Μολυβάκι

24 Φεβ. 2020

Οι κουκούλες

και ο θεσμικός δωσιλογισμός

Στα πολιτικά κοινά της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ, που αρέσει-δεν αρέσει αθροίζονται σε μια ενιαία πολιτική στάση απέναντι στην αριστερά, η εκλογική νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη έφερε μεγάλη ικανοποίηση, που ήταν πολύ δύσκολο να κρυφτεί. Σήμερα, 7 μήνες μετά τις εκλογές, ένα μεγάλο μέρες εκείνης της ικανοποίησης απουσιάζει ή για να τεκμηριωθεί ως προς τη βασιμότητά της θα πρέπει να παραβλέπει την πολύ κακή διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Έτσι, πολύ σύντομα μετά τις εκλογές ένα σκηνικό πολιτικής εξισορρόπησης και εκλογίκευσης του μανιακού αντισυριζισμού 2015-2019 κατ’ ανάγκη αλλάζει τα δεδομένα.

Όμως, αυτός ο αντισυριζισμός, έτσι όπως δομήθηκε και έγινε αντικείμενο κεντρικής παραταξιακής εκμετάλλευσης από τη ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ, έχει πλέον καταστεί ταυτοτικό στοιχείο για τα δύο κόμματα στο σημερινό κομματικό σκηνικό. Και ο κλονισμός πειστικότητας του ίδιου αυτού αντισυριζισμού, εξαναγκάζει τα δύο κόμματα, από τα οποία εκπροσωπείται πολιτικά το σύνολο σχεδόν της εγχώριας συντηρητικής παράταξης, να αναζητήσουν και να επιχειρήσουν να πλασάρουν στην κοινή γνώμη νέους λόγους του «γιατί πρέπει κανένας να (συνεχίσει να) είναι αντισυριζα». Πολλώ μάλλον αφού το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης πλέον δεν κυβερνά –όταν, δηλαδή, αρκούσε η διεκτραγώδηση της κυβερνητικής πολιτικής και η παραπληροφόρηση σχετικά με τα αποτελέσματά της, για να βγαίνουν με ευκολία «στο κλαρί» οι φορείς του αντισυριζισμού, αυθόρμητοι ή στρατευμένοι.

Ήδη η μονότονη υπενθύμιση του πόσο κακό έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αρχίσει να «παλιώνει» ως βιώσιμη στάση απέναντι στα σημερινά με τόσο ταχείς ρυθμούς, ώστε ακόμη και πολλοί  που μέχρι πριν λίγο καιρό μεγαλοφώνως την επιστράτευαν σήμερα το αποφεύγουν. Όπως και να το κάνουμε, δεν μπορεί με τις κακές εξελίξεις για την Ελλάδα στο διεθνές πλαίσιο, με τις επικείμενες μαζικές κατασχέσεις πρώτης κατοικίας, με τη δραματική επιδείνωση στο προσφυγικό, και πολλά-πολλά άλλα, να αρκείται κανένας στο «ναι, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ μας κόστισε 100-200 δισ.» για να ξεπερνάει τη φθορά του. Παρατηρώ, μάλιστα, ότι σε όσους -παρά τον ανεπίκαιρο και πολιτικά άγονο χαρακτήρα της προσπάθειας να αναφέρεται κανένας στην αρνητική σημερινή διακυβέρνηση με παραπομπές στο τί έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ- επιμένουν να το κάνουν, έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται έντονες αντιδράσεις, συχνά άκρως ειρωνικές.

Στην προσπάθεια ΝΔ και ΚΙΝΑΛ να βρεθούν νέα στοιχεία δικαιολόγησης του αντισυριζισμού, πρωτεύουσα θέση έχει πλέον λάβει η προανακριτική και το αφήγημα ΝΔ και ΚΙΝΑΛ ότι το μέγα σκάνδαλο της Novartis στις πολιτικές πτυχές του ήταν σκευωρία. Δηλαδή, ότι ποτέ δεν ήταν ένα σκάνδαλο με στενές ερμηνευτικές σχέσεις της εκδήλωσής του στο πολιτικό επίπεδο και πως ό,τι είχε γίνει για τα δισ. υπερτιμολογήσεων στο φάρμακο (ιδίως εν μέσω κρίσης) ήταν δουλειά μερικών γιατρών και λιγοστών εταιρικών στελεχών. (Κι αν ήταν κι αυτά, γιατί κατά την άποψη υπουργού της σημερινής κυβέρησης και αντιπροέδρου του κυβερνώντος κόμματος, οι φαρμακοβιομηχανίες απλά έκαναν τη δουλειά τους και τίποτα το μεμπτό δεν τους καταλογίζεται…)

Αφήνω πόσο πειστικό μπορεί να είναι το ότι γενικώς σκάνδαλο δεν υφίσταται, όταν οι υπερτιμολογήσεις και τα εταιρικά κέρδη δεν υπόκεινται σε αμφισβήτηση. Όπως αφήνω και το πόσο πειστικό μπορεί να είναι ότι όλ’ αυτά έλαβαν χώρα εν αγνοία πολιτικών προσώπων, τα οποία είτε όχι μόνο δεν αναμίχτηκαν αλλ’ ούτε και εγνώριζαν, είτε -αν αναμίχτηκαν- το μόνο που έκαναν να διακινούν μεταξύ διαφόρων παραγόντων του χώρου του φαρμάκου πακέτα δισ. ευρώ.  Και τα αφήνω αυτά, διότι δέχομαι ότι για να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε πολιτικό πρόσωπο χρειάζεται σοβαρή τεκμηρίωση.  Όπως σοβαρή είναι η τεκμηρίωση για την περίπτωση του Ανδρέα Λοβέρδου, σε βάρος του οποίου έχει τεθεί σε κίνηση η διαδικασία άσκησης ποινικής δίωξης για την υπόθεση.          

Και στο σημείο αυτό περνάμε στην πολιτική ουσία της υπόθεσης!

Όταν ορκίστηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρωθυπουργός, 4 θέματα εξετάστηκαν από τη νέα κυβέρνηση της ΝΔ ως ενδεχόμενα αντικείμενα διερεύνησης τυχόν υποθέσεων με ποινικό ενδιαφέρον για την απελθούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ:

α. υποθέσεις Πετσίτη και Καλογρίτσα, που μάλλον εξ αρχής έπασχαν ως προς τη σοβαρότητα της επιλογής του να καταστούν «οχήματα απόδειξης» της δήθεν συριζικής διαφθοράς,

β. προδοσία για «το ξεπούλημα της Μακεδονίας μας»,

γ. η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κόστισε 100-200 δισ., και

δ. με αφορμή το σκάνδαλο της Novartis, η κυβέρνηση και προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας κατασκεύασαν μια σκευωρία κατά των πολιτικών αντιπάλων τους (πρώην  πρωθυπουργών και υπουργών σε κυβερνήσεις ΝΔ και τότε ΠΑΣΟΚ, σήμερα ΚΙΝΑΛ) για να ωφεληθούν (o ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας) από την πολιτική φθορά των δύο κομμάτων.

Για τα τρία πρώτα η συνέχεια είναι γνωστή και λίαν αποκαλυπτική του αποδεικτικού έρματος που είχαν οι υποθέσεις αυτές.

Το τέταρτο, όμως, δηλαδή η πολιτική σκευωρία κατά ΝΔ και ΚΙΝΑΛ  με αφορμή το σκάνδαλο της Novartis, επελέγη να ανοίξει και συνεχίζεται ως σήμερα. Η συγκρότηση της προανακριτικής επιτροπής, μάλιστα, πολιτικά αποδεικνύεται ότι είναι επιλογή που έτυχε της έγκρισης του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη, όσο κι αν σήμερα ο ίδιος επιχειρεί την ακροβασία να προσπαθεί να εμφανίσει ότι κρατάει αποστάσεις.  

Γιατί το έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης;

Νομίζω πως το έκανε για δύο βασικούς λόγους:

- Πρώτος, για να δώσει κάτι προς εκτόνωση της οργής που ο ίδιος ως αντιπολίτευση και συνειδητότατα επισσώρευσε σε πολίτες στο πλαίσιο δόμησης του αντισυριζισμού, ως βασικού σημείου της σχεδισμένης τακτικής του να πάρει την εξουσία (αν μετεκλογικά καμιά κίνηση κατά της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν αναλαμβανόταν με όρους πολιτικο-ποινικής καταδίωξης, ο ίδιος ο αντισυριζισμός θα ελεγχόταν ως περιεχόμενο και ως προς τις προθέσεις δόμησής του), και

- Δευτερος, για να προσφέρει στον ασυγκράτητο Σαμαρά ένα έστω σημείο, ως λόγο ανοχής στη πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη και επομένως διατήρησης της κομματικής συνοχής της ΝΔ, ενώ ο ίδιος κυβερνά.      

Η αρχική υιοθέτηση της προανακριτικής ως «χρυσωμένο χάπι» σε πολιτικά κοινά που εσύ ο ίδιος έχεις αφιονίσει στο αντισύριζα κλίμα, δεν είχε και πολλά-πολλά ως περιεχόμενο: Το πολύ-πολύ, αν προέκυπτε τίποτα, να στηνόταν στο σκαμνί ο Παπαγγελόπουλος, για τον οποίο φαίνεται ότι στη ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ εκτιμήθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα τα έδινε και όλα προς υπεράσπισή του. (Κι αυτή η εκτίμηση ΝΔ-ΚΙΝΑΛ για ήπια αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τον Παπαγγελόπουλο αρχικά φάνηκε να δικαιώνεται).

Όμως, όσο ο καιρός περνάει με την προανακριτική να έχει τεθεί σε τροχιά θεσμικού εκφυλισμού της (με πρωτοφανούς έκτασης και ανεπανάληπτου κυνισμού άμεσες πιέσεις πολιτικής εξουσίας σε βάρος δικαστών), ταυτόχρονα τόσο περισσότερο επιβεβαιώνεται ότι η φθορά από τη κάκιστη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ραγδαία και επικίνδυνη για την επιτυχή ευόδωση της ανιχνευόμενης πρόθεσης του πρωθυπουργού να κάνει πρόωρες εκλογές σε λίγους μήνες, πριν συσσωρευτεί και άλλη δυσαρέσκεια σε βάρος του. Δηλαδή, η προανακριτική από αρχικά μια επιλογή εκτόνωσης του αντισυριζισμού που δόμησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και μια παραχώρηση στα γινάτια Σαμαρά (και ΚΙΝΑΛ), σήμερα μετακινείται αλλού! Μετατρέπεται σε κεντρικό σημείο του νέου μετεκλογικού αντισυριζισμού, που χρειάζονται ΝΔ και ΚΙΝΑΛ για να ανακόψουν τη φθορά τους και να αποτρέψουν την εμπέδωση στο μετεκλογικό σκηνικό του διδύμου Τσίπρα-ΣΥΡΙΖΑ, ως φορέα που δεσπόζει στην εκπροσώπηση της δυσαρέσκειας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του.

Στην ίδια κατεύθυνση του νεο-μητσοτακικού επικοινωνιακού σχεδίου (επανα)δόμησης του καινούριου (μετεκλογικού) αντισυριζισμού, τοποθετώ και την ατυχή προσπάθεια να παρατεθεί προ ημερών τεχνηέντως ζήτημα «κομμουνιστικού κινδύνου», εάν τυχόν ο Τσίπρας επανερχόταν στην κυβέρνηση. (Θέμα, στο οποίο εκτιμώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μεγαλύτερη σημασία απ’ όση έπρεπε, με αποτέλεσμα μεταγενέστερες της αρχικής αναφορές Τσίπρα στο ίδιο θέμα, να δώσουν το δικαίωμα στην κρατική τηλεόραση σε δελτίο ειδήσεων να μεταδίδουν τη φράση, «εξηγήσεις» έδωσε  ο Αλέξης Τσίπρας στις αναφορές του σε «αρμούς εξουσίας» Μια φράση που μόνο συντάκτης προπαγάνδας θα μπορούσε να γράψει και όχι βέβαια ένας συντάκτης δελτίου ειδήσεων σε κρατικό κανάλι σε δημοκρατική χώρα).

Όμως, στην προανακριτική φαίνεται ότι θα παιχτούν όλα για όλα, αν και εφόσον ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάζεται απαραίτητα τις πρόωρες εκλογές απαλλαγμένες από τον κίνδυνο να τις χάσει ή να υποστεί σοβαρή φθορά, που θα προαναγγέλλει αποχώρησή του όσον ούπω. Και θα παιχτούν όλα για όλα εκεί, αφού για να σταθεί κάποια ισχυρή στήριξη στον μετεκλογικό νέο αντισυριζισμό που θα επιχειρήσει να στήσει ο πρωθυπουργός, χρειάζεται ο κεντρικός στόχος να είναι ο ίδιος ο Τσίπρας! Και κάπως έτσι έχει αρχίσει η προετοιμασία, με προαναγγελίες από κυβερνητικά χείλη (που ως τώρα δεν έχουν επιτιμηθεί κατά κανένα τρόπο από τον πρωθυπουργό) ότι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς το ειδικό δικαστήριο, και όχι απλά αυτό και μόνο, αλλά ότι θα του επιβληθεί κιόλας η ποινή των ισόβιων δεσμών.

Μόνο που ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προετοιμαζόμενος για την ολοφάνερη εκτροπή, στην υπόθεση της προανακριτικής διέπραξε 3 ολέθρια για τον ίδιον σφάλματα:

1. Ό,τι και σκαρφιστεί ο ίδιος ως πολιτική ή ποινική ευθύνη Τσίπρα για τη δήθεν σκευωρία που οργάνωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κατά πολιτικών αντιπάλων του την περίοδο που ήταν πρωθυπουργός, τα στοιχεία κατά πολιτικών προσώπων στο καθ’ αυτό σκάνδαλο Novartis ολοένα και περισσότερο από τα στοιχεία που έρχονται στη φως προκύπτουν από καταθέσεις μαρτύρων που …δεν είναι προστατευόμενοι. Είναι μάρτυρες με ονοματεπώνυμο και χωρίς κουκούλα! Κι εδώ, δεν απομένει παρά μόνο ένα ζήτημα: Εάν εκτός και πέραν των καταθέσεων των προστατευόμενων  μαρτύρων τα στοιχεία τεκμηριώνουν ανάμιξη υπουργών στο καθ’ αυτό σκάνδαλο Novartis, τότε ποιά ακριβώς είναι η σκευωρία; Και γιατί θα χρειαζόταν να στηθεί αυτή η σκευωρία;

2. Με την προσπάθεια κάπως να σταθεί το αφήγημα περί «πολιτικής σκευωρίας» και τη θεσμικά ανεπίτρεπτη (όπως πλέον σαφώς έχει προκύψει) στόχευση σε πολιτικά προσχεδιασμένη και προωθούμενη στην κοινή γνώμη από τη συμμαχική προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη «μιντιακή δικτατορία» αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των προστατευόμενων μαρτύρων ως εγκάθετων του ΣΥΡΙΖΑ, πως μπορεί να παραβλέπεται ότι τεράστιος όγκος άλλων στοιχείων αιτιολογεί πλήρως την ανάγκη διερεύνησης τυχόν ευθυνών πολιτικών προσώπων; Κι αν αρκούν όλα αυτά τα άλλα στοιχεία, πέραν των όσων έχουν καταθέσει οι προστατευόμενοι μάρτυρες, για να παρέχεται εδραίο έρεισμα διερεύνησης της τυχόν ανάμιξης πολιτικών προσώπων, τότε ήδη η πολιτική σκευωρία από τον Τσίπρα, ως ενδεχόμενο, δεν έχει ήδη καταπέσει; Δηλαδή, τι αποδίδεται στον Τσίπρα; Μήπως αποδίδεται ότι ενώ τα στοιχεία επαρκούσαν (εκτός των καταθέσεων προστατευόμενων μαρτύρων) για να κινηθεί η διαδικασία αναζήτησης τυχόν ευθυνών πολιτικών προσώπων, ο Τσίπρας την ίδια ώρα επικουρικά έστηνε μια πολιτική σκευωρία, την οποία …δεν χρειαζόταν; 

3. (Και σοβαρότερο) Ό,τι και να έχει γίνει, οι δημόσιες απειλές κατά δικαστών που διερευνούν το καθ’ αυτό σκάνδαλο Novartis και κατά μαρτύρων, απειλές από χείλη μελών της κυβέρνησης και χωρίς ο πρωθυπουργός να έχει αποστασιοποιηθεί ούτε ένα χιλιοστό από τις απειλές αυτές, αποτελεί σκαστή περίπτωση εκτροπής από τις ρυθμίσεις που ρητά ορίζουν την αυτονομία της δικαιοσύνης από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Είναι πασιφανές θεσμικό πραξικόπημα!

Με τέτοιο τρόπο και τέτοια μέσα ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιστεύει ότι θα μπορούσε γύρω από μια ενδεχόμενη παραπομπή Τσίπρα σε ειδικό δικαστήριο -ή και απλώς επισύροντάς τέτοια απειλή- να οικοδομηθεί ένα νέο πλαίσιο αντισυριζισμού, που θα τον διευκόλυνε να ξεπεράσει τη σοβαρή φθορά σε βάρος του, η οποία προκύπτει από την κάκιστη πρωθυπουργία του; Αν πράγματι το πιστεύει, δεν απομένει παρά να το επιχειρήσει! Μόνο που πίσω από τις εκτροπές αποδεικνύεται πως πάντα παραμονεύει μια δυσάρεστη έκπληξη: Η μεθόδευση αυτή να επιστρέψει στον εμπνευστή της, ως εφιάλτης.       

 

 

 

 

20 Φεβ. 2020

Η αριστερά, η δεξιά

και οι «αρμοί της εξουσίας»

Τί άραγε προκάλεσε την τόσο έντονη ανησυχία της κυβέρνησης; Η γνωστή αναφορά Τσίπρα στους «αρμούς της εξουσίας» είναι πράγματι τόσο απειλητική για την κατάλυση δημοκρατικών θεσμών, ώστε σοβαρά κόμματα (το κυβερνών  και το τρίτο σε κοινοβουλευτική δύναμη) να ξιφουλκούν κατά Τσίπρα, αποδίδοντάς του ολοκληρωτικές νοοτροπίες; Ή απλά δεν είναι παρά ένα ακόμη παιχνίδι εντυπώσεων στην επιφάνεια του πολιτικού πεδίου, στο οποίο σήμερα κυριαρχεί το ιδιότυπο καθεστώς του μπλοκ εξουσίας που κυβερνάει τη χώρα (και όχι του κόμματος-πολιτικού φορέα που το εκπροσωπεί, την Ν.Δ.), μαζί με τους εμφανείς και συγκεκαλυμμένους συμπαραστάτες του;

Νομίζω πως δεν είναι τίποτα από τα δύο! Ούτε πραγματική είναι η απειλή κατά της δημοκρατίας από τις δήθεν ολοκληρωτικές αντιλήψεις Τσίπρα -το κατανοεί άλλωστε η μεγαλη πλειοψηφία των πολιτών που δεν ασχολήθηκε καθόλου με τη συζήτηση περί «αρμών εξουσίας», έχοντας άλλα σοβαρότατα προβλήματα να αντιμετωπίσει ως συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής, από το εισόδημα των νοικοκυριών που ξαναμπαίνει από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη σε κύκλο πιέσεων παρά το τέλος των μνημονίων, μέχρι τον κίνδυνο κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας συμπολιτών μας, τη ραγδαία επιδείνωση στα εθνικά μας θέματα, το δράμα των προσφύγων στα νησιά του αν. Αιγαίου που γίνεται πλέον και δράμα των Ελλήνων κατοίκων τους, και πολλά-πολλά άλλα. Αλλ’ ούτε, πάλι, είναι απλά ένα παιχνίδι εντυπώσεων της «μιντιακής δικτατορίας» που διαχειρίζεται την ενημέρωση της κοινής γνώμης, με ειδεχθή -αλλά πολιτικά ενδεικτικότατη- επιμονή στην πρακτική των fake news και της παραπληροφόρησης. 

Τι τελικά είναι, λοιπόν, αυτή η αγωνία για την «κομμουνιστική απειλή» που δήθεν αναδύεται από την ατάκα Τσίπρα περί «αρμών εξουσίας»; Νομίζω πως είναι το αποδεικτικό στοιχείο -ένα από τα πολλά παρόμοια- των πολιτικών ορίων του πολιτικού, οικονομικού επιχειρηματικού και μιντιακού μηχανισμού που συγκροτεί ακριβώς το μπλοκ εξουσίας, το οποίο περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη κυβερνά τη χώρα εδώ και επτά μήνες.

Πρόκειται ακριβώς για την αγωνιώδη προσπάθεια να προστεθούν (από το ίδιο μπλοκ εξουσίας) στις πολιτικές προσλαμβάνουσες της κοινής γνώμης κάποια νέα πολιτικά στοιχεία, απολύτως τεχνητά φυσικά, που θα μπορούσαν να στηρίξουν το πολιτικό αφήγημα, με το οποίο κέρδισε τις τελευταίες εκλογές η Ν.Δ. και το οποίο ραγδαία χρεοκοπεί και με μάλλον ηχηρό τρόπο μπροστά στα ματιά των πολιτών. 

Αλήθεια, τί απέμεινε άραγε όρθιο απ’ αυτό το αφήγημα των εκλογών του περασμένου Ιουλίου, που ως βάση μιας δέσμης πολιτικών πεποιθήσεων θα μπορούσε εδραία να είναι το πολιτικό πλαίσιο μιας διακυβέρνησης των επόμενων 3,5 ετών; Έμειναν τα εκατοντάδες δισ. ευρώ που δήθεν κόστισε η διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. 2015-2019, και τα οποία έχουν τόσο γελοιοποιηθεί και αποδομηθεί ως μέρος του ίδιου αφηγήματος, που ούτε οι ίδιοι οι εμπνευστές του δεν τολμούν πια να το επαναλάβουν στα σοβαρά; Έμεινε, μήπως, η εθνική καταστροφή του μακεδονικού;  Έμεινε η σκαστή περίπτωση ανερυθρίαστης  ψευδολογίας ότι δήθεν η κυβέρνηση Τσίπρα αντάλλαξε το όνομα «Μακεδονία» με τη μη περικοπή των συντάξεων; Έμεινε -ιδίως μετά το δυστυχώς με τεράστιο κόστος για την Ελλάδα φιάσκο της επίσκεψης Μητσοτάκη στον Ντόναλντ  Τραμπ- η δραματικών τόνων αντιπολίτευση Μητσοτάκη ότι «η συναντηση Τσίπρα-Ερντογάν δεν ήταν καλά προετοιμασμένη»; Έμεινε, λέτε, η επίθεση κατά Τσίπρα ότι δήθεν η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν εκείνη που εφερνε τους πρόσφυγες, ενώ σήμερα η κυβερνητική πολιτική για το θέμα καταρρέει και οι αρμόδιοι υπουργοί ο ένας μετά τον άλλον και συνεχώς εγκαταλείπουν την αρμοδιότητα και την ίδια ώρα  επανιδρύεται άρον-άρον το υπουργείο μεταναστευτικής πολιτικής που είχε συγκροτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Μητσοτάκης από την πρώτη μερα της ορκωμοσίας του ως πρωθυπουργός είχε καταργήσει; Ή μήπως έμεινε το 4ο μνημόνιο;

Για να γίνει κανοητό το τρέχον κίνητρο της μεγάλης υποκρισίας για την ανησυχία ότι δήθεν ο Τσίπρας απείλησε ότι «θα κάνει κομμουνισμό» (στην οποία δυστυχώς προσχώρησε και το ΚΙ.ΝΑΛ.), θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ένα πρόσθετο στοιχείο: Ότι ενώ είναι σαφές ότι η κυβερνητική αξιοπιστία πλήττεται καίρια από τις αλλεπάλληλες αστοχίες της με απτό κόστος για τους πολίτες, ο Τσίπρας, από την άλλη πλευρά, επικοινωνιακά σημειώνει τη μία επιτυχία μετά τη άλλη και παρά το δυσμενέστατο και λίαν εχθρικό για τον ίδιο και το κόμμα του σκηνικό που υπαρχει στα εγχώρια μέσα ενημέρωσης. Η υποκρισία, λοιπόν, της δήθεν ενεργοποίησης των δημοκρατικών ανησυχιών Μητσοτάκη, δεν είναι άλλο από προσπάθεια να κερδηθεί έστω ένα σημείο για την κυβέρνηση που φθείρεται ταχέως. Κι επειδή οι τεχνητές και κατασκευασμένες «πραγματικότητες» του μιντιοκρατικού και συμφεροντοκεντρικού συστήματος που πρωθυπουργεύει  δεν μπορούν στα σοβαρά να ανακόψουν την πορεία κυβερνητικής φθοράς, ούτε να ξεγελάσουν τους έντονα πιεζόμενους και σε πληθώρα πεδίων από τις κυβερνητικές επιλογές πολίτες, τελικά δεν μένει τίποτα ουσιώδες για να ισοφαριστεί -έστω στις εντυπώσεις- το πολύ κακό εξάμηνο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη.

Φρονώ πως εδώ παράγεται και η εξήγηση για ένα ακόμη σημείο της μητσοτακικής μας γκρίζας πραγματικότητας: Επειδή ακριβώς το αφήγημα με το οποίο κέρδισε ο πρωθυπουργός τις εκλογές ξεφτίζει με γρήγορους ρυθμούς, και επειδή η χαίνουσα ιδεολογική ένδεια της εγχώριας δεξιάς -που τείνει προς την αφασία- συντρέχει και είναι ορατή, η κυβερνώσα παράταξη, ως πολιτικός εκπρόσωπος του μπλοκ εξουσίας που αντιπροσωπεύει, αναζητά απεγνωσμένα δημόσιο λόγο με ιδεολογικές «γωνίες», που θα της επέτρεπε να «βγάλει» την 4ετία. Όμως, ούτε η περιρρέουσα αναξιοπιστία του ξεπερασμένου νεοφιλελευθερισμού, ούτε ο παραδοσιακός συνηρητικός καραμανλισμός δεν μπορούν να καλύψουν αυτή την ανάγκη. Για τον λόγο αυτό, η προσφυγή στις εύκολες και με «γωνίες» -αλλά ταυτόχρονα θεσμικά και δημοκρατικά επικίνδυνες- ακροδεξιές ιδεολογικοπολιτικές κατασκευές, είναι «μία κάποια λύσις».            

Κάπως έτσι, έχουν «πάρει κεφάλι» ως απτές και ενισχυόμενες συν τω χρόνω μέσα στη Ν.Δ. οι φωνές Σαμαρά, Άδωνη και Βορίδη, ως οι μόνες που μπορούν να προσφέρουν οχήματα πολιτικής εκπροσώπησης σε συντηρητικά πολιτικά κοινά, τα οποία ο χαοτικός, ανερμάτιστος και χαμηλής ποιότητας λόγος του Κυριάκου Μητσοάκη δεν μπορεί να συνεγείρει. Και κάπως έτσι στους «πρώτους τίτλους» της πολιτικής ταυτότητας της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη έχουν εγκατασταθεί θέματα όπως ο κ. Χρυσοχοΐδης και η αστυνομική βία, η κυρία Κεραμέως και οι θρησκοληπτικές αντιλήψεις της περί Παδείας, ο ρατσιστικός λόγος κατά των προσφύγων, την ώρα που η οικονομία θα χρειαζόταν γενναίες αποφάσεις δημοσιονομικής επέκτασης αντί για χρηματοδοτήσεις μητσοτακικών ημετέρων και θα χρειαζόταν και μια αποφαστική αντίδραση στις τουρκικές προκλήσεις.  Και, τέλος, κάπως έτσι ανησύχησαν στη Ν.Δ. για τους «κομμουνιστικούς αρμούς εξουσίας" του Αλέξη Τσίπρα!     

Ποιός είναι ο μεγαλος δημοκρατικός κίνδυνος απ’ όλ’ αυτά; Είναι ο εκπεσμός -αργά, αλλά με σταθερό βηματισμό, ως τώρα- σε μια άδηλη εκτροπή στα μέτρα των καιρών μας!

Η δεξιά, είτε ως ακροδεξιά είτε ως παραδοσιακή πολιτική παράταξη της συντήρησης, ιστορικά κατασκεύαζε στο πλευρό των δημοκρατικών θεσμών παραεξουσίες, για να ασκεί πιέσεις στους πολίτες και να υφαρπάζει την πολιτική προτίμησή τους. Παρακράτος λεγόταν! Σήμερα, παρακράτος είναι ο μιντιακός μηχανισμός, ο οποίος προσφέρει το μέσο προσέλκυσης πολιτικών κοινών, με ανταλλάγματα προς οφελός του, σε κρατικές παρεμβάσεις υπέρ των συμφερόντων  του

Θεωρώ άκρως ενδεικτικό του μεγάλου δημοκρατικού κινδύνου που αναδύεται απ’ όλ’ αυτά ότι στο μεγάλο θέμα της προανακριτικής επιτροπής, μόνη φωνή της Ν.Δ. είναι το τρίο Σαμαράς-Άδωνης-Βορίδης! Με αναφορές σε ευθείες απειλές φυλάκισης και διώξεων κατά πολιτικών αντιπάλων τους -του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εν προκειμένω- και σε συμπεριφορές ευθέως αντικείμενες στα θεμελιώδη δημοκρατικά ήθη. Την ίδια στιγμή η μεγάλη πλειοψηψία των βουλευτών τη Ν.Δ. και των υπουργών  του κόμματος, τηρούν κομψά αποστάσεις από τις αήθειες του παραπάνω νεοδημοκρατικού τρίο, αφήνοντας την επιβολή της ακροδεξιάς που δρα μέσα στο κυβερνών κόμμα να εμπεδώνεται. Σχεδόν ένα κλίμα φόβου μοιαζει να αναδύεται από τους βουλευτές της Ν.Δ. απέναντι στους Σαμαρά-Άδωνη-Βορίδη, με τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη θεατή της εικόνας.

Όπως καθόλου τυχαίο δεν θεωρώ ότι στη σημερινή Ν.Δ. προνομιακό πεδίο πολιτικού λόγου και στην κυβερνητική πολιτική της έχουν δραστηριότητες με πολιτικό παρελθόν σχέσεων με την ακροδεξιά, όπως τα σώματα ασφάλειας.

 

 

 

14 Φεβ. 2020

Η κορυφαία κυβερνητική απάτη

με την πρώτη κατοικία 

(Μέρος B΄: Πολιτική και κοινωνική πτυχή)

Η ιστορία με τις κατασχέσεις πρώτης κατοικίας Ελλήνων πολιτών, φυσικά έχει ένα καθαρό πολιτικό πρόσημο: Την εμπεδωμένη εδώ και καιρό πλασματική επί της ουσίας αντίληψη της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος, ελαφρυμένης από τα πολιτικά υποκείμενα προς όφελος των οποίων δήθεν ασκείται αυτό: δηλαδή τους  πολίτες. Το φαινόμενο αυτή η ίδια έννοια του δημόσιου συμφέροντος, ως συντεταγμένη υποχρέωση του κράτους και των πολιτικών λειτουργιών του, να ασκείται και να καταλήγει  προϊόντος του χρόνου σε όφελος για ολένα και λιγότερους πολίτες, αν και ευρύτερο και σε παγκόσμια κλίμακα, στην Ελλάδα τουλάχιστον εκδηλώθηκε αρχικά κατά τη «μετα-ανδρεϊκή» περίοδο του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Υποστηρίζω ότι κορύφωσή του ήταν η πολιτική τεκμηρίωση που προβλήθηκε περί του «αναγκαστικού» χαρακτήρα των μνημονίων. (Δηλαδή, η κατά τη γνώμη μου κατάφωρη παραβίαση του δυτικού δημοκρατικού κανόνα για τον ρόλο του κράτους ως μηχανισμού προαγωγής του συλλογικού συμφέροντος των πολιτικών  υποκειμένων, δηλαδή των πολιτών του. Αυτός ο ρόλος του κράτους, συμπληρωμένος από τη σοσιαλδημοκρατική δυτικοευρωπαϊκή εμπειρία της -εν πολλοίς ατυχούς, βεβαίως- προσπάθειας για κράτος ουδέτερο έναντι των ταξικών ανταγωνισμών, με την έξοδο από το μνημόνιο που κατόρθωσε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., περίπου ολοκλήρωσε τον κύκλο πειστικότητάς του, ως κοινά αποδεκτό πλαίσιο διεξαγωγής του αγώνα των κομματικών διακυβευμάτων).    

Το θέμα των κατασχέσεων πρώτης κατοικίας Ελλήνων πολιτών ερχεται ως φυσική συνέπεια της πιο πάνω διαπίστωσης. Σε καθαρά πολιτικούς όρους έρχεται και σε επίρρωση της άλλης παράλληλης πεποίθησής μου, ότι και η δαιμονολογία περί λαϊκισμού με αναφορά σε πολιτικές παρατάξεις της αριστεράς, εξεμέτρησε τα του βίου της, ως εδραίο επιχείρημα των πολιτικών, οικονομικών, επιχειρηματικών και μιντιακών  ελίτ. Ήδη, σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ο λαϊκισμός κατά κανόνα ανάγεται σε ιδεολογικές και κυρίως πρακτικές αναφορές ακροδεξιών μορφωμάτων. Άλλωστε, η περίπτωση των κατασχέσεων πρώτης κατοικίας προσφέρεται ακριβώς για να αντιδιαστείλει τη δαιμονολογία περί λαϊκίστικων απόψεων όσων αντιστρατεύονται τις κατασχέσεις πρώτης κατοικίας, από την ίδια τη δημοκρατική υπόθεση: Μπορεί να λογίζεται ως προϊόν λαϊκισμού, η πολιτική αντίδραση σε παρεμβάσεις του κράτους που πλήτουν τόσον ευθέως και τόσο απροκάλυπτα βασικά συμφέροντα μεγάλων ομάδων πολιτών; Ασφαλώς όχι!

(Υπ’ αυτήν τη συλλογιστική, εξ ίσου δεν μπορούσε να λογίζεται ως προϊόν λαϊκισμού και η πολιτική αντίδραση κατά του μνημονίου, με δεδομένο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών υπέστη άμεση, ρητή και μεγάλης έκτασης ζημία από τις μνημονιακές «διασώσεις»).

Ο καταναγκασμός της κυβέρνησης Τσίπρα να συμφωνήσει στο 3ο μνημόνιο είναι και η ιδεολογική υπαναχώρησή του με πολιτικούς όρους από την στάση άρνησης στις παραβιάσεις του δυτικού δημοκρατικού κανόνα. Του κανόνα, δηλαδή, σύμφωνα με τον οποίο το κράτος οφείλει να λειτουργεί προς όφελος των πολιτών του. Και στο σημείο αυτό -και πέραν της δεδομένης αντισυριζικής μιντιακής «δικτατορίας»- εξαντλείται και η βαθύτερη πολιτική ερμηνεία της εκλογικής ήττας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις κάλπες του 2019.        

(Στο ίδιο το απολογιστικό κείμενό του για την περίοδο 2015-2919, που ενέκρινε πριν δύο μέρες ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εν όψει του συνεδρίου του αναφέρεται: «Η υπογραφή (του 3ου μνημονίου) σφράγισε τη γενική εικόνα: η νέα κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν μια ακόμα “μνημονιακή κυβέρνηση”. Και ως προς αυτόν τον βασικό πολιτικό χαρακτηρισμό, “όμοια με τις άλλες”»).

Oι κατασχέσεις πρώτης κατοικίας Ελλήνων πολιτών, με την ισχύουσα ρυθμιστική κίνηση της σημερινής κυβέρνησης ως «σχέδιο Ηρακλής» (και σε ολοφάνερη αντίστιξη με την πρακτική όλων των κυβερνήσεων που προηγήθηκαν από το 2010 και μετά, όλων ανεξαιρέτως, όπου κατά βάση η πρώτη κατοικία των πολιτών υπό διάφορα πλέγματα προστασίας ήταν εγγυημένη, ενώ σήμερα όχι), αποδεικνύει και την ακραία αμοραλιστική πολιτική ταυτότητα διαιώνισης της δημοκρατικά εξαντλημένης νομιμοποίησης των μνημονιακών πρακτικών, ενώ αυτά έχουν λήξει και τυπικά. Και η πελώρια διαφορά (συμβολική και πρακτική) του μετα-μνημονιακού «σχεδίου Ηρακλής»  με την πληθώρα άλλων ανάλογων «δημοκρατικά ελαττωματικών» ρυθμίσεων της μνημονιακής περιόδου των «διασώσεων», είναι ακριβώς ότι πρόκειται για μετα-μνημονιακή πολιτική επιλογή και δεν (μπορεί να) είναι προϊόν καταγκασμού, αλλά πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη! Ουδέ καν στο πλέγμα  των ανειλημμένων αυστηρών δεσμεύσεων για την περίοδο μετά τα μνημόνιο δεν ανάγεται! Συγκεκριμένα, η ανειλημμένη μετα-μνημονιακή υποχρέωση της Ελλάδας αφορά γενικώς σε επίλυση του προβλήματος «κόκκινων δανείων» των ελληνικών τραπεζών που ταλαιπωρούν τους ισολογισμούς τους. Το πώς θα γίνει αυτό, συμφωνήθηκε με τους δανειστές εκτός μνημονίου και θεσμοθετήθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση. Η υιοθέτησή του προέκυψε παραβλέποντας άλλες προτάσεις, για παράδειγμα τιτλοποίησης «κόκκινων δανείων» και παραχώρησής τους σε έναν τύπο bad bank υπό την εποπτεία του ελληνικού δημοσίου, από την οποία θα μπορούσε να γίνεται εξαγορά με γενναίες διαγραφές της ονομαστικής αξίας των δανείων αυτών, από τους ίδιους τους Έλληνες δανειολήπτες (και στην ίδιες ή και ψηλότερες αξίες από τις αξίες που παραχωρήθηκαν στα κερδοσκοπικά funds – όρα προηγούμενο Α΄ μέρος της παρούσας ανάλυσης σχετικά με την τεχνική πτυχή του ζητήματος).

Μιλάμε, δηλαδή, για μια νέα γενιά ρυθμίσεων, οι οποίες αν και τα μνημόνια έχουν λήξει και τυπικά, επαναφέρουν στην πολιτική λογική των αποφάσεων που λαμβάνονται από τη σημερινή κυβέρνηση, το «δημοκρατικό ελάττωμα» των μνημονίων, ήτοι αποφάσεις που στρέφονται ευθέως κατά των συμφερόντων ευρύτατων ομάδων πολιτών.

Παράλληλα -και φυσικά σε πολιτική επιταγή της επιλογής επιστροφής από ελληνική κυβέρνηση, τη σημερινή εν προκειμένω, στις πολιτικές λογικές των μνημονίων- προκλεί αλγεινότατη εντύπωση το εξής: Αφού η κυβέρνηση της Ν.Δ.  υπό τον κ. Μητσοτάκη επέλεξε και επέβαλε το «σχέδιο Ηρακλής» (που η βασική διαφοροποίησή του σε σύγκριση με άλλα ανάλογα σχέδια, είναι ακριβώς ότι αίρει την ως τώρα προστασία της πρώτης κατοικίας), οι ευρωβουλευτές του κυβερνώντος κόμματος  πήγαν προχθές στο ευρωκοινοβούλιο και δεν υπερψήφισαν τροπολογία, με την οποία το σώμα ζητούσε την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (QE)!!! (*)  

Με ποια αιτιολογία άραγε; Οφείλει εξηγήσεις εδώ η Ν.Δ., περισσότερο απ’ όλα γιατί η σύμπτωση άρνησης της Ν.Δ. και εφαρμογής του «σχεδίου Ηρακλής», ακριβώς τη στιγμή που στο ευρωκοινοβούλιο εζητείτο η συμπερίληψη της Ελλάδας στο πρόγραμμα άντλησης ρευστότητας από την ΕΚΤ σε πολύ χαμηλά επιτόκια (μέρος της οποίας θα μπορούσε να κατευθυνθεί για τις υπό τις εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου φθηνές αναχρηματοδοτήσεις «κόκκινων δανείων» πρώτης κατοικίας), είναι σαν νεύμα προς κερδοσκοπικά fund που έχουν αγοράσει μαζικά πάμφθηνα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια να μην ανησυχούν. Η κυβέρνηση, δηλαδή, είναι σαν να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να τα διευκολύνει. ...Μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με πρώτες κατοικίες Ελλήνων πολιτών!

Οι κοινωνικές συνέπειες από την επαπειλούμενη προοπτική κατάσχεσης πρώτης κατοικία συμπολιτών μας είναι τόσο προφανείς, που δεν χρειάζεται να πλατειάσουμε. Και φυσικά είναι πέραν πολιτικής και θα έλεγα και κοινωνικής αξιολόγησης, ως εξ ορισμού φαινόμενο κορυφαίου αμοραλισμού, προβεβλημένο πολιτικό πρόσωπο, υπουργός και αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος να ανάγει την κατάσχεση πρώτης κατοικίας Ελλήνων πολιτών σε χαριεντισμούς του τύπου «θα χαλάσουμε τις καρδιές μας». Και να το λέει αυτό σε όσους πολίτες δεν συναινέσουν στην υφαρπαγή της οικογενειακής στεγαστικής περιουσίας τους υπό τους λεόντειους όρους υπό τους οποίους το «σχέδιο Ηρακλής» ευνοεί  κερδοσκοπικές κινήσεις με έπαθλο πρώτες κατοικίες. Μ’ άλλα λόγια, Έλληνες πολίτες, που είτε θα συναινέσουν στη σε βάρος τους απροκάλυπτη κερδοσκοπία, είτε θα μείνουν στον δρόμο, μαζί με τα παιδιά τους.

Κλείνω με μια τελευταία κατά τη γνώμη μου καίρια παρατήρηση: Θεωρώ ακραίο λαϊκισμό τη διακίνηση από κυβερνητικά στελέχη της ψευδέστατης πληροφορίας ότι δήθεν το «σχέδιο Ηρακλής» ήρθε για να πλήξει τους «στρατηγικούς κακοπληρωτές». Αυτή η αναφορά από κυβερνητικά χείλη είναι όνειδος για όσους την εκστομίζουν! Για δύο λόγους:

α. Διότι τα σπίτια που συμπεριλαμβάνονται στο «σχέδιο» στη συντριπττική πλειοψηφία τους δεν είναι από «κοκκινισμένα δάνεια» Ελλήνων πολιτών που μπορούν να αποπληρώσουν οφειλές τους από δάνεια και δεν το κάνουν (γιατί αυτό σημαίνει «στρατηγικός κακοπληρωτής»), αλλά είναι από ξεκάθαρη αδυναμία εξυπηρέτησης του δανείου που έχουν λάβει για την κάλυψη της στεγαστικής ανάγκης τους. Την πρώτη κατοικία τους με το «σχέδιο Ηρακλής» δεν θα χασουν «στρατηγικοί κακοπληρωτές» αλλά στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων νοικοκυριά που έχουν κηρύξει στάση πληρωμών από αδυναμία και εισοδηματική εξαθλίωση. Τώρα απειλούνται να χάσουν και το σπίτι όπου διαμένουν. Και είναι πρόσθετη αήθεια της σημερινής κυβέρησης να εμφανίζει αυτήν την κατηγορία πολιτών, που επαναλαμβάνω είναι η συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων που καλύπτει το «σχέδιο Ηρακλής», ως «στρατηγικούς κακοπληρωτές» που δίκαια τους παίρνουν την πρώτη κατοικία τους τα «κοράκια». Αυτή η οργανωμένη ψευδολογία από επίσημα κυβερνητικά χείλη καλλιεργεί με τον χειρότερο τρόπο μια από τις χειρότερες εκδοχές που κοινωνικού αυτοματισμού και δεν μπορεί να είναι πρακτική συντεταγμένου δημοκρατικού κράτους, υπό οποιαδήποτε κυβέρνηση.

β. Θεωρώ εξ ίσου μεγάλη αήθεια να χάσουν την πρώτη κατοικία τους ακόμη και εμφανιζόμενοι ως «πλούσιοι» πολίτες (με τον πλούτο τους να συνάγεται από την αξία της με δανεισμό αποκτημένης πρώτης κατοικίας τους). Γιατί; Διότι όπως είναι γνωστό, αυτή η ακριβή πρώτη κατοικία τους έχει δεσμευτεί προ πολλού χρόνου. Δεν τους έχει δηλαδή δοθεί η δυνατότητα έστω να μεταστεγαστούν σε φθηνότερη πρώτη κατοικία για να καλύψουν τη στεγαστική ανάγκη τους, ώστε να εξοικονομούσαν έτσι πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε κάποια αποπληρωμή μέρους έστω του ονομαστικού αρχικού ακριβού δανείου τους. Αυτοί οι συμπολίτες μας είναι σαν να φύλαξαν την πρώτη κατοικία τους έτοιμη για παράδοση στα fund. Kαι, φυσικά, οργανωμένο κράτος που σέβεται τον ευατό του, δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια στους προδιαγραφόμενους άστεγους αυτής της ιδιότυπης κατηγορίας.

Ας μην πω περισσότερα! Ο πολιτικά, κοινωνικά και τεχνικά βάρβαρος τρόπος με τον οποίο η σημερινή κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μεθόδευσε και επέβαλε αυτό το έκτρωμα έχει περιγραφεί επαρκώς. Δεν απόμένει παρά η ελληνική κοινωνία, μετά από 10 ολόκληρα χρόνια βαθυτατης κρίσης και με θύματα  των συνεπειών της εκατομμύρια Έλληνες πολίτες, να ζήσει την απόλυτη κατάπτωση της εξαθλίωσής της: Να δει συμπολίτες μας, με μαζικό τρόπο να χάνουν και την πρώτη κατοικία τους και να μένουν στον δρόμο μαζί με τις οικογένειές τους.

___________________________

(*) To προηγούμενο τεχνικό μεέρος της παρούσας ανάλυσης μπορείτε να το δείτε εδώ: http://www.molyvi.com/424087502/6873202/posting/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1  

 

 

 

11 Φεβ. 2020

Η κορυφαία κυβερνητική απάτη

με την πρώτη κατοικία

(Μέρος Α΄: Η τεχνική πτυχή)

Σε λιγότερο από δύο μήνες από σήμερα η ελληνική κοινωνία θα κληθεί να διαχειριστεί, πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά, το μεγαλύτερο από τα προβλήματα της πρώτης μετα-μνημονιακής περιόδου: τις κατασχέσεις πρώτης κατοικίας Ελλήνων πολιτών από τραπεζικά ιδρύματα, λόγω οφειλών από δανεισμό.

Α. Η τεχνική πτυχή

Το ζήτημα, στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα και κατ’ αποκλειστικότητα κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο στη χώρα μας και πουθενά αλλού στην Ευρώπη,  αποδεικνύει  -και όχι τυχαία- με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο πόσο καταστροφικά αδιέξοδη υπήρξε η ελληνική «διάσωση».

Νομίζω, μάλιστα, ότι στο θέμα αυτό απεικονίζεται ανάγλυφα η συνολική αποτυχία του σοϊμπλικού μοντέλου «διάσωσης» στην Ελλάδα. (Αλλά νομίζω και αλλού, π.χ. η Ιρλανδία βρίσκεται ένα βήμα πριν την έκρηξη της νέας φούσκας των ακινήτων, αφού το σπρώξιμο της δικής της «διασωστικής» παρέμβασης «κάτω απ’ τα χαλάκι» και άρον-άρον επειδή τότε εκκρεμούσε το σεναριο του brexit, δεν έλυσε προβλήματα).

Το θέμα της κατάσχεσης (γιατί περί κατάσχεσης πρόκειται στην ουσία) πρώτης κατοικίας ευρωπαίων πολιτών, όπως δρομολογείται εδώ, και των  πλειστηριασμών  αφήνει -και πάλι μόνο στην Ελλάδα και πουθενά αλλού στον κόσμο με τόσο δραματικό τρόπο- ολοκάθαρο αποδεικτικό ίχνος του ευρύτερου πιστωτικού αδιεξόδου στο οποίο οδηγηθήκαμε από επιλογές πολιτικών και χρηματο-νομισματικών ελίτ –και όχι από δημοσιονομική αφροσύνη, που επιδείνωσε ασφαλώς το πρόβλημα, αλλά δεν είναι το βασικό αίτιο της κρίσης, ποτέ δεν ήταν, όπως αποδεικνύει η προβληματική σημερινή εικόνα του εξωτερικού χρέους και των τραπεζών στην Ελλάδα, αλλά και σ’ όλη την ευρωζώνη.

Κατ’ αρχάς, ας υπογραμμίσω την αντίφαση, λογική και τεχνικά οικονομική, του σημερινού φαινομένου να ανεβαίνουν οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα και την ίδια ώρα να εκκρεμούν οι κατασχέσεις πρώτης κατοικίας εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών. Προσέξτε: Γιατί ανεβαίνουν οι τιμές των ακινήτων (στην Ελλάδα και σ’ όλη την Ε.Ε.) ακριβώς αυτήν την εποχή; Την απάντηση έδωσε προ ημερών η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ. Τις τιμές των ακινήτων αυτήν την περίοδο, είπε η κυρία Λαγκάρντ, ανεβάζουν τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού από τις τράπεζες!!! Άρα, υπάρχει διαθέσιμο και προσφερόμενο φθηνό χρήμα για μπίζνες στην αγορά ακινήτων. (Και εδώ παραβλέπω, για συζήτηση σε κάποια άλλη ευκαιρία, ότι τα προγράμματα χαλαρής ρευστότητας της ΕΚΤ (QE), δεν επελέγησαν για να παραχθούν νέες κερδοσκοπικές μπίζνες από ιδιώτες, για παράδειγμα στη στέγη. Αντίθετα, έγιναν για να αναχρηματοδοτηθεί με ευνοϊκότερους όρους το εξωτερικό χρέος των χωρών-μελών της ευρωζώνης αλλά και το χρέος τραπεζών από δανειοδοτήσεις ιδιωτικών funds. Όπως επίσης τα QE ήρθαν για να προσφερθεί «ζεστό χρήμα» σε παραγωγικές επενδύσεις, με επιτόκια χαμηλά, σε σύγκριση με τα προσφερόμενα προηγουμένως σε υψηλές τιμές επιτόκια από funds για επιχειρηματικές δραστηριότητες.

(Για να γίνει κατανοητό το QE και ο λόγος υιοθέτησής του, ας δούμε το παράδειγμα της Πορτογαλίας: Η χώρα, με υψηλό εξωτερικό χρέος, όπως και η Ελλάδα, αλλά με λογικό και όχι «τιμωρητικό» διασωστικό μοντέλο, πριν δύο χρόνια έκανε χρήση του δικαιώματος δανεισμού της στο πλαίσιο του QE με χαμηλό επιτόκιο και με τις πιστώσεις που έλαβε αποπλήρωσε τα δάνεια ακριβού επιτοκίου που είχε λάβει από το ΔΝΤ (της κυρίας Λαγκάρντ, τότε). Στην Ελλάδα επετράπη μεταμνημονιακά η αποσβεστική πρόωρη αποπληρωμή μέρους των με ακριβό επιτόκιο δανείων του ΔΝΤ, όχι όμως με φθηνό επιτοκιακό δανεισμό από την ΕΚΤ, αλλά με πιστώσεις που εξασφαλίστηκαν από ελληνικά ομόλογα, με χαμηλό επιτόκιο, λόγω της προηγθείσας εξόδου από το μνημόνιο. Μ’ άλλα λόγια, στην Πορτογαλία οι πιστώσεις που εξασφαλίστηκαν για την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ εξασφαλίστηκαν από συλλογική κεφαλαιακή συνεισφορά και εγγυοδοσία της ευρωζώνης μέσω της ΕΚΤ, ενώ στην Ελλάδα οι ίδιες πιστώσεις εξασφαλίστηκαν από καθαρή ελληνική χρηματοδότηση. Αν αυτό είναι ισότητα αντιμετώπισης των χωρών-μελών, τότε αναμφίβολα εγώ είναι ελέφαντας και η ελληνική «διάσωση» έχει πετύχει)   

Ας το δούμε το θέμα των φθηνών στεγαστικών δανείων που εμφανίζεται στην Ευρώπη, όπως (δεν) λειτουργεί στην Ελλάδα! Δηλαδή, σύμφωνα με την προ ημερών ομολογία -ξανά της κυρίας Λαγκάρντ- περί χρήσης του φθηνού δανεισμού από την ΕΚΤ για στεγαστικές μπίζνες,  ενώ προσφέρονται στην Ευρώπη χαμηλά επιτόκια για δανεισμό (τα οποία εν προκειμένω, αν προσφέρονταν και από τις ελληνικές τράπεζες θα διευκόλυναν την αναχρηματοδότηση της κατοικίας των οφειλετών –αλλά δεν προσφέρονται, λόγω του παρατεταμένου πιστωτικού «παγώματος» στην ελληνική οικονομία), οι Έλληνες δανειολήπτες αποκλείονται από την «προσφερόμενη» ελάφρυνση που ισχύει πρακτικά άλλες ευρωπαϊκές χώρες!

Βεβαίως, προσθέτω εγώ, την αύξηση της ζήτησης των ακινήτων στην Ευρώπη (αλλά και την Ελλάδα, εδώ υπάρχει πλήρης αναλογία -επίσης όχι τυχαία- με τις άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε.) προκαλούν και δύο ακόμη στοιχεία: α. η ανάγκη για λαϊκή κατοικία που ενδυναμώνεται από μια νέα γενιά ενοικιαστών (και μέχρι πρότινος διαμενόντων «σε δικό τους σπίτι» αποκτημένο με δανεισμό προ κρίσης, δηλαδή μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης που εισοδηματικά υποβαθμίστηκε και εξαθλιώθηκε χάνοντας τη στέγη του), και β. οι ανάγκες στέγασης εκατομμυρίων προσφύγων και μεταναστών -και στην Ελλάδα το πρόβλημα θα γίνει εκρηκτικό την αμέσως προσεχή περίοδο. (Ήδη επιστρατεύεται το ακραίο μέτρο της επίταξης κτηματικής περιουσίας Ελλήνων πολιτών).

Για να το δούμε λίγο αυτό: Ο Έλληνας δανειολήπτης προσκλήθηκε μαζικά προ κρίσης, να λάβει δάνεια, με υπέρογκα επιτόκια, για να καλύψει τις ανάγκες του σε στέγαση –κι αυτό εμφανίστηκε και ως συνταγμένη στεγαστική πολιτική του κράτους (τόσο, ώστε ακόμη και οργανωμένα και λειτουργικά επί δεκαετίες προγράμματα κρατικής στεγαστικής πολιτικής, π.χ. Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας κ. α., να σταματήσουν, αφού η ανάγκη για λαϊκή στέγη καλύφτηκε με ιδιωτικό δανεισμό. Προσέξετε, ιδιωτικό δανεισμό κερδοσκοπικών κινήτρων μεν, που επανεγγράφτηκε στο δημόσιο χρέος λόγω των ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών δημοσία δαπάνη δε, προκαλώντας αντί για ελάφρυνση του δημόσιου χρέους από το σταμάτημα των δημόσιων προγραμμάτων στεγαστικής πολιτικής, μεγαλύτερη και δεσμευτικότερη επιβάρυνσή του).

Με την κρίση και την εισοδηματική απαξίωσή του ο Έλληνας δανειολήπτης της μεσαίας τάξης, απειλείται με εκδίωξη από το σπίτι που στεγάζει την οικογένειά του, σε τιμές αποτίμησης των οφειλών του αμετάβλητες σε σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο. (Δηλαδή, θα αναγκαστεί να παραδώσει «το σπίτι του», σε τιμές προ κρίσης, χωρίς καμιά συνεκτίμηση της απώλειας αξιών περιουσίας που έχουν εγγραφεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Γι’ αυτό και εδώ προκύπτει ένα επί πλέον οικονομικό και κοινωνικό παράδοξο: Ακόμη και παραδίδοντας το με δανεισμό αποκτημένο σπίτι του ο Έλληνας δανειολήπτης, δεν τελειώνει με τις οφειλές του! Αντίθετα, διατηρείται και παρατείνεται επ’ άπειρον και με ανατοκισμούς και υπερημερίες σε βάρος του, ονομαστικό πλέον και όχι εμπράγματο, χρέος, προερχόμενο από την αιτία πτωτικής διακύμανσης των στεγαστικών αξιών, αλλά και από τις συνέπειες των κερδοσκοπικών πρακτικών στη στεγαστική πολιτική).

Ταυτόχρονα, ο Έλληνας δανειολήπτης χάνοντας το σπίτι του, θα πρέπει να αναζητήσει νέα στέγη για να βάλει μέσα την οικογένειά του. Αλλά για να καλύψει πλέον σήμερα αυτήν την άκαμπτη ανάγκη του θα πρέπει να το κάνει σε συνθήκες νέου κερδοσκοπικού κύματος στην αγορά ακινήτων, όπως επισήμως επιβεβαιώνει η κυρία Κριστίν Λαγκάρντ.

Σούμα:

1. Ο Έλληνας δανειολήπτης, δανείστηκε εξ αρχής πολύ ακριβά (για να κερδοσκοπούν τα funds και με τη σειρά τους οι τράπεζες) για να αποκτήσει στέγη.

2. Ο Έλληνας δανειολήπτης, αφού έλαβε το δάνειό του υπό τους παραπάνω επαχθείς όρους, απέκτησε στέγη σε υψηλότατες τιμές, εκείνες που επικρατούσαν τότε στην αγορά ακινήτων.

3. Ο Έλληνας δανειολήπτης, με την εισοδηματική απαξίωσή του λόγω κρίσης, είδε το δάνειό του να «κοκκινίζει» αλλά και να επιβαρύνεται υπέρμετρα το ονομαστικό χρέος του, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα τα επιτόκια και μέσα στην κρίση έμειναν σε υψηλά επίπεδα, αλλά και ενώ τα επιτόκια υπερημερίας ήταν εξοντωτικά και ακόμη και τεχνικά από χρηματο-οικονομικής άποψης λανθασμένα.

4. Ο Έλληνας δανειολήπτης, «κοκκινίζοντας» το δάνειό του ή χάνοντας τα σπίτι του, δεν είδε να απομειώνεται ή να διαγράφεται η ονομαστική οφειλή του, όπως θα έπρεπε να γίνει για λόγους χρηματο-πιστωτικής εκλογίκευσης των πραγμάτων σε συνθήκες βαθύτατης κρίσης, αλλά και για λόγους ραγδαίας μείωσης των αξιών στην αγορά ακινήτων, δηλαδή της επίδικης αξίας που αφορά στο χρέος του.

5. Ο Έλληνας δανειολήπτης, ως Έλληνας πολίτης, κλήθηκε, μόνος αυτός σ’ ολόκληρη την ευρωζώνη, να καταβάλλει το κόστος «διάσωσης» των ελληνικών τραπεζών, με άμεση εγγραφή του κόστους ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών στο δημόσιο χρέος, δηλαδή με επιβάρυνση όλων των νοικοκυριών. Μ’ άλλα λόγια, συνέβαλε παράλληλα -και μάλιστα εκτός του χρηματοπιστωτικού πλαισίου λήψης του δανείου του και με πολιτικούς όρους- για την οικονομική στήριξη των τραπεζών, στις οποίες συνέχισε να οφείλει χωρίς καμιά αλλαγή το δάνειό του.

6. Ο Έλληνας δανειολήπτης, όπως προ ημερών εξηγήθηκε από κυβερνητικά και τραπεζικά στελέχη, δεν δικαιούται ανάλογων ελαφρύνσεων με εκείνες που δόθηκαν στις τράπεζες, δηλαδή το δικαίωμα να αγοράζει το δάνειό του σε όσο χαμηλή τιμή πωλείται σε ιδιωτικά κερδοσκοπικά funds. Δηλαδή οι τράπεζες (που διασώθηκαν δημοσία δαπάνη) να διευκολυνθούν να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους, αλλά τα δανεισμένα νοικοκυριά για να εξυγιάνουν την οικογενειακή τους οικονομική κατάσταση, όχι. Πως εξηγείται αυτό; Ας το δούμε με τα προ ημερών λόγια του ίδιου του κ. Γιάννη Στουρνάρα: "Το σοβαρότερο πρόβλημα των τραπεζών με βάση τη νομοθεσία του 2017 είναι πως αν μια τράπεζα θέλει να κάνει πιο επιθετική πολιτική στη μείωση των κόκκινων δανείων τότε θα πρέπει να γράψει ζημίες, θα πρέπει να εκδώσει κοινές μετοχές και θα πρέπει να τις πάρει το Δημόσιο και έτσι θα απέχουν οι ιδιώτες επενδυτές. Θέλουμε το Δημόσιο να βγει ωφελημένο και όχι να βάλει χρήματα. Σχεδιάζουμε ώστε το δημόσιο και ο φορολογούμενος να κερδίσει και όχι να χάσει", είπε ο κ. Στουρνάρας απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών!!! (Απορώ: Ο κ. Στουρνάρας δεν γνωρίζει ότι η πώληση από τις τράπεζες δανειακών χαρτοφυλακίων σε εξευτελιστικές τιμές σε ιδιωτικά funds, τεχνικά θα μπορούσε να γίνει και σε μεμονωμένους δανειολήπτες οφειλέτες, με τιτλοποίηση των δανείων αυτών και παραχώρησή τους σε κάποια bad bank; Και γιατί και από αυτό -μαζί από πολλά άλλα- που έγινε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (δηλαδή την υιοθέτηση της πρακτικής bad bank προς εξυγίανση τραπεζικών ισολογισμών) θα πρέπει να εξαιρείται η Ελλάδα;)

7. Ο Έλληνας δανειολήπτης, για να διαπραγματευτεί για την οφειλή του θα πρέπει από ‘δω και πέρα να συναλλάσσεται με ιδιώτη κερδοσκόπο (και με πασίγνωστες λίαν αρπακτικές διαθέσεις και απροσδιόριστο πλαίσιο λειτουργίας) και όχι με τις ελληνικές τράπεζες, με όσες πρακτικές και συμβολικές συνέπειες συνεπάγεται αυτή η (εξόφθαλμα μονομερής και χωρίς καμιά συναίνεση του Έλληνα δανειολήπτη) μετατροπή των όρων της δανειακής σύμβασής του -κι αν έχει συναινέσει, αυτό έγινε υπό απολύτως καταχρηστικές συνθήκες.

8. Ο Έλληνας δανειολήπτης, θα πρέπει από ‘δω και πέρα να αναζητήσει κάλυψη της στεγαστικής ανάγκης του, σε συνθήκες νέου τεχνητά παραγόμενου (εξηγήθηκε προηγουμένως) κερδοσκοπικού γύρου αύξησης στις αξίες των ακινήτων. Δηλαδή θα ξαναπληρώσει ακριβά και σε συνθήκες κερδοσκοπίας την άκαμπτη κάλυψη της στεγαστικής ανάγκης του.

Στα 8 παραπάνω σημεία ορίζεται απόλυτα ο όρος «υποζύγιο», ως περιγραφή της μεταχείρισης του Έλληνα πολίτη από πλευράς του ελληνικού κράτους (της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, συγκεκριμένα, το «σχέδιο Ηρακλής» είναι αποκλειστικά δική της πατέντα), των ελληνικών τραπεζών και της ευρωζώνης.

Έχω την εντύπωση πως πρόκεται για την κορυφαία αήθεια, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά, της σημερινής γκρίζας κατάστασης που διαμορφώνεται στην Ελλάδα, μετά από 10 χρόνια κρίσης.

Αλλ’ αυτά, δηλαδή την πολιτική και την κοινωνική πτυχή των συνεπειών της υπόθεσης, θα τα συζητήσουμε στο επόμενο Β΄ μέρος αυτής της ανάλυσης…

 

 

 

9 Φεβ. 2020

Μπορεί να υπάρξει

συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ;

Η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη ελέγχεται ήδη βασιμότατα για πληθώρα ατυχών έως και επικίνδυνων επιλογών και ενεργειών της, στο σύνολο σχεδόν του πολιτικού πεδίου. Από την οικονομία και την εξωτερική πολιτική μέχρι τα ζητήματα δημοκρατίας και κοινωνικής πολιτικής, αλλά και στην αδήριτη «καθημερινότητα», έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται δυσμενείς συνέπειες της σημερινής διακυβέρνησης, προκαλώντας καθώς είναι φυσικό μια εκτεταμένη -αλλά μερικώς εκφραζόμενη πολιτικά, ως σήμερα- δυσαρέσκεια στους εκλογείς. Πράγματι πρόκειται για μοναδική περίπτωση κυβέρνησης, που σε συνθήκες ομαλότητας τόσο νωρίς και σε τέτοια έκταση αποδομείται στη βάση των πραγμάτων ενώπιον των πολιτών.

Φυσικά για την εικόνα αυτή την ευθύνη έχει  η ηγεσία της κυβέρνησης. Και η μοναδικότητα της περίπτωσης τόσο ταχείας και σε τέτοια έκταση αποδόμησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κυβέρνησής του γίνεται απόλυτη, όταν συνεκτιμηθεί ότι το σύνολο σχεδόν του μιντιακού συστήματος και των συμφερόντων που το συναπαρτίζουν και το κατευθύνουν υποστηρίζουν μετά μανίας πρωθυπουργό και κυβέρνηση. Παραπληροφορώντας συστηματικά τους πολίτες για τις πραγματικές συνέπειες των κυβερνητικών επιλογών ή και διαστρέφοντας συντεταγμένα μέσω της μάστιγας των fake news την αλήθεια.

Παρά την απολύτως ύποπτη εκ προθέσεων αυτή μιντιακή στήριξη, η υπαρκτή -και πολύ μεγαλύτερη στο πολιτικό και κοινωνικό υπόστρωμα- φθορά της κυβέρνησης είναι το νέο δεδομένο του πολιτικού σκηνικού. Και είναι πολύ σημαντικότερης επίδρασης στις εξελίξεις που ακολουθούν, διότι δεν πρόκειται για δεδομένο στην αρχή 4ετίας (και άρα δυνητικά αντιστρέψιμο), όπως τεχνικά φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Η παράμετρος, δηλαδή, «αρχή της 4ετίας», υποχωρεί,  αφού το γνωστό σενάριο των «διπλών εκλογών» (*) τους αμέσως προσεχείς μήνες με επιλογή Μητσοτάκη, για να «καεί» η απλή αναλογική, είναι κοινό μυστικό στον δημόσιο βίο μας. 

Ωστόσο, η φθορά του Κυριάκου Μητσοτάκη και των συν αυτώ (επειδή είναι λίαν πρόσφατες οι τελευταίες κάλπες), δεν είναι στην έκταση και την ένταση που θα μπορούσαν να εγκυμονούν εκλογική ήττα του στις «διπλές εκλογές». Ακόμη όμως κι αν έχανε τις πρώτες απ’ αυτές τις «διπλές εκλογές», η ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη θα ήταν πολιτικά άγονη, αν δεν προέκυπταν πολιτικές συνεργασίες προοδευτικών δυνάμεων με κορμό τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Είναι σήμερα εφικτό και ρεαλιστικό να γίνεται λόγος για προσέγγιση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ΚΙΝ.ΑΛ., που είναι οι δύο βασικοί παράγοντες (μείζων και ελλάσσων) του γενικότερα αντιλαμβανόμενου ως αντι-δεξιού πολιτικού χώρου;

Οι κινήσεις στο προσκήνιο (ηπιότερη στάση από τον άγονο αντι-ΣΥ.ΡΙΖ.Α λόγο κατά του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης) και στο παρασκήνιο (άτυπες συναντήσεις) εξελίσσονται. Προφανώς είναι αδύνατο σήμερα να γίνει εδραία πρόβλεψη της κατάληξης.

Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι τέτοιες κινήσεις γίνονται και είναι πραγματικές, είναι σημαντικό στοιχείο αλλαγής του σκηνικού απομόνωσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (τεχνητού ή πραγματικού μικρή σημασία έχει, εν πολλοίς άλλωστε πραγματικό ήταν όπως έδειξαν οι κάλπες, ανεξάρτητα του πώς, από ποιούς και με ποιά κίνητρα δομήθηκε αυτή η απομόνωση). Επομένως, το πρώτο και -κρίνω-  καθοριστικότατο βήμα για μια συνεργασία (η άρση της απομόνωσης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από μεριάς ενός βασικού παράγοντα διαμόρφωσης αυτής της εικόνας απομόνωσης), έχει ήδη γίνει.

Θεωρώ την άρση της κατασκευασμένης απομόνωσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και το άνοιγμα της συζήτησης για συνεργασίες στο αριστερό μέρος του κομματικού φάσματος, φυσική συνέχεια και αναπόδραστη συνέπεια του ότι αυτή η άρση προηγήθηκε (με διάφορους τρόπους αλλά και εκλογικά)  σε επίπεδο λαϊκής βάσης και έπονται οι ηγεσίες. Και προσωπικά ως συνδημιουργός της «Γέφυρας-Πρωτοβουλίας προοδευτικών πολιτών», χαίρω που συνέβαλα στην εξέλιξη αυτή.

Όμως, η αρχή δεν προδικάζει ανάλογη συνέχεια! Ας δούμε γιατί.

Οι δυσκολίες από μεριάς του ΚΙΝ.ΑΛ.:

1. Η βάση του ΚΙΝ.ΑΛ. από την ανατροπή Γιώργου Παπανδρέου και μετά -με κορύφωση τις ηγεσίες Βενιζέλου και Γεννηματά, οι οποίες για λόγους, περισσότερο ευκαιριακού χαρακτήρα υιοθέτησαν το αφήγημα ότι «ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, έριξε τον Γιώργο Παπανδρέου»- έχει εμπλακεί δεσμευτικά στο αντι-ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κλίμα. (Ήδη ακούστηκαν και μερικές περιθωριακές προειδοποιήσεις προς την Φώφη Γεννηματά, να μην επιχειρήσει προσέγγιση με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.). Τέτοιο κλίμα αλλάζει όχι με όρους επείγουσας προεκλογικής ανάγκης αλλά μεσοπρόθεσμα και ως συγκρότηση κατανόησης της πολιτικής ανάγκης για συνεργασία κατά του σημερινού μπλοκ εξουσίας που κυβερνά. Κάθε αποδαιμονοποίηση χρειάζεται χρόνο. Κι εδώ χρόνος δεν υπάρχει!

2. Η δαιμονοποίηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εντός του ΚΙΝ.ΑΛ. παρουσιάζει το εξής παράδοξο στοιχείο: Ενώ οι κύριοι παράγοντες της ανατροπής του Γ. Παπανδρέου αναμφίβολα ήταν η τότε (αξιωματική) αντιπολίτευση Σαμαρά και οι εντός του κόμματος ανατροπείς του τελευταίου πρωθυπουργού του ΠΑ.ΣΟ.Κ., στο ΚΙΝ.ΑΛ. η (κατασκευασμένη) εντύπωση είναι ότι τον Γιώργο Παπανδρέου και την τελευταία κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ανέτρεψε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

3. Συνέπεια του παραπάνω σημείου είναι ότι οι υποστηρικτές του Γιώργου Παπανδρέου -αν και ιδεολογικο-πολιτικά περισσότερο ευεπίφοροι στην προσέγγιση- είναι τόσο φανατικά αντι-συριζικοί, όσο και οι βενιζελικοί (οι τελευταίοι με αδρότερες ιδεολογικές συντεταγμένες της διαφοράς με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.). Και το ίδιο ισχύει και για τους υποστηρικτές της Φώφης Γεννηματά.

4. Το αντι-ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κλίμα, με δεδομένη την ιδεολογικο-πολιτική «αφασία» του σημερινού ΚΙΝ.ΑΛ.  και ένεκα της καθαρής συμπόρευσης κατά την αντιπολίτευση 2015-2019 με νεο-φιλελεύθερες πολιτικές, εμφανίζεται να περιλαμβάνει και αγεφύρωτες διαφορές ιδεολογικού φορτίου με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (που τεχνητά συντηρεί και η σημερινή ηγεσία). Αυτό, απογυμνώνεται στην πραγματικότητα όποτε από μεριάς ΚΙΝ.ΑΛ. επιχειρείται πιο συγκεκριμένη ιδεολογική τεκμηρίωση της αντίθεσης με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (συνήθως επιστρατεύονται φληναφήματα αντικομουνιστικής κοπής, δηλαδή τόσο παλιά και ξεπερασμένα και απολύτως αναντίστοιχα με τη σημερινή υπαρκτή απειλή σημαντικής ενίσχυσης της ακροδεξιάς και των νεοναζιστών), παρά ταύτα, όμως, οριοθετεί και το μεγάλο βάθος της σημερινής αντίθεσης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΚΙΝ.ΑΛ.. 

5. Τέλος, επειδή οι ηγεσίες παίζουν ρόλο στις συνεργασίες (και με δεδομένο ότι ο Τσίπρας δεν μπορεί «να φύγει»), αν η ίδια η Φώφη Γεννηματά προσερχόταν σε διάλογο με τον Αλέξη Τσίπρα για συνεργασία, εκ των πραγμάτων θα καταγραφόταν η ανακολουθία με την προηγηθείσα στάση της κατά την  αντιπολίτευση 2015-2019, αποδίδοντας εκ των πραγμάτων σημαντική ευθύνη για τον λανθασμένο προσανατολισμό της πολιτικής περιόδου υπό την ηγεσία της κατά την  αντιπολίτευση στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. 2015-2019. Βεβαίως, αυτό θα (μπορούσε να) αντιμετωπιζόταν είτε με αυτοκριτική, είτε με αλλαγή ηγεσίας στο ΚΙΝ.ΑΛ. –σενάρια, κανένα εκ των οποίων δεν πιθανολογώ. 

Οι δυσκολίες από μεριάς ΣΥ.ΡΙΖ.Α.:

1. Η δικαιολογημένη οργή για τον εκ του αποτελέσματος ελεγχόμενο ως άδικο χαρακτήρα της αντιπολίτευσης του ΚΙΝ.ΑΛ. κατά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., έχει εγκολπωθεί στη βάση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. (Κορυφαία παραδείγματα η συμφωνία των Πρεσπών και η υιοθέτηση του απαράδεκτου προεκλογικού ισχυρισμού του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι δήθεν η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αντάλλαξε το όνομα «Μακεδονία» με τη μη περικοπή των συντάξεων).      

2. Παρά την εδραία αυτοπεποίθηση στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. περί της πρωτοκαθεδρίας στο  αντι-δεξιό μέτωπο που αρχίζει να συγκροτείται, διατηρείται (από σημαντικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης) η επιφύλαξη ότι το ΚΙΝ.ΑΛ. είναι πολιτικός συνοδοιπόρος της δεξιάς (παρά τη δεδομένη αντίθετη αυτοτοποθέτηση του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους των ψηφοφόρων του σημερινού ΚΙΝ.ΑΛ. και ενώ όλοι οι δεξιών προσανατολισμών εκλογείς προερχόμενοι από τον χώρο του έχουν ήδη ψηφίσει Κυριάκο Μητσοτάκη ή ήδη έχουν προσχωρήσει ανοιχτά στη Ν.Δ.). Έτσι, η συνεργασία με το ΚΙΝ.ΑΛ. -αν γίνεται αποδεκτή στην αξιωματική αντιπολίτευση- περιορίζεται σε τακτισμούς για να ξαναγίνει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α,. κυβέρνηση  και ο Τσίπρας πρωθυπουργός, πράγμα που (συνεχίζει να) είναι «κόκκινο πανί» για τη βάση του ΚΙ.ΝΑΛ.. 

3. Θα μπορούσε ο Αλέξης Τσίπρας να συναινέσει σε τυχόν απαίτηση του ΚΙΝ.ΑΛ. για ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής για πρωθυπουργό, αντί για εκείνον, με σκοπό να τελεσφορήσει μια «προοδευτική κυβέρνηση» μετά από τις πρώτες προσεχείς και λίαν πιθανολογούμενες πρόωρες «διπλές εκλογές»; Εδώ το θέμα είναι μεγάλο! Για δύο λόγους, έναν πρακτικό και έναν  βαθύτατα πολιτικό: α. Ο πρακτικός λόγος είναι η απόλυτη ένδεια προσώπων που θα μπορούσαν υπηρετήσουν τον σκοπό. β. Ο βαθύτατα πολιτικός λόγος είναι η λογική άρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να αποδεχτεί τέτοιον όρο! Επίσης, εικάζω ότι ακόμη κι αν ετίθετο από μεριάς του ΚΙΝ.ΑΛ. ως όρος για συνεργασία με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το «να μην είναι ο Τσίπρας ξανά πρωθυπουργός», ακόμη κι αν το δεχόταν αυτό το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θα προέκυπτε η λογική αναλογία της απαίτησης «να απέχει η Φώφη Γενηματά από την κυβέρνηση συνεργασίας». Πολύ αμφιβάλλω αν η ίδια θα το αποδεχόταν –εκτός κι αν για δικούς της άλλους λόγους αποφάσιζε να αποχωρήσει ούτως ή άλλως από την ηγεσία του ΚΙ.ΝΑΛ..   

4. Παράλληλα, συντρέχει η πρακτική αλλά ανυπέρβλητη δυσκολία ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει προκηρύξει τη σύγκληση του 3ου συνεδρίου του για τον προσεχή Μάιο. Μέχρι την πραγματοποίηση του συνεδρίου αυτού είναι πολύ δύσκολο να γίνουν ουσιαστικές συζητήσεις για συνεργασία-ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΚΙΝ.ΑΛ.! Και η απώλεια αυτού του χρόνου είναι απολύτως κρίσιμη, διότι ακριβώς στο εξάμηνο που έπεται θα εκτυλιχτεί όλο το σενάριο των «διπλών εκλογών» και σ’ αυτόν τον χρόνο θα πρέπει να έχει επιτευχθεί η προσέγγιση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΚΙΝ.ΑΛ. για να είναι ρεαλιστική η προοπτική συνεργασίας προοδευτικών δυνάμεων στην κατεύθυνση ανακοπής της πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη. (Το κατά πολλούς λεγόμενο σενάριο «δεξιάς παρένθεσης»).

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω το μεγάλο πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι των αντιπάλων του (και όσο η διακυβέρνησή του πάσχει κατάφωρα) είναι η δυστοκία σε συνεργασίες προοδευτικής πολιτικής κατεύθυνσης. Αν αυτή η δυστοκία εξέλιπε ή παραμεριζόταν με γενναίες πολιτικές κινήσεις των πολιτικών οργανισμών του προοδευτικού χώρου, το σκηνικό θα άλλαζε καταλυτικά.

Στη δυστοκία προοδευτικών συνεργασιών, δομικά συντείνει -κι αυτό έχει και άμεση πρακτική σημασία, αλλά αυτό είναι παγιωμένο «ελάττωμα» στη συνθήκη ενότητας των δημοκρατικών, προοδευτικών αριστερών δυνάμεων- η «εξωπολιτική» και περισσότερο συμβολικού χαρακτήρα στάση τόσο του Κ.Κ.Ε. όσο και του ΜΕΡΑ25.

Τις επόμενες εβδομάδες θα διαφανεί με περισσότερο αποφασιστικό τρόπο, αν και πώς θα δοκιμαστεί το σενάριο προσέγγισης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΚΙΝ.ΑΛ..

Για αρχή (και τέλος της παρούσας ανάλυσης) ας περιοριστώ στην παρακάτω επισήμανση: Αλίμονο αν αυτή η προσπάθεια αρκεστεί στην επικοινωνία των κορυφών και υπό την δεδομένη εκατέρωθεν  κακοπιστία (δικαιολογημένη ή μη). Κάτι τέτοιο θα συνέτεινε στην παγίωση στην κοινή γνώμη της εντύπωσης ότι το όλο εγχείρημα εξαντλείται σε σκοπιμότητες σύμπραξης ετερόκλιτων δυνάμεων. Κι όμως, όπως ήδη είπα, πολιτική βάση του ίδιου εγχειρήματος είναι η αναδυόμενη και κάθε μέρα όλο και πιο φανερή και δυνατότερη ενότητα ευρέων κοινών σε αντι-δεξιά κατεύθυνση, όπως την έχει ενεργοποιήσει η τραγική διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αν, λοιπόν, η τυχόν προοδευτική συνεργασία τύγχανε της μεταχείρισης να πλασαριστεί ως τεχνικό θέμα διαλόγου μεταξύ ηγεσιών και όχι ως ανταπόκριση στο πραγματικό πολιτικό αιτούμενο εκδίωξης της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη και αντικατάστασής της από μια κυβέρνηση προοδευτικού προσήμου, η προοπτική θα στράβωνε από την αρχή. Η λαϊκή βάση των πολιτικών στοιχείων της συγκυρίας, μπορεί να συγκροτείται με αργούς ρυθμούς και να υποφέρει από τις νόσους της επιλεκτικής μνήμης και του κακού πολιτικού πολιτισμού (κυρίως ελέω της μνημονιακής εκτροπής). Εκείνο, όμως, που περισσότερο απ’ όλα αποστρέφεται είναι τις κομματικές γραφειοκρατίες που προς ίδιον όφελος εκμεταλλεύονται τη δυναμική που (η λαϊκή βάση) προσδίδει στους συσχετισμούς πολιτικών δυνάμεων, αντί να παράγουν νομιμοποιημένες εξελίξεις προοδευτικού προσανατολισμού. Και είναι ώρα το λαϊκό κίνημα με τα σημερινά χαρακτηριστικά του να εκπροσωπηθεί τίμια και ειλικρινά ως η βάση των αλλαγών που χρειαζόμαστε.

__________________________

(*) Δες εδώ ανάλυσή μου για τις "διπλές εκλογές":  http://www.molyvi.com/424087502/6870677/posting/%CF%80%CF%89%CF%82-%CE%B8%CE%B1-%CE%B7%CF%84%CF%84%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%AF-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82