Μολυβάκι

20 Αυγ. 2019

Τι ΔΕΝ είναι ο διάλογος

για τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Σε μια ουζοκατάνυξη μέχρι πρωίας στη Ραφήνα λίγο πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, ειπώθηκαν πολλά για την απογείωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. τη δεκαετία του ’80… Περισσότερο απ’ όλα, όμως, εκείνο που τέθηκε στο τραπέζι ήταν η προσπάθεια ενός εκ των συνδαιτημόνων να αποσπάσει από μένα την πολιτική διεργασία μεταλλαγής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκείνης της δεκαετίας από κόμμα κεντρώων πολιτικών παραγόντων σε ριζοσπαστικό κίνημα ευρείας λαϊκής βάσης, την οποία είχα ζήσει από πολύ κοντά. 

Για να τα πάρουμε με τη σειρά, ήμασταν 4 άτομα εκεί. Δεν αναφέρω τα ονόματά τους γιατί δεν γνωρίζω αν το επιθυμούν.  Την πρωτοβουλία της μάζωξης είχε ένας παλιός φίλος και σύντροφος, πρώην μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., που είχε αποχωρήσει από το κόμμα με την κρίση διάσπασης του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου τη δεκαετία του ’90. Ο ίδιος ήταν στενότατος συνεργάτης επιφανούς κυβερνητικού στελέχους (με χαρτοφυλάκιο) στις μετέπειτα κυβερνήσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά έκτοτε δεν τον ξανάδα μέχρι και σήμερα. Από την αρχή ξεκαθάρισε στους υπόλοιπους ότι ενδιαφέροταν για το πολιτικό φαινόμενο ριζοσπαστικοποίησης και μαζικοποίησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι άλλοι δύο παρόντες φίλοι ήταν ένας συνάδελφος δημοσιογράφος, που έκανε και τις προσκλήσεις για τη μάζωξη κατά προτροπή του πρώτου, και ένας εξαιρετικός σύντροφος κυβερνητικό στέλεχος (όχι υπουργός) στον μεταγενέστερο δεύτερο κυβερνητικό γύρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Από τότε στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (μερίδα στελεχών του για την ακρίβεια) αναζητούσαν οργανωμενα και εξ επιλογής, λοιπόν, το πολιτικό «κλειδί» που ως και σήμερα ψάχνει το κόμμα αυτό. Υπήρχε επίγνωση ότι με τις περιθωριακές αναλύσεις, ιδέες και θέσεις που ως σήμερα σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζουν την πολιτική του ταυτότητα, η διαδρομή θα ήταν σύντομη και θα περιοριζόταν σε μια εκλογική εκτίναξη εξ αντιμονιακής οργής, και όχι σε μια συμβολή πολιτικής αλλαγής του μεταδικατορικού κομματικού συστήματος, που κατέρεε λόγω της κρίσης.

Απ’ αυτήν την οπτική, η εκλογική ήττα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν ενάμισι μήνα ερμηνεύει εν πολλοίς πολιτικά και τα αίτιά της. Η ανετοιμότητα του κόμματος της αριστεράς να καταστεί συνειδητά κίνημα πολιτικής αλλαγής απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με τη μεγάλη (αλλά πολιτικά μονοσήμαντη) προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019, οριοθετεί και την εμβέλεια του κυβερνητικού εγχειρήματος Τσίπρα.

Είναι αλήθεια, πως η μεγάλη προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019 πέτυχε τον σκοπό της. Ανεξαρτήτως της «ρηχής» αντιπολίτευσης Μητσοτάκη-Γεννηματά και τον πολιτικά άγονο αντισυριζισμό (που μόνο με ανανεωμένη εκδοχή του ακροδεξιού ιστορικού αντικομμουνισμού προσομοιάζει, επιβεβαιώνοντας την άγονη ιδεολογική επιστροφή της συντηρητικής παράταξης στο παρελθόν, αφού τίποτα νέο δεν μπορεί να παράγει), η διακυβέρνηση υπό τον Τσίπρα άφησε πίσω της μετρήσιμο, κρίσιμο, πολυεπίπεδο και ανανεωτικό (για την αποστεωμένη δημόσια διοίκηση) θετικό έργο! Μόνο φανατικοί πλέον δεν το διακρίνουν, εγκλωβισμένοι σε αφήγηματα μικροκομματικών πολιτικών ορίων.        

Παρ’ ό,τι, όμως, ευρύτατες λαϊκές δυνάμεις -ριζοσπαστικοποιημένες ή σε φάση  προϊούσας ριζοσπαστικοποίησης- έκαναν το σαφές νεύμα επικρότησης της προσπάθειας (αυτό δείχνει το 32%), ο περιορισμός του πολιτικού λόγου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην «επικοινώνηση» του κυβερνητικού έργου του περιόρισε το εύρος του εγχειρήματος σε κλασσικές αποτιμήσεις των πραγμάτων μιας διακυβέρνησης. Ενώ το ζητουμένο ήταν η συνέχιση της διαδικασίας πολιτικής αλλαγής του απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος. Ο ίδιος ο προεκλογικός λόγος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  αυτο-περιορίστηκε σε μια ανταλλαγή διαξιφισμών σχετικά με το αν ήταν καλή ή κακή η κυβέρνησή του, αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα της πολιτικής «συνέχειας» των επιζητούμενων από ευρείες λαϊκές δυνάμεις ανατροπών. Το θέμα δεν ήταν πλέον αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορούσε να κυβερνήσει και να κυβερνήσει καλά (αυτά είχαν απαντηθεί θετικά με την έκδηλη γελοιοποίηση της αντιπολιτευτικής ατζέντας Μητσοτάκη-Γεννηματά περί πρόσκρουσης στα «βράχια», που κατέπεσε απολύτως). Αντίθετα, με δεδομένη την ικανότητα διακυβέρνησης από μεριάς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. , το θέμα ήταν «ποιοι είναι οι επόμενοι πολιτικοί στόχοι» για την εμπέδωση και επέκταση της διαδικασίας αλλαγών, οι οποίες άναρχα, εν πολλοίς με αυθορμητισμό και χωρίς προγραμματική τεκμηρίωση είχαν ξεκινήσει το 2015. Επ’ αυτών, παγερή πολιτική σιωπή!

Η εξάντληση αυτού του σημείου στον προγραμματικό προεκλογικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε  μια -αναγκαία κατά τα άλλα- υπόσχεση συνέχισης των κινήσεων εισοδηματικής αποκατάστασης των ασθενέστερων, ήταν πολιτικά άγονη (ως αυτονόητη εξέλιξη), και ταυτόχρονα εκγκλώβισε το κόμμα σε μια συζήτηση  για τη «διακυβέρνηση», όταν η κρίσιμη προστειθέμενη πολιτική αξία του κόμματος δεν ήταν (όπως εξήγησα) η ικανότητα διακυβέρνησης αλλά το σχέδιο συνέχισης των πολιτικών ανατροπών. Κι ακόμη, ο εγκλωβισμός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε τέτοια ατζέντα, είχε δύο πρόσθετες κακές συνέπειες: α. έκανε την πολιτική ταυτότητα του κόμματος να φαίνεται ως εξαρτησιακά  συναρτώμενη με την κυβερνητική του πολιτική υπόσταση (ενοχλώντας προοδευτικούς πολίτες) και β. έκανε τη μνημονιακή πολιτική να εμφανίζεται ως μέρος της ιδεολογικοπολιτικής παραταξιακής του οντότητας, ενώ δεν ήταν.              

Δηλαδή, ο σκοπός διεύρυνσης της πολιτικής ατζέντας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με προγραμματικές αναφορές συνέχισης των αλλαγών στο σώμα της μετα-μεταπολιτευτικής Ελλάδας, που πρωτίστως όφειλε να καταρτίσει και να διακινήσει η κομματική μηχανή, απέτυχε παταγωδώς (ουδέ καν επιχειρήθηκε κάτι σ’ αυτό πεδίο)  καθ’ όλην την περίοδο μετά την έξοδο από το μνημόνιο, με το κόμμα να αποτυγχάνει απολύτως στον δικό του ρόλο. Σε τέτοιο πλαίσιο, απολέστηκαν προοδευτικές δυνάμεις, είτε προς την «απελπισμένη αλλά συνεπή» ψήφο στον Βαρουφάκη και την παραδοσιακή αριστερά, είτε προς την αποχή (δηλαδή τη στάση επιφύλαξης, αφού τίποτα πολιτικά προγραμματικό δεν προσφέρθηκε από τον Τσίπρα για τα επόμενα).

Θα ήταν αυτές οι απώλειες που εντοπίζω εδώ αρκετές για να κερδίσει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τις εκλογές της 7ης Ιουλίου; Δεν το γνωρίζω ούτε και παρελθοντολογώ! Είτε έτσι είτε αλλιώς, όμως, το 32% αποδεικνύει ότι ήταν υπό προϋποθέσεις επιτεύξιμος στόχος.

(Σημ.: Σε μια συγκέντρωση που είχαμε στη «Γέφυρα» μετα τις ευρωεκλογές και εν αναμονή της κάλπης των γενικών εκλογών, ήμουν ο μόνος που υποστήριξα ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ήταν αντιστρέψιμο. Από τις αντιδράσεις των συντρόφων μου κατενόησα ότι δεν ήμουν απλά ο μόνος που το είπε αλλά ήμουν ο μόνος που και το πίστευε. Η αναφορά μου σ’ εκείνη τη συγκέντρωση της «Γέφυρας» στη μεγάλη «ψήφο διάχυσης» στις ευρωεκλογές, στην οποία πρότεινα ότι θα πρέπει να στοχεύσει  ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τις βουλευτικές εκλογές, δεν έγινε κατανοητή. Διεπίστωσα (εκ των υστέρων, με ωριμότερες σκέψεις) ότι εκείνο το σώμα  ψηφοφόρων της αποχής στις ευρωεκλογές, το οποίο εγώ ερμήνευα ως προϊόν πολιτικής αποστασιοποίησης προοδευτικών κοινών από τον κυβερνητισμό και την προγραμματική σιγή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τη μεταμνημονιακή περίοδο, από τους άλλους συντρόφους μου ερμηνευόταν (αυτή ήταν τότε η προσέγγιση του συρμού) ως εκδήλωση «υποστηρικτικής κόπωσης» πολιτών που «προτίμησαν να πάνε για μπάνιο» αντί να πάνε ψηφίσουν Τσίπρα. Στην ίδια συγκέντρωση, προς τους συντρόφους που συνέβαλαν στην κατάρτιση και συγγραφή του κυβερνητικού προγράμματος για τις βουλευτικές εκλογές, είχα προτείνει να δώσουν έμφαση ακριβώς στον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό εξωκυβερνητικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αντί για μια προεκλογική αντιπρόταση στη διακυβέρνηση της Ν.Δ. και του Μητσοτάκη. Ούτε αυτό συνέβη!)       

Σήμερα, που μετεκλογικά ανοίγει ξανά ο διάλογος για τη συνέχεια, με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απεγκωλβισμένο από τον προγραμματικό του «μονόλογο περί διακυβέρνησης», είναι ευκαιρία να λεχθούν αυτά από νωρίς. Παρά τις πιο πάνω αναφορές μου, πρέπει να πω πως διαφωνώ απολύτως με τις παρεμβάσεις που ήδη έχουν γίνει στο άνοιγμα αυτού του νέου γύρου διαλόγου για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως κεντρικού πόλου του ελληνικού προοδευτικού και αριστερού κινήματος, με στόχο την επίρριψη όλης της ευθύνης για την ήττα στην κομματική «μηχανή».       

Πρέπει  να πω πως διαφωνώ ακόμη και με τη συζήτηση περί των ευθυνών για την ήττα! Από τις πρώτες αναφορές διαπιστώνω ότι τέτοια συζήτηση και με ατζέντα την «ευθυνολογία» για την ήττα να επιρρίπτεται στην «κομματική μηχανή», δήθεν ως προϋπόθεσης για να συνεχιστεί ο διάλογος παρακάτω, είναι γεμάτος από σκοπιμότητες μικρές. Οι επιθέσεις κατά προσώπων και του κομματικού μηχανισμού, επ’ ευκαιρία αυτού του διαλόγου, με ανησυχούν, ως προς τις προθέσεις τους, παρ’ ό,τι γίνονται στο όνομα της ηγετικής υπογράμμισης του Τσίπρα.       

Μα, η ηγετική παρουσία του Τσίπρα είναι αυτονόητη! Το άνοιγμα τεχνηέντως μιας συζήτησης περί της δήθεν προβληματικής στην κομματική βάση για την ηγεσία Τσίπρα, και επί ανύπαρκτης βάσης τίθεται (καμιά εδραία αμφισβήτηση του Τσίπρα δεν υπάρχει στις οργανώσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)  και αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από το πραγματικό της περιεχόμενο, που δεν είναι άλλο από τον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό λόγο του κόμματος για τις αναγκαίες συστημικές ανατροπές. Ένα νέο σώμα επίδοξων «ηρακλέων του στέμματος» (του Τσίπρα), με φιλοδοξία να εκτοπίσει την κομματική νομενκαλτούρα, κρύβεται ενδεχομένως πισω απ’ αυτόν τον αποπροσανατολισμό.

Από την άλλη, είναι αληθές ότι η διείσδυση συντηρητικών σοσιαλδημοκρατικών απόψεων στο διευρυντικό εγχείρημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. γεννά τον κίνδυνο υιοθέτησης μιας λογικής «πολιτικής τεχοκρατίας», που μεταφέρουν στο πολιτικό DNA τους πρώην πασόκοι (ακόμη και της «ριζοσπαστικής περιόδου» του Κινήματος). Είναι σαν να μπαίνουν αυτόκλητα στο παιγνίδι διεκδίκησης εσωκομματικής εξουσίας, διαβλέποντας ένα κυβερνητικό come back του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δυνάμεις χωρίς την αναγκαία δυναμική ανατροπών, που χρειάζεται η χώρα και αυτή η παράταξη. Αν τυχόν το διευρυντικό εγχείρημα στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. περιοριστεί στο «μοίρασμα εξουσίας» ενδοπαραταξιακά, θα υποτιμούνταν και τα αυθορμήτως ενεργοποιημένα κίνητρα των κοινών που ήρθαν στον ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και εντεύθεν.  Κοινά, που δεν ήρθαν για να διεκδικήσουν μέρισμα πολιτικής εξουσίας, αλλά για να διεκδικήσουν μέρισμα ρόλου εγγυοδοσίας για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας, την οποία η ΕΕ και η εγχώρια πολιτική συντήρηση έπληξε με τη μνημονιακή επιλογή, ως μεθόδου χειρισμού της κρίσης χρέους και των νομισματοπιστωτικών συνεπειών της. 

Έτσι, η πολιτική επιτυχία του διευρυντικού εγχειρήματος δεν είναι η ενσωμάτωση πεποιθήσεων που εντάχθηκαν στα πολιτικά κοινά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Αντίθετα, είναι να μπορέσει το κόμμα να καταστεί καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης και προσανατολισμού των ενεργοποιημένων από την κρίση μαζών σε κινηματική πολιτική βάση, ώστε να ανακοπεί ο νεο-μητσοτακισμός, να καταστεί η διακυβέρνησή του ένα «δεξιό πολιτικό διάλειμμα» και να επιστρέψει η χώρα σε τροχιά προοδευτικής ανασυγκρότησης υπό ανατρεπτικές αλλαγές, ακριβώς όπως ξεκίνησε η προσπάθεια την περίοδο 2015-2019.  

 

 

 

17 Αυγ. 2019

Οι «μεταμελημένοι αριστεροί»

υποστηρικτές του κ. Μητσοτάκη

και η εκπροσώπησή τους από ακροδεξιές απόψεις   

Mε λυπεί η εικόνα και τα λόγια φίλων που στην ύστερη πολιτική τους ταυτότητα άφησαν πίσω τη δημοκρατική παράδοσή τους. Όχι γιατί άλλαξαν παράταξη. Αυτό είναι θεμιτό και υπό προϋποθέσεις θετικό, αν αφορά σε αποχωρισμό από άχρηστες για την εποχή μας και ξεπερασμένες απόψεις. Η λύπη μου αναδύεται ακριβώς από την απολύτως ατυχή προσπάθειά τους να εμφανίσουν τις παλιότερες απόψεις τους ως «άχρηστες για την εποχή μας και ξεπερασμένες», για να τεκμηριώσουν γιατί άλλαξαν παράταξη. Προσεκτική ανάγνωση όσων γράφουν ως εσωτερικός διάλογος μοιάζει, παρά ως «τεκμηρίωση λόγου». Με την αμηχανια, τις ενοχές, και τα ολοφάνερα προσωπικά αδιέξοδα να εκτοπίζουν κάθε απόπειρα να εξηγηθεί βασίμως «γιατί» άλλαξαν άποψη. Ακόμη και οι βαθύτερες και γνησιότερες τέτοιες προσπάθειες να δώσουν εξηγήσεις στον εαυτό τους και στον περίγυρό τους για τις σημερινές πολιτικές επιλογές τους, μένουν ανεκπλήρωτες στην ουσία.

Κι όμως! Η λύτρωσή τους είναι μπροστά στα μάτια τους κι ας (δείχνουν) να μην την βλέπουν.   

Η επιστροφή χρήσιμων δυνάμεων στον χώρο των δημοκρατικών προταγμάτων, αληθινό και αναγκαίο βήμα για να εγκαταλειφθεί και να ηττηθεί πολιτικά η ολοένα και περισσότερο ρέπουσα σε αντιδημοκρατικές επιλογές και μέχρις νεοφασιστικών τάσεων συντηρητική πολιτική ιδεολογία, θα εμπλουτίσει τον αναπόφευκτο διάλογο για τον εντοπισμό του «τί» και «πώς» θα αντικαταστήσει τα έκδηλα σημερινά αδιέξοδα. Τα αδιέξοδα, στα οποία οδήγησε τον κόσμο η διεθνής δεξιά πολιτική, σ’ όλες τις εκδοχές της, από τον «τραμπισμό» μέχρι τον «σοϊμπλισμό». Και από τον «σαλβινισμό», έως τον «ορμπανισμό» και τον νεο-μητσοτακισμό.

Όλες, δεξιές εμμονικές στην προσπάθεια να κερδίσουν και να αγκιστρωθούν στις εξουσίες των χωρών και των οργανισμών που κυριάρχησαν την τελευταία 20ετία, αφήνοντας πίσω τους αθεράπευτες και για πρώτη φορά στην ιστορία εμφανιζόμενες ως μη επιδεχόμενες χειρισμό κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις. Κρίσεις, που το βάθος και η παραταξιακή ανεπάρκεια όσων τις δρομολόγησαν, τις έφεραν και τις εγκατέστησαν ως εγγενή στοιχεία του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, παράγοντας την καταστροφική συνέπεια αναπαραγωγής (και συχνά περαιτέρω εμβάθυνσης) της κρίσης και πλήττοντας κατάστηθα αυτό ακριβώς το ίδιο μοντέλο.

Παράλληλα, ως επάλληλη απόρροια της μεγάλης και ακόμη εμβαθυνόμενης κρίσης στις δυτικές χώρες, κακοφορμεί στις διεθνείς σχέσεις η εγκαθίδρυση της διπλωματίας της βίας και των ισχυρών, εγκυμονώντας για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το σοβαρό ενδεχόμενο μιας νέας πλανητικής εμβέλειας σύρραξης. Και ενώ ήδη τα προεορτικά θύματα της σύρραξης αυτής, είναι πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί.  Θα ήταν παθολογικά μύωψ, όποιος σ’ αυτό σκηνικό δεν διακρίνει ότι την υποδαύλιση του άτυπου παγκόσμιου πολέμου, που ήδη διεξάγεται στην υφήλιο, ενεργοποιεί η ιστορικά και πολιτικά ανήθικη προσπάθεια της υπό κρίση Δύσης, να απομυζήσει περισσότερους πόρους, ακόμη και ανθρώπινους, από τις φτωχότερες ζώνες της Γης, για να «διασκεδάσει» τις επιπτώσεις στο εσωτερικό των δυτικών χωρών.           

Εσχάτως, επειδή ο πολιτικός καταλογισμός σε βάρος της πολιτικής συντήρησης αρχίζει να γίνεται όλο και πιο ορατός (φυσικά επειδή οι πληθυσμοί των δυτικών χωρών δεν χορταίνουν με fake news, όταν η εισοδηματική εξαθλίωση επεκτείνεται και τα φαινόμενα κοινωνικής βίας βαθαίνουν), η διεθνής δεξιά μετέρχεται για να συντηρηθεί στην εξουσία το πιο επικίνδυνο τέχνασμά της: Αφήνει να εννοηθεί (και σε κάποιες περιπτώσεις ήδη το προβάρει) ότι θα επιστρατεύσει ολοκληρωτικά μοντέλα διακυβέρνησης, ακόμη και φασίζοντος και ναζιστικού τύπου, για να ελέγξει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις και να παραμείνει στη εξουσία.

Έτσι, η επώαση του αυγού του φιδιού στον 21ο αιώνα, δεν αναδύεται μόνον από την περιέλευση μικρομεσαίων στρωμάτων σε κατάσταση εξαθλίωσης, αλλά και από την προσχώρηση τυπικά δημοκρατικών δεξιών δυνάμεων στον νεο-ολοκληρωτισμό. Και το έγκλημα της διεθνούς δεξιάς είναι στην εποχή μας διπλό, διότι κατά τον προηγούμενο αιώνα κανένας δεν εγνώριζε τις συνέπειες του φασισμού και του ναζισμού, ενώ σήμερα είναι γνωστές σ’ όλους!

Σ’ αυτό το διεθνές πλαίσιο οι δικαιολογίες που επικαλούνται πρώην προοδευτικοί φίλοι που σήμερα με τη στάση τους αντικειμενικα ευνόησαν, ανέχτηκαν και σε πολλές περιπτώσεις υπερψήφισαν τον νεο-μητσοτακισμό, από τα ίδια τα μέσα που σε ελάχιστο χρόνο αλλά απολύτως ενδεικτικά μετέρχεται η σημερινή κυβέρνηση, καταπίπτουν σε φληναφήματα υποστήριξης χωρίς αντίκρισμα λογικό και ηθικό. Σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.

Η επιστροφή όλων αυτών στην δημοκρατική παράταξη και την αριστερά, απομένει μόνη λύση στα αδιέξοδά τους! Αργά ή γρήγορα η εκ του αποτελέσματος αποτιμώμενη ως «δόμνια», δηλαδή πολιτικά ευτελέστατη, προσπάθεια τους να απολογηθούν (στον εαυτό τους και τον κοινωνικό περίγυρό τους) για την ολέθρια υποστήριξή τους στον νεο-μητοτακισμό, εκόντες-άκοντες, θα εκτραπεί σε αυτο-γελοιοποίηση, αν δεν έχει εν τω μεταξύ οδηγήσει στην αυτονόητη λύτρωσή τους με επιστροφή τους στις δυνάμεις των δημοκρατικών προταγμάτων και της αριστεράς.

Θα είμαστε εκεί για να τους υποδεχτούμε, για να φέρουμε μαζί την ελπίδα και την απεμπλοκή της χώρας κι ολόκληρου του κόσμου μας από την καταστροφή.

 

 

 

10 Αυγ. 2019

Η ιδεολογική και ιστορική βάση

του πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα

Με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ολοκληρώθηκε ένα πρώτος κύκλος της πολιτικής «ταυτότητας» που φιλοτεχνεί, ως εξουσία πλέον, η πρόσφατα εκλεγμένη κυβέρνησή μας.

Η επανάληψη απαρίθμησης όσων έχει κάνει μέσα σ’ ένα μήνα ο νεο-μητσοτακικός νεποτισμός δεν έχει μεγάλη σημασία να γίνει. Περισσότερο κι από την (ανα)απαρίθμηση αυτή μετράει ότι είναι φανερό το κλίμα προβληματισμού σε εκτεταμένα κοινά που υποτίμησαν τις συνέπειες αυτής της πολιτικής εξέλιξης, ανέχτηκαν αυτόν τον νεποτισμό ή και τον υπερψήφισαν (παρ’ ό,τι δείγματα των προθέσεών του ήταν από καιρό σαφή).

Απ’ όσο ανακαλώ στη μνήμη μου, δεν εχω ξαναδεί τόσο σύντομα, τόσο διάχυτη και τόσο μεγάλης έκτασης εκδήλωση αυθόρμητου προβληματισμού για τα έργα μιας κυβέρνησης από σημαντικό μέρος του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος με την ψήφο του συνέβαλε στο πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα. Και φυσικά, δεν αναφέρομαι, στις αντιδράσεις από μεριάς όσων εξ αρχής ήταν τοποθετημένοι αρνητικά απέναντι στη Ν.Δ., αλλά σε εκείνους που για τον οποιονδήποτε λόγο λειτούργησαν αμέσως ή εμμέσως υποστηρικτικά στην προοπτική επέλευσής της στην εξουσία και τη διακυβέρνηση της χώρας.

…Αυτά, όμως, θα φανούν στη συνέχεια και καθώς θα κυλάει ο πολιτικός χρόνος. Εδώ και ειδικά για το πανεπιστημιακό άσυλο αξίζει να πουμε μερικά λόγια παραπάνω, σεβόμενοι τον τεράστιο συμβολικό και πρακτικό ρόλο του στην εμβάθυνση της μεταδικτατορικής δημοκρατίας μας.

Και πρέπει να πω ότι βασικό κινητρό μου για όσα θα λεχθούν εδώ είναι το φαινόμενο πολιτικής ανοχής ακόμη και από μέρους προοδευτικών πολιτών, απέναντι στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου που επιχειρεί να επιβάλλει η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Πολίτες, που επικαλούνται γι’ αυτή τη στάση τους την απαξιωμένη εικόνα των ελληνικών πανεπιστημίων και την ευθύνη της προοδευτικής πολιτικής παράταξης στην Ελλάδα, στην οποία αποδίδεται ότι συνέβαλε στην εν λόγω απαξίωση «μπαχαλοποιώντας» τα πανεπιστήμια.  

Και τούτο, υπό την άποψη ότι την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, ως μείζονος ρύθμισης εγγύησης του πνεύματος ελευθερίας λόγου και έργου που (πρέπει να) κυριαρχεί στα πανεπιστήμια, επέβαλε νομοθετικά η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη με επιχείρημα τον καταχρηστικό τρόπο με τον οποίο το άσυλο εφαρμόζεται στην πράξη.      

Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Τα πανεπιστήμια ως ανώτατη βαθμίδα των οργανωμένων εκπαιδευτικών συστημάτων ανά την υφήλιο συνδέονται αναπόσπαστα με την συλλογική μορφωτική ιστορία των πληθυσμών που εντάσσονται σε συστήματα κρατικής οργάνωσης. Απ’ αυτή τη ματιά, τα πανεπιστήμια, όπως και οι χαμηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, συνδέονται αναπόσπαστα με τις παραδόσεις των πληθυσμών, την επιμόρφωση των οποίων έχουν επιφορτιστεί να υπηρετήσουν. Και εδώ όταν λέμε «παραδόσεις» δεν εννοούμε άλλο κάτι από την οργάνωση πρακτικών συλλογικών μεθόδων, διαδικασιών και λειτουργιών, για την ανταπόκριση σε ανάγκες ανθρώπων και την επίλυση προβλημάτων που γεννούν οι κοινωνίες. 

Έτσι, οι παλαιόθεν ολοκληρωμένες αστικοδημοκρατικές κοινωνίες της Δύσης, αρθρωμένες σταθερά γύρω από την ταξική συγκρότηση και τον ιμπεριαλιστικό και αποικιοκρατικό χαρακτήρα τους διαμόρφωσαν δομές πανεπιστημίων, με σκοπό να υπηρετηθεί και να ενισχυθεί η κυριαρχία της αστικής ραχοκοκκαλιάς τους και το εκμεταλλευτικό πρόταγμα των ανά τον κόσμο κτήσεών τους. Δηλαδή, έφτιαξαν πανεπιστήμια προσηλωμένα να υπογραμμίζουν την αστική ηγεμονία στις πολιτικές διαδικασίες στο εσωτερικό των δυτικών χωρών, από τη μία, και τον στόχο διεύρυνσης του εκμεταλλευτικού οφέλους των αποικιών τους, ως διεθνούς πολιτικής στάσης των ίδιων χωρών, από την άλλη. Υπογραμμίζω στο σημείο αυτό την πρόσληψη εδώ του ρόλου της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης πρωτευόντως ως πρακτικού εφοδίου υποστήριξης οικονομικών αναγκών και λειτουργιών και όχι ως μορφωτικού-πολιτισμικού δομικού κοινωνικού στοιχείου.   

Η πανεπιστημιακή παιδεία, σε τέτοιο πλαίσιο, είναι ένα «δικαίωμα για λίγους». Η εικόνα είναι η ίδια στην Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Ολλανδία το Βέλγιο (δηλαδή στον πυρήνα της σημερινής Ε.Ε.), με μιμητική (πολιτισμικά και πρακτικά) αναπαραγωγή του ίδιου μοντέλου και στις Η.Π.Α.. Συνεπώς, η διατηρούμενη ως τις μέρες μας «ταξικότητα» των πανεπιστημίων στις ίδιες χώρες ως τις μέρες μας και η κρατούσα αρχή «σύνδεσης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με την παραγωγή», πρέπει να θεωρούνται απόρροια αυτών των ακαδημαϊκών παραδόσεων, παρά τις μεγάλες κοινωνικές και παραγωγικές μεταβολές που έχουν ακολουθήσει.                      

Αυτή είναι μια γενική, βεβαίως, (αλλά νομίζω πραγματική) περιγραφή της κοινωνικής «ιστορίας των πανεπιστημίων» στη Δύση. Και αυτή η περιγραφή σε καμιά περίπτωση δεν αποσκοπεί να υποτιμήσει τη σημαντική επιστημονική συμβολή των δυτικών πανεπιστημίων στην παγκόσμια συλλογική μορφωτική υπόθεση, πράγμα που άλλωστε προέκυψε χάρις ακριβώς στο πνεύμα ακαδημαϊκής ελευθερίας κατά τη λειτουργία τους.    

Στην Ελλάδα πάλι τα πανεπιστήμια ήρθαν εξ ιδρύσεώς τους ως καίριο βήμα σταδιακής συλλογικής μορφωτικής αναβάθμισης του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού. Συμπεριλαμβανομένης της γενικευμένης απελευθερωτικής παραμέτρου που εκόμισε και ενστάλαξε στη συγκρότηση της μετα-οθωμανικής ελληνικής κοινωνίας η επανάσταση του 1821, ως εξεγερτικό φαινόμενο πληθυσμού που διεκδίκησε και κέρδισε τον λόγο που του αναλογούσε στις εξελίξεις, με όρους ιστορικής «δικαιοσύνης», αλλά -θά ‘λεγα- και ανταπόκρισης σε ηθικές ανάγκες της δυτικής δημοκρατίας.

Πρόκειται δηλαδή για βαθύτατες διαφορές Ελλάδας-Δύσης, οι οποίες επικυρώθηκαν ιστορικά τόσο από την ανυπαρξία αστικής κυριαρχίας σε επίπεδο ταξικής συγκρότησης της Ελλάδας, όσο και από την τελείως διαφορετική πρόσληψη του ρόλου των πανεπιστημίων, ως κρατικών θεσμών που οφείλουν να αποστασιοποιούνται από τις υφιστάμενες εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των Ελλήνων (δηλαδή, σε απόσταση από τις οικονομικές λειτουργίες και διαδικασίες), συμβάλλοντας για λόγους αρχής και ολοφάνερης ιδρυτικής προαίρεσης στην ενότητα των πολιτών αυτής της χώρας, αντί στην κατανομή τους σε κοινωνικές ομάδες με αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ τους.

Μάλιστα, τέτοιος ρόλος για τα ελληνικά πανεπιστήμια στη συνείδηση της κοινής γνώμης παρέμεινε περίπου απαράλλαχτος από την απελευθέρωση ως και τη δεκαετία του 1960. Η γνωστή φραση «μάθε παιδί μου γράμματα» είναι η πεντακάθαρη αναγνώριση προτεραιότητας της μορφωτικής αναβάθμισης αντί της σκοπιμότητας εισοδηματικής αναβάθμισης, στη μέση ελληνική στάση για την οργανωμένη παροχή εκπαίδευσης αδαπάνως για όλους τους πολίτες, και φυσικά σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνεται και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Και το σκηνικό αυτό παρατείνεται χωρίς ουσιαστικές μεταβολές μέχρις ότου ο αστυφιλικός πρώιμος καραμανλισμός και η μεταπολεμική πολιτική σταθερότητα μετά τον εμφύλιο επέτρεψαν την πρόσληψη από μερίδα πολιτών της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ως μέσου εισοδηματικής αναβάθμισης και όχι ως μορφωτικής «επανάστασης» υπέρ των επόμενων γενεών, όπως ήταν ως τότε.

Παρ’ ό,τι από το 1960 έχει περάσει μισός αιώνας και η μεσαία τάξη ενίσχυσε τον ρόλο της (όχι, όμως, υπό συνθήκες αστικοδηματικής ωρίμασης) η συλλογικά προσλαμβανόμενη ως πρωτίστως μορφωτική ταυτότητα των ελληνικών πανεπιστημίων διατηρείται ισχυρή. Επίσης, από το 1990 και μετά και επειδή οι προοδευτικές πολιτικές ιδεολογίες της αριστεράς υπέστησαν σοβαρή ήττα ένεκα της κατάρρευσης του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», η πίεση για πανεπιστήμια συνδεδεμένα με τις οικονομικές διαδικασίες και λειτουργίες, εντάθηκε. 

Η προνομιακή συσχέτιση της αριστεράς και γενικά της προοδευτικής πολιτικής παράταξης με την κατάσταση απολύτης ακαδημαϊκής ελευθερίας στα ελληνικά πανεπιστήμια, λόγω και έργω, αλλά και με τον δημόσιο χαρακτήρα τους, υφ’ όλες τις δυνατές συνέπειες αυτού του «δημόσιου χαρακτήρα», έχει πολιτικά αίτια. Οφείλεται στο ότι με τη δημοκρατική εκτροπή της επταετούς δικτατορίας και τον καταλυτικά πρωτεύοντα ρόλο των πανεπιστημίων στην ανατροπή της, την ώρα που στην πολιτική δεξιά επιρρίπτεται ιστορικά η ευθύνη επέλευσης της χούντας, το ασύλο δεν είναι μια απλή ρύθμιση ακαδημαϊκού περιεχομένου. Αντίθετα, είναι μια ad hoc για τα ελληνικά δεδομένα πρόσθετη «ευκαιρία ελευθερίας», με τεράστια συμβολική και πρακτική σημασία για την ίδια τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Κάτι σαν τελευταία και οριακή εγγύηση διασφάλισης των δημοκρατικών λειτουργιών, ακόμη και ανεξάρτητα από το ρέον πολιτικό σκηνικό, το οποίο άλλωστε το 1967 ήταν εκείνο που (είτε με σχέδιο, είτε εξ αποτρεπτικής ανεπάρκειας) έφερε τους συνταγματάρχες. 

Και, φυσικά, την ίδια ώρα, το πανεπιστημιακό άσυλο σε καμιά περίπτωση δεν είναι μια εθιμική παραχώρηση αυτής της πρόσθετης «ευκαιρίας ελευθερίας» στα πανεπιστήμια, τα ελατήρια παραχώρησης της οποίας ιστορικά έχουν αρθεί και δεν έχει απομείνει παρά η ψυχοπαθολογική εμμονή των αντιδικτατορικών αγωνιστών να την τεκμηριώνει  ως αναγκαία. Δηλαδή, κατ’ εφαρμογή της «δόμνιας» λογικής άτυπης παραγραφής του αντιδημοκρατικού πολιτικού «αδικήματος», που βαραίνει μονόπλευρα την πολιτική δεξιά και ήρθε ο καιρός να καταπέσει.   

Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι δημοκρατικά επιτρεπτό να αρθεί, ιδίως υπό τις ομολογημένες παραταξιακές σκοπιμότητες του νεο-μητσοτακισμού, με οσμή ακροδεξιών προταγμάτων. 

Και αν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με την εφαρμογή του πανεπιστημιακού ασύλου στις μέρες μας, η πανεπιστημιακή κοινότητα υπό συνθήκες απόλυτης ακαδημαϊκής -και πολύ περισσότερο πολιτικής- αυτονομίας εξ ιδίων οφείλει να βρει τις λύσεις. Ο,τιδήποτε άλλο και ανεξαρτήτως επικαλουμένων επιχειρημάτων και απ’ οποιαδήποτε πλευρά, δεν συνιστά παρά πράξη δημοκρατικής περιστολής. Ιδίως αν συντρέχουν συμπεριφορές και αναφορές κυβερνώντων (δηλαδή κρατικών εξουσιών) αιτιολόγησης του μέτρου, όπως οι σημερινές.

Το όνειρο του νεοέλληνα μικροαστού το Καποδιστριακό να γίνει βερνικωμένη  μπουαζερί  από καρυδιά (όπως έχει δει σε κάποια τηλεοπτική σειρά), εξέλιξη την οποία εμποδίζει δήθεν το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι ζήτημα δημοκρατίας, αλλά φαινόμενο πολιτισμικού αυτοματισμού, μορφωτικής υποβάθμισης.      

Και για τους λόγους αυτούς δεν συγχωρώ την ελαφρότητα με την οποία πολιτικά προοδευτικοί φίλοι προσχωρούν σε μια στάση αποδοχής της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου, επειδή δήθεν οι μικροπωλητές και τα γκράφιτις συνιστούν αίτια κάμψης της αναγκαιότητας των ακαδημαϊκών ελευθεριών, την ώρα που τα ελληνικά πανεπιστήμια αναγνωρίζονται διεθνώς ως αξιοπρόσεκτοι συμβολείς στην παγκόσμια επιστημονική πρόοδο σε πληθώρα κλάδων.

 

 

 

7 Αυγ. 2019

Ο ρόλος της δεξιάς πολιτικής

για την ενίσχυση της κοινωνικής βίας

Το φαινόμενο των απρόκλητων επιθέσεων κατά ανυποψίαστων πολιτών στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα δεκάδες δολοφονίες, έχει εδώ και πολύ καιρό να είναι ένα σπάνιο περιστατικό στην αμερικανική  δημόσια ζωή. Από την εποχή του unabomber μέχρι προχθές στο Ελ Πάσο, ο καταλογος των θυμάτων είναι πολύ μεγάλος για να παρουσιάζεται ως ασυνήθιστη περίπτωση. Και, την ίδια ώρα -με τον επιφανειακό τρόπο που η αμερικανική πολιτική ζωή διαχειρίζεται ορισμένα θέματα- η εξάντληση της συζήτησης στο θέμα της ανεξέλεγκτης οπλοκατοχής (ανεξάρτητα από τη σαφή συμβολή του «πολιτισμού των εξάσφαιρων» στην κλιμάκωση του φαινόμενου), δεν φαίνεται ικανή να ανασχέσει την επανάληψη των επιθέσεων κατά πολιτών και των δολοφονιών σε μαζική κλίμακα.

Το πρόβλημα αναφίβολα επιδεινώνεται τα τελευταία χρόνια! Οι βομβιστικές και ένοπλες επιθέσεις πληθαίνουν. Η γελοία επικοινωνιακού περιεχομένου και μόνον «διαρροή» του Λευκού Οίκου μετά το Ελ Πασο, ότι «σκέπτεται μέτρα για τον περιορισμό της οπλοκατοχής, περισότερο ανεπίτρεπτη ειρωνία μοιαζει απέναντι σ’ ένα πρόβλημα πρώτης προτεραιότητας, παρά οργανωμένη αντίδραση σώφρονος κράτους προς επίλυσή του, με κόστος πολλές ανθρώπινες ζωές.              

Στην Ευρώπη τα πράγματα μοιάζουν απλότερα! Τα φαινόμενο εκδηλώνεται σε δύο διακριτές περιπτώσεις: Τις επιθέσεις φονταμενλιστών και τις ακροδεξιές δραστηριότητες, που φτάνουν μέχρι τη δολοφονία προσφύγων και πολιτικών αντιπάλων.

Αναζητώντας τα αίτια του φαινομένου διά γυμνού οφθαλμού φαίνεται ότι η μακρά (και ακόμη εν εξελίξει) οικονομική κρίση στις δυτικές χώρες και η κοινωνική εξαθλίωση που παράγει, σε συνδυασμό με τα προσφυγικά και μεταναστευτικά κύματα, δρομολογούν ισχυρές επεξηγηματικές προσεγγίσεις. Ταυτόχρονα, η πολιτική διαχείριση του προβλήματος, με αποκλειστική θέαση της υπόθεση ως ζητήματος δημόσιας ασφάλειας και χωρίς καμιά διερεύνηση των κοινωνικών πτυχών του, αποδεικνύεται ατελέσφορη.

Αν επιχειρούσε κανένας πιο συγκεκριμένη πολιτική διερεύνηση της υπόθεσης θα διέκρινε με άνεση ότι η δαιμονοποίηση περιθωριακών κοινωνικών ομάδων από μεριάς κρατικών εξουσιών, ως δήθεν κεντρικών αιτίων του ζητήματος, ανιχνεύεται τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Η.Π.Α.. Η πολιτική Τραμπ, μαζι με την πολιτική, Σαλβίνι, Ζεεχόφερ, Όρμπαν και άλλων στην Ευρώπη, εμφανίζουν εντυπωσιακές ομοιότητες, από τα τείχη απόκρουσης των μεταναστευτικών ρευμάτων στις Η.Π.Α., ως τις άτυπες φυλακές χύδην «μαντρώματος» προσφύγων και μεταναστών στη Γηραιά Ήπειρο. Αλλά και την επισημοποίηση της πολιτικής κατά των ΜΚΟ που διασώζουν ανθρώπους από μεριάς της ιταλικής κυβέρνησης. Μια πολιτική, για την οποία ανοιχτά πλέον ο Ο.Η.Ε. αντιμετωπίζει και χαρακτηρίζει ως υπεύθυνη για τους εκατοντάδες πνιγμούς στη Μεσόγειο.

Η διακυβέρνηση από συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη έχει  συμβάλλει στην εμπέδωση σε μερίδα πολιτών της εντύπωσης ότι στις σημερινές δυτικές κοινωνίες υπάρχουν άνθρωποι που δεν αξίζουν διάσωσης από την εξαθλίωση, ακόμη κι αν το κόστος εγκατάλειψής τους είναι ο πνιγμός και η απώλειά της ζωής τους. Αυτή η ηθικά ανεπίτρεπτη στάση, δεν ανάγεται μόνο στην απαξιωτική τροποίηση της μέσης κρατούσας αντίληψης για την αξία της ανθρώπινης ζωής και των συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων στον 21ο αιώνα, αλλά αφορά και σε πολιτικά προβλήματα διαχείρισης κοινωνιών με εντεινόμενα προβλήματα.

Ακριβώς αυτή η δαιμονοποίηση μεγάλων ανθρώπινων ομάδων ως δήθεν αιτίων για την αποδόμηση θεμελιωδών συντεταγμένων του απείραχτου επί δεκαετίες ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους αλλά και άλλων προβλημάτων που παράγει η γενικευμένη καπιταλιστική κρίση (ανεργία, πιο άδικη κατανομή του πλούτου κ.λπ.) ασφαλώς είναι ένα από τα βασικά κίνητρα του προβλήματος έντασης στην εκδήλωση και λειτουργία των κοινωνικών αντιθέσεων, με παραδείγματα.

Όμως, πέραν της ενίσχυσης των αντι-προσφυγικών ανακλαστικών σε μερίδα πολιτών, που είναι καθαρά είναι απόρροια πολιτικής, έχω την εντύπωση ότι με κύριο θύμα της μακράς καπιταλιστικής κρίσης τη μεσαία τάξη, συμβαίνουν δύο ακόμη πράγματα:

α. μέρος της μεσαίας τάξης λουμπενοποιείται και μετατρέπεται σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, μηχανίστικα αναδυόμενου του ερωτήματος στις δυτικές κοινωνίες αν αξίζουν υποστήριξης από το οργανωμένο κράτος όσοι συμπολίτες μας που «απέτυχαν» εν μεσω κρίσης να διασωθούν ως μέλη της μεσαίας τάξης. Δηλαδή, μια κατ’ αναλογία απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασης, που προσομοιάζει σε ηπιότερη εκδοχή με την αντιμετώπιση των απόκληρων της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, που ανέφερα προηγουμένως.

β. με δεξιά προτροπή δαιμονοποιείται και η πολιτική στάση (προφανώς προοδευτικής πολιτικής προέλευσης) που επιζητεί ανατροπή όσων επιλογών έχουν προκαλέσει το φαινόμενο απαξίωσης της αναθρώπινης ζωής (πρόσφυγες και μετενάστες, από τη μία, και φτωχοποιημένα μεσαία στρώματα από την άλλη), με ακραία εκδήλωση του φαινόμενου τις μαζικές επιθέσεις κατά πολιτών και ακόμη και τις δολοφονίες. Η αναδυόμενη ως ενδεικτική των απαξιωτικών προθέσεων της ευρωπαϊκής δεξιάς αντιμετώπιση ως «λαϊκισμού» κάθε διεκδίκησης  για να σταματήσει η περαιτέρω εξαθλίωση μικρομεσαίων στρωμάτων και να αποτραπούν τα φαινόμενα μαζικής βίας κατά προσφύγων, δείχνει τη ρίζα του προβλήματος. Σε τελευταία ανάλυση, στην Ευρώπη έχει ιστορικά αποδειχτεί ότι η αύξηση μικρομεσαίων πληθυσμών που εξαθλιώνονται είναι εύφορο κοινωνικό έδαφος για την (επαν)εκδήλωση του φασισμού, του ναζισμού και γενικά των πολιτικών ολοκληρωτισμών, και αυτό η ευρωπαϊκή δεξιά οφείλει να μην παραβλέπει, έχοντας επίγνωση των συνεπειών τους.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα εκπροσωπεί η σήμερα κυβερνώσα δεξιά. Με κύρια ευθύνη τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης με τρόπο που βάρυνε με εξαιρετική μονομέρεια τους ασθενέστερους και εξαθλίωσε μεγάλα τμήματα των μικρομεσαίων. Ταυτόχρονα, την ευθύνη εξαγγελίας της πολιτικής Σαμαρά το 2012 με το περίφημο «εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» (υποτίθεται ανακτώντας τις από τα χέρια των «εγκληματιών προσφύγων»). Πολιτική, που υπήρξε πολιτική μήτρα του χρυσαυγητισμού, βάζοντας τον ναζιστικό εσμό στη Βουλή στις εκλογές εκείνης της χρονιάς.

Στη συνέχεια, και μετά την εμπέδωση το 2012-2014 της εξαθλίωσης των μικρομεσαίων και των ασθενέστερων ως μεθόδου διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, ως αντιπολίτευση πλέον με τα κλειστά κέντρα-φυλακές «μαντρώματος» των προσφύγων και συνομιλώντας με τον χρυσαυγητισμό, όπως απέδειξε το περιστατικό Μπαλτάκου. Ακολούθως, φλερτάροντας ανοιχτά με τα χρυσαυγήτικα εκλογικά κοινά με κύριο όπλο της ηγεσίας Μητσοτάκη την καθαρά ακροδεξιά αντιπολιτευτική διαχείριση της συμφωνίας των Πρεσπών, με αποτέλεσμα την μετακίνηση των ίδιων χρυσαυγήτικων εκλογικών κοινών απ’ ευθείας στη Ν.Δ. στις προ μηνός εκλογές και αφού είχαν προηγηθεί επιθέσεις με μολότοφ κατά σπιτιών συριζαίων βουλευτών. Κι ακόμη, δαιμονοποιώντας ως «λαϊκισμό» και ως δημοσιονομικά παρακινδυνευμένη κάθε προσπάθεια βελτίωσης των όρων διαβίωσης για τους ασθενέστερους από την απελθούσα κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ταυτόχρονα «ορμπανοποιώντας» την πολιτική της Ν.Δ. στο προσφυγικό.

Τέλος, σήμερα ως κυβέρνηση, μεταφέροντας και μετατρέποντας την ευθύνη διαχείρισης του προσφυγικού, από υπόθεση κοινωνικού ενδιαφέροντος, σε κυβερνητική αρμοδιότητα σχετιζόμενη με το πεδίο «ασφάλειας» του κράτους. Την ίδια ώρα, πάλι ως κυβέρνηση, αναβάλλοντας επί διετία και χωρίς καμιά διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους δανειστές τον στόχο για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, που θα ελάφρυνε τα μικρομεσαία στρώματα, και ενώ με «ρουσφέτια πολυτελείας» και στοχευμένες φοροελαφρύνσεις διευκολύνει τα εισοδηματικά ισχυρά στρώματα να αυξάνουν την απόστασή τους  από τους ασθενέστερους.

Ο αρνητικός διεθνής ρόλος της δεξιάς πολιτικής παράταξης, ως ευθυνόμενος τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο μέρος για την εμβάθυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και την αιτιολογική τροφοδότηση των φαινομένων γενικευμένης πολιτικής βίας στις κοινωνίες της Δύσης, δημιουργεί ερωτήματα, σχετικά με τα κίνητρα αυτής της πολιτικής των συντηρητικών, στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη. 

Εντοπίζω, κατ’ αρχάς, 4 αίτια γι’ αυτό!    

  1. Ελλείψει κάποιας στιβαρής, πολιτικά βιώσιμης και σύγχρονης ιδεολογικής αναφοράς της δεξιάς πολιτικής παραταξης, θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα της «αφασίας πολιτικών αρχών» των συντηρητικών, δηλαδή αποτέλεσμα αδρανείας δεξιού συντεταγμένου πολιτικού λόγου και έργου, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ως ένδειξη -ασφαλώς- κλεισίματος του ιδεολογικού πολιτικά συντηρητικού ιστορικού κύκλου (κατ’ αναλογία με το κλείσιμο του πολιτικού κύκλου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» τη δεκαετία του 1990).
  2. Διεθνώς ο καπιταλισμός δεν πείθει πλέον τους μικρομεσαίους λόγω της ακραίας  αισχροκέρδειας του κεφαλαίου καθ’ όλη την περίοδο της κρίσης και της για πρώτη φορά στη ιστορία του καπιταλισμού εγκάρσιας και οριζόντιας ταυτόχρονα ανισοκατανομής του πλούτου υπερ των ισχυρότερων. Η χρεοκοπία του νεο-φιλελευθερισμού ως οικονομικής πολιτικής του μέλλοντος του καπιταλισμού, είναι εμφανής και δεν υπαρχει ως σήμερα καμιά εναλλακτική πρόταση αντικατάστασής του από μεριάς της πολιτικής δεξιάς.    
  3. Την παραγωγική και περιβαλλοντική κατάρρευση του καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου αενάως διευρυνόμενης  εντάσεως επενδύσεων. Και, ταυτόχρονα, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ένεκα της κρίσης και λόγω της ακραία πλουτοκρατικής παγκοσμιοποίησης, την επιζήτηση από μεριάς της πολιτικής δεξιάς σχεδίων υλοποίησης αυτής της έντασης επενδύσεων, με τις συνέπειες της να συσσωρεύονται στην εργασία, είτε ως χρόνος απασχόλησης είτε ως αμοιβές, με συνέπεια περαιτέρω εξαθλίωση μικρομεσαίων στρωμάτων που η συντηρητική πολιτική παραπλανά για να εκτονώσει τις πολιτικές συνέπειες του πργάματος, κατευθύνοντάς τα σε ρατσιστικές πεποιθήσεις.   
  4. Την περισσότερο «πολιτισμικού» τύπου αμηχανία των συντηρητικών στη διαχείριση του προσφυγικού ρεύματος. Τούτο αποδεικνύεται από τη βλακώδη προσπάθεια ορισμού του προσφυγικού και μεταναστευτικου φαινομένου, ως «λαθρομετανάστευσης», δηλαδή δαιμονοποιώντας τους σε παγκόσμια κλίμακα εξαθλιωμένους μετακινούμενους πληθυσμούς. (Λες και εκείνος που διακινδυνεύει τη ζωή του για να διαφύγει από τις εμπόλεμες ζώνες και από τον κίνδυνο μέχρις θανάτου από την πείνα στη χώρα του, το κάνει οργανωμένα και προετοιμασμένα, σαν το μεταναστευτικό ρεύμα ευρωπαίων προς τις Η.Π.Α. στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα. Πόσο σκόπιμα παραπλανημένη είναι αυτή η προσπάθεια να μεταλλαγεί το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα του 21ου αιώνα, από υπόθεση ζωής και θανάτου εξαθλιωμένων ανθρώπων, σε δήθεν οργανωτική διαχείριση προβλημάτων ασφάλειας των δυτικών κοινωνιών; Και πόσο μυωπική είναι η παράβλεψη ότι ο Ατλαντικός δεν είναι Μεσόγειος για να διακινδυνεύσεις τη διέλευσή του πάνω σε σάπια σκαριά; Αυτό το αξεπέραστο ωκεάνειο φυσικό σύνορο ήταν που επέτρεψε στις Η.Π.Α. να ασκήσουν οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική στις αρχές του 20ου αιώνα, κάτι που είναι αδύνατο να επαναληφθεί με το φαινόμενο μετακίνησης των πληθυσμών στη σημερινή Ευρώπη)    

 

 

 

4 Αυγ. 2019

Χωρίς οικονομική πολιτική η Ελλάδα

Με την κυβέρνηση του σημερινού Μητσοτάκη να συμπληρώνει τις πρώτες εβδομάδες στην εξουσία, θα φαινόταν παράδοξο να μπορούσαν να λεχθούν πολλά για το «έργο» της.

Κι όμως! Σ’ αυτές τις 3 εβδομάδες, αν και εν μέσω θέρους (ή ίσως επειδή ακριβώς βρισκόμαστε στο μέσον του θέρους) ο πολιτικός χρόνος που έχει διέλθει δεν είναι λίγος. Είτε με την ελαφρά σκέψη (που ιστορικά έχει αποδειχτεί ανόητη) ότι οι φοιτητές με κλειστά πανεπιστήμια δεν θα αντιδράσουν για τη γελοία και θεσμικά προσχηματική κυβερνητική ρύθμιση περί πανεπιστημιακού ασύλου, είτε εκτιμώντας στην κυβέρνηση αφελέστατα ότι περνώντας μεσοκαλόκαιρο τα «ρουσφέτια πολυτελείας» στο Ελληνικό και αλλού, αυτά θα διαφύγουν της δέουσας πολιτικής αξιολόγησης, πολλές ρυθμίσεις μας προέκυψαν! Πολύ περισσότερες ρυθμίσεις, απ’ όσες μια ήρεμη και σώφρων διακυβέρνηση, νωπής λαϊκής εντολής, απαλλαγμένη από πολιτικές μανίες και με τον οφειλόμενο σεβασμό στη χώρα και την ταλαιπωρία των πολιτών της επί 8 συναπτά έτη, θα έπρεπε να έχει προωθήσει με τόσο πολιτικά αγχωτικό τρόπο. Μια κυβέρνηση, που δεν θα έφερε ενοχές για τη δική της καταλυτική συμβολή στην μεγάλη κρίση που η κυβέρνηση του άλλου κόμματος, του ιδεολογικά αντιπάλου, κατάφερε να θέσει υπό έλεγχο. Μια κυβέρνηση, που δεν θα έπασχε από τις ανομολόγητες εμμονές μιας βλακώδους ρεβάνς, που κανέναν ισορροπημένο και πολιτικά ώριμο Έλληνα ουσιαστικά δεν ενδιαφέρει αλλά και μιας ρεβάνς που καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με τα αληθή προβλήματα της χώρας και των πολιτών της. Προφανώς η παρούσα κυβέρνηση της Ν.Δ. φέρει όλα τα παραπάνω πάθη και τις πολιτικές εμμονές…

Όμως (και αφήνοντας για συζήτηση με άλλη ευκαιρία τα σοβαρά προβλήματα δημοκρατίας που γεννώνται από τέτοια στάση στην περίοδο πρώιμης διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη), εξ ιδίων αυτή η ίδια κυβέρνηση επέλεξε διά δηλώσεων και αναφορών της να θέσει την οικονομία ως το πρόταγμα της δικής της πολιτικής παρουσίας στον δημόσιο βίο μας. Ελλείψει δε 4ου μνημονίου, το οποίο η ίδια ανέδειξε με μια μικρονοϊκή προεκλογική επιμονή ως δήθεν υφιστάμενο, η παρούσα κυβέρνηση λέει ότι θα πετύχει ρυθμούς  ανάπτυξης της τάξης του 4% και ενώ η διεθνής οικονομία την ίδια στιγμή ασθμαίνει. Λέει ότι θα φέρει επενδύσεις, την ανεπαρκή παρουσία των οποίων αποδίδει σε πολιτικά αίτια αναγόμενα στην απελθούσα κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

…Και ήδη παραβιάζει με εξαιρετική άνεση -που υποδηλώνει σαθρή σχέση αληθείας με τη στάση της όταν ήταν αντιπολίτευση- την πρωταρχική προεκλογική εξαγγελία της ότι θα επιχειρήσει εξ αρχής να μειώσει τα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ, που αποτελούν ανειλημμένη δέσμευση  της χώρας από την προηγούμενη κυβέρνηση. Και, έτσι, πριν ακόμη διεξαχθεί συντεταγμένη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, από μόνη της η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναβάλλει για δύο χρόνια, για το 2021, τη διαπραγμάτευση για μείωση των πλεονασμάτων.  

Ακόμη, κι εδώ υπάρχει νομίζω ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο, η ίδια πάντα κυβέρνηση διά στόματος του αρμόδιου υπουργού αλλά και αντιπροέδρου του κόμματος, πάντα μεσοκαλόκαιρο, προσκαλεί τους επενδυτές να σπεύσουν, διότι «…εμείς θα σας κάνουμε τη ζωή πιο εύκολη», λέει!         

Κι εδώ αντιλαμβανόμαστε πόσο παγιδευμένη στο αδιέξοδο έλλειψης οποιασδήποτε προοπτικής είναι η οικονομική πολιτική του Μητσοτάκη. Παγιδευμένη στη fake αποτύπωση μιας οικονομίας που παρέλαβε και την οποία τα συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης που την υποστηρίζουν πλασάρισαν στους πολίτες ως δήθεν καταρρέουσα. Αλλά, ταυτόχρονα, και μια οικονομία την οποία οι επενδυτές (προς τους οποίους απευθύνθηκε ο μάλλον αστείος ως προς το πεδίο αρμοδιοτήτων του υπουργός επενδυτικών πολιτικών και αντιπρόεδρος του κόμματος), σε καμιά περίπτωση δεν αντιλαμβάνονται όπως την αντιλαμβάνεται ο κ. Γεωργιάδης.

Διότι, όσο γελοία και οικονομικά ανερμάτιστη ήταν η εντύπωση που προσπάθησαν να διασπείρουν τα μητσοτακικά μέσα ενημέρωσης ότι δήθεν η ελληνική οικονομία βελτιώνεται επί τη προσδοκία επέλευσης Μητσοτάκη και όχι επειδή υπήρξε επιτυχημένη η απελθούσα οικονομική διακυβέρνηση (εντύπωση, η οποία φυσικά κανέναν σοβαρό επενδυτή δεν έπεισε), άλλο τόσο ατελέσφορη θεωρείται από σοβαρούς επενδυτές και η κουτή πρόσκληση «θα σας κάνουμε τη ζωή πιο εύκολη», λες και η επενδυτική πολιτική μιας κυβέρνησης πείθει από τα «ρουσφέτια πολυτελείας» που υπόσχεται πως θα κάνει προς φιλικούς της επιχειρηματικούς κύκλους (συμπτωματικώς  με προνομιακή πρόσβαση και σε μιντιακούς κύκλους) και δεν πείθει από τα «φανταμένταλς» της οικονομίας της χώρας.

Άλλωστε, οι τόσο ρηχές εντυπωσιοθηρίες του κ. Μητσοτάκη και των συν αυτώ, ότι δήθεν ήταν η προσδοκία ότι θα αναλάμβανε εκείνος την πρωθυπουργία που έριχνε τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων καταπίπτει αυτομάτως, αφού χθες μόλις ο οίκος Fitch απέφυγε να αναβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας,  παρ’ όλο που ο κ. Μητσοτάκης είναι πρωθυπουργός εδώ και 3 εβδομάδες! Μα, αν ήταν τόση η σημασία πρωθυπουργοποίησης του κ. Μητσοτάκη για να ανασάνει η ελληνική οικονομία, όπως διακινούσε ψευδολογώντας ο νεοδημοκρατικός προεκλογικός μύθος, δεν θα έσπευδαν οι οίκοι αξιολόγησης να αναβαθμίσουν την Ελλάδα; Κι αν ήταν τόσο πολλά υποσχόμενη η πρωθυπουργία Μητσοτάκη, γιατί από μόνη της η κυβέρνησή του αποφάσισε να αναβάλλει την υλοποίηση της βασικής προεκλογικής εξαγγελίας της για διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους δανειστές για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων; Τόσο μικρή εμπιστοσύνη θα έδειχναν στον πρωθυπουργό οι Βρυξέλλες, αν το πρόσωπό του ήταν τέτοιας σημασίας για τη συνέχεια της ελληνικής οικονομίας;

Έχω, μάλιστα την εντύπωση -και το έχω αναφέρει και με άλλη ευκαιρία- ότι συνιστά σοβαρό σφάλμα και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., προεκλογικό αλλά που παρατείνεται και μετεκλογικά, να υποστηρίζει ότι η οικονομική πολιτική Μητσοτάκη υπακούει κατά κύριο λόγο σε νεοφιλελεύθερες οικονομικές επιλογές. Κάτι, δηλαδή, σαν τη στάση του Κ.Κ.Ε., τηρουμένων των αναλογιών από τις άλλες διαφορές μεταξύ των δύο εν λόγω κομμάτων της ελληνικής αριστεράς. Αντίθετα, προσωπική εντύπωσή μου είναι ότι η οικονομική πολιτική του κ. Μητσοτάκη κατά κύριο λόγο δεν είναι απόρροια μιας «ιδεολογίας περί τα οικονομικά», αλλά καθαρή προαγωγή φιλικών του επιχειρηματικών συμφερόντων, περίπου γνωστών σ’ όλους. Συμφερόντων, τα οποία τον υποστήριξαν «μέχρις αίματος» για να ευνοήσουν τον εαυτό τους και από τα οποία ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης εξαρτάται απολύτως ως πρωθυπουργός. Αυτή νομίζω πως θα ήταν η «αληθής αντιπολίτευση» που θα έπρεπε να διαπερνά τον μετεκλογικό πολιτικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και όχι η προσπάθεια να πειστεί κάποιος ότι το πρόσθετο ύψος δόμησης στην επένδυση του Ελληνικού είναι νεοφιλευθερισμός και όχι μια ξεκάθαρη περίπτωση «ρουσφετιού πολυτελείας»!           

Τα σημειώνω ολ’ αυτά, διότι έχω την εντύπωση πως απ’ αυτά αναδύεται η μεγάλη ανευθυνότητα της σημερινής κυβέρνησης να χειρίζεται την ελληνική οικονομία και την πιεστική ανάγκη ανόρθωσής της, με ανακλαστικά δικαίωσης των fake προεκλογικών αναφορών της και με όρους επενδυτικής πολιτικής «ρουσφετιών πολυτελείας», αντί της αναγκαίας σοβαρότητας. Δηλαδή με καθορισμό επενδυτικών προτεραιοτήτων και απόλυτη εγγύηση της ισότητας ευκαιριών που οφείλει να διέπει ένα ευνομούμενο κράτος, στον αντίποδα των τροπολογιών «αρπαχτής» που προσθέτει ύψος σε όρους δόμησης για να ωφεληθεί μεμονωμένος επιχειρηματίας με ονοματεπώνυμο.  

Η ελληνική οικονομία δεν θα προχωρήσει με εμμονές περί της δήθεν καταστροφικής διακυβέρνησης που προηγήθηκε, αλλά με αξιοποίηση στο έπακρο των όσων εκείνη πέτυχε. Αν συνεχίσει έτσι ο κ. Μητσοτάκης, εκτός από την αυτο-εξευτελιστική πτυχή που θα προσλάβουν οι οικονομικές εξελίξεις με νέες απογοητεύσεις τύπου Fitch, θα απολεστεί απολύτως το μομέντουμ εικόνας εξόδου της ελληνικής οικονομίας από την 8ετή μνημονιακή κρίση και δεν θα απομείνει παρά η συζήτηση για το ποιό είναι το επόμενο «ρουσφέτι πολυτελείας» του κ. Μητσοτάκη.