Μολυβάκι

10 Αυγ. 2022

3+1 σενάρια

για τις πολιτικές εξελίξεις

Οι εξελίξεις πλέον τρέχουν με ταχείς ρυθμούς και ούτε τα αντιθεσμικά και αντιδημοκρατικά κόλπα του Κυρ. Μητσοτάκη και των συνοδοιπόρων του μπορούν πια να αλλάξουν την πορεία προς την ατιμωτική εκδίωξή του από την κεντρική πολιτική σκηνή, με συνέπεια ο δημόσιος διάλογος να επικεντρώνεται πια στο μετα-νεο-μητσοτακικό σκηνικό. Μ’ αυτό το θέμα θα ασχοληθώ κι εγώ σήμερα.

Οφείλω εξ αρχής να τονίσω πως όσα αναφέρω στη συνέχεια δεν είναι προϊόν πληροφοριών, αλλά μόνο ευθύγραμμη λογική προσέγγιση στις εκδοχές που προσφέρει το θεσμικό πλαίσιο και τα πολιτικά ήθη μας, ως λύση στη βαθύτατη δημοκρατική κρίση που έχει εκδηλωθεί.

Επίσης, φυσικά, της συζήτησης σχετικά με τα σενάρια πολιτικών εξελίξεων προηγείται και επείγει ως απόλυτη προεραιότητα η δρομολόγηση των διαδικασιών εκκαθάρισης της εμπλοκής πολιτικών προσώπων στην ποινική πτυχή της υπόθεσης των παρακολουθήσεων (η πολιτική πτυχή έπεται, και -κυρίως- η διάσταση αυτή θα αποτιμηθεί στις επόμενες κάλπες, όποτε στηθούν). Σχετικά μ’ αυτό ήδη υπάρχουν κινήσεις στο προσκήνιο και το παρασκήνιο, που σε γενικές γραμμές είναι σε γνώση των πολιτών.       

Το «σενάριο +1» -ας ξεκινήσουμε απ’ αυτό, αφού είναι δεδομένη η αντιθεσμική και αντιδημοκρατική προαίρεση του πρωθυπουργού- δεν είναι κάτι άλλο από την απόπειρα να συνεχίσει ο σημερινός πρωθυπουργός με την ειδεχθή αδιαφορία ενός παχύδερμου να πρωθυπουργεύει ως το τέλος της 4ετίας. Το σενάριο αυτό συνεπάγεται (και επιβεβαιώνει) την αήθεια του Κυρ. Μητσοτάκη να μη διστάζει να καταπατά κάθε έννοια νομιμότητας και δημοκρατικής ομαλότητας για να παραμένει στην καρέκλα της εξουσίας. Αυτή ακριβώς η αγκίστρωση του σημερινού πρωθυπουργού στην εξουσία, έχει την πολιτική σημασία της, διότι επικυρώνει τον αδίστακτο χαρακτήρα του νεποτισμού που συγκροτεί τον παρόντα μηχανισμό εξουσίας, με ολέθρια συνέπεια τον σημερινό καθεστωτισμό και την εκτροπή από τις θεμελιώδεις δημοκρατικές διαδικασίες.

Τα υπόλοιπα 3 σενάρια (που για μια στοιχειωδώς λειτουργούσα δημοκρατία έχουν ως προϋπόθεση ότι ο πρωθυπουργός των παρακολουθήσεων θα έχει παραιτηθεί) είναι:

1. Κυβέρνηση υπηρεσιακή με μόνο σκοπό τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής και την προκήρυξη εκλογών (το φθινόπωρο), αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της επιτροπής. (Εδώ θα γίνουν και συζητήσεις για μετεκλογικές συμπράξεις, αλλά μη δίνετε και πολύ βάση σ’ αυτές),

2. Κυβέρνηση ειδικού σκοπού, με δύο στόχους: εξεταστική και εξασφάλιση εκταμίευσης των πόρων από το ταμείο ανάκαμψης. Ακολουθούν εκλογές ως το τέλος του 2022, και

3. Νέα κυβέρνηση (συνεργασίας, ή μη) μετά από εκλογή άλλου αρχηγού στη ΝΔ από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος. (Υφίστανται διάφοροι συνδυασμοί  στήριξης τέτοιας κυβέρνησης με σκοπό την εξάντληση της 4ετίας, από νέα δεδηλωμένη που τυχόν θα διαπιστωθεί στην υφιστάμενη βουλή).

Τούτων δοθέντων, σημείο-κλειδί των εξελίξεων είναι η υποχρέωση όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης να πράξουν παν ό,τι είναι δυνατό για να αποκατασταθεί η δημοκρατική ομαλότητα. Και, συγκεκριμένα, να τίθεται επίμονα, διαρκώς και ως απαράβατος όρος το αίτημα παραίτησης του Κυρ. Μητσοτάκη, ως ο πυρήνας της ίδιας της προσπάθειας εκκαθάρισης του δημοκρατικού πολιτεύματος από τις βρωμιές του σημερινού καθεστώτος. Προφανώς καθεστώτος μη ανεκτού και για κανένα λόγο, τόσο ως απόδειξη του απαραίτητου σεβασμού στη συνταγματική τάξη στην Ελλάδα, όσο και ως στοιχειώδης ανταπόκριση στο δημοκρατικό πολιτειακό και θεσμικό πλαίσιο που εγγυάται το ευρωπαϊκό κεκτημένο για όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ.

Όποια κόμματα της αντιπολίτευσης απέχουν του να θέτουν ευθέως το αίτημα παραίτησης του Κυρ. Μητσοτάκη το μόνο που κάνουν είναι να αφήνουν σκιές για τα κίνητρα απουσίας τους απ’ αυτό το πάνδημο δημοκρατικό προσκλητήριο, μη εξαιρουμένης και της σκέψης ότι διαπραγματεύονται με τον επίορκο πρωθυπουργό τον τρόπο της αναπόφευκτης εκδίωξής του από το προσκήνιο.   

 

 

 

 

6 Αυγ. 2022

Παρακολουθήσεις, μητσοτάκηδες

και πολιτική

Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο (αφήστε το ποινικό, που αναμφίβολα ανιχνεύεται και δύσκολα πια δεν θα αποκαλυφθεί πλήρως, αργά ή γρήγορα) η υπόθεση των παρακολουθήσεων συνεπάγεται ένα συμπέρασμα: ότι η ως σήμερα γραμμή σύμπραξης των επιγόνων του μεγάλου κινήματος με τη νεο-μητσοτακική ΝΔ σε πολλά θέματα, ή -στην καλύτερη περίπτωση- η ανοχή απεναντι στον Κυρ. Μητσοτάκη, ήταν το λιγότερο άστοχη. 

Αν δεν υπήρχε το κραυγαλέο πολιτικό παρελθόν στη χώρα, τέτοια σύμπραξη-ανοχή με τον Κυρ. Μητσοτάκη θα ήταν ίσως παραβλέψιμη. Όμως, η ιστορία μαρτυρεί αδιάψευστα για τις προσλαμβάνουσες και τις πρακτικές, υπό τις οποίες διαμορφώθηκε το αντιλαμβανόμενο από τον σημερινό πρωθυπουργό (που βρίσκεται στη θέση αυτή ακριβώς εξ αιτίας αυτού του βαρύτατου πολιτικού ολισθήματος της συμπόρευσης μαζί του) πλαίσιο δημόσιας ηθικής και πολιτικής πρακτικής του. Έτσι, το «λάθος» -αν είναι τέτοιο και όχι συνειδητή επιλογή και προτίμηση πολιτικών προταγμάτων- είναι πολύ μεγάλο για να περάσει «έτσι»!     

Στην πολιτική λάθη επιτρέπονται. Η λήθη απαγορεύεται!

Και τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν πολύ επικίνδυνη και άμεσα σχετιζόμενη με τον πυρήνα των δημοκρατικών αρχών και κανόνων τροπή: Με την κατά απολύτως εξυπηρετική των αναγκών του «πρωθυπουργού των παρακολουθήσεων» παρέμβαση της δικαιοσύνης στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, τον Άρειο Παγο, με όσα αποκαλύπτονται να επιχειρείται απροσχημάτιστα να εμφανιστούν ως δήθεν υπόθεση απτόμενη των ύψιστων υποθέσεων εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας!!! Δηλαδή, ομιλούμε για μια δυνάμει απαγόρευση προς κάθε μέσο ενημέρωσης και κάθε δημοσιογράφο να δημοσιοποιήσει τυχόν νέες αποκαλύψεις που θα περιέλθουν σε γνώση τους. Και τούτο, όταν, μάλιστα, η καθ’ αυτό υπόθεση των παρακολουθήσεων υπό την κάλυψη του πρωθυπουργού έχει ανατεθεί στο ...πρωτοδικείο!!! Εδώ επωάζεται μια απολύτως αποκρουστέα μεθόδευση, μη ανεκτή σε οποιαδήποτε λειτουργούσα δημοκρατία. Κι αυτό δεν μπορεί να περάσει! Με την αντιπολίτευση, ελάσσονα και μείζονα, να καλούνται να βρουν τρόπους άμεσης και αποτελεσματικής θωράκισης του πολιτεύματος από την εκτροπή αυτής της προσπάθειας και υπό το οποιοδήποτε πρόσχημα να κρυφτεί η αλήθεια με οποιοδήποτε μέσο από τους πολίτες και εν όψει, μάλιστα, επικείμενων εκλογών.                

Η σημερινή εκδοχή του ΠΑΣΟΚ έχει την τελευταία ευκαιρία με τη γραμμή και τη στάση της από ‘δω και πέρα να αλλάξει όσο γίνεται την πολύ κακή εντύπωση που έχει δημιουργηθεί ένεκα των επιλογών της σε μεγάλο τμήμα της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης. Δεν είναι δουλειά άλλων χώρων ή προσώπων εκτός του σημερινού σχήματος υπό τον Ν. Ανδρουλάκη να υποδείξουν πώς θα γίνει αυτό.

Όμως, για να μην είμαστε αφελείς, τα στελέχη αυτού του χώρου που υπήρξαν τα πρωτοπαλίκαρα της πολιτικά εγκληματικής συμπόρευσης με τον Κυρ. Μητσοτάκη αν δεν απομακρυνθούν τάχιστα από τα κομματικά οφίτσια που σήμερα κατέχουν (στο πλαίσιο μιας κακής νοούμενης «ενότητας»), τότε τίποτα δεν θα αλλάξει! Επίσης, αφέλεια μέχρις ανοησίας (ή ένοχη εμμονή στο ίδιο λάθος) θα ήταν να μη γίνει σαφές σε κοινά που θωπεύουν μέχρις παρεξηγήσεως το λερωμένο «σακί πολιτικής» του πρωθυπουργού και της ΝΔ ότι δεν θα συνεχίσει να είναι ανεκτή η οποιαδήποτε φιλο-μητσοτακική στάση.     

Η ενηλικίωση του αρχηγού του εν λόγω κόμματος σε τέτοιες συνθήκες (κατά τη γνώμη μου, η πιο αδύναμη και προβληματική ηγεσία που θα μπορούσε να είχε επιλεγεί σε σύγκριση με το ειδικό πολιτικό βάρος των άλλων επικρατέστερων προσώπων που έθεσαν υποψηφιότητα για πρόεδροι και δεν εξελέγησαν), δεν θα έχει καμιά άλλη ευκαιρία επανόρθωσης και ενδυνάμωσης της ούτως ή αλλως πολιτικά δευτεροκλασσάτης περίπτωσης του Ν. Ανδρουλάκη. Άλλωστε η ίδια η αντίδραση Ανδρουλάκη στο άγος των παρακολουθήσεων υπό την κάλυψη του Κυρ. Μητσοτάκη τελικά καταλήγει να είναι από τα πράγματα μια πρόωρη αξιολόγηση της εν λόγω κομματικής ηγεσίας.

Ένα παράδειγμα είναι αν θα παραταθεί η προσπάθεια να εμφανιστούν ως εξ ίσου κακές οι περιπτώσεις του Κυρ. Μητσοτάκη και του Αλ. Τσίπρα, ως δυνητικής αυριανής ηγεσίας της χώρας. Δηλαδή, για να το πούμε όσο πιο καθαρά γίνεται, αν το να αποκλείεται ως το ενδεχόμενο μέλλον της χώρας ένας πολιτικός με πρακτορίστικες παρακολουθήσεις δημόσιων προσώπων στο αποδεδειγμένο «χαρτοφυλάκιό» του, θα συνεχίσει να εμφανίζεται από τον Ν. Ανδρουλάκη και το κόμμα του ως ίσου βάρους πολιτικό άγος και αήθεια για τον δημόσιο βίο μας, με άλλο πρόσωπο, που πολλά θα μπορούσε να του καταλογίσει κανένας, αλλά όχι πολιτικές πρακτικές Μαυρίκη. Εδώ η διαφοροποίηση από την ως σήμερα στάση «ίσων αποστάσεων» Ανδρουλάκη από Κυρ. Μητσοτάκη και Αλ Τσίπρα, δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο παρά άμεση και όσο γίνεται πιο σαφής.

Πολύ συχνά στην πολιτική όσο περισσότερο και ό,τι προσπαθείς να συγκαλύψεις από τα παραστρατήματά σου, αντί συν τω χρόνω να λησμονούνται, βαραίνουν όλο και περισσότερο, μερικές φορές καταλήγοντας, μάλιστα, να είναι εκείνα που συγκροτούν τη ταυτότητα της τελικής εντύπωσης που καταλείπεις στον τελικό κριτή σου: τους έλληνες πολίτες ως του πυρήνα της δημοκρατίας.  

Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω αν ο Κυρ. Μητσοτάκης θα καταφέρει να αποφύγει πρόωρες εκλογές πολύ σύντομα, πράγμα που σε μια δημοκρατία θα ήταν η ευθύγραμμη και λογική διέξοδος για μια χώρα, όπου ο πρωθυπουργός της συνελήφθη να εμπλέκεται άμεσα σε υπόθεση παρακολούθησης πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων. Και το κόμμα του οποίου ηγείται ο πρωθυπουργός-ήρωας αυτού του βρώμικου δημόσιου σκηνικού από μόνο του θα αποφάσιζε αν θα κατέβαινε σ’ αυτές τις πρόωρες εκλογές υπό την ίδια ηγεσία και υποψήφια πρωθυπουργία.

Όμως, ό,τι και να εξυφαίνεται στα νεο-μητσοτακικά παρασκήνια, ένα είναι βέβαιο: Αυτή η σκοτεινή τριετής περίοδος για την Ελλάδα, πλησιάζει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο τέλος της. Και το μόνο που απομένει ως ευθύνη για καθε δημοκρατικό κόμμα αλλά και κάθε πολίτη όσο γίνεται είναι να διασφαλίσουν ότι η τελική έκβαση του δράματος δεν θα καταλήξει να είναι τραυματική για την πατρίδα.    

(Yγ.: Θα μπορούσα να αισθανόμουν προσωπική δικαίωση για το γεγονός ότι από πολύ νωρίς είχα -και σχεδόν μόνος- προδιαγράψει την πορεία του Κυρ. Μητσοτάκη (δυστυχώς με ολέθριες συνέπειες για την Ελλάδα) προς τη σημερινή βρώμικη και καταστροφική πραγματικότητα που βιώνεται απ’ όλους μας. Όταν κατέθετα αυτήν την πρόβλεψη περί βρωμιάς και καταστροφής, πολλοί με επιτίμησαν με το αστείο επιχείρημα ότι ενεργούσα ως φορέας της λεγόμενης «οικογενειακής ευθύνης» -θα το θυμάστε βέβαια αυτό το βλακώδες αφήγημα για να αποδομείται οποισδήποτε προβληματισμός για την επικράτηση του Κυρ. Μητσοτάκη. Λες και η πολιτική ιστορία της χώρας και τα πλαίσια μέσα στο οποία διαμορφώνονται οι προσλαμβάνουσες του οικογενειακού νεποτισμού (με πιο σκαστό παράδειγμα της περίπτωσης τον μητσοτακισμό), δεν είναι πραγματικότητες, αλλά φαντασιώσεις και προϊόντα δήθεν πολιτικών εμμονών. Όμως, τα πράγματα είναι πια τόσο σοβαρά και δύσκολα που δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για προσωπικές δικαιώσεις και αυτοεπιβεβαιώσεις. Προηγείται πάντων το συμφέρον της χώρας και η αποκατάσταση της δημοκρατίας!)                                                 

 

 

 

 

25 Ιουλ. 2022

Τί συνέβη το 1974;

Περίμενα να περάσει η μέρα της 48ης επετείου από την εκδίωξη των δικτατόρων για να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο, που έγραψα πριν μερικά εικοσιτετράωρα (η εισαγωγή αυτή γράφτηκε αφού πρώτα είχε ολοκληρωθεί η συγγραφή του παρόντος κειμένου). Λόγος της μη δημοσίευσης ανήμερα της επετείου, μέρα πού ‘ναι, ήταν να μην αναφερθώ σε ζητήματα που εκ των πραγμάτων διχάζουν πολιτικά τους έλληνες.

Τελικά, η επιλογή να μη βιαστώ να δημοσιεύσω αποδείχτηκε σοφή! Και τούτο, διότι στον αποχαιρετισμό της επετείου, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, δόθηκε στη δημοσιότητα η ομιλία της Προέδρου της Δημοκρατίας. Ομιλία, που κατά την εντύπωσή μου αποτελεί μνημείο πολιτικού διχασμού των ελλήνων και υπό την οπτική αυτή επαλήθευση της ριζωμένης πλέον παθογένειας του δημόσιου βίου μας.

Από την ομιλία Σακελλαροπούλου επιγραμματικά και ως παραδείγματα αυτής της παθογένειας που υποδαυλίζει επικίνδυνα τον ιστορικό διαχωρισμό των πολιτών σε «νομοταγείς» και «μιάσματα» και θέτει τις βάσεις για έναν ακήρυχτο εμφύλιο ανάμεσά μας, δηλαδή ανάμεσα στους «κανονικούς» έλληνες και εμάς τους «επικίνδυνους» υπολοίπους, αναφέρω:

- την πολιτική (και όχι δικαιακή, άλλωστε ως πολιτικό πρόσωπο μίλησε, και όχι ως δικαστίνα) κάλυψη που παραχώρησε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων,

- τις θετικές αναφορές της στη διεθνοπολιτικη στάση της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια παρά τις καίριες ήττες που έχουμε υποστεί την τελευταία τριετία,

- την ανεπίτρεπτη θεωρώ παρέμβαση σχετικά με την επίπληξη όσων θυμήθηκαν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο για να επιτιμήσουν την υποκρισία της δύσης κατά της Τουρκίας σε σύγκριση με τη σημερινή υποστήριξη προς την Ουκρανία,

- τη σιωπή της για την σαφή πολιτική ανεπάρκεια αντιμετώπισης των πυρκαγιών, που εδώ και 2-3 χρόνια έχουν καταστεί «θερινή κανονικότητα» για όλους τους έλληνες,

- την πλήρη κάλυψη που προσέφερε στις εγκληματικές αστοχίες της σημερινής ηγεσίας της Ευρώπης και συγκεκριμένα της ΕΕ, και

- την αδυναμία της να τηρήσει αναγκαίες αποστάσεις από συμπεριφορές της σημερινής κυβέρνησης, που σαφώς είναι προβληματικές για την αξιακή ηθική και πολιτισμική συγκρότηση της συλλογικότητας του ελληνισμού στον 21ο αιώνα.

Έτσι, η κυρία Σακελλαροπούλου, αποδεικνύεται ότι έχει πλήρη άγνοια του θεσμικού ρόλου και της άκαμπτης υποχρέωσής της να αναφέρεται στις πολιτικές εξελίξεις ως παράγων που ενώνει τους έλληνες με τις διαφορές τους, αντί να πριμοδοτεί πολιτικές, λειτουργίες και συμπεριφορές που είναι επιλογές μιας πολιτικής παράταξης και μόνο και οι οποίες εξ ορισμού μας διχάζουν. Και  Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην Ελλάδα της εποχής μας, που από σύμβολο ανοχής και ουδετερότητας μεταξύ υφιστάμενων διαφορετικών απόψεων μετατρέπεται σε πολιτικό όργανο ενός κόμματος, όχι μόνο γίνεται με τον τρόπο αυτό εργαλείο μιας κατηφορικής πορείας προς την εμβάθυνση της πολιτικής, πολιτισμικής και φυσικά και ηθικής κρίσης που εμπεδώνεται από το 2019 αλλά ταυτόχρονα μετά από 48 χρόνια ομαλότητας επιβεβαιώνει ότι έχουν πολλά ακόμη να (ξανα)γίνουν για να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει στις καθαρές αρχές της η σύγχρονη ελληνική δημοκρατία,                                     

Θα μπορούσε κανένας να προβάλλει αναλογίες της σημερινής πολιτικής ανωμαλίας με τις αντιδράσεις το 2010 κατά του μνημονίου, για να συγκαλύψει τη σημερινή δυστοπία που κυριαρχεί στην Ελλάδα, ως απόρροια έργων και συμπεριφορών μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης και ενός συγκεκριμένου πρωθυπουργού, επιχειρώντας να εμφανίσει ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν είναι η απόλυτη εξαίρεση σε μια ομαλή δημοκρατική πορεία 48 χρόνων.

Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για απολύτως αδόκιμη σύγκριση. Αφ’ ενός μεν διότι το 2010 ήταν κινήσεις της τότε αντιπολίτευσης και όχι κυβερνητικές πρακτικές, όπως σήμερα, αφ’ ετέρου δε διότι η πολιτική  συνέχεια των αντιδράσεων κατά του μνημονίου με τη διακυβέρνηση που ακολούθησε απέδειξε ότι η ελληνική δημοκρατία λειτούργησε ενσωματώνοντας το αντιμνημονιακό κλίμα στις αποδεκτές εκδοχές της θέασης των ρεουσών πολιτικών εξελίξεων, κάτι που πιθανότατα δεν μπορεί να προκύψει μετά την επικείμενη βέβαια αποχώρηση του σημερινού πρωθυπουργού από την κεντρική πολιτική σκηνή.

Μετά όλ’ αυτά, όμως, καθίσται αναγκαία μια σε βάθος επανεξέταση και στις σημερινές συνθήκες των όρων υπό τις οποίες «αποκαταστάθηκε η δημοκρατία» στη χώρα μας το 1974.

Τελικά, από την εκτροπή 1967-1974, τί αποκαταστάθηκε, τί όχι, και ποιές από τις τότε μη αποκαταστάσεις σήμερα δυναμιτίζουν την ελληνική δημοκρατία, πριονίζοντας και πάλι τον κορμό της θεσμικής σταθερότητας και της πολιτικής ομαλότητας;             

Κατά την αντίληψή μου, το 1974 υπήρξε μερική αποκατάσταση των συνεπειών της επταετούς εκτροπής. Και η αποκατάσταση αυτή καταγράφτηκε θετικά στα παρακάτω πεδία:

- στις δημοκρατικές διαδικασίες και τους θεσμούς του πολιτεύματος,

- στη συγκρότηση και τη λειτουργία του κράτους προς όφελος του πολίτη και όχι υπέρ μιας δράκας από άρπαγες της εξουσίας. (Το σημείο αυτό είναι δίδαγμα για τα σημερινά φαινόμενα εκτροπών από μια δράκα επιβητόρων της εξουσίας. Και τουτο, διότι σήμερα αποδεικνύεται ότι η δημοκρατική διαδικασία δεν είναι μια στιγμιαία υποχρέωση διά των εκλογών ανα τετραετία και ότι δεν αρκεί να εκλέγεται και μόνον ο εκάστοτε διαχειριστής της εξουσίας και στη συνέχεια για μια 4ετία κάνει ό,τι γουστάρει, αλλ’, αντίθετα, στη δημοκρατία η εκλογή για να παροδοθεί η αρχή σε όποιον πλειοψηφεί είναι το πρώτο βήμα και μόνον και στη συνέχεια οφείλεται διαρκής και αλλεπαλλήλως αποδείξιμη επιβεβαίωση του λειτουργικού σεβασμού των δημοκρατικών θεσμών),

- στη διαδικασία πολιτικής αντιπροσώπευσης του λαού (τα κόμματα),

- στην αποκατάσταση των ελευθεριών και για τις άλλες εξουσίες (νομοθετική, δικαστική και την 4η εξουσία),

- στην πολιτισμική αποκατάσταση των όρων συνύπαρξης και συλλογικής δραστηριότητας των ελλήνων.

Δεν αποκαταστάθηκαν (τουλάχιστον σε ικανοποιητικό βαθμό):      

- η απώλεια του χώρου για τον ελληνισμό, με την κατάληψη του ενός τρίτου περίπου της Κύπρου από την Τουρκία, μετά από τη στρατιωτική εισβολή του Αττίλα,

- η τυπικά και ουσιαστικά μη ορθή και βιώσιμη για το κοινό περί δικαίου αίσθημα και  συνεπώς αντιλαμβανόμενη ως μη δίκαια (παρά το περίφημο «όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» του αείμνηστου Ντεγιάννη) τιμωρία των πρωταιτίων της επταετούς εκτροπής. (Φλερτάρισμα της πολιτικής δεξιάς με τα κοινά των χουντικών, με πολιτικές συνέπειες, όμως, που φτάνουν ως τις μέρες μας. Και πιο χαρακτηριστική απόδειξη των συνεπειών αυτών ότι σήμερα τις θέσεις τριών υπουργών κατέχουν δηλώμενοι «φίλοι» των δικτατόρων ή πρόσωπα με ιδεολογικοπολιτικές απόψεις που δικαιολογούν την εκτροπή 1967-1974),

- η πραγματική αποτύπωση της διαδικασίας μετάβασης από ένα στρατοκρατούμενο καθεστώς σε μια δημοκρατία. Διαδικασία, που όφειλε να είχε αποφύγει απολύτως το σκηνικό παράδοσης της εξουσίας από έναν στρατιωτικό σ’ έναν πολιτικό. (Έτσι τεκμηριώνεται και η απόκληση αυτής της τότε παράδοσης εξουσίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου ως «αλλαγής φρουράς»),

- η σε βάθος και διασφαλισμένη αποδέσμευση της Ελλάδας από τις εξωτερικές εξαρτήσεις, που εκείνες άλλωστε σχεδίασαν και επέβαλαν την εκτροπή της δικτατορίας (επίσης σημείο, που και αυτό «κουβαλάει» σοβαρότατες συνέπειες για την Ελλάδα ως σήμερα).

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι σε σημαντικό βαθμό η (συμβολική, αλλά και με καίριες επιδράσεις επί της πολιτικής ουσίας) διαδικασία αποχουντοποίησης ευτελίστηκε σε επιφανειακές και ουσιαστικά μη εφαρμόσιμες αποφάσεις κολασμού των συνεργατών των δικτατόρων, με τις επιπτώσεις αυτού του γεγονότος ολοφάνερες για όλους μας ως τις μέρες μας.   

Τέλος, σήμερα παραμένουν και αποκτούν προτεραιότητα προς εκπλήρωση:

- η ανεξαρτησία της Ελλάδας, που εκτός από στρατιωτικο-γεω-πολιτική πρέπει να διεκδικηθεί και ως αποτίναξη εξάρτησης οικονομικής, όπως έγινε με τα μνημόνια,

- η οριστική απομάκρυσνη από τον στρατό και την αστυνομία προσώπων που αποδέχονται και υιοθετούν στις καθημερινές συμπεριφορές τους αλλά και στις εν γένει δημόσια εκφραζόμενες πολιτικές πεποιθήσεις τους τις αντιλήψεις δημοκρατικής εκτροπής (π.χ. συχνοί ξυλοδαρμοί πολιτών) και περιορισμού των ατομικών ελευθεριών των πολιτών, ως δήθεν ανεκτών σε μια δημοκρατία),  

- η αποκατάσταση της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης (που τα τελευταία 3 χρόνια χρόνια έχουν εμπλακεί ασυγχώρητα στις διαδικασίες και τα συμφέροντα του μπλοκ εξουσίας περί τον Κυρ. Μητσοτάκη),

- η πολιτισμική ενίσχυση και η πολιτική νομιμοποίηση της συλλογικής στάσης των ελλήνων ως του πυρήνα της ενότητάς μας, αντί της «δικτατορίας των αρίστων», που έχει τα τελευταία χρόνια κερδίσει έδαφος στις δημόσιες λειτουργίες,

- η συνέχιση μέχρι την τελική δικαίωση της προσπάθειας ανάκτησης του χώρου, που τα απαράγραπτα δικαιώματα πρόσβασης στον χώρο αυτόν μετά την τουρική εισβολή του 1974 έχουν αφαιρεθεί από τους έλληνες,

- η επίσπευση ωρίμανσης των δημοκρατικών  θεσμών, ώστε να διασφαλίζονται οι μέριμνες απόκρουσης κάθε εκτροπής, είτε πραξικοπηματικού χαρακτήρα είτε υπό τον μανδύα μιας εκλογικής πρόφασης, και τέλος,

- η αποκατασταση του γεωπολιτικού ειδικού βάρους της Ελλάδας, που τα τελευταία χρόνια έχει συρρικνωθεί δραματικά.

Μ’ αυτές τις σκέψεις η πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία, αλλά ταυτόχρονα και μια επιβεβαίωση της παθογένειας που έχει ριζώσει στον τόπο. Με τα δημοκρατικά, θεσικά και πολιτισμικά δεινά στην πρώτη θέση της δημόσιας ατζέντας, η αποκατάσταση των οποίων παραμένει ζητούμενο σήμερα, ως πρόταγμα για την πλήρη επανόρθωση της πολιτικής ομαλότητας.

 

 

 

 

19 Ιουλ. 2022

Πολιτική και ήθος
σχετικά με την απελευθέρωση
ενός βιαστή ανηλίκων

Παρακολουθώ με προσοχή και μεγάλο ενδιαφέρον, εδώ και πολλές μέρες τώρα, τις απόψεις όσων έσπευσαν να υπερασπιστούν την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων.

Οι απόψεις τους κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες:
-σ’ εκείνους που συμψηφίζουν την υπόθεση με οτιδήποτε μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου, από τον Αξαρλιάν, τον Χριστό και τον Λαυρέντη Μπέρια, μέχρι τον Βερναρδάκη το Μάτι και τη Μάνδρα (μάλιστα κάποιος έφτασε μέχρις του σημείου να μέμφεται όσους αντιδρούν στην απελευθέρωση του βιαστή των ανηλίκων με τη διαμαρτυρία ότι οι αντιδρώντες δεν είχαν σηκώσει πανό κατά της συμφωνίας των Πρεσπών και υπέρ της «Μακεδονίας» μας, ενώ το κάνουν τώρα με την απελευθέρωση του καταδικασμένου), και
-σ’ εκείνους που αποπειρώνται να τεκμηριώσουν την προκλητική αποφυλάκιση με κάποια νομικο-κοινωνικίστικη λεκτική.

Η πρώτη κατηγορία, φυσικά, δεν αντέχει σε καμιά σοβαρή προσέγγιση. Αν όλοι αυτοί που λένε τέτοια πράγματα (ιδίως, μάλιστα, υπό την παραδοχή ότι είναι νοήμονες πολίτες που το δημοκρατικό πολίτευμα τους έχει εμπιστευτεί το δικαίωμα να ψηφίζουν για να εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους στη Βουλή) αδυνατούν να κατανοήσουν ότι υποθέσεις αυτού του βάρους και της σημασίας, η κάθε μία απ’ αυτές έχει τη δική της αιτιολογική, αποδεικτική και ερμηνευτική βάση, τελείως ξεχωριστή και διακριτή απ’ όλες τις υπόλοιπες (άλλωστε πολλές υποθέσεις που επιστρατεύουν οι συγκεκριμένοι δεν έχουν καμιά, μα στην κυριολεξία ΚΑΜΙΑ, σχέση με την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων, όπως και να το δει κανένας), τότε ασφαλώς κείται εκτός των πλαισίων της νοητικής ικανότητας όλων αυτών να αντιληφθούν ότι συμψηφισμοί στην υπόθεση απελευθέρωσης του βιαστή ανηλίκων (και με σαφή προαίρεση το πρακτικό αποτέλεσμα υποστήριξής του) απλά, απλούστατα, δεν είναι νοητοί, ούτε ανεκτοί για να περάσουν χωρίς σκληρές αντιδράσεις της κοινωνίας.

Εκτός όλων των άλλων, είναι απαράδεκτοι τέτοιοι συμψηφισμοί και δεν γίνονται δεκτοί διότι από τα πράγματα συνιστούν μια αδιανόητη συλλογικά ασκούμενη βιαιότητα σε βάρος των θυμάτων του βιαστή, που μετά απ’ αυτή την καταλυτική για τη ζωή τους περιπέτεια, βιώνουν πρακτικά το αποτέλεσμα να βλέπουν τον βιαστή τους να σουλτσάρει ανεμπόδιστα δίπλα τους, παρ ό,τι έχει καταδικαστεί για τις βρώμικες πράξεις του. Παρ’ ό,τι -και ορθά- δεν προβλέπεται στη δημοκρατία μειωμένος υπολογισμός του βάρους της ψήφου όλων αυτών (λόγω της έκδηλης και αποδεδειγμένης από τα ίδια τα λόγια και τις συγκρίσεις που κάνουν αδυναμίας ή απροθυμίας τους να λειτουργήσουν ως πολίτες με ώριμη πρόσληψη της ανάγκης οι όροι συγκρότησης ως άνθρωποι των συνυπαρκτικών μας προταγμάτων να διέπονται από αρχές και ήθος), όλοι εμείς οι υπόλοιποι που έχουμε εκδηλώσει την αντίδρασή μας στην απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων, οφείλουμε να στιγματίζουμε απερίφραστα και συνεχώς τη στάση όσων με τέτοιους σαφώς αντικοινωνικούς συμψηφισμούς στην ουσία υποβαθμίζουν κτηνωδώς τις ανθρώπινες τραγωδίες που υπάρχουν πίσω απ’ αυτήν την υπόθεση.

Ναι, εσείς, όλοι, θα συνεχίσετε να ψηφίζετε όπως και πριν! Αλλά από ‘δω και πέρα θα φέρετε στίγμα ανεξάλειπτο της βαρβαρότητας που εκπροσωπήσατε με τη στάση σας. Γιατί έτσι εκφράσατε μια κοινωνία που ανέχεται την πρακτικά ατιμώρητη (ως σήμερα τουλάχιστον) άσκηση βίας από άνθρωπο σε άνθρωπο, όσο βάρβαρη και αν αποδείχτηκε και χωρίς καμιά πλέον αμφιβήτηση αυτή η βία. Τί έλλειψη ενσυναίσθησης και άλλες αηδίες, που ακούω; Όλοι εσείς είσαστε πλέον ο δικαιολογητικός πυρήνας του ίδιου του φαινομένου της βιαιότητας, ως ανεκτής συμπεριφοράς και στάσης μέσα στην κοινωνία μας.

Θα είσαστε πια απέναντί μας. Και θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τσακίσουμε τις ιδέες, τη στάση και την εικόνα σας στον κόσμο μας. Ανήκουμε αλλού και δεν σας θέλουμε δίπλα μας, με τέτοιες συμπεριφορές!

Η δεύτερη κατηγορία, ψελλίζει τεκμηριώσεις από ψευδέστατες ως απολύτως αδύναμες. Από τη γελοιότητα ότι για την απελευθέρωση του βιαστή ευθύνεται ο νόμος Παρασκευόπουλου, ως την εξ ίσου αστεία προσπάθεια να εξισωθεί η απελευθέρωση του βιαστή με άλλη ανάλογη υπόθεση, που, όμως, παρά την καταδίκη επίσης του κατηγορηθέντος στην άλλη υπόθεση και την αναστολή που του παραχωρήθηκε, ο καταδικασθείς παραμένει και μετά την αναστολή προφυλακισμένος για άλλες ανάλογες υποθέσεις που κατηγορείται.

Ούτε και εδώ υπάρχει περιθώριο σοβαρής προσέγγισης σ’ αυτά, απλά διότι κάθε μία από τις νομικο-κοινωνικίστικες δικαιολογίες που έχουν ως τώρα επιστρατευτεί από τη δεύτερη κατηγορία (και είναι πολλές), έχει ως σήμερα καταπέσει ως ψευδής ή ανακριβής. Τουλάχιστον, όμως, εδώ δεν υποβοηθάται και νομιμοποιείται ευθέως η κτηνώδης βιαιότητα ως ανεκτή συμπεριφορά της κοινωνίας.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η πρώτη και η δεύτερη κατηγορία υποστηρίξεων ή ανοχών υπέρ του βιαστή των ανηλίκων, ενοποιούνται απολύτως και ομογενοποιούνται σ’ έναν σκοπό! Ένα σκοπό πολιτικό! Την προσπάθεια να στηριχτεί πολιτικά το κυβερνητικό σύστημα του Κυρ. Μητσοτάκη, που ανιχνεύεται ως ισχυρό επεξηγηματικό στοιχείο του γιατί και πώς ο συγκεκριμένος βιαστής των ανηλίκων απολαμβάνει παγίως τόσο εξαιρετικά ευνοϊκής μεταχείρισης από μεριάς των κρατικών οργάνων. Και η προσπάθεια αυτή εκδηλώνεται ακριβώς τη στιγμή που ο Κυρ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του κλονίζονται πολιτικά συθέμελα από το μέγεθος της τεράστιας καταστροφής που έχουν προκαλέσει σε βάρος της χώρας και όλων μας, του καθένα από μας ξεχωριστά. Και η προσθήκη της επί πλέον απαξίας από τον συσσωρευμένο κοινωνικό θυμό πανω σ’ ένα ήδη σαθρό και σάπιο κυβερνητικό σύστημα μοιάζει να ‘ναι η χαριστική βολή για αυτό, ιδίως επειδή εδώ, στην υπόθεση απελευθέρωσης του βιαστή ανηλίκων, τα ζητήματα που κυριαρχούν δεν είναι πλέον αξιολογήσεις περί της ικανότητας του πρωθυπουργού και των συν αυτώ να ασκούν την εξοσία προς όφελος όλων μας, ή της ανικανότητας και ακατάλληλότητάς τους, αλλά ζητήματα ηθικής τάξης.

Κι αυτό το σημείο, δηλαδή η απροσχημάτιστη κομματικοποίηση μιας υπόθεσης με ευθείες αναφορές στο πεδίο των αρχών της ηθικής που (οφείλουν να) συγκροτούν τον δημόσιο βίο μας, είναι ίσως η μεγαλύτερη αήθεια και ο πιο ενδεικτικός εκβαρβαρισμός συμπεριφορών από μεριάς όσων υποστηρίζουν ή ανέχονται τον βιαστή των ανηλίκων.

Αυτό το ξεκάθαρο πολιτικό κίνητρο, δεν μπορεί πια να κρυφτεί και παραβλεφθεί. Γιατί όλοι κατανοούμε -το γνωρίζουν άλλωστε χωρίς να το δηλώνουν ανοιχτά και οι ίδιοι οι συμπαραστάτες του βιαστή ανηλίκων, προσπαθώντας να το συγκαλύψουν, αν και προφανέστατο- ότι το κίνητρο του ενδιαφέρντός τους να ασχοληθούν με την απελευθέρωση του συγκεκριμένου εγκληματία, είναι να στηριχτεί πολιτικά μια κυβέρνηση. Πόσο πειστικό είναι ότι αίφνης όλους αυτούς τους έπιασε ο πόνος να υπερασπιστούν το ακριβές περιεχόμενο και την πρακτική εφαρμογή του πολυσυζητημένου "κοινού περί δικαίου αισθήματος" της κοινωνίας;

Πείθεται άραγε κανένας απ' αυτά;

Βεβαίως, ανάλογα πολιτικά κίνητρα θα μπορούσαν να αποδοθούν και στην αντίπερα όχθη, εκείνη όσων διαμαρτύρονται για την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων. Με σκοπό την αποδόμηση μιας κυβέρνησης και ενός πρωθυπουργού.

Φυσικά, υπάρχουν και εδώ τέτοια κίνητρα. Εδώ, όμως, υπάρχουν δύο καίριες διαφορές:
- η πρώτη είναι ότι σε καμιά περίπτωση (ό,τι και να διακινούν οι φιλοκυβερνητικοί κονδυλοφόροι και οι συνοδοιπόροι τους) δεν ανιχνεύεται η μονοπαραταξιακή υποκίνηση (αποδιδόμενη σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να διατηρηθούν στην εξουσία οι φορείς των όρων υπό τους οποίους αποφασίστηκε η απελευθέρωση ενός εγκληματία) όσον αφορά στην αντίδραση για την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων, αλλ', αντίθετα, είναι σαφής η ευρύτερη (θα έλεγα και πολιτικά διάχυτη και μαζικά εμπεδωμένη) δυσαρέσκεια για την εξέλιξη αυτή, και
- η δεύτερη είναι το πρακτικό αποτέλεσμα του πολιτικού υπόβαθρου πίσω από την αντίδραση για την απελευθέρωση του βιαστή ανηλίκων.

Διότι αν είναι η πολιτική εκ του αποτελέσματος να προάγει αρχές και ηθικές αξίες, και όχι βαρβαρότητες, τότε για ποιό λόγο θα ήταν κατακριτέα τέτοια πολιτική;

 

 

 

 

17 Ιουλ. 2022

Πώς πέφτουν οι ανήθικες εξουσίες

Εδώ και μερικούς μήνες, δηλαδή με τη συμπλήρωση μιας τριετίας από τη αναρρίχηση του Κυρ. Μητσοτάκη στην εξουσία (με τα όποια μέσα μετήλθε ο σημερινός πρωθυπουργός για να ξεγελάσει την καταταλαιπωρημένη από τη μνημονιακή δεσποτεία Ελλάδα), έχει αρχίσει να εμπεδώνεται η εικόνα γενικευμένης σήψης των προσώπων, των μηχανισμών και των λειτουργιών που συγκροτούν το μπλοκ εξουσίας που συστηματικά καταστρέφει τη χώρα από το 2019 και γύρω από το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Η ηθική κατάπτωση συστημάτων πολιτικής εξουσίας που χωρίς καθόλου αρχές και αξιακές αναφορές πέτυχαν -περνώντας από την κερκόπορτα ατελών και προβληματικών σημείων ενός δημοκρατικού πολιτεύματος- να αρπάξουν την ηγεσία μιας χώρας, είναι κλασσικό σύμπτωμα αυτών των συστημάτων. Το φαινόμενο αυτό επαναλαμβάνεται συχνά στην ιστορία από πολύ παλιά. Επίσης, αυτή η γενικευμένη ηθική σαπίλα στον δημόσιο βίο, ως το χαρακτηριστικό σύμπτωμα βιασμού της πολιτικής ομαλότητας από τις πράξεις αυτών των αρπακτικών, αποτελεί εξ ορισμού και την απόδειξη ότι πρόκειται περί τούτου. Για τα συστήματα αυτά, και για να αποκατασταθεί η σοβαρότατη βλάβη που αυτά τα ίδια προκαλούν στο σώμα των δημοκρατικών λειτουργιών, δεν επαρκεί η εκλογική ήττα τους στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Αντίθετα, απαιτείται η βαθύτατη παρέμβαση εξάρθρωσης και σε ολοκληρο το πεδίο της πολιτικής αρμοδιότητας των όρων υπό τους οποίους οι ανήθικες αυτές εξουσίες έχουν δομήσει ό,τι πρόλαβαν όντας στην εξουσία, υπό νομιμοφανείς διαδικασίες άλλα ταυτόχρονα με έκδηλο το στίγμα εκτροπής από την δημοκρατική πολιτική ομαλότητα. Είναι θεμελιώδες ζήτημα τιμής αλλά και ποιότητας των θεσμών για τη δημοκρατική πολιτική διαδικασία να αποκατασταθεί η κλονισμένη από τους αυτουργούς αυτής της εκτροπής ομαλότητα.

Φαινόμενα όπως η εξαγορά με δημόσιο χρήμα μέσων ενημέρωσης από τους αήθεις κυβερνήτες, επιβήτορες αυτών των ανώμαλων πολιτικών συστημάτων, οι αλλεπάλληλες απελευθερώσεις καταδικασμένων εγκληματιών υπό εξαιρετικά ευνοϊκούς για τους ίδιους όρους, οι συνομωσίες για να πληγούν πολιτικά και να διωχθούν ποινικά οι αντίπαλοι του Κυρ. Μητσοτάκη, οι μαζικοί ξυλοδαρμοί πολιτών από αστυνομικούς, η κατάπτωση της δικαιοσύνης από ανεξάρτητη εξουσία διασφάλισης της νομιμότητας και ύστατης καταφυγής των αδυνάμων σε πολιτικό όργανο υπηρέτησης μικροσκοπιμοτήτων των κυβερνώντων, οι αλλεπάλληλοι προδήλως άδικοι και μεροληπτικοί υπέρ των φίλων του καθεστώτος χειρισμοί των κρατικών μηχανισμών, οι σκαστές περιπτώσεις νεποτισμού υπέρ των συμφερόντων ημετέρων και κατά κραυγαλέα παραβίαση των όρων της κατά το δυνατόν ισότιμης και δίκαιας κατανομής του πλούτου μεταξύ των πολιτών, αλλά και -τελευταίο στον κατάλογο αυτής της διάχυτης ηθικής κατηφόρας- η υποτίμηση και υποβάθμιση των ύψιστων συμφερόντων της χώρας (δηλαδή η προτασία της εδαφικής ακεραιότητάς της και η θωράκισης των εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων και της κυριαρχίας της σ’ ολόκληρη την ελληνική επικράτεια) σε επικοινωνιακό όργανο υπηρέτησης των αναγκών αυτού του ανήθικου συστήματος εξουσίας που αγκιστρώνεται στις καρέκλες του πρωθυπουργού και των υπουργών, πρέπει να αποπεμφθούν αμέσως από την καθημερινότητά μας και οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των εκτροπών να τιμωρηθούν αυστηρά.

Τέτοια αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας, τηρουμένων των αναλογιών διαφορετικότητας εποχών και γενικών πλαισίων αναφοράς της ελληνικής κοινωνίας, προσομοιάζει ιδιαίτερα με τις αποκαταστάσεις που επιχείρησε το εγχώριο πολιτικό σύστημα μετά την κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Φυσικά ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν  μας προέκυψε από ένα πραξικόπημα εποχούμενος επί των τανκς και γι’ αυτό δεν άντεξε επτά χρόνια, αλλά τρία. Και για τον ίδιο λόγο δεν μπορούν να συγκροτηθούν μετά την εκδίωξή του πολιτικά δικαστήρια με το ερώτημα ανατροπής της δημοκρατίας από μεριάς του. Στο βάθος, όμως, και στην έκταση των αλλαγών που πρέπει να ακολουθήσουν για να αποκατασταθεί στοιχειωδώς η δημοκρατική ομαλότητα και η προαίρεση ουσιαστικού εκδημοκρατισμού του πλαισίου που οικοδόμησε ο επικεφαλής αυτού του ανήθικου μηχανισμού διαχείρισης εξουσίας από όποιον τον διαδεχτεί, είναι στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για μια δημοκρατική Ελλάδα στον 21ο αιώνα.                                            

Πρέπει εδώ, μάλιστα, να σημειωθεί ότι η σημερινή κατάρρευση ακόμη και των στοιχειωδέστατων κανόνων συγκρότησης της κοινωνίας πάνω σε αρχές, διακρίνεται μάλιστα από την κατά τα άλλα φυσιολογική και αναμενόμενη φθορά οποιασδήποτε άλλης κανονικά εκλεγμένης και με όρους δημοκρατικής διαφάνειας και ομαλής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών κυβέρνηση. Εδώ δεν ομιλούμε περί της πολιτικής φθοράς που παράγεται από τις πράξεις και τις παραλείψεις μιας κυβέρνησης, αλλά για την διευρυνόμενη κάθε μερα όλο και περισσότερο κατάπτωση του ηθικού πλαισίου που διέπει τη λογική αυτού του «κόλπου» άδηλης δημοκρατικής εκτροπής και μάλιστα στην τελική φάση του, όταν αυτό σήπεται σε βάθος και κακοφορμεί τραγικά πάνω στο σώμα του πολιτεύματός μας, με τις οσμές αυτής της βρωμιάς να μη μπορούν πια να καλυφθούν με τίποτα.

Η αντοχή του Κυρ. Μητσοτάκη τα 3 τελευταία χρόνια, δεδομένης της σαπίλας που ενδημεί ως απόρροια των δημόσιων  δράσεων και συμπεριφορών του (από τη βαρβαρότητα με τον ψυκτικό του Περιστερίου, ως τις βόλτες του στην Πάρνηθα όταν όλοι οι έλληνες ανεξαιρέτως ήταν σε κατ’ οίκον περιορισμό -ούτε η χούντα δεν θα μπορούσε να διανοηθεί τόσο γενικευμένο και οριζόντιο τρόπο περιορισμού των ατομικών  ελευθεριών), είναι εντυπωσιακή. Αν το σκεφτεί, όμως, κανένας καλύτερα θα διαπιστώσει ότι ο μισός και περισσότερος χρόνος που κυβερνάει πέρασε με τους έλληνες στον γύψο. Πώς, λοιπόν, με τέτοιες συνθήκες να εκδηλωθεί και να καταγραφεί σε απτή αντίδραση από μεριάς των πολιτών η αντίθεση στις ανομίες και τις αήθειες του Κυρ. Μητσοτάκη και των συν αυτώ; Και αν και πολλή συζήτηση έχει γίνει για την αυστηρότητρα των εγκλεισμών των πολιτών στα σπίτια τους με πρόσχημα την πανδημία (σημειωτέον, ήταν  το αυστηρότερο λοκ ντάουν στον κόσμο πλην Κίνας), το μόνο βέβαιο είναι ότι η κρατική εξουσία του Κυρ. Μητσοτάκη εκμεταλλεύτηκε πολιτικά στο έπακρο το πρόσχημα της πανδημίας για να εφαρμόσει ανελεύθερες πρακτικές σε βάρος των πολιτών.                     

Το πέρασμα στη φάση της βαθειάς ηθικής σήψης του συστήματος που εξεθρεψε, έφερε και συντηρεί και σήμερα τον Κυρ. Μητσοτάκη, είναι φυσικά προαναγγελία της ηχηρής κατάρρευσής του.

Καθαγιασμοί και σημερινές ομοιότητες με τα «Γερούν γερά» και τις οριζόντιες επιθέσεις στο εισόδημα και την αξιοπρέπεια των πολιτών της μεσοκατώτερης τάξης καθώς και εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις μιας σειράς πρακτικών εκτροπής από τη δημοκρατική ομαλότητα συνεπεία αποφάσεων και δράσεων της κυβέρνησης Κυρ. Μητσοτάκη, οριοθετούν και το πλαίσιο των πολιτικών εξελίξεων που ακολουθούν. Ταυτόχρονα ορίζουν και τις ευθύνες του κάθε πολίτη ξεχωριστά, αφού πλέον δικαιολογίες της κατηγορίας «δεν ήξερα» συντρίβονται κάτω από το βάρος της κατάστασης γενικευμένης καταστροφής, στην οποία αφήνει ο Κυρ. Μητσοτάκης την Ελλάδα στα χέρια όλων ημών των υπολοίπων.