Μολυβάκι

11 Απρ. 2021

Τί σηματοδοτεί η αναβίωση της Μαδρίτης;

Όλα ξεκίνησαν πριν λίγες μέρες με την παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη, με σκοπό να υπερασπιστεί την πολιτική του στα ελληνοτουρκικά, κατά το τμήμα της που αφορά στη συμφωνία της Μαδρίτης του 1997.

Φυσικά, για την αξιολόγηση της συνολικής πολιτικής του Σημίτη στα ελληνοτουρκικά, θα χρειαζόταν ο ίδιος να έχει αναφερθεί στα Ίμια και άλλα σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις  περιστατικά της πρωθυπουργίας του. Περιστατικά, τα οποία, αποφεύγοντάς τα, όχι μόνο καταλήγουν να εμφανίζουν ελλειπτική εικόνα για τον ίδιον και την πολιτική του στο Αιγαίο και τις διμερείς σχέσεις μας με την Τουρκία, αλλά παράλληλα αποδεικνύουν ότι και ο ίδιος δεν πρέπει να θεωρεί επιτυχία του τους χειρισμούς του στα Ίμια και αλλού. Όμως, ό,τι (και όποτε) και να λέει κάτι επ’ αυτού ο Κώστας Σημίτης, κι αυτό έχει μεγάλη σημασία γιατί ομιλεί ως ο τότε έλληνας πρωθυπουργός, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι από τότε και επί της επίμαχης διατύπωσης της συμφωνίας της Μαδρίτης, η Τουρκία πάνω σ’ αυτό στηρίζει έκτοτε όλη την λεκτική της επιχειρηματολογίας της για να εγείρει διεκδικήσεις επί των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της Μαδρίτης στα ελληνοτουρκικά και αυτή ειναι η συμβολή του Σημίτη στις σχέσεις της χώρας μας με τη γείτονα.

Για την ιστορία εκθέτω το επίμαχο σημείο της συμφωνίας του 1997 (που συνήφθη ως διμερής δήλωση των δύο κρατών στο πλαίσιο της τότε συνόδου του ΝΑΤΟ): «(Οι δύο χώρες δηλώνουν) ...σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της».

Ωστόσο, σήμερα και στις παρούσες συνθήκες των ελληνοτουρκικών σχέσεων (των οποίων μέρος της αρμοδιότητας ως προς τα ελληνικά συμφέροντα ήδη ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης καθ’ ομολογία του έχει παραχωρήσει στην ΕΕ), η Μαδρίτη και η ως άνω διατύπωση του επίμαχου σημείου της πρακτικά έχει οδηγήσει να εμφανίζεται το σημείο αυτό ως δήθεν αμοιβαία αποδεκτό πλαίσιο της σήμερα διμερούς διαπραγμάτευσης Ελλάδας-Τουρκίας. Ενώ δεν είναι! (π.χ. συμβατή με το διεθνές δίκαιο και τα ζωτικά συμφέροντά της δηλώνει η Τουρκία πως είναι τόσο η τουρκολιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ των δύο χωρών, όσο και οι έρευνες από τουρκικά πλοία σε κυπριακή ΑΟΖ χωρίς την άδεια της Λευκωσίας, επειδή αυτή την ανάγνωση προκρίνει η Άγκυρα κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας της Μαδρίτης, που ορίζει ότι η Ελλάδα οφείλει σεβασμό στα τουρκικά ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή μας, Και φυσικά ούτε η Αθήνα ούτε και η Λευκωσία έχουν αποδεχτεί αυτές τις τουρκικές θεσεις. Ποιά Μαδρίτη, λοιπόν; Μόνον ως τουρκικό επιχείρημα γίνεται η επίκλησή της πια και γι’ αυτό ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης όφειλε να είναι διπλά προσεκτικός. Αντ’ αυτού επιχειρηματολογεί -μαζί με το ΚΙΝΑΛ- ότι η συμφωνία της Μαδρίτης ωφέλησε... Ποιόν ωφέλησε, άραγε, αλήθεια δεν το καταλαβαίνει ή κάνει ότι δεν το καταλαβαίνει;...).

Δύο σημειωσεις ακόμη πριν περάσουμε στο καθ’ αυτό ζήτημα της σημερινής ανάλυσης:

1. Η ανάθεση μέρους της ελληνικής αμυντικής (και διαπραγματευτικής, στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων) ευθύνης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ΕΕ, έχει γίνει παραμερίζοντας τις ευρωπαϊκές συνθήκες, που προβλέπουν ότι η άμυνα και η προάσπιση κυριαρχικών και συναφών δικαιωμάτων των χωρών-μελών παραμένει ως αρμοδιότητα στις χώρες-μέλη. Στην ΕΕ εναποτίθεται μόνον η ευθύνη και η μέριμνα συντονισμού της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής των χωρών-μελών. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν υπάρχει επίτροπος εξωτερικής πολιτικής άλλα μόνο ύπατος εκπρόσωπος της ΕΕ για την παλιότερα γνωστή ως ΚΕΠΑΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική, για την Άμυνα και την Ασφάλεια). Η εκπροσώπηση των θέσεων της Ελλάδας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της προάσπισης και προγωγής των γεωπολιτικών συμφερόντων της χώρας μας δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την ΕΕ με κανένα τρόπο.

Σε καθε περίπτωση, αν μέρος των ελληνοτουρκικών σχέσεων αφορά και σε ευρωπαϊκά συμφέροντα (π.χ. λόγω του προσφυγικού) καμιά συζήτηση με την Τουρκία δεν (πρέπει να) μπορεί να γίνει με την Ελλάδα απούσα, όπως έγινε με την τελευταία επίσκεψη φον ντερ Λάιεν και Μισέλ στην Άγκυρα. (Πολύ περισσότερο αν το προσφυγικό για την ΕΕ σε μεγάλο μέρος του κρίνεται στα νερά του Αιγαίου και με την ΕΕ να μην εχει εκπληρώσει ανειλημμένες υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα για το υπέρμετρο βάρος που σηκώνει η χώρα μας στο ζήτημα αυτό). Ακριβώς το γεγονός ότι κατά την επίσκεψη φον ντερ Λάιεν-Μισέλ στην Άγκυρα συζητήθηκαν θέματα διμερούς ενδιαφέροντος Ελλάδας -Τουρκίας αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει συναινέσει να παραχωρήσει στην ΕΕ ως εκπροσώπου της Ελλάδας τη διαπραγμάτευση μέρους του πλαισίου διμερών σχέσων και των διαφορών της χώρας μας με τη γείτονα.

(2 απαραδείγματα για να γίνει σαφέστατο τί λέγω: α. Κατά τη διαδικασία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασίλείου από την ΕΕ ανέκυψε το θέμα του Γιβραλτάρ. Το θέμα διευθετήθηκε με διμερείς διαβουλεύσεις  Λονδίνου-Μαδρίτης και ποτέ δεν επετράπη από  τους Ισπανούς η διαπραγμάτευση αυτή να «περάσει» στην ΕΕ. β. Οι διμερείς ιταλολιβυκές σχέσεις ποτέ δεν ανατέθηκαν από τη Ρώμη στην ΕΕ, παρά το πρόδηλο ενδιαφέρον της ΕΕ για το προσφυγικό. Τί συμβαίνει και στην Ελλλαδα αυτή η θεμελιώδης αρχή του ευρωπαϊκού ενωσιακού προτάγματος σε ό,τι αφορά την αυτόνομη διαχείριση των διμερών σχέσεων καθε χώρας-μέλους με άλλη χώρα, δεν ισχύει;

Ποιά αλλη περίπτωση  μπορεί ανιχνεύεται εδώ, αν όχι η ανάθεση στην ΕΕ αρμοδιοτήτων προάσπισης κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στην ΕΕ από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση –και χωρίς τη συναίνεση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών;)   

2. Σε κάθε περίπτωση η σημερινή ανάλυση δεν έχει σκοπό να ασχοληθεί με το να αποδείξει αν η συμφωνία της Μαδρίτης, είναι καλή ή κακή για την Ελλάδα. Η συζήτηση αυτή έχει γίνει κατά κόρον και έχει εξαντληθεί. Και τα γεγονότα που ακολούθησαν, η αλληλουχία των οποίων οδήγησε με μαθηματική συνέπεια στο σχέδιο Ανάν, αποδεικνύει το όφελος ή τη ζημία. (Και αρκεί να αναλογιστούμε σήμερα σε τί αδιέξοδο θα βρισκόμασταν με τους υδρογονάνθρακες της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν είχε «περάσει» το σχέδιο Ανάν!) Αυτό, λοιπόν, που θέλει να εξετάσει η παρούσα ανάλυση είναι ποιά άμεσα αποτελέσματα παράγει σήμερα η συμφωνία της Μαδρίτης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς και ποιές πολιτικές διεργασίες δρομολογούνται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας σήμερα από την επανεφάνισή της στο προσκήνιο με πρωτοβουλία του Κώστα Σημίτη.

-Ως προς το πρώτο σημείο, ήδη εξήγησα με τί τρόπο χρησιμοποποιείται σήμερα από την Άγκυρα η διατύπωση περί αναγνώρισης από την Ελλάδα ζωτικών συμφερόντων στην Τουρκία.

Εδώ μία προσθήκη: Ακόμη και τα μυθεύματα και οι τουρκικές φαντασιώσεις περί της «Γαλάζιας πατρίδας» του Ερντογάν, όπως και οι αναφορές της Άγκυρας στην πρόθεσή της να αναθεωρηθεί το καθεστώς της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 (που ορίζει σαφώς την επικράτεια του σύγχρονου τουρκικού κράτους) δεν είναι κάτι άλλο από απόπειρα της Τουρκίας να ορίσει σε τί συνίστανται τα ζωτικά συμφέροντά της στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Δηλαδή με τη συμφωνία της Μαδρίτης έχει παραχθεί το πεδίο νομιμοποίησης για την Τουρκία να επιχειρεί τη συνολική αναθεώρηση του παγιωμένου εδώ και έναν αιώνα σκηνικού στην περιοχή μας και να διεκδικεί την  αναδιανομή του γεωπολιτικού πλαισίου προς όφελός της και σε βάρος της Ελλάδας.                   

-Ως προς το δεύτερο σημείο η επανεμφάνιση Σημίτη στο προσκήνιο με όχημα τη συμφωνία της Μαδρίτης, εκ των πραγμάτων επιδρά στο σημερινό πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα προσφέροντας στήριξη στον Κυριάκο Μητσοτάκη, που με βάση όλα όσα εξέθεσα ως εδώ θα πρέπει να έχει γίνει κατανοητό γιατί η πολιτική του στα ελληνοτουρκικά αποτελεί τη φυσική υπηρέτηση της φιλοσοφίας που διέπει την συμφωνία της Μαδρίτης ως στάση της ελληνικής πλευράς. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κώστας Σημίτης παρεμβαίνει δημοσίως για να στηρίξει τον Κυριάκο Μητσοτάκη -το έκανε ακόμη και σε απόκλιση με το κόμμα του οποίου υπήρξε πρόεδρος και με το οποίο αναρριχήθηκε στην πρωθυπουργία το 1996.

Εξαντλούνται εδώ τα κίνητρα Σημίτη; Ή μήπως η επί της συμφωνίας της Μαδρίτης ενεργοποίησή του είναι οιωνός ότι επίκεινται κρίσιμες αποφάσεις για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα; Και ένεκα τούτου επιδιώκεται να κινητοποιηθούν συμφέροντα και οι συνεπάγωγες αντανακλάσεις τους στο κομματικό σκηνικό και τον δημόσιο βίο μας για να υποστηριχτεί η φιλοσοφία και η πρακτική της συμφωνίας της Μαδρίτης και να καταστεί αυτή κεντρική επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σήμερα, με όποιες συνέπειες αυτό συνεπάγεται για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα;

Στο ερώτημα αυτό δεν μπορώ να απαντήσω, απλούστατα διότι δεν γνωρίζω τις προθέσεις Σημίτη! Γνωρίζω, όμως, ότι εάν τυχόν τέτοιες επιλογές επικυρωθούν από τη σημερινή κυβέρνηση, αυτό θα έχει έλθει χωρίς την επιβεβλημένη πολιτική νομιμοποίηση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη! Κι αυτό είναι μεγάλο ζήτημα, που εφ’ όσον τυχόν θα προέκυπτε θα δίχαζε βαθύτατα τους πολίτες. Πολύ βαθύτερα και πολύ πιο τραυματικά απ’ όσο διχάστηκαν οι πολίτες από τη στάση της τότε αντιπολίτευσης και σήμερα κυβέρνησης απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών. Άλλωστε, η ηχηρή αντίδραση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή απεναντι στην παρέμβαση Κώστα Σημίτη για τη συμφωνία της Μαδίτης, προαναγγέλλει εντονότατες αντιπαραθέσεις για το θέμα  αυτό.   

Διότι, πράγματι, αρέσει-δεν αρέσει, πάγια και αμετακίνητη ως σήμερα θέση των ελληνικών κυβερνήσεων ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, είναι ότι το μόνο θέμα που εκφεύγει των ρυθμίσεων του ισχύοντος διεθνούς δικαίου και θα μπορούσε να τεθεί υπό ad hoc κρίση σε κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο στα ελληνοτουρικά, είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ και αποκλειστικά κατά το μέρος του ζητήματος που αφορά στο εάν τα νησιά έχουν τα γενικώς ισχύοντα δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ή όχι! Αυτό είναι το απώτατο όριο του πώς η Ελλάδα ως κοινή στάση όλων των πολιτικών δυνάμεων ως σήμερα, εννοεί και αντιλαμβάνεται την έννοια «ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας» στο Αιγαίο (και την ανατολική Μεσόγειο), για τα οποία κάνει λόγο η συμφωνία της Μαδρίτης του Κώστα Σημίτη. Πέραν αυτού δεν υπάρχει νομιμοποίηση να τεθεί στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων ό,τι δήποτε άλλο από μεριάς της χώρας μας. Φυσικά οι δύο χώρες μπορούν να συνομιλούν τρεχόντως και να επιδιώκουν γενικώς βελτίωση των διμερών σχέσεών τους με διαλόγους της μορφής των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και άλλες αντίστοιχες διαδικασίες, αλλα πέραν αυτου τίποτα περισσότερο!  

Σκέπτομαι πως αν από το 2011 ήδη στην Ελλάδα είχε τεθεί θέμα πολιτικής νομιμοποίησης του λεγόμενου σχεδίου «διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας μέσω του αιτήματος για δημοψήφισμα (και το θέμα αυτό είχε τεθεί όχι μόνο από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που τελικά έκανε το δημοψήφισμα, αλλά και από προγενέστερη κυβέρνηση), πόσο μάλλον άκαμπτη υποχρέωση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να μην προχωρήσει χωρίς τη δέουσα πολιτική νομιμοποίηση σε αποφάσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο πνεύμα της συμφωνίας της Μαδρίτης. Καμιά  άλλη παραχώρηση προς την Τουρκία  στο πλαίσιο των διμερών ελληνοτουρικών σχέσεων δεν είναι ανεκτή, πέραν της παραπομπής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο της διαφοράς σχετικά με το αν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Κι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει (ό,τι και να λέει η συμφωνία της Μαδρίτης και ο Κώστας Σημίτης), χωρίς να έχει προηγηθεί σύγκληση του συμβούλιου πολιτικών  αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να έχει ληφθεί σχετική αποφάση εξουσιοδότησης του Κυριάκου Μητσοτάκη από το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών να προχωρήσει σε περαιτέρω παραχωρήσεις προς την Τουρκία.               

Δεν κρατιέμαι να μη σχολιάσω ένα ακόμη δευτερεύον σημείο-συνέπεια της συμφωνίας της Μαδρίτης. Κι αυτό είναι ότι, σε εφαρμογή του πνεύματος αυτής της συμφωνίας και της γενικής ρητορικής του σημιτικού εκσυγχρονισμού,  ισχυρά και πασίγνωστα ιδιωτικά συμφέροντα και μέσα ενημέρωσης ιδιοκτησίας και επιρροής των ίδιων συμφερόντων, ξερογλύφονταν για να βάλουν χέρι στα αμυντικά κονδύλια, που συστηματικά καταγγέλλονταν από τους κύκλους αυτούς ως αχρείαστη δαπάνη για την Ελλάδα. Με «βαρύ πυροβολικό»-επιχείρημα αυτής της ρητορικής το ακραία λαϊκίστικο δίλημμα «λεφτά για την άμυνα ή λεφτά για επενδύσεις». Με απώτερο σκοπό, όμως, ακόμη περισσότερο δημόσιο χρήμα στα χέρια ιδιωτών, όπως υπήρξε το βασικό σκηνικό της μετά τον Κώστα Σημίτη και την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη ελληνικής οικονομίας, με τις γνωστές ολέθριες συνέπειες που ακολούθησαν και με κορυφαίο δράμα το πτωχευτικό περιστατικό του 2010.

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σημιτικοί εκσυγχρονιστές προετράπησαν ανοιχτά να προσέλθουν στις εσωκομματικές κάλπες για την εκλογή ηγεσίας στη ΝΔ, υποστηρίζοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αν και μέλη και οπαδοί άλλου κόμματος! Και κάπως έτσι και σήμερα ήδη συμπαραστάτες του Ανδρέα Λοβέρδου στην προσπάθεια να πάρει εκείνος την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ προσκαλούν ανοιχτά νεοδημοκράτες να προσέλθουν στις εσωκομματικές εκλογές ανάδειξης ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ, για να υποστηρίξουν τον Ανδρέα Λοβέρδο, αν και μέλη άλλου κόμματος. Τους χρωστάει χάρη, άλλωστε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και έρχεται η ώρα να την εξαργυρώσουν...        

_______________________________

Επίλογος: Την ώρα που τελείωνα το γράψιμο αυτού του κειμένου, σε μια διακοπή  για να πιω έναν καφέ, έπεσα επάνω -και διάβασα με προσοχή- ένα κείμενο του συντρόφου μου στη «Γέφυρα» Νίκου Μπίστη, σχετικά με το θέμα που ασχολούμαι κι εγώ σήμερα. Στο κείμενό του ο Νίκος εκθιάζει τη συμφωνία της Μαδρίτης για μια σειρά λόγους. Στο κύριο και επίμαχο σημείο, όμως, ο ίδιος εμφανίζει τη σημερινή άκαμπτη θέση της Ελλάδας ότι μία και μόνη διαφορά υπάρχει με την Τουρκία (αυτή της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ των νησιών στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο και με μόνο μέσο επιζήτησης επίλυσης της διαφοράς αυτής την προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο), ως μέρος μιας κακώς νοούμενης «ακινησίας» στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Επειδή, λοιπόν, η εξωτερική πολιτική και τα γεωπολιτικά συμφέροντα μιας χώρας  δεν είναι λεκτικά ευρήματα αλλά απτά ζητήματα συμφερόντων, νομίζω είναι καιρός οι υποστηρικτές της συμφωνίας της Μαδρίτης να εξηγήσουν κάποια στιγμή τί άλλο από το πλέγμα των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο είναι εκείνο που θα μπορούσε να αποδεχτεί η χώρα μας να τεθεί  στο τραπέζι του διμερούς διαλόγου. Είναι να εξεταστεί η αμυντική θωράκιση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, με ζητούμενο κατ’ απαίτηση της Τουρκίας η θωράκιση αυτή να αρθεί ως παράνομη; Είναι μήπως ο περιορισμός του δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει κατά την κρίση της τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της ως τα 12 μίλια; Είναι η συνομολόγηση δικαιώματος στην Τουρκία να διεξάγει έρευνες  και να συνάπτει συμφωνίες για την ΑΟΖ με άλλες χώρες ακόμη και σε επικράτεια που ανήκει στην Ελλάδα και την Κυπρο; Ας εξηγηθεί επιτέλους συγκεκριμένα τί θα έπρεπε να καταβάλλει ως κόστος η Ελλάδα για να πάψει πλέον να είναι «ακίνητη» στην εξωτερική πολιτική. Και το ερώτημα τίθεται καλοπίστως!

Κάτι τελευταίο για το κείμενο του Νίκου: Επικαλείται ο Νίκος για την ελληνική εξωτερική πολιτική ως θετικό παράδειγμα κατά της «ακινησίας» (άρα και ως θετική ένδειξη του «πνεύματος» της συμφωνίας της Μαδρίτης του Κώστα Σημίτη), τη συμφωνία των Πρεσπών. Μόνο που ο Νίκος δεν λέει ότι η θετική εξέλιξη με τη συμφωνία των Πρεσπών παρήχθη από την αποδοχή της άκαμπτης από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις θέσης ότι η προς βορράν γειτονική χώρα όφειλε να αλλάξει το σύνταγμα -και το όνομά- της, όπερ και εγένετο. Δεν ήταν, λοιπόν, η ελληνική πλευρά που «κινήθηκε» για να υπάρξει η θετική εξέλιξη! Αντίθετα, η ελληνική σταθερότητα απεδωσε καρπούς και έπεισε  περισσότερες από 150 κυβερνήσεις σ’ όλο τον κόσμο ότι το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ήταν καταχρηστική και επικίνδυνη για τη σταθερότητα και την ειρήνη στα Βαλκάνια επιλογή των βόρειων γειτόνων μας και αυτή η ονομασία έπρεπε να αλλάξει. Δεν είναι επομένως το «πνεύμα της Μαδρίτης» που έφερε καλά αποτελέσματα στα «μακεδονικό».

Ανάλογα θετικές εξελίξεις θα προκύψουν στα ελληνοτουρκικά, όχι επειδή η ελληνική σταθερή θέση απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις θα άλλαξει και θα προστεθούν νέα τουρκικά «δικαιώματα» στο πλαίσιο των διμερών διαφορών μας με τη γειτονική (προς ανατολάς) χώρα, επειδή έτσι η Τουρκία εξ ιδίων αντιλαμβάνεται τα «ζωτικά» συμφέροντά της, όπως αναφέρει η συμφωνία της Μαδρίτης. Θετικές εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά θα υπάρξουν όταν η Τουρκία αποδεχτεί το ισχύον διεθνές δίκαιο και συναινέσει σε παραπομπή με συνυποσχετικό σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για την επίλυση της διαφοράς σχετικά με τα δικαιώματα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Αντίθετα, «κινητικότητα» πέραν τούτου κατά μια μηχανίστικη εμφύτευση του «πνεύματος της Μαδρίτης» στα ελληνοτουρκικά, μόνο μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση και απειλή κατά της ειρήνης θα σημάνει στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. «Κινητικότητα» στην εξωτερική πολιτική για μια χώρα δεν είναι συνώνυμο της υποχωρητικότητας, αλλά της αυτοπεποίθησης ότι τα γεωπολιτικά συμφέροντα  μας ως χώρα προάγονται από τη δίκαια εξισορρόπηση ανάμεσα στην προάσπιση των δικαιωμάτων μας και τις καλές σχέσεις με φιλειρηνικούς και πιστούς στην τήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου γείτονες.     

Για την ελληνική εξωτερική πολιτική προτιμώ τη σταθερότητα και απορρίπτω την κινητικότητα του «πνεύματος της Μαρίτης». Τα γεωπολιτικά μας συμφέροντα δεν είναι «σουρωτήρι» αλλά πλέγμα σταθερών θέσεων συμβατών με το διεθνές δίκαιο.  

 

 

 

 

7 Απρ. 2021

Οι πολιτικοί γάιδαροι

και ο αχυρώνας

Εδώ και μερικούς μήνες εξελίσσεται μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση σχετικά με το θέμα  τοποθέτησης του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον πολιτικό χάρτη. Αυτή η δημόσια συζήτηση σε κάθε περίπτωση είναι θετική, αφού αφορά σε μια ανοιχτή πολιτική διαδικασία. Και το μεγάλο ενδιαφέρον για τη συζήτηση αυτή, αποδεικνύει το αυξημένο πολιτικό βάρος του ΣΥΡΙΖΑ στον δημόσιο βίο μας. Όχι μόνο γιατί περί του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης -δηλαδή μιας ισχυρής παράταξης- ο λόγος, αλλά κυρίως διότι με δεδομένο ότι η χώρα βρίσκεται σε δεινή θέση από τη διακυβέρνηση ενός εγκληματικά ανίκανου και νεποτικού μπλοκ εξουσίας όλο και περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι διευρύνονται οι πιθανότητες ο διάλογος αυτός να αφορά στην επόμενη κυβέρνηση.

Τον τελευταίο καιρό η συζήτηση, με ευθύνη κυρίως κομματικών παραγόντων του ΣΥΡΙΖΑ, έχει επικεντρωθεί στο πολιτικό positioning, που κατά τη γνώμη των ίδιων εκατέρωθεν κομματικών παραγόντων θα έπρεπε να επιλέξει το κόμμα για να πάει καλύτερα. Οι δύο εναλλακτικές προτάσεις που αντιπαρατίθενται στο σημείο αυτό είναι, από τη μία, η εισήγηση ο ΣΥΡΙΖΑ να απευθυνθεί στα αριστερά κοινά (των οποίων η πέραν του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιρροή στις τελευταίες εκλογές ήταν της τάξης του 10%), και από την άλλη, η πρόταση ο ΣΥΡΙΖΑ να  προτιμήσει να προσανατολιστεί προς το κέντρο και τη σοσιαλδημοκρατία (ό,τι εν πάση περιπτώσει εννοείται στην πολιτική αγορά πως σημαίνουν αυτοί οι όροι), όπου φαίνεται να υπάρχει το ΚΙΝΑΛ, με ποσοστό στις τελευταίες εκλογές της τάξης του 8%.   

Για την υποστήριξη της άποψής τους οι εδώ αντικρουόμενες απόψεις μεσα στον ΣΥΡΙΖΑ, επιστρατεύουν τελευταία επιχειρήματα σχετικά με το δυνάμει πολιτικό κοινό απεύθυνσης, που θα είχε ο ΣΥΡΙΖΑ αν στρεφόταν προς τη μία ή την  άλλη πλευρά. Η συζήτηση με τέτοια «ποσοτική»  επιχειρηματολογία έχει αποδυναμώσει την ατζέντα σχετικά με το «περιεχόμενο πολιτικής» που ασκεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ατζέντα που είχε προηγηθεί στο πλαίσιο ενός συνεδρίου το οποίο η πανδημία δεν επιτρέπει να διεξαχθεί. Έτσι, καταγράφεται και «απώλεια ενδιαφέροντος» (ποσοτική και ποιοτική) σχετικά με την πορεία ανασύνθεσης του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή τη διαδρομή από ένα μικρό κόμμα κατά κύριο λόγο «φόρτου ιδεολογίας», σε μια μαζική και ανοιχτή πολιτική παράταξη, με ευρείες κοινωνικές και ιδεολογικές αναφορές. Δηλαδή, μια παράταξη με καίριο δικαίωμα λόγου και πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης φάσης της Ελλάδας, υπό την παγκόσμια συγκυρία μιας πρωτοφανούς γενικευμένης ρευστότητας (ιδεολογικο-πολιτικής, γεωπολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής και βιοπολιτικής), που υποχρεώνει τις χώρες με δικαιώματα και υποχρεώσεις αναφορών στο μέλλον του κόσμου, να επιζητούν νέα μοντέλα συγκρότησης των κοινωνιών και των λειτουργιών τους.        

Έχω τη γνώμη ότι η αντιπαράθεση σχετικά με το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα απευθυνθεί στα πολιτικά κοινά που βρίσκονται στα αριστερά ή στα δεξιά του, είναι μια εξέλιξη άσχημη που παγιδεύει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην άγονη πολιτική έρημο των ιδεολογικών αβεβαιοτήτων και των εκλογικών σκοπιμοτήτων. Κι αυτό αποστεώνει την ουσία του διαλόγου σχετικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και την διαδικασία ανασύνθεσής του.

Κατανοώ, βεβαίως, ότι η «μηχανίστικη» συζήτηση περί εντοπισμού του «πολιτικού κοινού-target group του κόμματος», διευκολύνει την «ευκολία» των φατριαστικών πρακτικών που φύσει αναδύονται σε κόμματα εξουσίας και με επίδικο ποιά ομάδα (ιδεών, ταξικών αναφορών και στελεχών) θα ελέγξει τον χώρο. Και αυτό ακριβώς είναι που κάμπτει την μέχρι πρότινος πασίδηλη καθαρότητα και την ειλικρινή αγωνία που εξέπεμπε ο ενδο-ΣΥΡΙΖΑ διάλογος,  και την μετατρέπει σε αντιπαράθεση εσωκομματικών ομάδων. Εν όψει συνεδριακής διαδικασίας (οψέποτε συγκληθεί το συνέδριο, αλλά με  δεδομένη ημερήσια διάταξη την εκλογή της κομματικής ηγεσίας) και (κατά ένα σενάριο) εν όψει εκλογών, οι υφισταμένες ομάδες και ανεξαρτήτως προέλευσης μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, με τις τελευταίες αντιπαραθέσεις αναμεσά τους σχετικά με το σε ποιά πλευρά θα πρέπει να στραφεί το κόμμα, επί της ουσίας ερείζουν για τον έλεγχό του και όχι για την ιδεολογία και τα ταξικά και κοινωνικά παραταξιακά προτάγματα της επόμενης περιόδου. Παρ’ ό,τι οι αντιπαρατειθέμενες μεταξύ τους κομματικές ομάδες υποτονθορύζουν και ιδεολογικές δογματικές ατάκες ως το πρόσχημα του «καυγά».   

Πρόκειται για έναν εσωκομματικό διάλογο, που όχι μόνο δεν ενδιαφέρει τη δοκιμαζόμενη από την πανδημία και τις συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής Κυριάκου Μητσοτάκη κοινωνία, αφού καθόλου δεν αφορά σε πραγματικά προβλήματά της, αλλά απωθεί και ενοχλεί τους πολίτες. Και τούτο το τελευταίο, επειδή έτσι παράγεται η εντύπωση ότι δεν είναι άλλο από καυγάς κομματικών παραγόντων με σκοπό να ευνοηθούν ενδοπαραταξιακοί σκοποί διαμόρφωσης επιθυμητών συσχετισμών δυνάμεων και όχι να δομηθεί πολιτικός λόγος προαγωγής των συμφερόντων της χώρας και προάσπισης δικαιωμάτων των πληττόμενων πολιτών.

Το φαινόμενο (και ως πρόβλημα) επιτείνεται από την άσκηση ενός καινοφανούς είδους «αντιπολίτευσης της πανδημίας», κατά το οποίο η παρούσα κομματική γραφειοκρατία των τομεαρχών, εξαντλεί τον ρόλο της σε ανακοινώσεις του τύπου «σκιώδους κυβέρνησης», που δεν ανταποκρίνεται στο πολιτικό στιλ του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πολύ περισσότερο ως στάση απάδει ενός κινηματικού πολιτικού σχηματισμού, που διατείνεται ότι διατηρεί άμεσες σχέσεις με ευρείες κοινωνικές ομάδες σε τροχιά ριζοσπαστικοποίησης. Η σημερινή ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, που με συμπεριφορές σαν αυτές που προανέφερα φαίνεται να ασχολείται προνομιακά με την αναπαραγωγή του ηγετικού ρόλου της μέσα στο κόμμα και κατά την επόμενη περίοδο και όχι με την υποχρέωση παραγωγής στις σημερινές συνθήκες αποτελεσματικής αντιπολίτευσης, διαπράττει πολύ σοβαρό σφάλμα πρόσληψης των αντιλήψεων που κυριαρχούν στους πολίτες, εάν νομίζει ότι αυτές οι συμπεριφορές της διαφεύγουν της καταγραφής τους στην κοινή γνώμη. Αντίθετα, οι πολίτες δυσαρεστούνται ολοφάνερα από τον εγκλωβισμό του αντικυβερνητικού στόχου σ’ έναν διαγκωνισμό με τη ΝΔ, που καταλήγει να αθροίζει όφελος για την πάρτη των κομματικών βαρόνων του ΣΥΡΙΖΑ αντί να προσθέτει δυνάμεις στο υπό διαμόρφωση κοινωνικό κίνημα που θα δεσπόσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κατά τη μεταπανδημική εποχή, ανατρέποντας σταθερές δεκαετιών.

αι μάλιστα έχει σημασία να υπογραμμιστεί εδώ ότι δεν πρόκειται για ανατροπές που θα έρθουν ως αποτέλεσμα μιας συντεταγμένης ιδεολογικο-πολιτικής αντιπαράθεσης παραδοσιακού τύπου με όχημα τον κλασσικό άξονα αυτοαναφοράς αριστερά-δεξιά, αλλά θα γεννηθούν από τη συνολική αποδόμηση μέχρις σοβαρών ενδείξεων κατάρρευσης του πανίσχυρου συστήματος που κυριάρχησε επί πολύ χρόνο ως σήμερα και τώρα αδυνατεί να συντηρήσει την παγκόσμια ηγεμονία του παράγοντας όφελος για τις κοινωνίες, προκαλώντας πλέον, αντιθέτως, ζημία και μόνο ζημία. Και έχει σημασία να το υπογραμμίσω εδώ αυτό, διότι έτσι αποδεικνύεται ότι καμία κομματική ηγεσία (του ΣΥΡΙΖΑ  ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος, στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Γης) δεν είναι ο γεννήτορας της ανατροπής που κυοφορείται, αλλά ότι εκείνος που κομίζει ως φορέας της την ίδια ανατροπή είναι οι κοινωνίες στα πρόθυρα της εξέγερσης. Και τούτου δοθέντος, οι ριζοσπαστικοποιούμενες μάζες είναι που θα ορίσουν την πολιτική ατζέντα της επαύριον και όχι οι παραταξιακές νομενκλατούρες που ακολουθούν τις μάζες αυτές. Θα μπορούσα μάλιστα να ισχυριστώ ότι και το ίδιο το «κομματικό φαινόμενο», ως ο παγιωμένος πολιτικός θεσμός κοινωνικής αντιπροσώπευσης έχει εν πολλοίς ξεπεραστεί και τα σύγχρονα κόμματα οφείλουν να διαμορφώσουν νέα μοντέλα σχέσης με τους πολίτες, αντιπαραρερχόμενα τις «σταθερές» του «κόμματος καθοδηγητή των μαζών», ή του «κόμματος υπηρέτη ταξικών συμφερόντων», που επικρατούν).                          

(Σημ.: Διευκρινίζω ότι περίπτωση Τσίπρα σχετικά με τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω  είναι διαφορετική, και θα αναφερθώ αλλού στη συνέχεια σ’ αυτήν...)

Πάντως με τον «ψευδο-διάλογο» περί αριστερού η δεξιού ΣΥΡΙΖΑ, το αποτέλεσμα είναι η παγίδευση του κόμματος σ’ ένα ιδεολογικό αδιέξοδο. Με προφανείς αρνητικές συνέπειες. Ακόμη χειρότερη είναι η παγίδευση του Αλέξη Τσίπρα στο ίδιο αδιεξοδο, με συνέπεια να αδυνατεί να ασκήσει τις κρίσιμες ηγετικές ευθύνες του και με βαρύνουσα σημασία για την τελική έκβαση του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικού μηχανισμού αντιπροσώπευσης ενός μαζικού κινήματος υπό ραγδαία ριζοσπαστικοποίηση, όπως ήδη ανέφερα.      

Απολύτως ενδεικτικό του κακού που κάνει στην αξιωματική αντιπολίτευση η παγίδευση σ’ αυτή τη συζήτηση άγρας εκλογικών κοινών, αντί του προτάγματος παραγωγής πολιτικής προοδευτικού προσήμου χρήσιμης για τον τόπο, είναι ότι οι ομάδες που ερείζουν στο εσωτερικό του κόμματος (καθώς και οι εξωκομματικοί  εκατέρωθεν υποστηρικτές τους, δημοσιογραφοι και άλλοι) έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα να επανεξεταστεί γιατί χάθηκαν οι εκλογές του 2019. Θέμα, που επί της πολιτικής ουσίας έχει εξαντληθεί και άλλωστε οι τελικές αποφάσεις σχετικά μ’ αυτό θα ενσωματωθούν στο σώμα των αποφάσεων του συνεδρίου όποτε η πανδημία επιτρέψει να συγκληθεί.  Κυρίως, όμως, θέμα που ελάχιστα πια απασχολεί το μαζικό πολιτικό κίνημα που σήμερα σχηματίζεται και τις κοινωνικές ομάδες που το συναπαρτίζουν.

Το ζήτημα του «περιεχομένου πολιτικής» περί του «μέλλοντος της χώρας» για τον νέο ΣΥΡΙΖΑ, με το κόμμα της αξωματικής αντιπολίτευσης εξοπλισμένο πλέον με την εμπειρία μιας διακυβέρνησης και με απαντημένο οριστικά από τους εκλογείς το ποιό κόμμα συνιστά ρεαλιστικά την εναλλακτική λύση φυγής από το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η χώρα, πρέπει να να επιστρέψει τάχιστα και κατά προτεραιότητα στον δημόσιο διάλογο σχετικά με το κόμμα της αξωματικής αντιπολίτευσης!

Αυτός είναι ο δρόμος για την πολιτική δικαίωση του ίδιου μαζικού κινήματος που συγκροτείται τούτη την ώρα! Και φυσικά δεν είναι η παγίδευση του Αλέξη Τσίπρα στην ανόητη συζήτηση σχετικά με το εάν ο Κωλοκοτρώνης ήταν συριζαίος, ή όχι, που γελοιοποιεί το εγχείρημα για μια καλύτερη τύχη της χώρας και τον πολιτών της μελλοντικά!  Ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να αφεθεί χωρίς πολιτικές δουλείες απέναντι σε κομματικές φατρίες, να ασκήσει τα ηγετικά καθήκοντά του. Πλάθοντας έναν φορέα γνήσιας αντιπροσώπευσης του αυθόρμητου και ακηδεμόνευτου ριζοσπαστισμού που γέννησαν οι αλλεπάλληλες συστημικές κρίσεις και η αδυναμία των ίδιων συστημάτων να αντιδράσουν προς το συμφέρον των κοινωνιών στη λαίλαπα της πανδημίας.

Κι αν προϋπόθεση για να ασκήσει ο Αλέξης Τσίπρας τον ηγετικό ρόλο του ως επικεφαλής και συμβολικό πρόσωπο εκπροσώπησης αυτού του μαζικού ανατρεπτικού κινήματος, είναι να ενεργοποιηθούν και οι δικές του προσωπικές υποχρεώσεις αποδέσμευσης από τέτοιες κομματικές δουλείες, επιτέλους ας το αποπειραθεί!              

 

 

 

 

3 Απρ. 2021

Ευρωτουρκικά: 4 σημαντικά πράγματα

που κέρδισε η Τουρκία

από την απόφαση της ΕΕ

Η μελέτη των κειμένων δείχνει την αλήθεια! Η Τουρκία από την πρόσφατη σύνοδο κορυφής της ΕΕ με θέμα τις ευρωτουρκικές σχέσεις αποχώρησε έχοντας αποκομίσει ουσιαστικά οφέλη, σε αντίθεση με την Ελλάδα, που παρ’ ό,τι δέχτηκε αλλεπάλληλες προκλήσεις από μεριάς της Άγκυρας, κατέγραψε σοβαρότατη διπλωματική ήττα.

Σε τέτοιες συνθήκες προκαλεί αλγεινή εντύπωση η κυβερνητική δήλωση περί ικανοποίησης της Αθήνας για την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ! Ιδίως επειδή με πολύ κόπο και μεγάλη διπλωματική ενέργεια που προηγήθηκε, είχε αφεθεί ανοιχτό το ενδεχόμενο ταχείας αντίδρασης της ΕΕ με την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία (ναι, έστω κι αυτών των αστείων κυρώσεων), στην περίπτωση κατά την οποία η γειτονική χώρα θα συνέχιζε τις αλλεπάλληλες και επανειλημμένες επιθέσεις κατά μη επιδεχόμενων αμφισβήτηση κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της χώρας μας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Το μεσοπρόθεσμο αποτέλεσμα της απόφασης στην τελευταία σύνοδο κορυφής της ΕΕ για τα ελληνοτουρκικά, είναι η διαμόρφωση μιας νέας πλατφόρμας νομικών και διπλωματικών δεδομένων (ευτυχώς ακόμη αντιστρέψιμων, αλλά πάντως με πολύ μεγαλύτερη δυσκολία απ’ όσο έως σήμερα), επί των οποίων από ‘δω και πέρα θα κινούνται οι εξελίξεις στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία του γεγονότος ότι το αυτό το νέο νομικο-διπλωματικό status στην περιοχή μας, είναι απόρροια δύο νέων στοιχείων που μέχρι τώρα υπήρχαν αλλά μόνο στο φόντο των πραγμάτων μίας από τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του πλανήτη, όπου σε μεγάλο βαθμό θα κριθεί και η συνέχεια για τις παγκόσμιες γεωπολιτικές και οικονομικές ισορροπίες τον αιώνα που τρέχει.

Τα δύο νέα στοιχεία είναι:

α. Η εθελούσια παράδοση των «κλειδιών» αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας στα χέρια της ΕΕ, μια κίνηση εν πολλοίς θετικών προθέσεων, που εκφράστηκε κυρίως μέσα από την άποψη ότι «τα ελληνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά». Και καίριο αιτιολογικό σημείο τεκμηρίωσης αυτής της θέσης ότι το ισχύον διεθνές δίκαιο δεσμεύει ισοβαρώς την ελληνική και τη συνολική ευρωπαϊκή εξωτερική και αμυντική πολιτική.

(Σημ.: Έχει μεγάλη σημασία να κατανοηθεί ότι η ανάθεση μεγάλου μέρους της ευθύνης αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας σ’ έναν υπερεθνικό οργανισμό -εν προκειμένω την ΕΕ- είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της νεο-προτεκτορατοποίησης που επιζητούν οι Βρυξέλλες ως μέθοδο διαχείρισης των συμφερόντων τους για τις χώρες της βόρειας Αφρικής καθώς και για τις χώρες της ρωσο-ευρωπαϊκής μεθορίου. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το γεγονός ότι αυτός ο «εξευρωπαϊσμός» της αμυντικής μας πολιτικής καθώς και του εν γένει  τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται τον διεθνή ρόλο και τη γεωπολιτική θεση της στον σημερινό κόσμο, έρχεται μετά την προτεκτορατοποίηση της ελληνικής οικονομίας διά των μνημονίων, επικυρώνει τη βάση επί της οποίας λαμβάνονται στην ΕΕ σήμερα οι αποφάσεις που αφορούν στην Ελλάδα. Κι αυτό είναι δίδαγμα για την αφελή πρόσληψη της εντύπωσης ότι τα μνημόνια ήταν προσωρινή ρύθμιση που δεν θα είχε συνέπειες για την ευρύτερη οντότητα της Ελλάδας ως ανεξάρτητης χώρας. Όπως, στο σημείο αυτό, υποδηλώνεται με μεγάλη ευκρίνεια η σημασία της μάχης που δόθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατά των μνημονίων αλλά και οι συνέπειες της ήττας του στις εκλογές του 2019, ακριβώς τη στιγμή που θα εξελισσόταν  ο επόμενος και ίσως κρισιμότερος γύρος της προσπάθειας μνημονιακής απεξάρτησης, διαδικασίας που με την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη προφανώς έχει ανακοπεί. Κάτι τελευταίο στο σημείο αυτό: Το γεγονός ότι το μοντέλο νεο-προτεκτορατοποίησης εφαρμόστηκε με σχετική επιτυχία στην Κύπρο από την είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και μετά, καθόλου δεν οδηγεί στο λογικό αποτέλεσμα ότι το ίδιο μοντέλο θα ήταν εφαρμοστέο με θετικά αποτελέσματα και στην περίπτωση της Ελλάδας. Για δύο λόγους: 1. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ούτως ή αλλως στο ιδρυτικό DNA της ως χώρα με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, φέρει όρους ένταξής της στη διεθνή κοινότητα ως ένα ιδιότυπο προτεκτοράτο των εγγυητριών δυνάμεων, ενώ η Ελλάδα όχι! 2. Η Κυπριακή Δημοκρατία, υπό το άκαμπτο δεδομένο του ισχύοντος συσχετισμού δυνάμεων έναντι της Τουρκίας, είναι λογικό να εναποθέτει την αμυντική πολιτική της στην ΕΕ, ενώ η Ελλάδα όχι! Γι’ αυτό και το ζητούμενο για την Κυπριακή Δημοκρατία σήμερα είναι η ωρίμανσή της ως ανεξάρτητη χώρα αποτινάσσοντας το καθεστώς των εγγυητριών δυνάμεων, όπως τέθηκε στο Κραν-Μοντανά. Αντίθετα, για την Ελλάδα κάθε απόπειρα «κυπροποίησης» των ελληνο-ευρωπαϊκών σχέσεων θα ήταν ολέθρια οπισθοχώρηση).

β. Το δεύτερο νέο στοιχείο στα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής μας είναι η είσοδος στην εποχή άντλησης των αποθεμάτων υδρογονανθράκων στην περιοχή μας, που φυσικά προσελκύει το ενδιαφέρον των μεγάλων διεθνών παραγόντων της εποχής μας. (Σημ.: Αν μέχρι τις μέρες μας η τουρκική επιθετικότητα κατά της Ελλάδας (και όχι μόνο, αλλά πάντως κατά κύριο λόγο κατά της χώρας μας) καθησυχαζόταν από τις δυτικές υποσχέσεις ότι θα έλαμβανε η Τουρκία μέρισμα απ’ αυτόν τον πλούτο οψέποτε αυτός θα μοιραζόταν, σήμερα που βρισκόμαστε στην ώρα της κατανομής, οι υποσχέσεις δεν αρκούν. Και στο σημείο τούτο πρέπει επίσης να κατανοηθεί ότι η μακρά προσπάθεια του δυτικού παράγοντα να επιβάλλει τη λεγόμενη «συνεκμετάλλευση» στο Αιγαίο, προσπάθεια που απέτυχε λόγω του ότι ως σήμερα η Ελλάδα δεν είχε εκχωρήσει  την ευθύνη αμυντικής θωράκισής της σε άλλον παράγοντα πέραν της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ήταν ο λόγος που ως σήμερα δεν έχει μπορέσει η Τουρκία να «βάλει χέρι» σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Ελλάδας και της Κύπρου, πόρους που η Τουρκία απλά δεν δικαιούται!)

Τί αποκόμισε, όμως, συγκεκριμένα, η Τουρκία από την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ;

Αποκόμισε τα εξής (τα οποία είναι σοβαρά πλήγματα κατά των ελληνικών συμφερόντων):

1. Εξασφάλισε τη δημιουργία της εντύπωσης στη διεθνή κοινότητα ότι δήθεν συμβάλλει στην αποκατάσταση μιας γεωπολιτικής «κανονικότητας» στην περιοχή μας, χωρίς να έχει αποσύρει ούτε μία από τις άνομες διεκδικήσεις της κατά κυριαρχικών και εκμεταλλευτικων δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. (Το σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι καθιστά  τις τουρκικές διεκδικήσεις  ανεκτή για την ΕΕ αξίωση της Τουρκίας, στο ευρύτερο πλαίσιο των ευρω-τουρκικών σχέσεων. Ενώ με βάση το διεθνές δίκαιο -που δηλώνει η ΕΕ ότι ασπάζεται- δεν μπορεί να είναι ανεκτές αυτές οι αξιώσεις. Η επικύρωση αποδοχής αυτού του απαράδεκτου για τα ελληνικά συμφέροντα πλαισίου επιβεβαιώνεται τις επόμενες μέρες με την επίσημη επίσκεψη φον ντερ Λάιεν και Σαρλ Μισέλ στην Τουρκία. Πρόκειται μάλιστα  για καίρια και στρατηγικής σημασίας αλλαγή στην στάση της ΕΕ, αφού ως σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα επίσημο κείμενο αποφάσεων της ΕΕ, στο οποίο τέτοιες αξιώσεις να αντιμετωπίζονται ως ανεκτές. Μπορεί ως σήμερα παγίως οι ευρωπαίοι να συνιστούσαν στην Ελλάδα να επιλύσει τις διαφορές της με την Τουρκία μέσω διαπραγματεύσεων, το περιεχόμενο της αντιλαμβανόμενης από τις Βρυξέλλες ελληνο-τουρκικής διαπραγμάτευσης, όμως, πότε δεν είχε τεθεί σε τόσο ευνοϊκό για την Τουρκία πλαίσιο και σε τόσο δυσμενές για τα ελληνικά συμφέροντα).

2. Η Τουρκία πέτυχε να μην υπάρχει στην απόφαση της ΕΕ καμιά ουσιαστική αναφορά σαφούς ανακήρυξης του τουρκο-λιβυκού μνημονίου για την ΑΟΖ, ως παράνομου και μη αποδεκτού από τις Βρυξέλλες. (Σημείο τεράστιας σημασίας για τα ελληνικά συμφέροντα, αφού με βάση τις ολοκάθαρες και μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση ρυθμίσεις του διεθνούς δικαίου κατά κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να υφίσταται τουρκο-λιβυκή θαλάσσια επαφή. Και έχει μεγάλη σημασία εδώ να εξηγηθεί ότι τα δικαιώματα μιας χώρας επί της ΑΟΖ της, όπως αυτά ρητά ορίζονται από το γενικώς ισχύον διεθνές δίκαιο, ακόμη κι αν τα δικαιώματα αυτά ποτέ δεν ασκηθούν από την χώρα που τα φέρει, δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο διεκδίκησης από οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα! Δηλαδή, η ΕΕ με την τελευταία απόφασή της για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, ανέχεται την ευθεία και απροσχημάτιστη ιδιοποίηση από την Τουρκία ελληνικών δικαιωμάτων, που κατά καμιά νομική ή άλλη τεκμηρίωση δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Φυσικά ούτε τέτοια θεση των Βρυξελλών υπήρχε ως σήμερα στις επίσημες αποφάσεις της ΕΕ σχετικά με τα ελληνο-τουρκικά. Παράλληλα, πρέπει εδώ να εξηγηθεί ότι με την ανοχή της ΕΕ απέναντι στις παράνομες τουρκικές αξιώσεις, συμπαρασύρεται και μια σειρά άλλων συνεπειών καίρια  βλαπτικών για τα ελληνικά συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο.  Για παράδειγμα, με το ενδεχόμενο να υφίσταται θαλάσσια επαφή μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης (κάτι που όπως είπα δεν είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς κατάληψη ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας από την Τουρκία) παύει να υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα θαλάσσιας μεθορίου μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου (η οποία κατά το γενικώς ισχύον διεθνές δίκαιο που αποδίδει στα κατοικημένα  νησιά δικαίωμα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ορίζεται ρητά). Αυτό, όμως, είναι ένα ζήτημα που η ίδια η ΕΕ προτρέπει να επιλυθεί από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο (π.χ. το διεθνές δικαστήριο της Χάγης και κατόπιν υπογραφής συνυποσχετικού Ελλάδας-Τουρκίας), με την ΕΕ όμως να ανέχεται την ίδια ώρα το τουρκολιβυκό μνημόνιο για την ΑΟΖ, θέση που εν τοις πράγμασι είναι σαν να προκαταλαμβάνει την απόφαση του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου υπέρ της Τουρκίας. Σημειωτέον, εδώ ακριβώς, ότι η Λιβύη για την διεθνοπολιτική σταση της ΕΕ στην περιοχή, συνιστά το μοντέλο της ευρωπαϊκής επιλογής νεο-προτεκτορατοποίησης ορισμένων χωρών της βόρειας Αφρικής, όπως εξήγησα προηγουμένως).

3. Το τρίτο που αποκόμισε η Τουρκία από την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, είναι η «ποινικοποίηση» της επιλογής των κυρώσεων, ως μέσου άσκησης πιέσεων προς το καθεστώς Ερντογάν να αποδεχτεί η διεθνή νομιμότητα. Πολλαπλώς προκλητική για την Ελλάδα ευρωπαϊκή απόφαση, αφού η μέθοδος των κυρώσεων με ευκολία υιοθετείται από την ΕΕ στις πολύ μικρότερης σημασίας περιπτώσεις του Ναβάλνι και της Λευκορωσίας.         

4. Το τέταρτο όφελος για την Τουρκία (και ίσως σημαντικότερο, επειδή η ανατροπή του ίσως αποδειχτεί δυσκολότερη απ’ όλα τα άλλα) είναι ότι με την τελευταία αποφασή της η ΕΕ επισήμως ορίζει τη θέση  της για τα ελληνο-τουρκικά, ανάγοντάς την στο ευρύτερο πλαίσιο των ευρω-τουρκικών σχέσεων και αφήνοντας την ως σήμερα στάση της ότι οι διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας είναι διμερής διαφορά χώρας-μέλους της με τρίτη χώρα. (Κι εδώ υπάρχει μια ακόμη επιβεβαίωση της ευρωπαϊκής απόπειρας νεο-προτεκτορατοποίησης της Ελλάδας). Μ’ άλλα λόγια, από σήμερα η ΕΕ για να λάβει θέση στα ελληνο-τουρκικά δεν θα στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο και μόνο, αλλά θα λαμβάνει υπόψη και άλλα στοιχεία (π.χ. προσφυγικό κ.λπ.) Βεβαίως, πάντα η ΕΕ λάμβανε υπόψη της τα ευρύτερα συμφέροντά της. Ποτέ, όμως, δεν είχε αφήσει ανοιχτή την υπόνοια, ότι εκτός από μια γενική συνεκτίμηση αυτού του στοιχείου για τη διαμόρφωση της εκάστοτε θέσης της, θα δεχόταν παραμερισμό της δέσμευσης  για απαρέγκλιτη αποδοχή και εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου υπέρ των χωρών -μελών της και έναντι οιασδήποτε τρίτης χώρας, όπως κάνει σήμερα. Άλλωστε, αυτή η τελευταία απόφαση της ΕΕ  για τις ευρω-τουρκικές σχέσεις, παραβιάζει το πνεύμα και το γράμμα των ευρωπαϊκών συνθηκών, που σαφώς ορίζουν την υποχρέωση του ευρωπαϊκού πολυεθνικού οργανισμού να προσπίζεται κατα προτεραιότητα τα συμφέροντα των χωρών-μελών του. Ένα σημείο, που θα μπορούσε να καταστεί -ο μη γένοιτο- κεντρικό σ’ έναν ενδεχόμενο νέο γύρο απομείωσης της αποδοχής και αποσταθεροποίησης της ΕΕ από τις χώρες-μέλη της, φτάνοντας στον πυρήνα της αντίθεσης που έτσι θα αναδεικνυόταν ανάμεσα στα συμφέροντα των συστατικών μερών-χωρων της και μιας αόριστης πρόσληψης της εννοιας «ευρωπαϊκά συμφέροντα». 

Εν κατακλείδι μια διευκρίνιση:  Δεν είμαι κατά του «εξευρωπαϊσμού» (όπως το όρισα προηγουμένως) της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της Ελλάδας για λόγους αρχής. Όμως, είμαι για λόγους αρχής απαράβατους κατά  οποιασδήποτε επιλογής που θα έπληττε τα συμφέροντα της χώρας μου. Και σαφώς οποτεδήποτε τέτοιες επιλογές σε βάρος της Ελλάδας  και από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση προκύπτουν, όπως συμβαίνει σήμερα με την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ για τις ευρω-τουρκικές σχέσεις, για την οποία η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη με θράσος χαρακτήρισε ως «ικανοποιητική» για τη χώρα μας, θα τάσσομαι εναντίον τους. 

 

 

 

 

28 Μαρ. 2021

Η «άγονη» Ευρώπη

Η είδηση πριν λίγες μέρες πέρασε σχεδόν απαρατήρητη: Το ανώτατο δικαστικό όργανο της Γερμανίας έδωσε εντολή στην πολιτική τάξη της χώρας να μην υπογράψει καμιά διοικητική πράξη μεταβίβασης των πιστώσεων που αναλογούν στη Γερμανία από το Ταμείο Ανάκαμψης που ενέκρινε το περασμένο καλοκαίρι (με μεγάλη καθυστέρηση και σε συνθήκες προφανούς δυστοκίας) η σύνοδος των ηγετών της ΕΕ.

Φυσικά, διατηρείται η -σοβαρά τραυματισμένη, πλέον- αισιοδοξία ότι το ταμείο ανάκαμψης θα προχωρήσει και τελικά θα βρεθεί κάποιος τρόπος να παρακαμφθεί αυτό το αδιέξοδο, οι γερμανικές εκταμιεύσεις να καταβληθούν έγκαιρα, ώστε να μην «σκοτωθεί» άδοξα η ύστατη (αν και εξ αρχής «μισή») ελπίδα της ευρωπαϊκής οικονομίας, εν μέσω πανδημίας. Μια χώρα που εκπροσωπεί περισσότερο από το 30%  της οικονομίας της ευρωζώνης, αν τυχόν προχωρούσε σε αποποίηση της υποχρέωσής της να συμβάλλει στον συλλογικό τρόπο προαγωγής του ενοποιητικού ευρωπαϊκού προτάγματος, αρνούμενη να καταβάλλει το μέρισμα των βαρών που της αναλογεί, θα ήταν σαν υπέγραφε την θανατική καταδίκη του θετικά ομογενοποιητικού αυτοσκοπού στην ήπειρό μας. Και δεν θα το κάνει! Άλλωστε, η Γερμανία δεν διαθέτει άλλον τρόπο θέασης των πραγμάτων και κατανόησης του ρόλου της στον κόσμο κατά τον 21ο αιώνα, από την ΕΕ και το ευρώ. Μόνη και χωρίς τους δορυφόρους που έχει προσελκύσει, μετατρέποντας συν τω χρόνω την πολιτική απόπειρα ευρωπαϊκής ενοποίησης σε οικονομική δοκιμασία των πιεζόμενων δυσαρεστημένων οφειλετών της, θα την καθιστούσε αδύναμο παγκόσμιο «παίκτη».

Όμως,  από τα γερμανικά «γινάτια» σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης της ευρωζώνης, ως συνέπεια της μεγάλης οικονομικής καταστροφής λόγω της πανδημίας, αναδύονται και άλλες πτυχές, αποκαλυπτικές, θαρρώ, του «μικρού» μέλλοντος που έχει η ΕΕ υπό γερμανική οικονομική ηγεμονία. Για παράδειγμα, κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει ότι η απόφαση του δικαστηρίου της Καλσρούης σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ έρχεται σε προεκλογική περίοδο για τη Γερμανία. Και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο, κατά την οποία γύρω από το πρόσωπο της Άγγελα Μέρκελ που αποχωρεί, τίθενται υπό κρίση όλες οι (οικονομικές, κατά κύριο λόγο, αλλ’ όχι μόνο)  πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια και εξετάζεται ενδελεχώς το τί συνέπειες είχαν οι πολιτικές αυτές, ώστε ταυτόχρονα να τίθεται επί τάπητος πιεστικά το ερώτημα εάν οι (πάντα οικονομικές, κατά κύριο λόγο) πολιτικές αυτές θα συνεχιστούν ή θα αντικατασταθούν από άλλες.

Αποκλείεται να έχει διαφύγει της προσοχής όσων παρακολουθούν τις ευρωπαϊκές εξελίξεις ότι η αποχώρηση Μέρκελ και η αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε έχει αναχθεί στο μεγάλο διακύβευμα για τις επερχόμενες γερμανικές πολιτικές εξελίξεις. Μια ενδογερμανική και στο εσωτερικό της γερμανικής δεξιάς χριστιανοδημοκρατίας υπόθεση, που εξελίσσεται  εδώ και καμιά διετία τώρα (περίπου από την εξοδο της Ελλάδας από το τελευταίο μνημόνιο και εντεύθεν). Η ολοκλήρωση ενός υπερδεκαετούς άτεγκτου κύκλου περιοριστικών πολιτικών στις οικονομίες της ευρωζώνης, ως προτιμητέου μέσου αντιμετώπισης των συνεπειών της παγκόσμιας νομισματοπιστωτικής κρίσης 2008-2010, έχει αφήσει πίσω του γενικευμένη αμφισβήτηση (ακόμη και από παράγοντες στυλοβάτες του παγκόσμιου καπιταλισμού) σχετικά με την ορθότητα αυτής της οικονομικής πολιτικής.

Οι επιλογές Σόιμπλε (που η καγκελάριος μπορεί να μην έλαβε ως «δικές» της αποφάσεις τηρώντας κάποιες αποστάσεις, αλλά εν τοις πράγμασι, είτε ανέχτηκε είτε απέτυχε να ελέγξει) επικρίνονται σήμερα υψηλότονα για δύο μείζονες αποτυχίες:

- η πρώτη είναι ότι οι πολιτικές αυτές απέτυχαν να συγκρατήσουν τη νομισματοπιστωτική κρίση από το να «περάσει» στην πραγματική οικονομία και στη συνέχεια να μεταλλαγεί σε κοινωνική, πολιτική και στρατηγική αποσταθεροποίηση της ευρύτερης ζώνης γεωπολιτικής αναφοράς της Ευρώπης (συνεπικουρούντων και των καταφανών σφαλμάτων στην όποια «εξωτερική πολιτική» της ΕΕ, με την «αραβική άνοιξη» κ.λπ.), και

- η δεύτερη είναι ότι τα αποτελέσματα που άφησε πίσω του αυτός ο υπερδεκαετής οικονομικός κύκλος των άτεγκτων περιοριστικών δημοσιονομικών επιλογών, δεν αφήνει πίσω την εικόνα μιας «βιώσιμης διάσωσης» (ώστε να δικαιολογούνταν και οι κοινωνικές βαρβαρότητες των τρεχουσών επιπτώσεών της), επί της οποίας θα μπορούσε να δομηθεί μια υγιής πορεία την επόμενη περίοδο. Αντίθετα, ακόμη και σήμερα το εισπραττόμενο αποτύπωμα των συνεπειών για τις πολιτικές Σόιμπλε είναι μια εικόνα αποτελέσματος παρατεινόμενης υποβόσκουσας κρίσης. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αν η κεντρική επιδίωξη εκείνης της οικονομικής πολιτικής, που σήμερα επικρίνεται πανταχόθεν, ποτέ δεν αφορούσε στην ουσιαστική πτυχή των όρων μιας διάσωσης (με αυτονόητο μέρος της οπωσδήποτε νοούμενης έννοιας «διασωση», να εξασφαλίζεται πρόσβαση του διασωζώμενου σε κάποια ελπίδα για το μέλλον), αλλά σε απαρέγκλιτη τήρηση των όρων του συμφώνου σταθερότητας;

Για να γίνει ακόμη σαφέστερο τί εννοώ: Πώς μπορεί ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιείται από ορισμένες πλευρές ο όρος «διάσωση» ως πολιτικός  χαρακτηρισμός για τη μνημονιακή περίοδο, όταν παραμένει ενεργός ο όρος 100ετούς υποθήκευσης των παγίων της ελληνικής οικονομίας, εν είδει εγγυήσεων για την αποπληρωμή της δαπάνης για τη «διάσωση»;  Με τέτοιες επιλογές, η αποπληρωμή της δαπάνης «διάσωσης», ναι, είναι διασφαλισμένη! Οικονομία, όμως, με υποθηκευμένα τα πάγια στοιχεία του συλλογικού πλούτου των ελλήνων για 100 έτη, όχι, δεν μπορεί να θεωρείται ότι παρέχει ευκαιρία θέασης στο μέλλον. Όταν παρέλθουν τα 100 χρόνια, ή αν νωρίτερα αποσυρθεί ο παραλογισμός, τότε το ξανασυζητάμε. Ως τότε...

Ο συντριπτικός βαθμός αποτυχίας αυτών των επιλογών πολιτικά συνοψίζεται σε μια διαπίστωση, που θίγει και τον υπαρξιακό για την ΕΕ κίνδυνο που έχει παραχθεί ως αποτέλεσμα των ίδιων επιλογών. Πόσο άφρονες ήταν οι ευρωπαίοι  ηγέτες που ανέχτηκαν τη μετατροπή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, από πολιτική προτίμηση των συστατικών χωρών-μερών της ΕΕ, σε αναγκαστική κοινότητα οφειλετών;           

Έχει σήμερα μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε ότι αυτά που αναφέρω εδώ και ακούγονται ως κατά βάση λογικές απόψεις -νομίζω- για την συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, κατά την περίοδο εφαρμογής των μνημονίων οι ίδιες απόψεις ήταν περίπου απαγορευμένες ή -στην καλύτερη περίπτωση- εμφανιζόμενες ως θέσεις  αριστερών φανατικών. Κι ίσως εδώ βρίσκεται και το πρωτογενές πολιτικό αίτιο αυτής της παταγώδους ευρωπαϊκής αποτυχίας: Η κάμψη της πολιτικής ισοτιμίας των χωρών-μελών της ΕΕ, με δούρειο ίππο του αντιδημοκρατικού αυτού εγχειρήματος το ευρώ και τις εκτροπές του eurogroup, που δεν ήταν επιλογή οικονομικής πολιτικής αλλά βαθύτατα πολιτική επιλογή του Βερολίνου, μπορεί σήμερα να αιτιολογεί γιατί καταλήξαμε σε τόσο μεγάλη αποτυχία.         

Όπως αρκεί σήμερα να δούμε ποιοί επιμένουν να υπερασπίζονται το αποδεδειγμένο σφάλμα, για να απαντηθούν και πολλά άλλα ερωτήματα, συνοδά αυτού του προβληματισμού που εκθέτω. Στην Ελλάδα σήμερα συνεχίζουν να το υπερασπίζονται υπουργοί του παρόντος σχήματος, υπό την υπενθύμιση εν μέσω παραγωγικής, καταναλωτικής και δημοσιονομικής κατάρρευσης ελέω πανδημίας ότι η κρατική στήριξη που εξ ανάγκης παρέχεται σήμερα σε κλάδους της οικονομίας, συνιστά «χρέος», αποπληρωτέο μελλοντικά! Το υπερασπίζεται επίσης ο έλληνας κεντρικός τραπεζίτης, εκ των πρώτων που έσπευσε να διαφωνήσει στη συζήτηση, που μόλις ανοίγει για (μερική, έστω) διαγραφή των χρεών που προέκυψαν στην Ευρώπη επί πανδημίας, με το επιχείρημα ότι οι ευρωπαϊκοί  κανόνες δεν επιτρέπουν διαγραφή ανειλλημμένων χρεών. Αυτή είναι η οικονομική πολιτική Σόιμπλε, όπως εκπροσωπείται σήμερα με την πανδημία και εις τα καθ’ ημάς! Πόσο μάλλον λογικό είναι να επιβιώνουν υπερασπιστές της λάθος πολιτικής στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό!           

Μια μειοψηφική και πολιτικά ξεπερασμένη ομάδα απόψεων, η οποία ακόμη και στις μέρες μας και με την πανδημία να συγκλονίζει την παραγωγική και δημοσιονομική βάση της ευρωπαϊκής οικονομίας, αδυνατεί να κατανοήσει ότι τα χρέη δεν είναι αίτιο της οικονομικής κρίσης αλλά συνέπειά της.                         

Σε τέτοιες συνθήκες είναι επιβεβαιωμένο ότι η κινητικότητα στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό που δρομολογήθηκε μετά την απόφαση της Άγγελα Μέρκελ να αποσυρθεί από το προσκήνιο, επικεντρώθηκε στην διένεξη μεταξύ των επίδοξων διαδόχων της σχετικά με το εάν θα αλλάξει η οικονομική πολιτική Σόιμπλε παρούσης της πανδημίας, ή θα συνεχιστεί. Η διαμάχη ανάμεσα στα «παιδιά του Σόιμπλε» υπό τον Μέρτς, που ηττήθηκε στην κούρσα διαδοχής της Μέρκελ στη δεξιά χριστιανοδημοκρατία, και τον υπό την παρασκηνιακή στήριξη της καγκελαρίου, Λάσετ, αφορούσε καθαρά σε διαφορά απόψεων των δύο κομματικών στρατοπέδων του CDU σχετικά με την ακολουθητέα οικονομική πολιτική από ‘δω και πέρα και υπό τις επιτώσεις της πανδημίας.

Σ’ αυτή την αντιπαράθεση, στην οποία ηττήθηκε η πλευρά Σόιμπλε, προσέρχεται σήμερα οψίμως το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο (που πάντα στήριξε με αμετακίνητη προσήλωση τις επιλογές Σόιμπλε), για να δώσει μια μάχη οπισθοφυλακών. καθυστερώντας την ενεργοποίηηση του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ κατά της πανδημίας, το οποίο περιλαμβάνει ένα μέρος έμμεσης αμοιβαιοποίησης του ευρωπαϊκού χρέους, σπάζοντας το αμετακίνητο ταμπού της εποχής ηγεμονίας Σόιμπλε και εξοργίζοντας τους αυτουργούς των αστοχιών της μνημονιακής επιλογής 2010-2019 στην ευρωζώνη.

Η απόφαση του ομοσπονδιακού γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου στην Καρλσρούη στα τυπικά στοιχεία της απαγόρευσε με προσωρινή διάταξη στον πρόεδρο του γερμανικού ομόσπονδου κράτους, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ να υπογράψει το νόμο για τη συμμετοχή της Γερμανίας στο Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ των 750 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορονοϊού. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του ανώτατου γερμανικού δικαστηρίου, ο κ. Σταϊνμάιερ θα πρέπει να περιμένει πρώτα την απόφαση προτού υπογράψει τον νόμο συμμετοχής της Γερμανίας στο Ταμείο Ανάκαμψης, δηλαδή τουλάχιστον για ένα τρίμηνο. Όπως έγραψε η έγκυρη Frankfurter Allgemeine Zeitung το δικαστήριο υιοθετεί τους φόβους ότι με τη γερμανική συμμετοχή στο Ταμείο Ανάκαμψης (μέρος των πιστώσεων του οποίου, θυμίζω, θα κατευθυνθεί σε αμοιβαιοπημένο εξωτερικο δανεισμό) θα μπορέσουν να δανειστούν τα οικονομικά αδύναμα κράτη-μέλη της ΕΕ, αλλά στη συνέχεια αυτά τα αδύναμα κράτη-μέλη δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψουν τα δάνειά τους στο Ταμείο με συνέπεια να πρέπει να αναλάβουν τις οφειλές τους τους τα οικονομικά ισχυρότερα κράτη-μέλη. (Τυπικά πρόκειται για αμφισβήτηση ακριβώς του σημείου αμοιβαιοποίησης του αναληφθησόμενου από το Ταμείο Ανάκαμψης και για λογαρισμό της ΕΕ εξωτερικού δανειακού χρέους για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες τη πανδημίας).   

«Ταμπουρώνονται» δηλαδή οι γερμανοί ανώτατοι δικαστές πίσω από το σύμφωνο σταθερότητας, το οποίο άλλωστε με το Μάαστριχτ και τη συνθηκη της Λισαβόνας ακριβώς αυτό επιχείρησε η Γερμανία επί μία 20ετία να αποτρέψει καταλήγοντας στη μεγαλη αστοχία των «διασώσεων» στην ευρωζώνη 2010-2019. Αυτή είναι η οικονομική πολιτική Σόιμπλε που υπερασπίζεται πειθήνια το ομοσπονδιακό γερμανικό συνταγματικό δικαστηρίου της Καρλσρούης. Το ίδιο δικαιοδοτικό νομικό σώμα, που κατ’ επανάληψη και όσο διαρκούσαν οι «διασώσεις» με αποφάσεις του νομιμοποίησε τα μνημόνια, παρ’ όλον τον οικονομικό παραλογισμό της όλης υπόθεσης, ανάλογο παραλογισμό με το γνωστό μότο «η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής απέθανε»!

ια την οικονομία του χρόνου αντιπαρέρχομαι στη σημείο αυτό το άλλο σημαντικό εντός της ΕΕ και υπέρ της γερμανικής οικονομίας σκοπό του συμφώνου σταθερότητας από τη διάλυση του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοοσιαλισμού» και εντεύθεν: Δηλαδή αντιπαρέρχομαι την άρνηση του Βερολίνου να εφαρμόσει τη Συνθήκη 2+4 του 1990, που κεντρικός λόγος υπογραφής της -και από τη Γερμανία- ήταν η κατανομή μερίσματος από τους πόρους του καταρρεύσαντος σοσιαλιστικού στρατοπέδου, σ’ όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ -και όχι μόνο στη Γερμανία- υπό τη ρήτρα ότι οι πόροι που θα διοχετεύονταν στις άλλες χώρες-μέλη θα θεωρούνταν συμψηφισμός έναντι γερμανικών οφειλών από πολεμικές επανορθώσεις. Η Συνθήκη 2+4, που η Γερμανία παρ’ ό,τι την συνυπέγραψε αρνείται έκτοτε να εφαρμόσει, απορρίπτονας κάθε αίτημα χωρών-μελών με εδραίο δικαίωμα σε πολεμικές επανορθώσεις και κρατώντας το σύνολο των πόρων που η Γερμανία κληρονόμησε από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ανατολική Γερμανία).

...Και για να επανέλθουμε στο θέμα μας, το σύμφωνο σταθερότητας συνέβαλε ακριβώς στη νομιμοποίηση της άρνησης διάθεσης οφειλόμενων από τη Γερμανία πόρων προς τις άλλες χώρες-μέλη -και όχι μόνο για πολεμικές επανορθώσεις, αλλά και από το γερμανικό υπερπλεόνασμα που οι ευρωπαϊκές συνθήκες επιβάλλουν να αναδιανέμεται μεταξύ των χωρών-μελών, πράγμα που το Βερολίνο επίσης αρνείται να πράξει. ...αλλά την ίδια ώρα επιβάλλει «διάσωση» με αντάλλαγμα δέσμευση των παγίων της ελληνικής οικονομίας για 100 χρόνια, μπας και η Ελλάδα δεν καταβάλλει τα οφειλόμενα!)                 

Τα γράφω όλ’ αυτά, για να υποστηρίξω ότι πίσω από την ενδογερμανική διαμάχη για την δικαστική απαγόρευση συμμετοχής της Γερμανίας στο πανδημίας ένεκεν ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, ανιχνεύεται η γερμανική γεωπολιτική αντίληψη για τα πράγματα! Δηλαδή, δεν είναι η οικονομική πολιτική Σόιμπλε το πεδίο όπου εξαντλείται το θέμα αυτό. Υπάρχει, παράλληλα, μια αντίληψη του τρόπου διαχείρισης και της γερμανικής πολιτικής ηγεμονίας στην ΕΕ, η οποία αναδύεται απ’ όλ’ αυτά. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα -ίσως το πιο ενδεικτικό- τούτου, η γερμανοκεντρική στάση της ΕΕ στις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο. Πόθεν προκύπτει αυτό; Μα, φυσικά, από το βερολινέζικης έμπνευσης σχέδιο διεύρυνσης της ΕΕ, που επίσης υιοθετήθηκε κατόπιν γερμανικών πιέσεων αμέσως μετά την κατάρρευση του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού". Σχέδιο διεύρυνσης, του οποίου κεντρικό στοιχείο είναι η (πέραν και της ανατολικής Ευρώπης) δορυφοροποίηση της Τουρκίας σε σχέση με τη γερμανοκεντρική Ευρώπη, είτε με το καθεστώς της «υπό ένταξη» σχέσης που δέσποσε από το 1990 ως την έκρηξη του προσφυγικού, είτε με την προσπάθεια προτεκτορατοποίησης των όρων διαχείρισης των εκκρεμοτήτων της ανατολικής Μεσογείου, κατά παράβλεψη των ισχυουσών συνοριακών διευθετήσεων από την εποχή του Ανατολικού ζητήματος ως και τις μεταπολεμικές συμφωνίες. Δηλαδή, παραμερίζοντας τις πολυμερείς συνθήκες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το ισχύον σήμερα διεθνές δίκαιο όπως έχει διαμορφωθεί συν τω χρόνω. Των συμφωνιών δηλαδή γενικής αποδοχής, που εξασφάλισαν και (συνεχίζουν να) διαφυλάσσουν την σχεδόν αδιατάρακτη ειρήνευση στην Ευρώπη εδώ και 7 δεκαετίες.

Αυτή την ειρήνευση θέτει υπό αμφισβήτηση η γεωπολιτική αντίληψη του Βερολίνου για τις εξελίξεις στην ευρασιατική μεθόριο κατά τον 21ο αιώνα. Κι αν προσέξει κανένας με επιμέλεια τα δεδομένα της εποχής θα διαπιστώσει μαρτυρικές ταυτίσεις γεωστρατηγικής ανάμεσα στη σημερινή Γερμανία και την εξωτερική πολιτική της περιόδου του ναζισμού. Φυσικά, μακριά από μένα κάθε σκέψη παρομοίωσης του μεγαλου σύγχρονου γερμανικού κράτους με τον δολοφονικό εσμό του Γ΄ Ράιχ! Γεωστρατηγικές ομοιότητες επισημαίνονται εδώ και όχι  ιδεολογικοπολιτικοί παραλληλισμοί!  

Όπως, επίσης, στη γεωπολιτική λογική της Γερμανίας συντρέχει η αποικιοκρατική νομικο-πολιτική κουλτούρα του 19ου αιώνα, κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις και τα συμφέροντά τους κατισχύουν υπό την επιβολή του κανόνα της ηγεμονίας των ισχυρών έναντι κάθε ισχύουσας διεθνούς κανονιστικής ρύθμισης, ή των απαράγραπτων γενικών δικαιωμάτων αυτοδιάθεσης και αυτοπροσδιορισμού των λαών.

Παράλληλα, το Βερολίνο επιχειρεί στο πλαίσιο της ίδιας αντίληψης να υποκαταστήσει τις ΗΠΑ (που σήμερα και εφαρμόζοντας μια εν εξελίξει εδώ και μια 20ετία πολιτική απεγκλωβισμού από την ηγεμόνευσή τους στην περιοχή, δηλαδή από την ολοκλήρωση της αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και μετά), στον ρόλο προνομιακού προστάτη της Τουρκίας στην περιοχή. Δεν θα μπω στην αξιολόγηση της σκοπιμότητας αυτών των επιλογών των Γερμανών για το δικό τους όφελος. Αρκεί προσώρας (γιατί θα το εξετάσουμε ξανά το ζήτημα αυτό) να δουμε ότι η νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική στην ανατολική Μεσόγειο επενδύει στο τρίγωνο Ελλάδα-Ισραήλ-Αίγυπτος, αφήνοντας εκτός των προτεραιότήτων της τον τουρκικό παράγοντα. Κι αυτό το «κενό» φιλοδοξεί να καλύψει η γερμανική γεωπολιτική ματιά στην περιοχή μας, ως μεσοπρόθεσμη επιλογή της για τον 21ο αιώνα.        

Φυσικά, η συζήτηση για τη γερμανική γεωπολιτική στρατηγική είναι πολύ ευρεία και δεν επιθυμώ μια εδώ γρήγορη και εκ των πραγμάτων επιφανειακή ματιά στο θέμα. Δείτε, λοιπόν, τα λίγα που είπαμε, σήμερα, για την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας, ως εισαγωγή σε μια επόμενη ανάλυση.

...και ας μείνουμε σήμερα πρωτίστως στην οικονομοκεντρική θεώρηση των συνεπειών της γερμανικής δικαστικής απόφασης, που προσωρινά απαγορεύει στην κυβέρνηση της χώρας να καταβάλλει το μέρισμα που αναλογεί στο Βερολίνο, υπέρ του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.   

 

 

 

26 Μαρ. 2021

Πανδημία: Η μεγάλη αποτυχία

Οι χειρότερες δυσκολίες του ανθρώπου αρχίζουν όταν έχει τη δυνατότητα να κάνει ό,τι θέλει - Τόμας Χάξλεϊ

Χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος για να σταματήσουμε το σφάλμα!

Φυσικά, κανένας δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι εγνώριζε εκ των προτέρων ότι επρόκειτο περί σφάλματος, αφού το κακό μόλις ξεκινούσε. Γι’ αυτό και σχεδόν στο συνολό τους τα κόμματα και ο κόσμος απέφυγαν έντονες αντιπαραθέσεις και προσχώρησαν στη συλλογική προσπάθεια. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι στην Ελλάδα το αντιεμβολιαστικό κίνημα υπήρξε από τα πλέον περιθωριοποιημένα στη δύση. Ελάχιστη αποδοχή και πρακτικά χωρίς σοβαρές συνέπειες στη γενική επιβάρυνση από την πανδημία. Με γενικευμένη, παράλληλα, την αποστασιοποηση του συνόλου σχεδόν των πολιτικών παρατάξεων, με εξαίρεση τη γελοία περίπτωση της ακροδεξιάς και του ελληνοτραμπισμού.  

...Όμως, από την αρχή κιόλας ήρθε η πρώτη αήθεια!

Άρχισε η ανεπίτρεπτη «σύγκριση των θανάτων»!!! Πόσους είχαν οι άλλοι και πόσους είχαμε εμείς. Δεν είναι μόνον το αηθέστατο της υπόθεσης μια κυβέρνηση να «επικοινωνεί» πολιτικά πόσους πολίτες της έχασε, είναι περισσότερο ότι η μετάδοση μιας αχρείαστης (και τελικά ανεδαφικής, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια) αισιοδιοξίας, έδωσε στον κόσμο την εντύπωση ότι είχαμε εύκολα τελειώσει με το κακό. Και, δυστυχώς, με μόνο λόγο για αυτή την απερισκεψία την κυβερνητική επιλογή κομπασμού, ότι τα είχαν πάει καλά και είχαν δήθεν νικήσει τον κορονοϊό. Μνημείο πολιτικής ανευθυνότητας!         

Όπως έχω ξαναπεί, απέφυγα τα πολλά πολιτικά λόγια για την πανδημία από την αρχή.

Ωστόσο κι εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, θέταμε από την αρχή ένα αγωνιώδες ερώτημα: Η επιλογή της κυβέρνησης για λίγα τεστ, μπορεί να συνέβαλε στην επικοινωνία της εντύπωσης ότι είχαμε λίγα κρούσματα και δήθεν πηγαίναμε καλά (κι αυτό σε εποχή που δεν υπήρχαν επαρκή στατιστικά στοιχεία, ούτε μοντέλα αληθέστερης απεικόνισης της πραγματικής διείσδυσης του κορονοϊού στον πληθυσμό, όπως υπάρχουν σήμερα), από την άλλη, όμως, τα λίγα τεστ εκ των πραγμάτων θα σήμαιναν ελλιπέστερη καταγραφή των δεδομένων, ώστε να ακολουθούσαν οι ορθές αποφάσεις.

Τα λίγα τεστ, όπως γνωρίζουμε σήμερα, δεν ήταν προκριμα προερχόμενο από μια οργανωμένη επιστημονικη θέση, έστω κι αν στο βάθος της συμπεριλαμβάνονταν και πολιτικές επιδιώξεις, όπως ο σκοπός να ανοίξει ο τουρισμός. Στην επιλογή των λίγων τεστ,  όπως αποδεικνύεται ένα χρόνο αργότερα, δεσποσε το πρόταγμα «να τα πάει καλά ο Μητσοτακης». Και οι συνέπειες είναι μοιραίες!

Αποτέλεσμα: Η γελοία αλλά εγκληματική φιέστα της με το αζημίωτο "διαφημιζόμενης πολιτικής" στη Σαντορίνη!

Μπορεί έκτοτε οι σημειώσεις των εκλεκτών της λίστας Πέτσα να έκρωζαν με αστείες σκέψεις προς απόδειξη ότι το περσινό τουριστικό άνοιγμα δεν συνέβαλε στην επιδείνωση εξάπλωσης της πανδημίας στην Ελλάδα, αλλά μόλις προχθές οι Βρετανοί αποκάλυψαν τις δραματικές επιπτώσεις του πράγματος: Οι βρετανοί που επέστρεφαν πέρσι από τις διακοπές τους στην Ελλάδα ήταν οι κομιστές της μόλυνσης στον πληθυσμό της χώρας τους, περισσότερο απ’ ό,τι οι βρετανοί επισκέπτες σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου. Φυσικά η Ελλάδα είχε περισσότερες προτιμήσεις ως προορισμός διακοπών. Όμως η αλήθεια πια δεν κρύβεται: Η ανεύθυνη αντιμετώπιση της πανδημίας λόγω της αυτοπαγίδευσης της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στο μύθευμα ότι η Ελλάδα ειχε κερδίσει τον κορονοϊό από πέρσι το καλοκαίρι, και λόγω της εγκληματικής τουριστικής πολιτικής του ηλιοβασιλέματος στην Οία, όσο έπληξε τους εξαπατηθέντες τουρίστες ότι η χώρα μας ήταν δήθεν υγειονομικά ασφαλής για τη θερινή ανάπαυλα, άλλο τόσο έπληξε και τους έλληνες.                     

Παρά ταύτα η επιλογή για λίγα τεστ δεν άλλαξε! Ούτε τότε! Το «κλειδί» σ’ αυτή την υπόθεση ήταν και είναι το κόστος του τεστ για τον πολίτη. Ιδίως σε μια χειμαζόμενη οικονομία.

Από προσωπική εμπειρία γνωρίζω ότι ο ΕΟΔΔΥ απέτρεπε συστηματικά τους πολίτες που απευθύνοταν σ’ αυτόν να προσέλθουν για το τεστ σε δημόσια νοσκομεία ή αλλες δημόσιες υγειονομικές υποδομές. Φυσικά όσοι αγωνιούσαν στράφηκαν στα ιδιωτικά εργαστήρια. Εκεί το κόστος του τεστ ήταν λίγο πιο κατω από 200 ευρώ! Και λογικά πολύ μεγάλος αριθμός πολιτών δεν έκανε το τεστ λόγω υψηλού κόστους, με συνέπεια τη διαφυγή ήδη μολυσμένων από έναν έλεγχο που θα μπορούσε να αποτρέψει παραιτέρω μετάδοση  του κορονοϊού στην κοινότητα. Και κάπως έτσι το έγκλημα συστηματοποποιήθηκε και κατέληξε στον κυβερνητικό μιθριδατισμό της θριαμβολογίας ότι τα πηγαίναμε καλά. Ενώ δεν τα πηγαίναμε!     

Και την ίδια ώρα, ένα αδιάκοπα υψωμένο δάχτυλο προς τους πολίτες ότι δήθεν εκείνοι και η απροσεξία τους ήταν ο μόνος λόγος που η πανδημία εξαπλωνόταν ολοένα και περισσότερο. Κι ας είχε προγηθεί  ο μαζικός  κρατικός καθησυχασμός ότι δήθεν τα πηγαίναμε καλά, ενώ δεν τα πηγαίναμε, που φυσικά συνέβαλλε στην χαλάρωση των μέτρων αυτοπροστασίας.   

Νομίζω πως πιο χυδαία πραγμάτωση της αήθειας η πανδημία να μετατρέπεται σε  μέσο πολιτικής, δεν θα μπορούσε να υπάρξει!

Σήμερα πια, επίσης, με ένα χρόνο καθυστερηση, επιβεβαιώνεται καθ’ ομολογία της κυβέρνησης ότι τα πολλά τεστ είναι το μεγαλο όπλο θωράκισης έναντι της εσωτερικης κνητικότητας του κορονοιού. Όπως για καθε πρόβλημα, ο εντοπισμός των συστατικών μερών του είναι η ατραπός που άγει στη λύση.

Κι άλλωστε, ποτέ το θέμα δεν ήταν η «σύγκριση του θανατικού» με άλλες χώρες, ως πολιτική υπόθεση αξιολόγησης μιας διακυβέρνησης. Όπως και το Μάτι ποτέ δεν ήταν ευκαιρία τέτοιας αντιπολίτευσης σαν αυτή που εκδηλώθηκε τότε, πέραν του αυτονόητου πεδίου καταλογισμού της αντικειμενικής πολιτικής ευθύνης που προκύπτει για την εκάστοτε κυβέρνηση σε τέτοιες δραματικές στιγμές.

Η επαγγελλόμενη αλλαγή φιλοσοφίας στα μέτρα δεν αποδεικνύει μόνο την πολιτική αποτυχία της κυβέρνησης, αλλά υπογραμμίζει και το υγειονομικό έγκλημα το οποίο διέπραξε. Σε συνδυασμό με τον συνωστισμό στις συγκοινωνίες, την επίμονη άρνηση επένδυσης σε ΜΕΘ (γιατί οι υγειονομικές υποδομές μόνον ως επένδυση είναι νοητές σε κοινωνίες υπό την απειλή πανδημίας), την αρνηση των αναγκαίων επιτάξεων (για να αποφευχθεί αχρείαστο κόστος, κατά επίσημη κυβερνητική δήλωση), τα ακριβά και ακόμη και σήμερα μη συνταγογραφούμενα τεστ (ξανά κατά κυβερνητική δήλωση λόγω κόστους), τις σχολικές τάξεις με τα πολλά παιδιά, ...και τόσα άλλα.    

Κι όλα αυτά, υπό την ταυτόχρονη δαμόκλειο σπάθη του ζέοντος προθέσεις αυταρχισμού, πάντα υπό το αισχρό πρόσχημα των μέτρων κατά της πανδημίας, αλλά με τελικά πρόδηλο σκοπό και πάλι την πανδημία ως πολιτικό μέσο. Τούτη τη φορά εκ του αντιθέτου: Αν πέρσι την άνοιξη είχαμε τον «θρίαμβο» των λίγων θανάτων προς επίρρωση της κυβερνητικής «επιτυχίας», τώρα έχουμε τον περιορισμό της κριτικής προς απόκρυψη της αποτυχίας.   

Πριν λίγα 24ωρα η Γαλλία απαγόρευσε ως μέτρο κατά του κορονοϊού τις συναθροίσεις άνω των 6 ατόμων. Με τη σημείωση ότι του μέτρου  εξαιρούνται οι διαδηλώσεις, ως εμβληματικό στοιχείο του αναφαίρετου δημοκρατικού δικαιώματος του συναθροίζεσθαι, σε συνθήκες υποβόσκουσας κοινωνικής αναταραχής, λόγω της πανδημίας και της οικονομικής ανέχειας. Η κυβέρνηση της Ελλάδας απροσχημάτιστα πολλούς μήνες νωρίτερα είχε προσφύγει στην αποπειρα απαγόρευσης διά νόμου των συναθροίσεων, με την ευκαιρια της επετείου εξέγερσης του Πολυτεχνείου, πάντα «για υγειονομικούς λόγους».

Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μου (και αφού είχε προηγηθεί παρέμβαση της Κομισιόν για να υποδειχτεί στην κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη να είναι πιο προσεκτική στα ζητήματα περιορισμού των συνταγματικών ελευθεριών με την επίκληση της πανδημίας -και κατ’ εξοχήν του δικαιώματος του ελευθέρως  συνέρχεσθαι), η κυβέρνηση ρώτησε τη γνώμη του Β. Βενιζέλου. Ο πρώην υπουργός συνέστησε και εκείνος προσοχή στην κυβέρνηση. Κάπως έτσι άρχισε η άτακτη κυβερνητική υποχώρηση επί του θέματος και δόθηκε σήμα παύσης στη δαιμονοποίηση των συναθροίσεων, ως κύριων αιτιών εξάπλωσης της πανδημίας. Ακόμη περισσότερο, μέλος της κυβέρνηση προχώρησε σε δημόσια αναγνώριση του απαραβίαστου σχετικά με το  δικαίωμα του ελευθέρως συνέρχεσθαι. Αν, όμως, αυτή η κυβερνητική υποχώρηση δεν σημαίνει επί της ουσίας ηχηρή αναγνώριση ότι οι απαγορεύσεις των διαδηλώσεων ήταν λάθος μέτρο, τότε τί είναι;  

Άλλωστε, ποτέ αυτό το ζήτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντη προσέγγιση, με την αποστωμένη ομοιομορφία της εξαγορασμένης από κυβερνητικά αργύρια δημοσιογραφίας. Αντίθετα, είναι ένα σύνθετο και πολυπαραμετρικό ζήτημα, που μόνο υπό αυταρχικές λογικές οφείλει κάθε κυβέρνηση να αποφεύγει την προσέγγισή του, για να προλαμβάνονται τυφλές αντιδρασεις πιεζόμενων κοινωνιών.

Το ζήτημα υιοθέτησης της σωστής ισορροπίας ανάμεσα σε περιορισμούς και τις συνεχιζόμενες δραστηριότητες μιας ζώσας κοινωνίας, ήταν και είναι το ζητούμενο. Δηλαδή, πώς θα ασκηθούν οι νόμιμες και πολιτικά ανεκτές δραστηριότητες (η εργασία, οι πολιτικές δράσεις, η ψυχαγωγία, η τροφοδοσία με τα αναγκαία κ.λπ.) με τις μικρότερες υγειονομικές συνέπειες για τον πληθυσμό.

Αυτό ήταν εξ αρχής και πάντα το ζητούμενο και σ’ αυτό απέτυχε παταγωδώς η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, μετατρέποντας την πανδημία και τον αγώνα ανάσχεσής της σε πολιτικό project απόδειξης της «επιτυχίας» της!

Δυστυχώς, μάλιστα, παρά τις σημερινές ταπεινωτικές υποχωρήσεις της (αντιλαμβανόμενες ως ταπεινωτικές ακριβώς επειδή ήταν προκλητικά επιθετική η λεκτική και η πρακτική Χρυσοχοΐδη σχετικά με τις απαγορεύσεις υπό την επικληση της πανδημίας, που σήμερα ακυρώνονται), η κυβέρνηση συνεχίζει στον ίδιο κακό δρόμο. Ήδη με πληρωμένα δημοσιεύματα στον διεθνή τύπο ανοίγει το νέο μύθευμα για τα δήθεν covid free ελληνικά νησιά. Λες και οι αλλοδαποί επίδοξοι θερινοί επισκέπτες μας είναι ιθαγενείς που ικανοποιούνται με τα «καθρεφτάκια» των δήθεν covid free θερέτρων και τους διαφεύγει ότι αυτή τη στιγμή στην «Ελλάδα χωρίς κορονοϊό» όπου προσκαλούνται ανευθύνως, ασθενείς με κορονοϊό πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ, λόγω έλλειψης των αναγκαίων υποδομών. Κι ας γελοιοποιείται ήδη η Ελλάδα στο εξώφυλλο διεθνούς περιοδικού!

Κυρίως, όμως, το κακό που συνεχίζει η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι το πολιτικό! Και η χειρότερη εκδοχή αυτού του κακού είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προ ημερών στη Βουλή να κατηγορεί όποιον ασκεί κριτική και εκφράζει ανησυχία για τις εξελίξεις στο υγειονομικό πεδίο της πανδημίας καθώς και στο μέτωπο της οικονομίας (δηλαδή να κατηγορεί το σύνολο της αντιπολίτευσης), ως εχθρό της χώρας, μόνο και μόνο επειδή δεν συμπράττει κάποιος στην εγκληματική ψευδολογία του, οι συνέπειες της οποίας έχουν ήδη αποκαλυφθεί και είναι ήδη τραγικές.        

Στάση που αποτελεί τον ορισμό του διχασμού, ενώ οι συνθήκες απαιτούν περίσσευμα πολιτικής ευψυχίας.