Μολυβάκι

22 Ιαν. 2021

Ο Μπάιντεν μετά την ορκωμοσία

Τώρα που στεγνώνει το μελάνι από το διάταγμα ανακήρυξης του Τζο Μπάιντεν σε 46ο πρόεδρο των ΗΠΑ, ευχή όλων μας είναι να δρομολογηθεί  μια σοβαρότερη και πιο υπεύθυνη συζήτηση σχετικά με το μέλλον του πλανήτη.

Ο νέος πρόεδρος δηλώνει διαθέσιμος τουλάχιστον για τέτοιον διάλογο και κατά τούτο ήδη μια καλύτερη μέρα έχει ξημερώσει στον κόσμο. Πολύ περισσότερο αφού ο Τζο Μπάιντεν λίγες μόλις ώρες μετά την ορκωμοσία του υπέγραψε δύο διατάγματα τεράστιας συμβολικής και πρακτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο επί Γης: τα διατάγματα επανένταξης των ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων και επιστροφής της χώρας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. (Μικρότερης -αλλά πάντως όχι αμελητέας- σημασίας είναι και η δήλωση βουλήσεως της διοίκησής του να παραταθεί η ισχύς της συνθήκης με τη Ρωσία για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων New Start, που επίσης είχε καταγγείλει ο πολύ επικίνδυνος, όπως αποδείχτηκε, προκάτοχός του, Ντόναλντ Τραμπ).

Τα καλά νέα, όμως, σταματούν εδώ  και πολλά από τα προβλήματα των καιρών παραμένει αναπάντητο πως θα εξελιχτούν, με τα δείγματα γραφής του νέου προέδρου  (και πριν την εκλογή του, κατά τη μακρά θητεία του ως σημαντικό πρόσωπο του συστήματος που οδήγησε τις ΗΠΑ στη βαθύτερη κρίση της νέας ιστορίας τους, την οποία ο απελθών Τραμπ βεβαίως επέτεινε και οδήγησε ως τον έσχατο κίνδυνο της άτυπης πραξικοπηματικής ανωμαλίας) να μην είναι τα καλύτερα! Ήδη, τα δύο πρώτα θετικά διατάγματα Μπάιντεν (επιστροφής στον ΠΟΥ και στη συμφωνία των Παρισίων), αν μη τί άλλο, σηματοδοτούν μια «στροφή» των ΗΠΑ σε διεθνείς επιλογές, σχετικά με την πρόσληψη και κατανόηση του πλαισίου των πολιτικών πραγμάτων για τη νέα αμερικανική διοίκηση, με τα εσωτερικά προβλήματα στη χώρα, δημοκρατικά, οικονομικά, κοινωνικά κ.λπ., τα οποία είναι και τα βασικά αίτια για την (ευτυχώς πρόσκαιρη) επικράτηση της ακροδεξιάς του Τραμπ, να φαίνεται πως δεν αποτελούν προτεραιότητα για τον Μπάιντεν.

(Ένα παράδειγμα: Ένα ακόμη διάταγμα εσωτερικού πολιτικού ενδιαφέροντος, ένα διάταγμα αποκατάστασης του Obamacare, που ως γνωστόν ο Τραμπ στοχοθέτησε και έπληξε κατά προτεραιότητα κατά την προεδρία του -χωρίς να μπορέσει να το αποκαθηλώσει πλήρως, ευτυχώς- θα μπορούσε να συμπληρώνει τη συμβολική έναρξη της προεδρίας Μπάιντεν! Ένα νεύμα, δηλαδή, προς το εσωτερικό της χώρας του ότι η κοινωνική πτυχή θα αποτελέσει κεντρικό σημείο της επόμενης πολιτικής περιόδου στη χώρα, συμβάλλοντας στην προσπάθεια αποκατάστασης του έντονα διαταραγμένου κοινωνικού ιστού, επί του οποίου δομήθηκε το ακροδεξιό αφήγημα Τραμπ. Κι αυτό το βήμα, προς το εσωτερικό της χώρας του και σ’ αυτό το πεδίο πολιτικής, την κοινωνική συνοχή, μια συμβολική εναρκτήρια κίνηση, δεν το έκανε ο νέος αμερικανός πρόεδρος. Ελπίζω να το κάνει αμέσως στη συνέχεια!)

Βεβαίως, ο Τραμπ ποτέ δεν ήταν αίτιο της βαθιάς κρίσης που διέρχονται οι ΗΠΑ, αλλά σύμπτωμά της! Και τον βαθύτατο διχασμό των αμερικανών πολιτών δεν τον προκάλεσε ο Τραμπ, αλλά τον εκμεταλλεύτηκε και τον επέτεινε. Έτσι, θα αποδειχτεί ασύγγνωστη αφέλεια εάν τυχόν κατά την επόμενη περίοδο της προεδρίας Μπάιντεν δεν αναληφθεί συγκεκριμένη, οργανωμένη και κατά προτεραιότητα προσπάθεια εκλογίκευσης της ταξικής διάρθρωσης της αμερικανικής κοινωνίας και δικαιότερης κατανομής του διαθέσιμου πλούτου στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και δημοκρατικής προόδου με απεγκλωβισμό από τις απολύτως ανελεύθερες ρυθμίσεις  που επέβαλε ο απευθείας πολιτικός πρόγονος του Τραμπ, ο Τζορτζ Μπους τζ., με αφορμή την 9/11. Αυτά είναι τα αίτια και αυτά οφείλεται προς τους αμερικανούς πολίτες από το Δημοκρατικό Κόμμα να αντιμετωπιστούν. Εννοώ μια αντίθετης φοράς -σε σύγκριση με του Τραμπ- επικέντρωση των Δημοκρατικών υπό τον Μπάιντεν στο ίδιο το σώμα της αμερικανικής δημοκρατίας, αντί του οικονομικού απομονωτισμού  που επέβαλε ο προ ημερών μόλις απελθών πρόεδρος, με την πρακτική του «κεφαλαιακού εθνικισμού» και των αλλεπάλληλων δασμών σε βάρος προϊόντων από άλλες χώρες, δασμών, που σε τελευταία ανάλυση τις αμερικανικές εταιρείες ευνόησαν και καθόλου τα πρόσθετα κέρδη τους δεν έφτασαν στον μέσο αμερικανό πολίτη. Και μιας αντεστραμμένης σε σύγκριση με του Τραμπ εικόνας της αμερικανικής δημοκρατίας, όπου οι μαύροι και λατινόφωνοι θα τους επιτραπεί ξανά να είναι ισότιμοι πολίτες της χώρας.   

Για να γίνω απολύτως κατανοητός, ο Τραμπ υπήρξε το επιστέγασμα μιας μακράς πορείας παρακμής των ΗΠΑ, παρακμής πολιτικής ως προς τις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά και απόρροιας του αδιέξοδου νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία. Χαρακτηριστικά που αν δεν αρθούν τα προβλήματα θα παραμείνουν και θα διαιωνίζονται, προαναγγέλλοντας τον επόμενο επικίνδυνο αμερικανό πρόεδρο. Η προεδρία Μπάρακ Ομπάμα, που προηγήθηκε, μπορεί να ανέκοψε την καθοδική πορεία των ΗΠΑ, δημοκρατική και οικονομική, αλλά ασφαλώς δεν αποκατέστησε την τεράστια ζημιά που είχε ήδη γίνει -και νομίζω πως δεν το μπορούσε κιόλας να το κάνει αυτό. Έτσι, οι ατυχέστατες επιλογές των Δημοκρατικών, σε πρόσωπα και  πολιτικές προτεραιότητες, το 2017 είχαν ως συνέπεια την εκλογή Τραμπ. 

Όμως -και αφού έχω ήδη πει πολλά για τον εσωτερικό των ΗΠΑ-, για το ζήτημα της προεδρίας Μπάιντεν κάθε αναφορά θα ήταν λειψή, αν δεν υπήρχε στο τραπέζι και η πτυχή του διεθνούς ρόλου των ΗΠΑ.

Στο πεδίο αυτό, πρέπει να υπενθυμίσω την προσεκτική προσπάθεια Ομπάμα για αποστασιοποίηση από τον τυχοδιωκτισμό του αμερικανικού άμεσου διεθνούς επεμβατισμού  των προκατόχων του. Μπορεί οι πρακτικές συνέπειες από τη μάλλον σιωπηρά μερική αμερικανική απόσυρση σε διάφορες περιοχές του πλανήτη (αλλά κυρίως στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την περιοχή του Περσικού Κόλπου) να μην είχαν θετικά αποτελέσματα (π.χ. η κατάληξη της Αραβικής Άνοιξης), αλλά η προσπάθεια έγινε. Και πρέπει να υπογραμμίσω ότι προσωπική εκτίμησή μου είναι ότι η ευκαιρία για χειραφέτηση, ως προς τον διεθνή λόγο της, που προσέφερε η προεδρία Ομπάμα στην ΕΕ για ενεργότερο ρόλο στην περιοχή μας, είναι ένα από το μεγάλα στοιχεία του πρώην αμερικανού προέδρου, ανεξάρτητα από την παταγώδη αποτυχία των ευρωπαίων  να διαχειριστούν με στοιχειώδη σωφροσύνη την ευκαιρία που τους προσφέρθηκε στην περιοχή μας.

Θεωρώ ύψιστη ζημία για την παγκόσμια κοινότητα ότι αυτή η διεθνής στάση του Μπάρακ Ομπάμα υποκαταστάθηκε από την σχιζοφρενική και εξόφθαλμα νεο-τυχοδιωτική εξωτερική πολιτική Τραμπ, που από τις ασυνάρτητες και ανεύθυνες αποσύρσεις εν μία νυκτί από το Ιράκ και τα «μαλλιοτραβήγματα» με τον παρανοϊκό Κιμ, μέχρι τον αμερικανικό νεο-επεμβατισμό στη λατινική Αμερική και τη ζώνη του Ειρηνικού, γύρισαν την ανθρωπότητα πολύ πίσω.

Έτσι, όμως, ορίζεται και τί δέον γενέσθαι  στην εξωτερική πολιτική Μπάιντεν, μόλις τελειώσουν  οι δηλώσεις ικανοποίησης για τις εύκολες θετικές επιλογές στον ΠΟΥ και τη συμφωνία του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή!

(Και εννοώ, εδώ, μια συζήτηση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ με τη νέα προεδρία που μόλις ξεκίνησε, με σοβαρότητα και συναίσθηση του ειδικού βάρους της αμερικανικής διπλωματίας για τις παγκόσμιες υποθέσεις, που είναι τεράστιο, αρέσει-δεν αρέσει σε πολλούς από μας αυτό. Δηλαδή, μια συζήτηση απαλλαγμένη από επαρχιώτικες προσεγγίσεις αναζήτησης του ποιά αμερικανική εξωτερική πολιτική θα ευνοούσε, για παράδειγμα, την Ελλάδα, που αφθονούν παρ’ ημίν, και ενώ απαράβατος κανόνας κατανόησης των παγκόσμιων συσχετισμών δύναμης και συνάγωγα παραγωγικής παρέμβασης σ’ αυτούς ανάλογα με τη δύναμη καθενός είναι ότι κάθε χώρα και πάντοτε θα (επιχειρεί να) προάγει κατά προτεραιότητα τα δικά της συμφέροντα. Δηλαδή, ελληνικές αναλύσεις και αναζητήσεις, που το μόνο που κάνουν είναι να πιστοποιούν το σύνδρομο ανασφάλειας και ανύπαρκτης αυτοπεποίθησης ως προς τον διεθνή λόγο της, που έχει εμπεδώσει ανάμεσά μας η σημερινή κυβέρνηση έργω και λόγω για τη χώρα μας. …Όπως εξ ίσου επαρχιώτικη, αφελή, αμετροεπή και μη παραγωγική θεωρώ την δήλωση που βλέπω πολύ συχνά μπροστά μου τις τελευταίες μέρες στους εγχώριους διαλόγους, ότι οι ΗΠΑ… δεν είναι δημοκρατία! Μια δήλωση, από πολίτες χώρας όπου τα περιστατικά Ινδαρρέ και πολλά άλλα ανάλογα αφθονούν και την ίδια ώρα η κυβέρνηση που παράγει τα περιστατικά αυτά επιβραβεύεται στις δημοσκοπήσεις,  δεδομένα που θα έπρεπε όλους να μας κάνουν πολύ προσεκτικότερους όταν αξιολογούμε τον εξ ορισμού πολύπλοκο και πολύχρωμο δημοκρατικό καμβά άλλων χωρών).     

Γεγονός είναι ότι ο νέος αμερικανός πρόεδρος εν πολλοίς διαμόρφωσε προγραμματικά τις θέσεις και την εικόνα του, ετεροκαθοριζόμενος από τις θλιβερές πρωτοβουλίες του προκατόχου του. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, όμως, ανάλογος ετεροκαθορισμός για τον Μπάιντεν είναι πολύ  πιο δύσκολη και σύνθετη υπόθεση για να παραχθεί ουσιαστικό δείγμα γραφής των προθέσεών του, ιδίως όσο η επανένταξη των ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων και η επιστροφή της χώρας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, δεν μπορούν να συνιστούν «εξωτερική πολιτική», αλλά «κινήσεις». Και η απουσία σαφούς γραμμής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από ‘δω και πέρα βοά και υπήρξε έκδηλη καθ' όλη την προεκλογική περίοδο, εν μέρει διότι η αποκαθήλωση του «τραμπισμού» ή η επιβίωσή του, ήταν το μεγάλο διακύβευμα αυτών των εκλογών. Με διακατέχει ο φόβος, ομολογώ, ότι  Μπάιντεν δύσκολα θα επαναπροσεγγίσει το στιλ εξωτερικής πολιτικής Ομπάμα και πλησιέστερα προς τις επιλογές της προεδρίας Τραμπ θα κινηθεί. Εύχομαι το αντίθετο!

Καλή επιτυχία, κύριε πρόεδρε των ΗΠΑ! (Κι αυτό δεν θα το ευχόμουν ποτέ στον απελθόντα)...

 

 

 

            

16 Ιαν. 2021

Καταστρέφοντας το μέλλον…

(Β΄ Μέρος: Το σχέδιο Πισσαρίδη

ως συνταγή ήττας)

Νομίζω πως αξίζει τον κόπο να δούμε πιο αναλυτικά τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το σχέδιο Πισσαρίδη ως η κυβερνητική πρόταση προς την Κομισιόν για τη μεταπανδημική ελληνική οικονομία βρίσκεται σε αντίρροπη κατεύθυνση από τους άξονες που έχει θέσει προς τις χώρες-μέλη η σύνοδος κορυφής της ΕΕ στο σχέδιο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι και η υλοποίησή του εκκρεμεί.

Στην Ευρώπη, την περασμένη  δεκαετία και όταν ξέσπασε με όλη την ορμή της η καπιταλιστική κρίση που πρωτοεκδηλώθηκε από το 2008 στις ΗΠΑ με την κατάρρευση της Lεhman Brothers, εκείνο που περίσσεψε ως μέσο στην προσπάθεια ελέγχου των πληγμάτων επί της πραγματικής οικονομίας, ήταν η προσφυγή  σε ακραία δημοσιονομικά μέτρα. Η ολοφάνερη παραμέληση του παραγωγικού πυλώνα στη γερμανοκεντρική ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική 2010-2019, εκτός από σημαντική επιδείνωση στις εισοδηματικές διαφορές και κατ’ επέκταση τη δημοκρατική απονομιμοποίηση των αποφάσεων της ΕΕ, οδήγησε σε απίσχνανση του ειδικού βάρους της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία, με εξαίρεση τον νομισματοπιστωτικό τομέα. Οι παραγωγικές ευρωπαϊκές επιτυχίες της περασμένης δεκαετίας (π.χ. Nokia και Ericisson στην κινητή τηλεφωνία και πολλών εταιρειών στις ήπιες μορφές ενέργειας, αλλά και σε άλλους κλάδους), αντικαταστάθηκαν από το 2010 και μετά αποκλειστικά από μια «μανία» επενδυτικών χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, η προαγωγή και υπηρέτηση των οποίων είναι άλλωστε και η θεμελιώδης εξήγηση γιατί η ΕΕ επέμεινε τόσο μονοσήμαντα στη δημοσιονομική παράμετρο, ως σχεδόν αποκλειστικού μέσου χειρισμού της καπιταλιστικής κρίσης.

Η κατά τη δεκαετία του 2010 σύγκριση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ακινησίας με τις επιτυχίες των αμερικανικών κολοσσών πληροφορικής, αλλά και των κινεζικών και ρωσικών ανάλογων επιτυχιών που εν τω μεταξύ έκαναν την εμφάνισή τους, διεύρυνε το πρόβλημα. Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι η ΕΕ αντιμετώπισε με εξαιρετική αμηχανία το τεράστιο πρόβλημα που δημιούργησαν οι κολοσσοί της πληροφορικής στην Ευρώπη, με τις χαμηλές φορολογικές κλίμακες σε κάποιες χώρες-μέλη (π.χ. Ιρλανδία). Κι ακόμη και σήμερα η ΕΕ μόνο με προστατευτισμό προσπαθεί να ανασχέσει το φαινόμενο διευρυνόμενης απόστασής της από τις οικονομίες του μέλλοντος, τις οποίες αδυνατεί να παρακολουθήσει. Επί πλέον, η τραγική ευρωπαϊκή υστέρηση έναντι των Κινέζων της Huawei στη μεγάλη μάχη του 5G, επισφραγίζει ότι η ήττα της ΕΕ είναι μη αντιστρέψιμη και μόνο με πλήρη αλλαγή πλεύσης θα μπορούσε να διεκδικηθεί ξανά με αξιώσεις η επιστροφή της ενωμένης Ευρώπης στις ηγέτιδες δυνάμεις της υφηλίου τον 21ο αιώνα.    

Σήμερα πια, που η παγκοσμιοποιημένη μάχη των οικονομιών έχει εναποτεθεί πλήρως στην πληροφορική και τις τηλεπικοινωνίες, η Ευρώπη έχει μείνει πολύ πίσω και εξαντλεί τις παρεμβάσεις της σε μέτρα προστατευτισμού. Πρόκειται για την πανηγυρικότερη απόδειξη ότι η ευρωπαϊκή οικονομία κινήθηκε σε λάθος ράγες όλη τη δεκαετία του 2010 και έχασε πολύ έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό των οικονομιών.                 

Παράλληλα, η συσσωρευμένη μνήμη της επιτυχίας αμερικανικών επιχειρήσεων που ξεκίνησαν πριν δεκαετίες σ’ ένα  μικρό φοιτητικό γραφειάκι και σήμερα δεσπόζουν στην υφήλιο, επισφραγίζει σε πόσο λανθασμένες βάσεις τέθηκε η απόπειρα του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνοντας αποκλειστικά στο κόστος εργασίας στην Ευρώπη και όχι στην ποιότητα προσφερόμενης εργασίας. Έτσι, ο αυτοσκοπός μείωσης του κόστους εργασίας στην Ευρώπη στράφηκε μονοσήμαντα στην ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού ιδιωτικού τομέα, παραβλέποντας ότι στις ΗΠΑ, αλλά και την Κίνα και τη Ρωσία, μια νέα περίοδος συνεργασίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων με τον δημόσιο τομέα, έμπαινε μπροστά.

Οι δημόσιες επενδύσεις στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, υπήρξαν η ατμομηχανή για την αναβάθμιση της ποιότητας εργασίας και τον αναπροσανατολισμό της προσδοκίας για καινοτόμες παραγωγικές λύσεις από μικρές επιχειρηματικές κλίμακες, αντί της ευρωπαϊκής επένδυσης στις κερδοφορίες των  μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Η απόφαση της ΕΕ να αποφύγει τέτοιες επενδύσεις (και να τις διαθέσει για τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρηματικές μονάδες), είναι το αίτιο που η Ευρώπη εξέρχεται βαθύτατα ηττημένη σε παγκόσμια κλίμακα σε όσα ήδη λαμβάνουν χώρα στη διεθνή οικονομία. Και η τελευταία ευκαιρία της «να το παλέψει» χάθηκε, όταν με τον σοϊμπλισμό από το 2010 και μετά όλες οι ευθύνες για την ευρωπαϊκή υστέρηση  αποδόθηκαν στα αστεία και ιδεοληπτικά αίτια της δήθεν τρυφηλότητας των φτωχότερων πληθυσμών του ευρωπαϊκού νότου στη Μεσόγειο.

Αυτό το κρίσιμο σημείο, είναι απολύτως ευκρινές ότι προσπαθεί να διορθώσει το σχέδιο ανασυγκρότησης που ενέκρινε το περασμένο καλοκαίρι η σύνοδος κορυφής της ΕΕ. Η μετασκευή της ευρωπαϊκής οικονομίας από παγκόσμια ηγέτιδα συσσώρευσης πλούτου ανισομερώς και αντικοινωνικά κατανεμημένου, σε παραγωγική οικονομία, διαπερνά ως φιλοσοφία το σύνολο του σχεδίου ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι. Για να το προσπαθήσει αυτό η Ευρώπη, στο σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας επιλέγονται 3 πεδία προτεραιότητας: η εφευρετική παραγωγικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε νεοπαγείς μονάδες με άξονα την πληροφορική και τις τηλεπικονωνίες, η φιλική προς το Περιβάλλον ενέργεια και η επένδυση στη δημόσια Παιδεία, τη δημόσια Υγεία και τον Πολιτισμό, ως των βασικών οχημάτων αποκατάστασης της κλονισμένης κοινωνικής συνοχής στην ΕΕ, που θεωρείται απαράβατος όρος για να προχωρήσει το ενωσιακό εγχείρημα μπροστά.          

Πρέπει, τέλος, να προστεθεί ότι το σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι, εκτός από τους παραπάνω 3 στόχους στρατηγικής αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, υποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς ότι οι πόροι για να υπηρετηθούν οι ίδιοι στόχοι δεν θα αναζητούνται πλέον σε εξοικονομήσεις από περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, αλλά από πληθωριστικό χρήμα, διαφόρων μορφών. Αυτό είναι το οικονομικό μέσο που «λάνσαρε» το περασμένο καλοκαίρι η απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ.  

Από τα παραπάνω σημεία, ΟΥΤΕ ΕΝΑ δεν συμπεριλαμβάνεται στο σχέδιο Πισσαρίδη! Πρόκειται για μια πρόταση οικονομικής πολιτικής άριστα προσαρμοσμένη στη φιλοσοφία της ευρωζώνης την περίοδο 2010-2019, που ελέγχεται πλέον πανηγυρικά ως αποτυχημένη, και σε αντίθετη κατεύθυνση από τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες που έχουν σαφώς τεθεί για την επόμενη δεκαετία. Και πρόκειται για τη μοναδική χώρα-μέλος της ΕΕ στην οποία καταγράφεται αυτή η κορυφαία αντίφαση.

Ένα παράδειγμα ακόμη: Το σχέδιο Πισσαρίδη παραβλέπει απολύτως τη ρητή ευρωπαϊκή προτροπή για αναβάθμιση υπέρ των εργαζομένων του πλαισίου εργασιακών σχέσεων, σε αμοιβές και συνθήκες απασχόλησης, κίνηση που ορίζεται μάλιστα κατηγορηματικά ως επιλογή επένδυσης προς αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης και της ποιότητας παραγωγής στην Ευρώπη, αλλά και ως μέσο αποκατάστασης των κοινωνικών ανισοτήτων και δημοκρατικής σταθεροποίησης. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Αντώνης Λιάκος: «Το ευρωπαϊκό σχέδιο μιλά για την ανάγκη αντιμετώπισης των ανισοτήτων. Στην έκθεση Πισσαρίδη δεν υπάρχει καν η λέξη αυτή».

Με λίγα λόγια είναι δύο διαφορετικές πολιτικές για την οικονομία. Στην πρώτη, το σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι, επιχειρείται η παραγωγική αναδιάρθρωση με μέτρα επανακαθορισμού του παραγωγικού ιστού και βασικά μέσα για τον σκοπό αυτό τις επενδύσεις με σημαντική συμμετοχή σ’ αυτές του δημόσιου τομέα και με στήριξη της πρωτογενούς μικρομεσαίας ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας ως καταλύτη της παραγωγικής καινοτομίας, με πόρους από αυξημένη ρευστότητα ακόμη και πληθωριστικού χρήματος. Στη δεύτερη, την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης στη βάση του σχεδίου Πισσαρίδη, υιοθετούνται μεταρρυθμίσεις παγίωσης της πρόσδεσης στην αντιπαραγωγική βάση του νεοφιλελευθερισμού, με πόρους από δημοσιονομικές εξοικονομήσεις και προτεραιότητα στην άμεση χρηματοδότηση από κρατικά κεφάλαια μεσαίων και άνω ιδιωτικών επιχειρήσεων, και έμμεση χρηματοδότηση από τη μείωση του κόστους εργασίας στις ίδιες επιχειρήσεις. (Όπως επίσης σημειώνει ο Αντώνης Λιάκος, στο σχέδιο Πισσαρίδη επικυρώνεται ότι «…η ανάπτυξη θα προέλθει από τη μεγαλύτερη “ευελιξία” της εργασίας, από την εξασφάλιση αθρόας και χωρίς εμπόδια προσφοράς της, και από τη μείωση του μεριδίου της εργασίας επί των κερδών»).

Σχετικά με το σε πόσο διαφορετική κατεύθυνση  κινούνται το σχέδιο ανάκαμψης της ΕΕ και το σχέδιο Πισσαρίδη, ένα παράδειγμα ακόμη: Ο τομέας αναβάθμισης της ποιότητας προσφερόμενης εργασίας (αντί της επιμονής στη μείωση του κόστους της). Στο σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας ζητείται κατά προτεραιότητα η επιμόρφωση των εργαζομένων (με μέριμνες διάθεσης της αναγκαίας δημόσιας χρηματοδότησης της δαπάνης προς τούτο), με σκοπό τη αναβάθμιση των εργασιακών δεξιοτήτων τους, και τούτο, ως κεντρικό μέσο ενίσχυσης και ανθεκτικότητας της παραγωγικής βάσης της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού, στον οποίο η Ευρώπη εισέρχεται με ισχυρό «ντισαβαντάζ» έναντι των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ρωσίας. Το σχέδιο Πισσαρίδη, στο σημείο αυτό αναφέρει: «Όπως και στην περίπτωση των ανέργων, το σύστημα κατάρτισης των εργαζομένων θα πρέπει να στηρίζεται στον ιδιωτικό τομέα και να σχεδιαστεί με τα κατάλληλα κίνητρα». Ο Αντώνης Λιάκος σχολιάζει σχετικά: «Δεν πρόκειται μόνο για τυπική περίπτωση διοχέτευσης των δημόσιων πόρων στους σχολάρχες, αλλά για την αποκοπή της επαγγελματικής εξειδίκευσης από τον κορμό της εκπαίδευσης με βάση μακροχρόνιο σχεδιασμό και υπολογισμό των μελλοντικών τάσεων»).

Γιατί, όμως, μόνο στην Ελλάδα και με τόση επιμονή οικονομική πολιτική σε αντίρροπη κατεύθυνση από όλη την υπόλοιπη ΕΕ; Είναι αποτέλεσμα προτίμησης σε μια οικονομική πολιτική (τη νεοφιλελεύθερη εν προκειμένω); Σημειώνω ότι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη έχει γίνει αποδεκτό ότι στις ιδιαίτερες συνθήκες της πανδημίας δεν μπορεί να έχουν προτεραιότητα οι όποιες στρατηγικού χαρακτήρα ιδεολογικής καταγωγής απόψεις κυβερνήσεων για την οικονομία. Προέχει η θωράκιση της κοινωνίας. Είτε σοσιαλιστική είτε καπιταλιστική οικονομία να είχαμε, στην πανδημία σταματάει το κυνήγι επιδίωξης οικοδόμησης μακροπρόθεσμων επιθυμητών οικονομικών μοντέλων, λαμβάνονται μέτρα με πρόταγμα τις διασώσεις και μένουν για αργότερα οι οικονομικές θεωρίες περί του όποιου "ορθού δρόμου" προς το μέλλον. Στην Ελλάδα, συμβαίνει το τελείως αντίθετο! Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παριστάνει ότι δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να σταματήσει η εφαρμογή του οικονομικού της προγράμματος και συνεχίζει αμετανόητη την ίδια οικονομική πολιτική, την ώρα που παγκοσμίως εγκαταλείπονται (κατ’ αρχήν προσωρινά, αλλά μόνον η συνέχεια θα δείξει τί τελικά από το σημερινό οικονομικό περιβάλλον θα επιβιώσει και στο μεταπανδημικό σκηνικό) όλες οι οικονομικές πολιτικές της «κανονικότητας» και λαμβάνονται έκτακτα μέτρα, ως η απόλυτη ένδειξη ότι μόνη ανεκτή στρατηγική των οικονομιών σήμερα με τον κορονοϊό είναι το διασωστικό πρόταγμα. (Όπως και εκτός ατζέντας τίθεται εκ των πραγμάτων στις συνθήκες της πανδημίας και η συζήτηση την ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ελλάδας. Μέχρι το τέλος της πανδημίας, μ' αυτή την Ευρώπη θα συμπορευτούμε και κατόπιν θα δούμε τί θέλουμε να αλλάξει σ' αυτή).

Το παραπάνω είναι ο ένας λόγος (κατά βάση πολιτικά ιδεοληπτικός), για τον οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης πάει αντίθετα απ’ όλη την Ευρώπη.

Ο δεύτερος και κύριος λόγος, όμως, είναι η απόλυτη εποπτεία που ασκούν επιχειρηματικά συμφέροντα (και με ονοματεπώνυμο) στις διαδικασίες λήψης των κυβερνητικών αποφάσεων για την οικονομία. Τα συμφέροντα αυτά πάντα έπαιζαν ρόλο και ασκούσαν πιέσεις στις κυβερνήσεις. Όμως, δεν νομίζω να υπήρξε άλλη κυβέρνηση όπου οι πιέσεις αυτές να είχαν τόσο καθοριστικό λόγο στις τελικές αποφάσεις και όλο αυτό το σκηνικό να υπήρξε περισσότερο «ομολογημένο» από την ίδια την κυβέρνηση.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι και σ’ αυτό το σημείο ο Κυριάκος Μητσοτάκης πορεύεται σε αντίρροπη κατεύθυνση απ’ όλη την υπόλοιπη Ευρώπη! Και τούτο, είναι η επαρκέστερη απόδειξη ότι δεν υπερψηφίστηκαν και διοικούν σήμερα τη χώρα τα πολιτικά προγράμματα των κυβερνώντων, αλλά πάντα είχαμε να κάνουμε με ένα μπλοκ εξουσίας, που μόνος λόγος ύπαρξης του είναι να προαχθούν συμφέροντα. Δυστυχώς -και προφανέστατα- σε βάρος όλων ημών των υπολοίπων.

 

 

 

 

12 Ιαν. 2021

Καταστρέφοντας το μέλλον…

(Μέρος Α΄: Η Ελλάδα

σε αντίθετη πορεία από την ΕΕ)

Στην εποχή της πανδημίας (η οποία, τηρουμένων των επιστημονικών, υγειονομικών και πολιτικών-κοινωνικών αναλογιών και σε σύγκριση με το παρελθόν, ίσως είναι από τις χειρότερες στην ιστορία) οι χιλιάδες θάνατοι στην Ελλάδα αποτελούν και δικαίως το βασικό πεδίο αποτίμησης του βαθμού πολιτικής επιτυχίας της σημερινής κυβέρνησης.

Για την υπηρέτηση αυτού του ολοκάθαρα πολιτικού και καθόλου υγειονομικού σκοπού έχουν επιστρατευτεί όλα τα διαθέσιμα επικοινωνιακά μέσα, με αρνητικές επιπτώσεις στην τελική επίδοση της χώρας στη μάχη κατά του κορονοϊού. Ισχυρότερη απόδειξη αυτών των τελικά θανατηφόρων αρνητικών επιπτώσεων είναι η παραπλάνηση ότι δήθεν την περασμένη άνοιξη είχαμε κερδίσει τον πόλεμο, με ευθεία συνέπεια την άφρονα κατά γενική παραδοχή πλέον διαχείριση του ανοίγματος που ακολούθησε και αποτέλεσμα την άθροιση στον μακάβριο κατάλογο των θυμάτων μαζικών θανάτων, που διαφορετικά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.

Είναι αλήθεια ότι δεν είναι μόνο ελληνική η αστοχία! Ωστόσο, η σύγκριση της σημερινής κατάστασης με την κατάσταση κατά το άνοιγμα της περασμένης άνοιξης, αναμφίβολα θέτει την Ελλάδα σε μία από τις πρώτες θέσεις  του παγκόσμιου καταλόγου σε ό,τι αφορά τον βαθμό επιδείνωσης των επιπτώσεων της πανδημίας ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κύμα. Στην κατεύθυνση αποσιώπησης αυτού του σαφέστατου πολιτικού «δεδομένου» προσέρχεται και το κυβερνητικό «δεύτερο επικοινωνιακό κύμα», που κυρίως υπηρετείται από την αφειδή, επιλεκτική και αδιαφανή χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης, καθώς και από το «εμπόριο της ελπίδας» του εμβολίου. Κι αυτά που αναφέρω αποτελούν σήμερα στοιχεία του πολιτικού σκηνικού που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.  

Ωστόσο, όλ’ αυτά και «η επικυριαρχία της επικοινωνίας για την πανδημία», αντί της μάχης κατά του κορονοϊού αυτού καθ’ αυτού καθώς και του σχηματισμού εικόνας για τα υπόλοιπα στοιχεία του αντικειμενικά ευρύτατου σκηνικού της πολιτικής συγκυρίας, εκ των πραγμάτων υπηρετούν και έναν δευτερεύοντα κυβερνητικό επικοινωνιακό στόχο: την απόκρυψη της εκτεταμένης καταστροφής που παγιώνεται πλέον στην οικονομία. Για ορισμένους κλάδους, μάλιστα (όπως για παράδειγμα στη μικρομεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα -και καθόλου τυχαία, όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια) η έκταση της καταστροφής είναι τέτοια, ώστε να μην υπάρχουν καν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για επιστροφή στην προτεραία της πανδημίας κατάσταση, όπως υπόσχεται το έωλο κυβερνητικό αφήγημα περί της δήθεν ελεγχόμενης κρίσης στην ελληνική οικονομία λόγω της πανδημίας.

Δεν γνωρίζω -και ούτε έχει σημασία να εικάσω- αν η  «η επικυριαρχία της επικοινωνίας για την πανδημία» σε πολιτικό επίπεδο είναι συνειδητή επιλογή των κυβερνώντων, ή  όχι. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι σε κάθε περίπτωση σκοπός του αφηγήματος που διατίθεται στους πολίτες είναι μια γενικευμένη προσπάθεια αποσιώπησης του κακού που λαμβάνει χώρα στη σημερινή «Ελλάδα της πανδημίας», αντί της προβολής του θετικού κυβερνητικού έργου, αν υφίσταται τέτοιο κι όποιο και σε οποιοδήποτε πεδίο κι αν ανιχνεύεται. Μ’ άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με μια συστηματική «επικοινωνία για την καταστροφή», η οποία νοηματικά και ψυχολογικά επιδρώντας στο συλλογικό «θυμικό περί μέλλοντος» των πολιτών, προσφέρει υπηρεσίες καίριων πληγμάτων στην αντιλαμβανόμενη προβολή της χώρας και των δυνατοτήτων της τα επόμενα χρόνια. Μια χώρα χωρίς καθόλου ή στην καλύτερη περίπτωση με ασφυκτικά περιορισμένα δικαιώματα θέας στο μέλλον!

Αναζητώντας τις λεπτές αποχρώσεις των κυβερνητικών επιλογών για την οικονομία, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαπίστωση, που αποδεικνύει ότι η Ελλάδα πορεύεται στην αντίθετη κατεύθυνση από την πορεία που ακολουθούν οι κυβερνήσεις για τις οικονομίες τους εν μέσω πανδημίας. Συγκεκριμένα, σ’ όλο τον κόσμο η οικονομία αξιοποιείται (και στη συνέχεια με τη σειρά της συμβάλλει στην ενίσχυση πρόσβασης των πληθυσμών  στην παράμετρο «ελπίδα για το μέλλον»), ως πεδίο με καίριο λόγο στην προσδοκώμενη μεταπανδημική ανόρθωση των κοινωνιών. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε μπροστά στην ως σήμερα αμετακίνητη κυβερνητική προσέγιση ότι η πανδημία είναι ένα κακό με πρόσκαιρες και ελέγξιμες συνέπειες για την οικονομία, το οποίο «θα περάσει» μαζί την αρρώστια και στη συνέχεια, έτσι ως διά μαγείας, όλα θα πάνε καλά.

Πρόκειται για έναν τελείως διαφορετικό (και μοναδικό παγκοσμίως) τρόπο καταγραφής, κατανόησης και αντίδρασης των εξελίξεων στην οικονομία, υπό την πανδημική συνθήκη! Παντού η οικονομική κρίση (φυσική και συγκυριακή συνέχεια της παρατεταμένης κρίσης από τα μέσα ήδη της δεκαετίας του 2000) γίνεται αντιληπτή ως δομικών επιπτώσεων αρνητική επίδραση στα οικονομικά πράγματα, και επιχειρείται -με επιτυχία ή όχι είναι άλλη συζήτηση- η αναθεώρηση των βάσεων επί των οποίων οικοδομήθηκε η οικονομία που αποδείχτηκε αδύναμη και απρόσφορη να ανασχέσει την πτώση που ξεκίνησε εδώ και μια δεκαπενταετία και έκτοτε δεν έχει ανακοπεί. Στην Ελλάδα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Επιχειρείται να παρουσιαστεί ότι για συγκυριακούς και μόνο λόγους έχει ανασταλεί το οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη (ένα πρόγραμμα κραυγαλέων ιδιωτικοποιήσεων των εναπομενόντων τομέων της οικονομίας υπό δημόσιο έλεγχο και γενναίας αναδιανομής του πλούτου της χώρας υπέρ των ισχυρότερων, φυσικών προσώπων και εταιρειών) και μόλις η συγκυρία το επιτρέψει (και η πανδημία υποχωρήσει) το ίδιο πρόγραμμα θα συνεχίσει να εφαρμόζεται ως είχε.

Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα του πόσο διαφορετικοί είναι κυβερνητικοί χειρισμοί στην οικονομία στην Ελλάδα σε σύγκριση με όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι πώς αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί η κυβέρνηση της Αθήνας, το πλαίσιο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που ενέκρινε το περασμένο καλοκαίρι (και πριν το δεύτερο κύμα της πανδημίας) η σύνοδος κορυφής της ΕΕ. Ενώ σ’ όλες τις υπόλοιπες χώρες η ηλεκτρονική και υπολογιστική αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων μικρής και μεσαίας κλίμακας είναι βασικό στοιχείο στήριξης της κατανάλωσης και των ίδιων των επιχειρήσεων αυτής της κλίμακας (και αυτή η τεχνολογική αναδιάρθρωση είναι δηλωμένος πρωτεύων στόχος του ευρωπαϊκού προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης), στην Ελλάδα από το click away έχουν ωφεληθεί κατά συντριπτικό ποσοστό προνομιακά οι μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες. Για να γίνει ακόμη πιο καθαρή η διαφορά: Ενώ σ’ ολόκληρη την Ευρώπη η προτροπή από την ΕΕ για τεχνολογική αναβάθμιση των μικρομεσαίων αφορά σε προσπάθεια κλεισίματος της ψαλίδας υπεροχής των μεγαλύτερων επιχειρηματικών κλιμάκων από τις μικρότερες,  στην Ελλάδα το click away διεύρυνε την ψαλίδα. Στοιχειώδεις μέριμνες κρατικής στήριξης των μικρομεσαίων σε υποδομές μαζικού ηλεκτρονικού εμπορίου δεν υπήρξαν και αν κάποια στιγμή με μεγάλη καθυστέρηση παρασχέθηκαν ο διαθέσιμος χρόνος πρόσβασης των μικρομεσαίων στους αυξημένους τζίρους των εορτών ήταν ασφυκτικός και  αναποτελεσματικός. Κι ακόμη, όποιες και όσες μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόλαβαν να κάνουν κάτι στο πεδίο αυτό, τίποτα δεν απέμεινε ως πάγιο στοιχείο στη συγκρότησή τους, για να βελτιώσουν τη θέση τους στον ανταγωνισμό τους με τις μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες μελλοντικά. (Απολύτως ενδεικτικό ότι η Τράπεζα της Ελλάδας την ίδια ώρα ανακοίνωσε ότι αυξήθηκε το κόστος δανεισμού για τους μικρομεσαίους σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρήσεις!)

Μια εικόνα ακόμη: Η σημαντική τεχνολογική και διαδικτυακή αναβάθμιση της σχέσης πολιτών-κρατικών υπηρεσιών μέσω του e-government, που φυσικά είναι θετική, είναι ταυτόχρονα και αποκαλυπτική των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Ενώ η διευκόλυνση των πολιτών αφορά σε σημαντικό μέρος εκτός από την καλύτερη εξυπηρέτησή τους και στην εξασφάλιση δημοσιονομικών εσόδων (και κανένα πρόβλημα ως προς αυτό), από το gov.gr απουσίασε πλήρως κάθε στήριξη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ απολύτως μέσα στις δυνατότητες του ήταν η δημιουργία δωρεάν υπολογιστικής βάσης e-commerce. Το κενό  κάλυψαν (ή μάλλον προσπάθησαν να καλύψουν) τοπικές προσπάθειες δήμων και περιφερειών, οι οποίες φυσικά δύσκολα θα μπορούσαν να προσλάβουν χαρακτήρα πανελλήνιας εμπορικής βάσης.         

Είναι αυτές οι εικόνες τυχαίες; Φυσικά δεν είναι!

Η άνετη πρόσβαση των μεγάλων επιχειρήσεων στα  κυβερνητικά κέντρα λήψης των αποφάσεων για την οικονομική πολιτική, σε σύγκριση με την ανύπαρκτη πρόσβαση των μικρομεσαίων, δεν είναι κάτι τυχαίο, αλλά απόρροια συγκεκριμένων προτεραιοτήτων που έχει θέσει η σημερινή κυβέρνηση και, παρά την πανδημία, δεν έχει τροποποιήσει ούτε κατά το ελάχιστο. Κοντά σ’ αυτό θα πρέπει να συνεκτιμηθεί  η γενική ρητορική των νεοφιλελεύθερων απόψεων (που συμπίπτει με την άποψη της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη), σύμφωνα με τις οποίες οι μικρές και μεσαίες επιχειρηματικές κλίμακες είναι αντιπαραγωγικές τόσο ως προς το κόστος εργασίας όσο και ως προς την καινοτομία, σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες. Παρ’ όλ’ αυτά, τέτοιες απόψεις ήδη θεωρούνται πεπαλαιωμένες και αναντίστοιχες με τα ζητούμενα ανόρθωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, από τις συνέπειες της κρίσης που παγίωσε και επιδείνωσε η πανδημία. Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (ήδη πριν την πανδημία, αλλά σήμερα πια κατά προτεραιότητα) επιδοτείται αδρά η χρηματοδότηση στις μικρές μονάδες, που αναδεικνύονται σε καταλύτη της καινοτομίας.

Η τάση και η προτεραιότητα αυτή δεν είναι μια επιλογή που μπορεί να αναβληθεί για αργότερα και να ενεργοποιηθεί για την ελληνική οικονομία, αφού πρώτα θα έχουν επιδοτηθεί και χρηματοδοτηθεί από τα δημόσια ταμεία (ελληνικά και ευρωπαϊκά) οι επενδυτικές κινήσεις μεγάλων κλιμάκων που είναι προγραμματικό πρόταγμα της παράταξης της ΝΔ και της μητσοτακικής «διοίκησης». Στην ΕΕ οι χρηματοδοτικές στηρίξεις προς τις μεγάλες επιχειρηματικές κλίμακες από τα δημόσια ταμεία, καταβάλλονται για να συγκρατηθεί ένα ανεξέλεγκτο κύμα ανεργίας. Αντίθετα, καμιά προσδοκία δεν φαίνεται να τρέφει η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ από τις μεγάλες αυτές επιχειρήσεις ότι εκείνες είναι που θα σηματοδοτήσουν και θα ορίσουν την παραγωγική και αναπτυξιακή πρόοδο που θα ανορθώσει τις οικονομίες, αφού υστερούν σε εφευρετικότητα και ευελιξία από τις μικρές μονάδες, ακόμη και τις προσωπικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Στην Ελλάδα συμβαίνει το τελείως αντίθετο απ’ αυτά!            

Επίσης, ενώ σ’ όλη την Ευρώπη η δημόσια χρηματοδότηση και η δανειακή στήριξη των μικρομεσαίων από τις τράπεζες θεωρείται λυδία λίθος της ανάκαμψης και θεωρούνται αναπτυξιακές (παρ’ ό,τι οι πόροι γι’ αυτά προέρχονται από εξωτερικό δανεισμό και άμεσο ή έμμεσο κόψιμο πληθωριστικού νομίσματος μέσω άτυπων ευρωομολόγων δανεισμού συνολικά της ευρωζώνης και μέσω των προγραμμάτων ρευστότητας της ΕΚΤ), στην Ελλάδα θεωρούνται αντιπαραγωγικές επενδύσεις και αποφεύγεται ή περιορίζεται συστηματικά σε σύγκριση με τις άλλες χώρες η χρηματοδότηση τέτοιων δράσεων, για να εξοικονομούνται πόροι που θα κατευθυνθούν σε μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, προνομιακούς υποστηρικτές του σημερινού κυβερνητικού μπλοκ περί τον κ. Μητσοτάκη.

Σαν να μην φτάνει αυτό, θεσπίζονται ρυθμίσεις, σαν τον πτωχευτικό νόμο (που ακόμη και η σημερινή κυβέρνηση υποχρεώθηκε σε αναστολής εφαρμογής του λόγω της καταστροφικής επίπτωσης που επιφέρει  στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις -αλλά επιμένει να μην τον καταργεί). Πτωχευτικό νόμο, υπενθυμίζω, που αποτελεί τελειωτικό πλήγμα σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, τουλάχιστο ως προς την προσδοκία μελλοντικής έστω πρόσβασής τους σε τραπεζικό δανεισμό και ενώ την ίδια ώρα επιδοτούνται αφειδώς οι εξυγιάνσεις τραπεζικών ισολογισμών, με τα δισ. ευρώ που κατευθύνονται προς τις τράπεζες  ποτέ να μην μετατρέπονται σε δανεισμό προς μικρές επιχειρήσεις και νοικοκυριά!

Αν αυτά δεν είναι χάραξη μιας πορείας προς την ολοσχερή καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, τότε τι είναι;

_____________________________

(Σημ.: Στο επόμενο Β΄ Μέρος: Το σχέδιο Πισσαρίδη ως συνταγή καταστροφής)

 

 

 

 

31 Δεκ. 2020

Περί συνεργασιών

(B΄ Μέρος: Είναι εφικτή η συνεργασία

των προοδευτικών δυνάμεων;)

Είναι, όμως εφικτή η σύμπηξη του προοδευτικού πολιτικού μετώπου, με κεντρικό συνεκτικό στοιχείο του εγχειρήματος την απελευθέρωση της χώρας από τον ασφυκτικό κλοιό της δεξιάς εκτροπής;

Ήδη από το παραπάνω ερώτημα γεννάται και το πρώτο καίριο προσδιοριστικό πλαίσιο της συζήτησης: Θα είναι ο στόχος να αλλάξει πολιτική ταυτότητα η χώρα, και από τη σημερινή καταστροφική εικόνα υποχώρησης στο σύνολο σχεδόν των κοινωνικών παραμέτρων που την ορίζουν να οδηγηθεί σε λυτρωτική ανασυγκρότηση, κοινός σκοπός όσων δηλώνουν ότι προσέρχονται στο προοδευτικό μέτωπο; Ή μήπως, από την αρχή κιόλας του εγχειρήματος, τίθενται περιορισμοί που αλλοιώνουν το περιεχόμενο του ζητούμενου της πολιτικής αλλαγής;

Χρειάζεται σαφήνεια και καθαρότητα προθέσεων εδώ! Αν ως επιζητούμενη πολιτική αλλαγή ορίζεται η αντικατάσταση του φορέα και των προσώπων διαχείρισης της σημερινής καταστροφής, με τα δομικά πολιτικά χαρακτηριστικά του συστήματος που ευθύνεται για την καταστροφή να παραμένουν ανέγγιχτα, τότε υπάρχει πρόβλημα! Και το πρόβλημα είναι ότι τελικά με τέτοιο πλαίσιο ένα οποιοδήποτε «προοδευτικό μέτωπο» παύει να είναι προοδευτικό! Και πολλά δεδομένα, ακόμη και μεταξύ του πλαισίου που έθεσε ο Γ. Παπανδρέου στο προοδευτικό μέτωπο που ο ίδιος δήλωσε ότι επιζητεί, δείχνουν ότι ως τέτοιο πλαίσιο -διαιώνισης του συστήματος, και όχι ανατροπής του- αντιλαμβάνονται πολλοί το εγχείρημα!

Ένα παράδειγμα: Η επιμονή στη ρητορική ότι η μνημονιακή «διάσωση» υπήρξε θετική συμβολή  στην πορεία της χώρας, με αθροιστική ύφεση στα χρόνια της «διάσωσης» 25%, ούτε λογικά ούτε τεχνοκρατικά στέκει, ως βάση για τον (ανα)σχεδιασμό της οικονομίας μετά την επιθυμητή πολιτική αλλαγή! Η ανάγκη για ολοσχερή αλλαγή «οχήματος οικονομικής πολιτικής», είναι εδώ ο πυρήνας του ζητήματος. Και επειδή οικονομική πολιτική εγκλωβισμένη στον αναπτυξιακό αυτοσκοπό και χωρίς αναφορές σε ζητήματα δικαιότερης ανακατανομής του εισοδήματος της χώρας μεταξύ των πολιτών της, χωρίς μέριμνες στοιχειώδους αποκατάστασης του καίρια πληγωμένου από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα 1996-2020 κοινωνικού κράτους και χωρίς μέτρα μορφωτικής, περιβαλλοντικής και δημοκρατικής θωράκισης δεν μπορεί να λογίζεται ως προοδευτική, αυτά πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην ατζέντα όποιας προσπάθειας αναληφθεί για το προοδευτικό μέτωπο. 

Όπως αποκαλύπτεται σήμερα από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, το ζήτημα της οικονομικής πολιτικής το πιθανότερο είναι να γίνει ο πυρήνας του οποιουδήποτε και οψέποτε διαλόγου ενεργοποιηθεί για τον σχηματισμό του προοδευτικού μετώπου. Στην επιτάχυνση μάλιστα του εγχειρήματος, σύμφωνα με ορισμένες ισχυρές ενδείξεις, συνέβαλε αποφασιστικά η δημοσιοποίηση του κυβερνητικού σχεδίου Πισσαρίδη, για το οποίο όλα τα υποψήφια προς συνεργασία μέρη και πρόσωπα στο πλαίσιο του επιζητούμενου προοδευτικού μετώπου φαίνεται να συμφωνούν στην εκτίμηση ότι πρόκειται για ακραία νεοφιλελεύθερη οικονομική συνταγή, η οποία εάν τυχόν εφαρμοστεί θα οδηγήσει σε πανωλεθρία την μεσαία τάξη και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που παραμένουν ο πνεύμονας της κατανάλωσης και της παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία. Έτσι, η συμφωνία στη θέση ότι το σχέδιο Πισσαρίδη πρέπει με κάθε μέσο να ανατραπεί και να αντικατασταθεί από μια ισορροπημένη αντιπρόταση οικονομικής πολιτικής, με κρίσιμες αλλαγές στο σημερινό μοντέλο αμοιβών εργασίας και το ποσοστό συμμετοχής των ισχυρότερων στα δημόσια έσοδα, έχει ήδη προσλάβει θέση αφετηρίας για τον επιζητούμενο προοδευτικό διάλογο.

Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση είχε σχεδόν ολοκληρώσει  την πρότασή του για μια εναλλακτική οικονομική πολιτική ριζικής διαφοροποίησης από το σχέδιο Πισσαρίδη και ήταν σχεδόν έτοιμος να τη δημοσιοποιήσει, ο Αλέξης Τσίπρας παρενέβη και ζήτησε από τους συντάκτες της πρότασής του να λάβουν σοβαρά υπόψη τους προτάσεις οικονομικής πολιτικής άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης, ώστε να διευκολυνθεί η προσέγγιση των προσώπων και των φορέων του προοδευτικού πολιτικού χώρου και να ευνοηθεί ο διάλογος, η πραγματοποίηση του οποίου έχει έρθει πολύ πιο μπροστά.            

ε την ευκαιρία να διευκρινίσω ότι, βεβαίως, με την πιο πάνω επισήμανση δεν εισηγούμαι  να τίθεται ως προϋπόθεση για έναν διάλογο με ζητούμενο τη σύμπηξη προοδευτικού μετώπου, ένα πρόγραμμα μετάβασης στον σοσιαλισμό. Οι συσχετισμοί ταξικών δυνάμεων και οι αντικειμενικές πολιτικές συνθήκες, στην Ελλάδα και διεθνώς, δεν κάνουν ρεαλιστικό τέτοιον στόχο! Τα σημεία που έθεσα προηγουμένως για την οικονομική πολιτική που θα συμβάλλει στην πολιτική αλλαγή, είναι η ελάχιστη βάση, αποδεκτή ως πλαίσιο για έναν διάλογο με ζητούμενο ένα προοδευτικό μέτωπο και χωρίς αυτά αίρεται και ο ίδιος ο προοδευτικός χαρακτήρας του εγχειρήματος.

Αυτές οι προϋποθέσεις -και άλλες ανάλογες, στο σύνολο των πεδίων πολιτικού ενδιαφέροντος- είναι αναγκαίες για να είναι από την αρχή γνωστά τα όρια της όλης προσπάθειας!

Ένα παράδειγμα, ακόμη, εδώ, για να γίνουν σαφέστερα τα πράγματα: Ακόμη και χωρίς πλήρη συμφωνία στα θέματα αυτά, θα μπορούσε να διεξαχθεί ένας διάλογος για τον σχηματισμό ενός προοδευτικού πολιτικού μετώπου, με μόνο επιδιωκόμενο στοιχείο την ανακοπή της αντιδημοκρατικής και εκ των πραγμάτων ακροδεξιάς εκτροπής από το 2019 και εντεύθεν. Ακόμη και τέτοια συμφωνία, τακτικού και όχι στρατηγικού χαρακτήρα. θα ήταν ανεκτή. Όμως. μια τέτοια συμφωνία, δεν μπορεί στη συνέχεια και εφ’ όσον επιτύχει τους σκοπούς της, να απολογείται επειδή δεν εφαρμόζει στη συνέχεια πολιτική ανατροπής και περιορίζεται σε διαχείριση του συστήματος που έχει προκαλέσει τη σημερινή καταστροφή. Το μόνο που οφείλει να εγγυάται μια τέτοια σύμπραξη τακτικού χαρακτήρα, θα ήταν η αποκατάσταση της διαφάνειας και της δημοκρατικής ομαλότητας, που έχουν σημαντικά διαταραχτεί από τη σημερινή κυβερνητική πρακτική, σε συνδυασμό με μια κοινωνική πολιτική εξισορρόπησης των ταξικών αντιθέσεων, που όξυναν οι προκλητικά ευνοϊκές για τους ισχυρότερους επιλογές του σημερινού μπλοκ εξουσίας. Ως εκεί θα (ήταν λογικό να) οριζόταν ο σκοπός μιας τέτοιας σύμπραξης, με τα στοιχήματα στρατηγικού χαρακτήρα να παραπέμπονταν για ευθετότερες συνθήκες και ευνοϊκότερους συσχετισμούς δυνάμεων μέσα στην κοινωνία).

Υπάρχει ένα πεδίο πολιτικής, το οποίο, όμως, έχει το βάρος απαράβατου όρου, ως συνθήκης για να υπάρξει οποιοσδήποτε διάλογος για ένα προοδευτικό μέτωπο: Η εξωτερική πολιτική, τα μείζονα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά συμφέροντα και η διεθνής θέση της χώρας!              

Πέραν χαρακτηρισμών τρέχουσας πολιτικής φόρτισης (προοδευτικό, συντηρητικό κ.λπ.) το πιο πάνω πεδίο επειδή αφορά στα κεντρικό υπαρξιακό ζήτημα της χώρας, ως προσλαμβανόμενης συλλογικής αίσθησης των πολιτών της, δεν είναι διαπραγματεύσιμο στοιχείο σε μια συντεταγμένη συζήτηση για τη διαφυγή μας από τον σημερινό καταστροφικό κύκλο απίσχνανσης του ό,τι λογίζεται ως Ελλάδα και πολίτες της! Απλά, χωρίς συμφωνία των μερών του οποιασδήποτε πολιτικής υφής μετώπου για το παραπάνω θέμα, «συμφωνία» και «μέτωπο», παύουν να είναι νοητά! Συμφωνία και σύμπραξη με οποιαδήποτε πολιτική οντότητα, που δεν θα εγγυάται την ακεραιότητα και την αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της χώρας και τα μείζονα γεωπολιτικά της συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο και σ’ όλη την ελληνική επικράτεια, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή!

Σε τέτοιο πλαίσιο είναι εφικτό και επιθυμητό να ευδοκιμήσει ένα προοδευτικό μέτωπο, ακόμη και χωρίς πιο απτές οριοθετήσεις της πολιτικής του ταυτότητας, ως ριζοσπαστικού φορέα αλλαγής και ανατροπής. Άλλωστε, η μεγαλύτερη εγγύηση ότι ο στρατηγικός πολιτικός στόχος μιας αριστερής πολιτικής πορείας ως αποτέλεσμα ενός μετώπου με τα εν λόγω πολιτικά χαρακτηριστικά προάγεται, δεν είναι άλλη από τον κινηματικό χαρακτήρα βάσης της όλης υπόθεσης, που θα λειτουργεί συνεκτικά και αποτρεπτικά από κάθε οπισθοδρόμηση που θα μπορούσε, εκούσα-άκουσα, να προκύψει στον δρόμο.

Μιλώντας συγκεκριμένα για την πρόταση Γ. Παπανδρέου περί προοδευτικού μετώπου, 3 παρατηρήσεις ακόμη:

1. Πέραν του διαλόγου εάν η μνημονιακή «διάσωση» υπήρξε θετική συμβολή  στην πορεία της χώρας, ή όχι (αναφέρθηκα στην αρχή σ’ αυτό), η περίοδος πρωθυπουργίας του Γ. Παπανδρέου, δεν προσέφερε κανένα σοβαρό δείγμα ως προς τον ταξικό προσανατολισμό της πολιτικής της. Δεν έχει σημασία εδώ να αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους συνέβη αυτό (η πτωχευτική συνθήκη του 2010-‘11 και η παραχώρηση αλλού -στην ΕΕ εν προκειμένω- της αρμοδιότητας λήψης των αποφάσεων για την Ελλάδα, είναι άλλωστε ο βασικότερος λόγος). Όμως. αυτή η ταξικά απροσδιόριστη κυβερνητική πορεία, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ορίζουσα τον πολιτικά προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα της διακυβέρνησής 2010-‘11!

Μέσα σ’ ένα σκηνικό πτώχευσης, βεβαίως, ούτε κινήσεις εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα η «Διαφάνεια», επαρκούν για να προσδώσουν σαφή πολιτικό προσανατολισμό σε ό,τι σήμερα ο Γ. Παπανδρέου ορίζει ως προοδευτικό, στο πλαίσιο ενός μετώπου το οποίο δηλώνει πως επιζητεί. Άλλωστε, ανάλογες εκσυγχρονιστικές κινήσεις του προκατόχου του στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπήρξαν το προπέτασμα καπνού για τη σαφή και σκληρή δεξιά σημιτική στροφή που επιχειρήθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, με ολέθριες συνέπειες για τη χώρα και την παράταξη.

να παράδειγμα του αντικειμενικά ουδέτερου πολιτικού χαρακτήρα εκσυγχρονιστικών επιλογών, είναι η σημερινή εικόνα της «Διαφάνειας», που πανηγυρίζεται από τους υποστηρικτές του Γ. Παπανδρέου ως δήθεν επαρκής απόδειξη του ότι ήταν μια προοδευτική διακυβέρνηση: Πριν λίγες μέρες αναρτήθηκε στη «Διαφάνεια» από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη η απόφαση για τον τρόπο κατανομής κρατικών κονδυλίων σε μέσα ενημέρωσης για την καμπάνια υποστήριξης του εμβολιασμού κατά του κορονοϊού. Στην απόφαση αυτή ανακοινώνεται ότι η κατανομή αυτών των κονδυλίων θα γίνει κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων διαφανούς χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης. Έτσι απλά, η -επαναλαμβάνω- κατ’ αρχάς πολιτικά ουδέτερη «Διαφάνεια» γίνεται μέσο προαγωγής μιας ακραία δεξιάς πολιτικής. Και αίρει εν τοις πράγμασι και την ίδια τη «Διαφάνεια»!)       

2. Αντιλαμβάνομαι απολύτως γιατί ο Γ. Παπανδρέου ως επικεφαλής μιας συνιστώσας ενός πολιτικού σχήματος, δεν μπαίνει στον πειρασμό να εμφανίσει την πρότασή του ως συμπεριληπτικό σχέδιο για όλους όσοι έχουν παραμείνει σήμερα στο ΚΙΝΑΛ! Ούτε προσιδιάζει στον πολιτικό πολιτισμό του τέτοια συμπεριφορά (ατόπημα, στο οποίο κατά κόρον υπέπεσε ο Β. Βενιζέλος, με τις επίμονες υποδείξεις του προς τη Φώφη Γεννηματά, αφού ο ίδιος είχε αποσυρθεί από την ηγεσία και είχε αναλάβει η σημερινή πρόεδρος), ούτε και πολιτικά παραγωγικό για την προαγωγή του επιζητούμενου  προοδευτικού μετώπου θα ήταν να απηύθυνε ο Γ. Παπανδρέου την πολιτική πρότασή του πέραν του χώρου ευθύνης του, του ΚΙΔΗΣΟ.

Όμως, εκτός από τα ζητήματα πολιτικού πολιτισμού, υπάρχουν και τα ζητήματα πολιτικής αποτελεσματικότητας! Ο Γ. Παπανδρέου έχοντας βιώσει την ανατροπή του από βουλευτές του ίδιου του κόμματός του το 2011, ασφαλώς γνωρίζει τί διακυβεύεται και πιθανολογώ ότι  δεν θα ξοδέψει άλλο ασυλλόγιστα την χρήσιμη πολιτική ενέργεια που διαχειρίζεται στο αδιέξοδο της σημερινής στάσης του ΚΙΝΑΛ. Άλλωστε, εάν το κάνει, θα είναι σαν να πλήττει ο ίδιος το προοδευτικό μέτωπο, στον σχηματισμό του οποίου δηλώνει έτοιμος να συμβάλλει.

3. Η μεγάλη συνεισφορά, όμως, του Γ. Παπανδρέου σ’ ένα επιζητούμενο προοδευτικό μέτωπο, δεν είναι ούτε η άθροιση εκλογικών δυνάμεων σε μια αντιδεξιά κατεύθυνση, ούτε ότι ο ίδιος προέρχεται από την περιοχή του σήμερα πολιτικά παγιδευμένου σε δεξιά πολιτική πορεία ΚΙΝΑΛ! Η μεγάλη συνεισφορά του έγκειται στη διεθνή αναγνώριση, ακτινοβολία και αποδοχή που μπορεί να προσδώσει σ’ ένα ελληνικό προοδευτικό μέτωπο, που θα έλθει απελευθερωτικά να διαδεχτεί τη σημερινή πολιτικά, ηθικά και πολιτισμικά εξαθλιωμένη δεξιά και την καταστροφή που έχει επιφέρει στον τόπο. Διεθνή αναγνώριση, ακτινοβολία και αποδοχή, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει η ελληνική κυβέρνηση 2015-’19, παρά το διεθνώς παραδεδεγμένο ως θετικό έργο της. Γι’ αυτό και η διατήρηση και διαφύλαξη της πολιτικής αυτονομίας του Γ. Παπανδρέου  στον ενδιαφέροντα κύκλο που ανοίγει στον δημόσιο βίο μας, είναι συνολικότερος όρος επιτυχίας του εγχειρήματος.   

Τελειώνοντας:    

Η οριακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα και υπό τη διαπίστωση ότι δεν ευθύνεται η πανδημία για την υποχώρηση των συμφερόντων της χώρας και των πολιτών της σε μια σειρά τομείς, αλλά ευθύνεται  η σημερινή κυβερνητική πολιτική, ως πλαίσιο πολιτικής, ως βαθμός ικανότητας διακυβέρνησης και ως ηγεσία, δεν μπορεί επομένως να παραμερίζεται ως βασικό στοιχείο του σημερινού σκηνικού, το οποίο δρομολογεί και την ενισχυμένη αναγκαιότητα για το προοδευτικό μέτωπο, ώστε να «αντέξει» η χώρα και να αποφύγει μια συντεταγμένη καινούρια καταστροφή, 2 χρόνια μετά την έξοδο από το μνημόνιο. Πέραν των μάλλον αστείων κυβερνητικών επικοινωνιακών φληναφημάτων ότι η οικονομία «πάει καλά» και ότι μπορούμε να δανειζόμαστε φθηνά από τις αγορές, πιο προσεκτική παρακολούθηση της στάσης της διεθνούς οικονομικής κοινότητας απέναντι στην ελληνική οικονομία, δείχνει ότι οι ανησυχίες εντείνονται με πολύ ταχύτερο ρυθμό απ’ όσο  η γενική διεθνής αναστάτωση των αγορών λόγω της πανδημίας.

Δεν πρέπει επίσης να θεωρείται τυχαίο ότι η Ελλάδα αποφάσισε σ’ αυτές τις συνθήκες να προχωρήσει σε δεύτερο γύρο πρόωρων αποπληρωμών  των ακριβών δανείων του ΔΝΤ. Όχι γιατί παρόντος του δημοσιονομικού μαξιλαριού των 27 δισ. περίπου υπάρχει θέμα εξωτερικού χρέους (άλλωστε αυτό κατά βάση τέθηκε υπό έλεγχο με τη ρύθμιση του καλοκαιριού του 2015), αλλά ως συμβολικής κίνησης καθησυχασμού των ανησυχούντων επενδυτών ότι μπορεί και επιθυμεί να αποπληρώσει το χρέος της.                

Όπως περιγράφτηκε πιο πάνω, με τέτοιους όρους θα μπορούσε να έχει προγραμματική τύχη ένα προοδευτικό  μέτωπο!

Στη συνέχεια αυτό που είναι ανάγκη να διασαφηνιστεί περισσότερο, είναι οι απτές πολιτικές ενδείξεις της κατεύθυνσης  που θα έχει αυτό το μέτωπο. Σ’ αυτό το πλαίσιο έχει σημασία να γίνει κατανοητό ότι προγραμματικά δεν αρκεί η δημόσια δήλωση της αντιδεξιάς κατεύθυνσης του εγχειρήματος. Η αριστερά, μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, ως ο καταλυτικός παράγων για τη σύμπηξη του προοδευτικού μετώπου, οφείλει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο, επισπεύδοντας τις εξελίξεις, που αλλιώς θα τον προσπεράσουν.  

Ένα καλό παράδειγμα  προπλάσματος του πλαισίου πολιτικής συμφωνίας που θα μπορούσε να ενοποιήσει και να συνθέσει γενικά προοδευτικά πολιτικά ρεύματα, είναι η δέσμευση κατάργησης πληθώρας αντιδημοκρατικών και καταστροφικών πράξεων της σημερινής κυβέρνησης. Οι πολίτες δεν πείθονται πλέον από δηλώσεις καλής βουλήσεως και απαιτούν όλο και περισσότερο προγραμματική ανατροπή του συστήματος που έχει άγει στη σημερινή γενικευμένη ανασφάλεια και ολόκληρη τη χώρα σε δημοκρατική, εθνική, πολιτισμική και αξιακή καχεξία.       

 

 

 

 

28 Δεκ. 2020

Περί συνεργασιών

(Α΄ Μέρος: Επί τάπητος

τα ζητούμενα ανατροπής

της δεξιάς δυστοπίας)

O Γιώργος Παπανδρέου είναι ο πρώτος πολιτικός μετά την έξοδο από το τούνελ των μνημονίων, που -μετά τον ΣΥΡΙΖΑ- κάνει λόγο για ένα προοδευτικό μέτωπο, ως πολιτικής  προϋπόθεσης για να διαφύγει η χώρα από την καταστροφική μέγγενη της σημερινής διακυβέρνησης. Και μόνο η αναφορά του πρώην πρωθυπουργού σ’ αυτό το προοδευτικό μέτωπο τον διαχωρίζει απολύτως από το σύνολο των υπόλοιπων πολιτικών προσώπων και οντοτήτων του χώρου (από το ΚΙΝΑΛ ως το ΚΚΕ) και υπό την οπτική αυτή ανοίγει και τη συζήτηση στην ουσία της.

Η παρέμβαση του Γ. Παπανδρέου σε πατρινό έντυπο (https://www.patrinorama.com.gr/odynires-diapistoseis-kai-apokalypseis-toy-pr-prothypoyrgoy-giorgoy-papandreoy-sto-patrinorama/) εκτός από την αυτονόητη σημασία της για τη διαμόρφωση των όρων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην αναγκαία πολιτική αλλαγή, έχει και μια πρόσθετη αξία: Υπογραμμίζει και το πρακτικό πολιτικό αδιέξοδο που έχει παραχθεί από την παγίδευση δυνάμεων αντιδεξιού προσήμου στον άγονο αντισυριζισμό, με τις συνέπειες αυτού του εγκλωβισμού πολιτικών σχηματισμών που θα μπορούσαν να έχουν συμβολή σε προοδευτικές εξελίξεις, στο σημερινό γκρίζο σκηνικό. Με πρώτο και βασικό στοιχείο αυτού του παραλογισμού που εντοπίζεται στον δημόσιο βίο μας, να ξοδεύεται ασυλλόγιστα άφθονη πολιτική ενέργεια στην «απόδειξη» ότι η διακυβέρνηση Τσίπρα ήταν κακή. Πολλές φορές κόντρα στην απλή λογική και τα απτά πολιτικά στοιχεία των πραγμάτων! Τα οποία αποκαλύπτουν πλέον πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η έξοδος από τα μνημόνια, η ρύθμιση του χρέους, η συμφωνία των Πρεσπών, η θεσμική και δημοκρατική λειτουργία της χώρας και η γεωπολιτική σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο με την ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας να προχωρεί ταχύτατα (για να αρκεστώ εδώ σ’ αυτά, ως παραδείγματα) αντιδιαστέλλονται εντυπωσιακά ως θετικά βήματα μεγάλης σπουδαιότητας, από την άτακτη υποχώρηση της Ελλάδας σ’ όλα τα παραπάνω πεδία λόγω της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής.

Ο απεγκλωβισμός, λοιπόν, προοδευτικών δυνάμεων από τον άγονο αντισυριζισμό, εκτός από την απελευθέρωση του πεδίου ενάσκησης αποτελεσματικής αντιπολίτευσης από ιδεοληψίες (κάτι που σήμερα ελλείπει και κυριαρχούν τα σκηνικά  χαρακτηριστικά του νεο-μητσοτακισμού) κατά μίας κυβέρνησης που βλάπτει το δημόσιο συμφέρον, κατά γενική ομολογία και σχεδόν στο σύνολο των δραστηριοτήτων της, είναι κρίσιμο σημείο αποκατάστασης του λογικού (αντί του θυμικού) στις γραμμές των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Είναι αλήθεια ότι  δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται ζήτημα προοδευτικής συνεργασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της σημερινής διακυβέρνησης και των βαρύτατων συνεπειών της για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Ωστόσο, οι ως σήμερα προτάσεις επ’ αυτού προέρχονταν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ή εμφανίστηκε τεχνηέντως ότι αποκλειστικά αυτός και απομονωμένα ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, και έτσι κάθε προαγωγή αυτής της συζήτησης σταμάταγε εν τη γενέσει της. Έτσι η πρόταση Γ. Παπανδρέου περιλαμβάνει και ένα τρίτο καίριο πολιτικό χαρακτηριστικό: Μεταθέτει την ευθύνη για την σύμπηξη του επιζητούμενου προοδευτικού μετώπου, από τον ΣΥΡΙΖΑ στους υπόλοιπους πολιτικούς σχηματισμούς του χώρου. Το επιχείρημα ότι αποφεύγουμε τον διάλογο με τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν είναι προοδευτική παράταξη, προφανώς εξεμέτρησε τα του βίου του και τελεύτησε. Όπως με ανάλογο τρόπο παύει να εκπέμπει την παραμικρή πειθώ και το άλλο σόφισμα ότι δήθεν «ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε τη δεξιά» λόγω της κακής δικής του διακυβέρνησης.  Αυτό το τελευταίο καταπίπτει μάλιστα απολύτως διότι αφ’ ενός μεν σήμερα αποδεικνύεται ότι το 2015-’19 τελικά δεν ήταν τόσο κακό και πλασματικά και υπό φανερές σήμερα σκοπιμότητες αξιολογήθηκε όπως αξιολογήθηκε, αφ’ ετέρου δε διότι ανιχνεύονται πια πεντακάθαρα και αποφασιστικές συμπράξεις όσων πέραν της ίδιας της δεξιάς συγκαταλέγονται στο αντισυριζικό μέτωπο, με σκοπό να «αρπάξει» ο Κυριάκος Μητσοτάκης την εξουσία, μέσα σ’ ένα νέφος ψεύδους, ακροδεξιών προαιρέσεων και ακραίας ταξικής μεροληψίας σε βάρος των αδυνάμων. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να εκλαμβάνεται ως βιώσιμη πολιτική γραμμή πλέον, να εμμένει στον αντισυριζισμό ένα κόμμα που δηλώνει προοδευτικό, υποτιμώντας ή και παραβλέποντας την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης;

Από μια άλλη πιο ορθολογική ματιά η στάση του πρώην πρωθυπουργού είναι το δεύτερο καίριο βήμα μετά την απόφαση πολλών από μας να στραφούμε μετά την αποχώρηση Καμμένου και ήδη από το 2018 στον ΣΥΡΙΖΑ, ως ραχοκοκκαλιάς του μετώπου προοδευτικών δυνάμεων, από το κέντρο ως την αριστερά, για να προαχθούν θετικές εξελίξεις για τη χώρα και τους πολίτες της. Και σήμερα, με τη σημερινή κυβέρνηση και την πολιτική της σε πλήρη εξέλιξη στον αντίποδα, παράγοντας ολοένα και περισσότερες και δυσμενέστερες συνέπειες, μπορούμε βασίμως να ισχυριζόμαστε (όσοι καλυπτόμαστε από αυτήν την πολιτική τοποθέτηση) ότι έχουν ωριμάσει ουσιαστικά οι συνθήκες για την προοδευτική πολιτική στροφή που χρειάζεται η χώρα και δεν απομένει παρά η πρακτική οργάνωση του αναγκαίου προοδευτικού πολιτικού μετώπου.     

Τέλος, η παρέμβαση Γ. Παπανδρέου έχει και ένα τελευταίο βαθύτατα συμβολικό αλλά καταλυτικού πολιτικού αποτελεσματικού βάρους στοιχείο: Επειδή ο ίδιος υπήρξε επίλεκτο θύμα της επέλασης της ευρωπαϊκής και εγχώριας σκληρής δεξιάς, έχει μεγάλη σημασία να δηλώνει σήμερα εκείνος ότι προσέρχεται σ’ έναν διάλογο με ζητούμενο την προοδευτική συνεργασία! Διότι, φυσικά, ο πρώην και τελευταίος πρωθυπουργός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ανεξαρτήτως των όσων έλεγαν οι υποστηρικτές του όλ’ αυτά τα χρόνια από το 2011 και μετά, και πέραν των όσων επαναλαμβάνει και σήμερα ο ίδιος -αν και σε άλλους τόνους- στη συνέντευξή του, γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που τον ανέτρεψε (πως άλλωστε να το έκανε ένα κόμμα του 5%), αλλά η σκληρή δεξιά, ευρωπαϊκή και εγχώρια, συνεπικουρούμενη από συνοδοιπόρους της μέσα στο ίδιο το κόμμα του. Σε κάθε περίπτωση, το άνοιγμα Γ. Παπανδρέου στον ΣΥΡΙΖΑ επανορθώνει και την εξ ίσου πλασματική (και εκ των πραγμάτων συγκρουόμενη με την πραγματικότητα) αφήγηση ότι τη δεξιά Σαμαρά την έφεραν δήθεν οι «πλατείες» και όχι οι βουλευτές του που τον ανέτρεψαν. Και υπ’ αυτή την προσέγγιση ο πρώην πρωθυπουργός οριοθετεί το εγχείρημα της προοδευτικής συνεργασίας στο οποίο προσέρχεται, μέχρι το τμήμα εκείνο του σημερινού σχηματισμού, που σήμερα τον φιλοξενεί ως ισότιμο εταίρο, στο οποίο εντάσσονται όσοι παραμένουν στο ΚΙΝΑΛ αλλά το 2011 τον ανέτρεψαν!

Πρακτικά, ως πολιτικό στοιχείο, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να συγκαταλέγονται στο  μέτωπο που επιζητεί ο Γ. Παπανδρέου πρόσωπα και χώροι, που απλά καλύπτονται από δεξιές  πολιτικές, τις οποίες φυσικά αντιμάχεται ένα προοδευτικό μέτωπο! Αν στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ο πρώην  πρωθυπουργός κάνει λόγο για «λήθη» (για να χρησιμοποιήσω τη δική του λεκτική), ανάλογη στάση απέναντι σε εκείνους που μέσα στο ίδιο το κόμμα του το 2011 τον ανέτρεψαν δεν είναι νοητή! Όχι γιατί δεν είναι στα διαθέσιμα πολιτικά χαρακτηριστικά (το αντίθετο μάλιστα ισχύει για τον Γ. Παπανδρέου) της πολιτικής προσωπικότητάς του πρώην πρωθυπουργού η «λήθη» απέναντι σε πρώην αντιπάλους για να προάγονται σημερινοί πολιτικοί στόχοι, αλλά διότι απλούστατα δεξιοί δεν έχουν ρόλο σ’ ένα προοδευτικό πολιτικό μέτωπο και έτσι αυτονόητα αποκλείονται.

Για να το κάνω απογυμνωτικά σαφές: Ούτω καλούμενοι «εκσυχρονιστές», σημιτικοί, υποστηρικτές του Β. Βενιζέλου, ανομολόγητοι αυτόκλητοι υπερασπιστές του έργου της σημερινής κυβέρνησης, δεν μπορούν να λογίζονται ως  μέρος του επιζητούμενου προοδευτικού μετώπου, ως ασύμβατοι με το εγχείρημα! Άλλωστε και οι ίδιοι αυτό το έχουν λίγο-πολύ διευκρινίσει οριστικά, είτε με τις τελευταίες δημόσιες αναφορές του Κ. Σημίτη, είτε σε πληθώρα άλλων ευκαιριών.           

Κάτι τελευταίο σχετικά με παραπάνω και την αποτίμηση της παρέμβασης του Γ. Παπανδρέου! Η ολοφάνερη πολιτική διαφοροποίησή του από την ανεπίτρεπτα και αντικειμενικά υποστηρικτική του νεο-μητσοτακικού μπλοκ εξουσίας- τελικά παγιδευμένη-  στάση της Γ. Γεννηματά, είναι απόρροια του πολιτικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει το ΚΙΝΑΛ την τελευταία περίοδο. Είναι φανερό ότι η συνύπαρξη κραυγαλέα αντίθετων μεταξύ τους πολιτικών απόψεων, δεν είναι συνταγή μακροημέρευσης για κανέναν πολιτικό σχηματισμό. Πολύ περισσότερο, αν  ήδη βουλευτές του σχήματος διαφοροποιούνται από την «κομματική γραμμή». Σε μία περίπτωση διαφοροποιήθηκε, μάλιστα, και ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου! Με τέτοια προσέγγιση, η παρέμβαση του Γ. Παπανδρέου είναι το καμπανάκι για την προϊούσα αποσύνθεση του «πεδίου πολιτικής», επί του οποίου στηρίζεται το ΚΙΝΑΛ.

Βεβαίως, ένα κόμμα από 6-8% θα μπορούσε να έχει κάποιο ρόλο (και βουλευτές δίνει και πρόσβαση στην κρατική χρηματοδότηση προσφέρει στην ηγεσία του και σε μια μικρή ομάδα στελεχών του). Ωστόσο, αυτό θα είχε εφαρμογή στην περίπτωση του ΚΙΝΑΛ, αν το ίδιο δεν είχε εμποτίσει τη σημερινή κομματική γραμμή με το ανόητο αφήγημα ότι δήθεν σιγά-σιγά θα γίνει αυτό το σχήμα μεγαλύτερο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή, μια ανεδαφική στάση, ολοφάνερο προϊόν του άγονου αντισυριζισμού που ανέφερα πιο πάνω. Όταν η προοπτική επαλήθευσης αυτής της προσδοκίας (δηλαδή να καταφέρει το ΚΙΝΑΛ να γίνει μεγαλύτερο από τον ΣΥΡΙΖΑ) αποκαλύπτεται τόσο ηχηρά ως έωλη και αντανακλά τόσο καθαρά ότι μόνο τη διατήρηση μιας ηγετικής «θεσούλας» υπηρετεί, τότε πώς να μακροημερεύσει το πολιτικό σχέδιο της κυρίας Γεννηματά;    

Και καλά, στα κόμματα συχνά ανιχνεύονται «ανοησίες γραμμής» (για μια σειρά λόγους -ίσως τους δούμε κάποια άλλη φορά). Όμως αυτές οι «ανοησίες γραμμής» βαραίνουν τo ίδιο το κόμμα που διαπράττει την αστοχία. Εδώ, στην περίπτωση του ΚΙΝΑΛ το πιο πάνω ανεδαφικό αφήγημα παράγει σοβαρό κόστος για την ίδια τη χώρα και τους πολίτες της. Και τούτο, διότι με την προτροπή να αναμένουν οι πολίτες πρώτα  «να περάσει μπροστά» το ΚΙΝΑΛ και μετά να τεθεί θέμα απομάκρυνσης της σημερινής κυβέρνησης από την εξουσία, αντικειμενικά προσφέρεται ανοχή στη σημερινή καταστροφή που παράγει ο νεο-μητσοτακισμός και ευνοείται η πολιτική που αντιμάχεται κάθε προοδευτική πολιτική εξέλιξη στον τόπο.     

ημ.: Ύστατο αλλ’ όχι έσχατο: Η απαράδεκτη μεταχείριση της μεγάλης ιστορίας και των συμβόλων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τη σημερινή ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, είναι το κεντρικό επεξηγηματικό αίτιο της περιθωριακής σημερινής  παρουσίας του σχήματος. Αν η ίδια η ηγεσία του αδυνατεί να κατανοήσει ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί και τον αμετακίνητο φραγμό σε κάθε ενδεχόμενο να καταστεί το ΚΙΝΑΛ μεγάλη παράταξη, τότε πώς να ευδοκιμήσει η σημερινή γραμμή του; Από την άλλη πλευρά, επειδή ιστορία και συμβολισμοί μεγάλων πολιτικών παρατάξεων ποτέ δεν μπορούν να γίνουν ιδιοκτησία μεταγενέστερων ηγεσιών, αλλά πάντα θα ανήκουν στις παραδόσεις του πολιτικού και κοινωνικού κινήματος το οποίο εκπροσώπησαν, αυτονόητη είναι η υποχρέωση όσων  εξ ημών καλύπτονται απ’ αυτές τις παραδόσεις να δώσουμε τη μάχη υπεράσπισης του περιεχομένου τους από ανεπίτρεπτες διαστρεβλώσεις. Και θα το κάνουμε ως το τέλος, και έως ότου η προοδευτική πολιτική διαχείριση των υποθέσεων της χώρας επέλθει)

__________________________________________    

(Στο επόμενο Β΄ Μέρος: Είναι εφικτό ένα προοδευτικό πολιτικό μέτωπο και με ποιές θέσεις;)