζητάει την παραίτηση του πρωθυπουργού, τότε διαπράττει την αήθεια του εξόφθαλμου πολιτικού τυχοδιωκτισμού. Κι αυτά δεν περνάνε ενώπιον των πολιτών χωρίς συνέπειες.                           

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας! Στη χώρα μας, η καθοδική και φθίνουσα πορεία με τους χιλιάδες περισσότερους από τους αναμενόμενους θανάτους λόγω της πανδημίας και ένεκα πράξεων και παραλείψεων της σημερινής κυβέρνησης, θα μπορούσε να ανακοπεί χωρίς να οδηγηθούμε αυτομάτως σε πρόωρες εκλογές, αν επαραιτείτο ο μοιραίος και επικίνδυνος Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η αξιωματική αντιπολίτευση αυτό το έχει ζητήσει κατ’ επανάληψη. Και ένας πρωθυπουργός πασίγνωστης πλέον ανεπάρκειας, χαμηλού επιπέδου πολιτικών ηθών (όπως περίτρανα έχουν αποδείξει ο νεποτισμός επί των ημερών του, οι λίστες Πέτσα, οι βόλτες του όταν όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν σε αυστηρή καραντίνα, οι απαξιωτικές αναφορές στον «ψυκτικό του Περιστερίου», και τόσα άλλα), αλλά και αντικειμενικά ένας πρωθυπουργός που όχι μόνο πλήττει το δημόσιο συμφέρον αλλά με τις πράξεις και τις παραλείψεις του θέτει σε προφανή κίνδυνο τις ζωές και την περιουσία των πολιτών της χώρας, αρνείται να παραιτηθεί!

Σε τέτοιες συνθήκες, λοιπόν, η πρόταση μομφής του Αλέξη Τσίπρα ήταν η μόνη εναπομένουσα θεσμικά και πολιτικά επιβεβλημένη επιλογή! Και όποιο κόμμα της αντιπολίτευσης απέναντι σ’ αυτά τα αυτονόητα διαπιστώνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να φύγει, αλλά ταυτόχρονα αποφεύγει συστηματικά να ζητήσει την παραίτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ασφαλέστατα το κόμμα αυτό καθίσταται τυχοδιωκτικό εργαλείο πολιτικής, με μόνο τελικά ωφελούμενο από τη σταση του αυτή παράγοντα τον ένοχο για όλα τα παραπάνω πρωθυπουργό.                                           

Στη λαϊκή διάλεκτο αυτό λέγεται «ένα κόμμα που εμπαίζει τον λαό». Και όταν το κόστος αυτού του εμπαιγμού είναι ανθρώπινες ζωές, τότε ο καταλογισμός οφείλει να είναι (και θα είναι) βαρύτατος!

 

 

 

 

15 Ιαν. 2022

Γαμιέται ο Μητσοτάκης;

Τη χώρα των περισσότερων θανάτων από κορονοϊό σαρώνουν ταυτόχρονα δύο  θύελλες: η μία είναι η πανδημία και η άλλη είναι μια καταιγίδα απλής στιχουργικής.

Πρόκειται για θύελλες αλληλοτροφοδοτούμενες απολύτως από τα ίδια αίτια και οι οποίες δεν θα κοπάσουν αν δεν ικανοποιηθεί πλήρως η άρση του κοινού αιτιολογικού υποστρώματός τους: η απομάκρυνση και ο κολασμός εκείνου που ευθύνεται για το έγκλημα θανατηφόρας και γενικευμένης (επανα)καταστροφής  της Ελλάδας (από τα ίδια, μάλιστα, πρόσωπα).

Παράλληλα, εδώ καταγράφεται η πολιτική ιδιοτυπία να επαναλαμβάνονται με ταυτόσημα χαρακτηριστικά οι επιπτώσεις του επαναλαμβανόμενου «οικογενειακού» υπόβαθρου της όλης υπόθεσης, ως πρόσθετου και διακριτού αιτιολογικού παράγοντα. Δηλαδή η επιβεβαίωση όσων προέβλεπαν από την αρχή ότι η ανάδειξη του συγκεκριμένου προσώπου στο κορυφαίο πολιτικό αξίωμα της χώρας δεν ήταν απλά η απαλλαγμένη άλλων χυδαίων κινήτρων φιλοδοξία ενός πολιτικού προσώπου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Αντίθετα, μια καθημερινότητα με αρπαχτές, αήθειες, δημοκρατικές εκτροπές, αναίτιους ξυλοδαρμούς πολιτών μέρα μεσημέρι από αστυνομικούς, προκλητικές εύνοιες προστασίας επιχειρηματικών και μιντιακών κύκλων που εμπλέκονται σε εκβιασμούς, αρπαγή δημόσιου χρήματος, προστασία προσώπων και φορέων αναμεμιγμένων σε υποθέσεις κοινού ποινικού περιεχομένου, όπως βιασμοί και προαγωγή ανηλίκων, παιδεραστία, οι διώξεις κατά της ελευθεροτυπίας, η ακύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, και τόσα άλλα, επικαθορίζουν ανεξίτηλα το ταυτοτικό τελικά στοιχείο του επεξηγηματικού ιστού που συγκροτεί τη γραμμή της εν λόγω πολιτικής γενεαλογίας, με ιστορικούς όρους.

Η επιταχυνόμενη αποκάλυψη και η επιβεβαίωση τέτοιων κινήτρων προφανώς μεταθέτει το πεδίο δημόσιου διαλόγου από κάθε δυνατότητα ομαλής πολιτικής αντιπαράθεσης στο αίτημα της επείγουσας ανάγκης να εκδιωχθεί το συντομότερο από τη θέση του το άτομο που παράγει όλη αυτή τη διαχυμένη δυστοπία. Δηλαδή, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιες ιδεολογικές και προγραμματικές αρχές, που αντιπαρατίθενται με επίδικο ζητούμενο την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος, νοουμένου ως πρακτικού και εξαργυρώσιμου αποτελέσματος υπέρ του κάθε πολίτη. Στον αντίποδα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γενικευμένη και σαφώς θανατηφόρα και διηνεκή (και καθόλου στιγμιαία, όπως στη Μάτι) ζημία σε βάρος όλων μας. Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με την καταδολίευση του θεμελιώδους δημοκρατικού κανόνα ότι η όποια διακυβέρνηση, ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικής καταγωγής, αν αντί να ωφελεί τη χώρα, την πλήττει, την υποβιβάζει και την καταστρέφει, δεν μπορούμε όλοι εμείς οι πολίτες να προσποιούμαστε ότι απλά συνεχίζουμε να διαλεγόμαστε πολιτικά ανταλάσσοντας απόψεις από καναπέ σε καναπέ. Τουναντίον, σε τέτοιες συνθήκες χρέος του κάθε πολίτη (αποτυπωμένο και στο Σύνταγμα) είναι να διαρρυγνύει την τελικά υποκριτική και επικοινωνιακά σκηνοθετημένη εικόνα της προβαλλόμενης ομαλότητας (που σε τελευταία ανάλυση συγκαλύπτει τη διάχυτη θεσμική ανωμαλία) και να αγωνίζεται για την ανατροπή της.

Κατά τούτο, άλλωστε, διαφοροποιείται και η σημερινή εικόνα από τις πρόσφατες πολιτικές περιπέτειες της (τότε προετοιμασμένης και καθοδηγούμενης επικοινωνιακά και με σκοπό να αρπάξει την εξουσία ο σημερινός ολετήρας) οργής κατά του κυβερνήτη, του σημερινού και -σε αντιδιαστολή- με τους προηγούμενους: Το «λεφτά υπάρχουν» και το «ο Τσίπρας αντάλλαξε τη μη περικοπή των συντάξεων με το όνομα Μακεδονία» διαφέρουν από το «είμαστε η χώρα με τους περισσότερους θανάτους από κορονοϊό» (μαζί με τις αήθειες, τους νεποτισμούς, τη διαφθορά κ.λπ.) κατά το ότι τα πρώτα ήταν ψεύδη επικοινωνιακά προκατασκευασμένα να πλασαριστούν ως δήθεν αλήθειες, ενώ τα δεύτερα είναι μη επιδεχόμενες αμφισβήτησης πραγματικότητες.

Για τους λόγους αυτούς η σοβαροφανής και αντικειμενικά υποστηρικτική του καταστροφέα της χώρας μας αντίθεση στην στιχουργική εφευρετικότητα που με μαζικό τρόπο εκφέρεται με μια βρισιά για να εκφραστεί ο καθ’ όλα νόμιμος πολιτικός σκοπός, δεν είναι πειστικές. Ιδίως δεν είναι πειστικές (και γι’ αυτό απορρίπτονται διαρρήδην) όταν προέρχονται από πρόσωπα και κέντρα που έχουν λαμπρό παρελθόν ανοχής και προσφοράς ευρέως πεδίου νομιμοποίησης στον δημιουργό του σημερινού επαπειλούμενου αφανισμού της Ελλάδας και υπεύθυνο θύτη για τις μεγάλες απώλειες σε νεκρούς της πανδημίας.

Όλοι αυτοί οι υποκριτικά φρίτττοντες για την ποιότητα του δημόσιου λόγου (που έκαναν τα στραβά μάτια όταν επί ψευδών και επικοινωνιακά προκατασκευασμένων ζημιών ανεχόντουσαν με επιδεικτική σιωπή το «έρχεται π@τσα»), πάσχουνε σε προθέσεις και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο: ότι παραβλέπουν (και εδώ συντρέχουν ταξικές και άλλες ευρύτερα πολιτικές εξηγήσεις περί αυτού) πως λόγω και έργω ο κυβερνήτης της ολοσχερούς καταστροφής έχει οδηγήσει τη χώρα και τους πολίτες σε υπέρβαση του έσχατου και κρίσιμου ορίου ανοχής και διάψευσης και των ύστατων ελπίδων μεγάλης μερίδας πολιτών, με δεδομένο ότι νοικοκυριά, μικροεπιχειρήσεις και πολλές άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις καταστρέφονται, καταγράφοντας παράλληλα σε μια μακάβρια καθημερινότητα θανάτους που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσε οποιοσδήποτε άλλος.

Αυτή η αίσθηση επίπλαστης οργής για τις στιχουργικές βρισιές που εκφράζουν πια και με κατακλυσμιαίο τρόπο την έκφραση της δημόσιας αντίδρασης στο γενικευμένο κακό που μας συμβαίνει, συνιστά κλασσικό ενδεικτικό σύμπτωμα συμπεριφοράς μιας προκλητικής ελίτ, που ελαάχιστα διαφοροποιείται -τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών- του «Δεν έχει ο λαός ψωμί; Και γιατί δεν τρώει παντεσπάνι». 

(Και ενώ αλλού τα πάρτι εντός καραντίνας κλονίζουν τον εκεί κυβερνήτη και σε μια άλλη περίπτωση για πολύ λιγότερα σε σύγκριση με τη «λίστα Πέτσα» και τις στημένες δημοσκοπήσεις ένας καγκελάριος παραιτήθηκε, ενώ στη χώρα μας τίποτα δεν πλήττει τη δημοσκοπική ηγεμονία του δικού μας).    

Γι’ αυτό και τελικά η ιστορία αρνείται πεισματικά να καταχωρίσει το «Μητσοτάκη κάθαρμα»  σε ανοίκειες αντιδράσεις απέναντι σε μια καταφανώς ανάλογη της σημερινής δυστοπίας καταστροφή σε δύο φάσεις: το 1965 και το 1989. Δεν είναι τα ονόματα και τα επώνυμα που κομίζουν τις ταυτίσεις. Είναι οι πολιτικές πρακτικές και οι καταστροφές που προκαλούν.