Μολυβάκι

21 Νοε. 2020

Η δημοκρατία

δεν είναι αναπτυξιακή παράμετρος

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται τις τελευταίες μέρες η κρίση που ξέσπασε με το βέτο που έθεσε η Ουγγαρία (και με τη συνδρομή της Πολωνίας) για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Μια κρίση, που θα μπορούσε να μετεξελιχτεί σε σοβαρή περιπέτεια για την συνοχή της ΕΕ και με παράπλευρη βαρύτατη συνέπεια την καθυστέρηση υλοποίησης του σχεδίου ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, στο οποίο μετά από πολύ κόπο κατέληξαν το περασμένο καλοκαίρι οι ευρωπαίοι ηγέτες στην προσπάθεια ανάνηψης από τα μεγάλα πλήγματα που επέφερε η πανδημία στην ευρωζώνη.    

Η παρούσα κρίση αποτελεί ολοφάνερο σύμπτωμα μιας προϊούσας αποδιάρθρωσης των κεντρικών συνεκτικών στοιχείων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού οράματος, με τη βαθμιαία την τελευταία 20ετία απομάκρυνση από τις ιδρυτικές αρχές της αλληλεγγύης και της επιδίωξης σύγκλισης των οικονομιών, σε συνδυασμό με την αποστασιοποίηση από τη διαδικασία ώσμωσης διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμικών συστημάτων αλλά και ιστορικών παραδόσεων των προς ενοποίηση χωρών και εθνοτήτων. Η εγκατάλειψη αυτών των στοιχείων και η συν τω χρόνω μετάπτωση από υπερεθνική ένωση εθελοντικής προσχώρησης σε μια σύμπραξη επί μέρους κρατικών εξουσιών, με ηγεμονεύουσες  αναφορές στο γερμανικό μεταψυχροπολεμικό πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό μοντέλο, μετέτρεψε την ΕΕ από το οραματικό προσδόκιμο των γενεών που ορκίζονταν στο όνομά της, σε πολιτικό διαχειριστή της μετάβασης στη σημερινή -μεταλλαγμένη, θά ‘λεγε κανένας- σκληρή γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Με παράλληλες αυτοαναφορικές και αυτοπροσδιοριστικές συνομολογήσεις σε νέα πρότυπα ευρωπαϊκής ηγεσίας και ταυτοτικής αναπροσαρμογής, με πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ίσως απ’ όλα το παράδειγμα του χαρτοφυλακίου για τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», που έχει ανατεθεί εις χείρας του Έλληνα αντιπροέδρου της Κομισιόν, Μαργαρίτη Σχοινά.

Αν προσέξει κανένας τη γκάμα αντιδράσεων στην πρωτοβουλία της σημερινής Κομισιόν για το χαρτοφυλάκιο αυτού του περιεχομένου και αναγόρευσή του μάλιστα σε πυρήνα κατανόησής του ως θεματοφύλακα της επιδιωκόμενης ως κοινής «ευρωπαϊκής ταυτότητας», θα καταγράψει το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαφορετικών τρόπων πρόσληψης του όρου μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και των πολιτικών αντιπροσωπεύσεών τους. Κι αυτό, σε μια απτή αποδεικτική απεικόνιση των αιτίων που κάνουν την ΕΕ να χάνει μεγάλο μέρος της ελκτικής γοητείας που ασκούσε στους πληθυσμούς  ως τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και της μετάλλαξής της πλέον σήμερα σ’ έναν «μηχανισμό υποχρεωτικοτήτων» για τις χώρες-μέλη, ελάχιστης δημοκρατικής νομιμοποίησης, που μάλλον βαραίνουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες εκάστη στις σχέσεις με τους πολίτες που εκπροσωπεί,  παρά συμβάλλουν στη διαδικασία δημοκρατικής ωρίμανσης και κοινωνικής συνοχής σε περιβάλλον ευημερίας.

Η οικονομική κρίση του 2010 και η συνέχειά της με θρυαλλίδα τον κορονοϊό, παράλληλα, έχει συμβάλλει στην αποσιώπηση των πολιτικών αποδομητικών παραγόντων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, όπως οι παράγοντες αυτοί σκιαγραφήθηκαν εν συντομία ως εδώ, κάνοντας την κρίση εμπιστοσύνης που περνάει η ΕΕ σήμερα, να φαίνεται πως οφείλεται κατά κύριο λόγο ή και απολύτως σε οικονομικούς λόγους, ενώ δεν είναι. Η ίδια η απόπειρα αντιπαράθεσης των εκφραστών της σημερινής νοοτροπίας που κυριαρχεί στην ΕΕ απέναντι σ’ όσους αντιδρούν στην εν εξελίξει απομείωση των όρων θεσμικής δημοκρατικής συγκρότησης της Ένωσης, με τον γενικό καταγγελτικό όρο-χαρακτηρισμό τους ως «λαϊκιστές» με πεδίο αναφοράς τη χειμαζόμενη ευρωπαϊκή οικονομία, αποτελεί απόδειξη της αδυναμίας των γραφειοκρατών των Βρυξελλών τόσο να ερμηνεύσουν τα βαθύτερα αίτια της κρίσης εμπιστοσύνης προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όσο και να αναζητήσουν τις δέουσες λύσεις έναντι του φαινομένου. Παρά ταύτα, πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα είναι κατά βάση υπόθεση δημοκρατικού ελλείμματος στη συγκρότηση της ΕΕ. Και ίσως τα αίτια σημερινής μετάλλαξης της Ένωσης από υπερεθνικός μηχανισμός «δημοκρατικού αυτοσκοπού» σε αντίστιξη με το αμερικανικής κοπής παγκόσμιο μοντέλο «οικονομικού  αυτοσκοπού», σε φορέα χρηματο-οικονομικών και όχι πολιτικών προτεραιοτήτων, συνεπεία της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος στο πλαίσιο της παλιότερης προσπάθειας ντ’ Εστέν, να είναι επαρκή ως εξήγηση του παρόντος αδιεξόδου.

Φυσικά, επιβαρυντικά, λειτούργησαν και οι χειρισμοί κατά τη διάρκεια της κρίσης που ξέσπασε στην ΕΕ το 2010 (οι οποίοι ως συνέπεια αυτής της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος και απόδοσης της πρωτοκαθεδρίας για την προαγωγή του ενοποιητικού σκοπού στην οικονομία και το ευρώ, αντί της θεσμικής  συγκρότησης του μοντέλου ευρωπαϊκής δημοκρατίας), με συμπεριφορές ευρωπαίων αξιωματούχων μειωτικές και διαλυτικού αποτελέσματος για την ευρύτερη ευρωπαϊκή συνοχή προς χώρες-μέλη και ολόκληρους πληθυσμούς. Είναι όνειδος, ακόμη και σήμερα, τελούντες εν γνώσει και επιγνώσει του δημοκρατικού (αλλά τελικά και οικονομικού) σφάλματος των μνημονίων, ένας …πρώην αμερικανός πρόεδρος  να αποφασίζει να πει την αλήθεια για τη διασωστική μέθοδο 2010-1019 και την ίδια στιγμή στις Βρυξέλλες να δυσκολεύονται τόσο πολύ να το συνομολογήσουν. Κι ακόμη, τα στελέχη που πρωτοστάτησαν στην αποδεικνυόμενη σήμερα ως εσφαλμένη διασωστική μέθοδο 2010-2019 (π.χ. Κλάους Ρέγκλινγκ, Κριστίν Λαγκάρντ, Γενς Βάιντμαν, Γιάννης Στουρνάρας, και πολλοί άλλοι…) να καλούνται να υλοποιήσουν μια τελείως διαφορετικού προσανατολισμού διασωστική μέθοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας επί πανδημίας, όπως αυτή εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι με έμμεσο κόψιμο πληθωριστικού ευρώ. Ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά του νεποτικού πολιτικού φαινόμενου στις ελίτ, είναι να αλλάζουν εξ ανάγκης οι πολιτικές αλλά τα πρόσωπα να παραμένουν τα ίδια. 

Σήμερα, λοιπόν, με το ουγγαρέζικο βέτο, η ΕΕ εισέρχεται σε πρωτόγνωρη περιδίνηση. Και είναι αυτή περιδίνηση δημοκρατικού προβληματισμού, παρ’ όλο που η επικίνδυνη αρνησικυρία του Όρμπαν κινδυνεύει παράλληλα να επιφέρει νέο σημαντικό πλήγμα στη δοκιμαζόμενη από τον κορονοϊό ευρωπαϊκή οικονομία, λόγω των καθυστερήσεων υλοποίησης του ευρωπαϊκού σχεδίου οικονομικής ανάνηψης του περασμένου καλοκαιριού.

Διαφεύγει ίσως της προσοχής ως δευτερεύον ότι η Ουγγαρία με «εθνικό» νόμισμα το φιορίνι, και όχι με ευρώ, και με αποδεδειγμένα λαϊκίστικη ηγεσία (αποδεικνυόμενο αυτό από τη στάση της χώρας στο προσφυγικό και την άρνηση να αποδεχτεί το μέρισμα φιλοξενίας προσφύγων που της αναλογεί, και όχι από κίνητρα οικονομικά) και όχι ως «λαϊκισμός» (όπως αποδόθηκε χύδην ο χαρακτηρισμός σε όσους αντιστάθηκαν στη λογική και το κοινοτικό ήθος των μνημονιακών «διασώσεων»), ενώ καταπατά δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών της, επιστρατεύει προς τεκμηρίωση αιτιολόγησης του ορμπανικού βέτο το «δημοκρατικό» της δικαίωμα να καταπατά πολιτικές ελευθερίες, υπό την εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση που φέρει ο πρωθυπουργός της!

Η αντίφαση είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική της αναποτελεσματικότητας που διέπει τους σημερινούς ευρωπαϊκούς κανόνες, με τις δύο αντίπαλες ευρωπαϊκές εξουσίες (εκείνη των Βρυξελλών, από τη μία μεριά, και την ουγγρική, από την άλλη) αμφότερες να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους ότι μοχθούν για την προάσπιση των αρχών της δημοκρατίας.

Δεν ξέρω αν ο Όρμπαν διαθέτει χιούμορ (δεν το θεωρώ προσιδιάζον χαρακτηριστικό των πολιτικών λαϊκιστών), αλλά αναμφίβολα η σημερινή κατάσταση στην ΕΕ με το ουγγρικό βέτο φέρει στοιχεία τραγικής κωμωδίας. Εξ ίσου κωμικοτραγικό είναι ένας λαϊκιστής και με στοιχεία αντιδημοκρατικής διακυβέρνησης στο ιστορικό του ευρωπαίος ηγέτης να παίζει με ασύγγνωστη ελαφρότητα με τον απολύτως επείγοντα χαρακτήρα της ανάγκης ενεργοποίησης του σχεδίου ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, και να αντιδρά στους μύδρους των Βρυξελλών για την ανευθυνότητά του, «αλά Μέρκελ». Δηλαδή σ’ όσους  αγωνιούν να αντιτείνει την αφ’ υψηλού «λύση»: "Οι συνομιλίες θα πρέπει να συνεχισθούν και στο τέλος θα φθάσουμε σε μια συμφωνία, έτσι συμβαίνει συνήθως"!!!

Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών μπορεί τώρα να οργίζονται με τα καμώματα Όρμπαν, αλλά ίδια ήταν η συμπεριφορά τους όταν πίεζαν την Ελλάδα μέχρις ασφυξίας ώστε να υποχρεωθεί να υπογράψει το αντιπαραγωγικό μνημόνιο το 2010 για να αποφύγει τη χρεοκοπία. Το επανέλαβαν με την Ελλάδα και το 2015, με ανάλογες ασφυκτικές πιέσεις μετά την αναγγελία ότι η χώρα θα διενεργήσει δημοψήφισμα, για να υποχρεωθεί η τότε κυβέρνηση να προσφύγει σε capital controls. Το συντήρησαν όλη την περίοδο της αρχικής έκρηξης του προσφυγικού, αρνούμενοι να αναλάβουν κάθε χώρα μέρος του βάρους της κρίσης που ξέσπασε με τον πόλεμο στη Συρία, αφήνοντας την Ελλάδα μόνη και πολιτικά ευπρόσβλητη στους λαϊκισμούς της ακροδεξιάς και των χρυσαυγητών. Ακόμη και σήμερα στις αφόρητες εκβιαστικές πιέσεις της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου οι ίδιοι γραφειοκράτες μας συνιστούν «να κάνουμε υπομονή», αντί να επιβάλλουν κυρώσεις, υποβαθμίζοντας κατάφωρα τη σημασία του γεγονότος ότι το ζήτημα είναι κυριαρχικά υπαρξιακό για τους Έλληνες.

Και δεν είναι μόνο η Ελλάδα θύμα αυτών των ανοίκειων πρακτικών. Συνολικά οι μεσογειακοί πληθυσμοί συκοφαντήθηκαν από κορυφαίους ευρωπαίους αξιωματούχους ως τεμπέληδες και περίπου άρπαγες του ιδρώτα των πλούσιων βορειοευρωπαίων.

Και την ίδια ώρα, οι κυρώσεις κατά του Λουκασένκο αλλά και της Ρωσίας για την υπόθεση Ναβάλνι (δραματικά μικρότερης σημασίας και  βάρους υποθέσεις σε σύγκριση με την ανοιχτή αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών από τρίτη χώρα-μη μέλος), εγκρίνονται με συνοπτικές διαδικασίες.

Η εντύπωση ότι στην ΕΕ υπάρχουν κάποιες χώρες-μέλη  που είναι «λίγο πιο ίσες» από τις υπόλοιπες, χτίστηκε και συνέβαλε καταλυτικά στην αποδόμηση πειστικότητας του ευρωπαϊκού  ενοποιητικού οραματισμού όλ’ αυτά τα χρόνια με τέτοιες ανοίκειες πρακτικές, τις οποίες σήμερα υιοθετεί ο ορμπανισμός. Η ευρωπαϊκή ελίτ αντί να επιδείξει ανεκτικότητα και ενσωματωτική πολιτική ευπροσηγορία στις ιδιαιτερότητες των συστατικών μερών του μεγάλου εγχειρήματος, τηρεί ακαμψία προς τήρηση μεθόδων που η ίδια επέλεξε ως δήθεν αντιπροσωπευτικές των διαθέσεων των ευρωπαίων πολιτών, ενώ είναι γνωστό ότι η δυσαρέσκεια για την ΕΕ εντείνεται και η αδιαφορία για τις κοινές ευρωπαϊκές υποθέσεις διευρύνεται ανάμεσα στους πολίτες της ηπείρου. .

Ποιός λησμονεί αναφορές της ίδιας ελίτ ότι «η Ελλάδα μπήκε χαριστικά στην ευρωζώνη» (και το πληρώσαμε πανάκριβα αυτό με υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος σε πανάκριβη ισοτιμία), ενώ την ίδια στιγμή προφανέστατα ανέτοιμες χώρες, θεσμικά, οικονομικά και πολιτικά, εντάσσονταν με κριτήρια της πλάκας στην ΕΕ, για να κάνουν οι γραφειοκράτες της νέας εποχής της Ένωσης το ανόητο και επικίνδυνο -όπως αποδεικνύεται σήμερα- «πάρτι διευρύνσεων» και μόνο και μόνο για να χτιστούν οι εντυπώσεις ότι η «γερμανική Ευρώπη» δήθεν μεγαλουργεί (ακόμη κι αν το Βερολίνο μαζί με την Ουάσιγκτον υπήρξαν  οι επισπεύδουσες δυνάμεις του τελευταίου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος); Μήπως η Ουγγαρία, που σήμερα για λογαριασμό της θέτει το βέτο ο Όρμπαν, δεν είναι μία από τις χώρες που άρον-άρον και με αστείες διαδικασίες ελέγχου των αναγκαίων προϋποθέσεων εντάχθηκαν στην ΕΕ, για να προληφθεί η υποψία επηρεασμού της (καθώς και των άλλων χωρών του πρώην ανατολικού συνασπισμού) από τη ρωσική επιρροή; Και μήπως και οι εντάξεις των βαλτικών δημοκρατιών «στο πόδι» (με κύριο σκοπό την ενδυνάμωση του φιλογερμανικού «λόμπι», ως δήθεν επείγουσας ευρωπαϊκής ανάγκης), δεν ενίσχυσαν την εντύπωση μιας διεύρυνσης από σκοπιμότητες και όχι από πειστικά κίνητρα ενίσχυσης του ενοποιητικού σκοπού προς όφελος όλων, δεν ήταν ένα μέρος του παζλ αιτίων της σημερινής ενωσιακής περιδίνησης, με έσχατο περιστατικό την απόπειρα επανασυγγραφής της ευρωπαϊκής ιστορίας, με την ΕΣΣΔ εμφανιζόμενη ως δήθεν συμπληρωματικό στοιχείο του ναζισμού;

Ίσως το κακό ξεκίνησε με την ανεπίτρεπτα μονομερή προς όφελος της Γερμανίας ενθυλάκωση των αποθεμάτων του εκτός ΕΣΣΔ ανατολικού στρατοπέδου μετά την  κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι όλη η δύση και φυσικά και οι ευρωπαϊκές χώρες του δυτικού συνασπισμού σήκωσαν αδιαμαρτύρητα το βάρος της γερμανικής αμυντικής θωράκισης έναντι της απειλής του Συμφώνου της Βαρσοβίας στο ιστορικό μεταπολεμικό διακύβευμα ελέγχου του Βερολίνου. Αναμφίβολα, η κληρονόμηση από τη Γερμανία κατά συντριπτικό μέρος του καθόλου ευκαταφρόνητου ανατολικογερμανικού πλούτου και της προνομιακής επιρροής στα Βαλκάνια και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που τροποποίησαν αισθητά τις εσωτερικές ισορροπίες στην ΕΕ τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, είχαν σαν αποτέλεσμα  την αποδυνάμωση της  Γαλλίας και της Βρετανίας, αλλά και τη μεταφορά του γεωπολιτικού κέντρου βάρους της δυτικής Ευρώπης από τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη βόρειο Αφρική, σ’ ένα όψιμο νεοψυχροπολεμικό σκηνικό, με πρώτο λόγο στη Γερμανία. Σ’ αυτό το σκηνικό δεν φαίνεται τόσο άφρων η σκέψη ότι μεγάλη ισχύς συγκεντρωμένη στα χέρια των Γερμανών ποτέ δεν απέβη προς όφελος της Ευρώπης, ως ενιαίας οντότητας.      

Ολ’ αυτά, μοιάζει να συνέχονται αιτιολογικά με τη σημερινή αποδυνάμωση των πραγματικών ενοποιητικών ευρωπαϊκών στοιχειών, με σοβαρό κόστος ήδη την απώλεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Μπορεί ως πρόσχημα για τις τάσεις ρευστοποίησης της ΕΕ να επιστρατεύεται το ευρώ και η οικονομία, το προσφυγικό ή ο,τιδήποτε άλλο, στο αιτιολογικό υπογάστριο της εντεινόμενης κρίσης συνοχής της ΕΕ διαγιγνώσκονται γεωπολιτικές δυνάμεις, που άλλωστε παλαιόθεν αποτελούν την θεμελιώδη κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Γιατί τα γνήσια συνεκτικά στοιχεία της ευρωπαϊκής διαδικασίας ενοποίησης ασφαλώς δεν είναι η επικράτηση του νεο-αντικομμουνιστικού ιδεολογήματος, που έδωσε δυνάμεις στην ακροδεξιά και στις νεοναζιστικές και νεοφασιστικές δυνάμεις. Ούτε είναι η διαμάχη για το ποιός θα έχει «το πάνω χέρι» στην ενοποιητική πορεία κατά τον 21ο αιώνα, όπως έδωσε τον τόνο την τελευταία εικοσαετία η βερολινέζικη νομενκλατούρα. Αντίθετα μ’ αυτά, οραματικά παραμένουν αναντικατάστατα το ζητούμενα της αέναης δημοκρατικής αναβάθμισης και ωρίμανσης, της σύγκλισης των οικονομιών και των επίπεδων εισοδήματος των ευρωπαίων πολιτών καθώς και της σύγκλησης των πολιτισμών της γηραιάς ηπείρου.       

Θεωρώ κορυφαίες πολιτικές αποτυχίες της ΕΕ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δύο σημεία:

- Την αδυναμία επεξεργασίας σχεδίου προσέγγισης με τη Ρωσία (ενώ ήδη από τη δεκαετία του 1970 οι προοδευτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις έθεσαν τέτοιο θέμα και μάλιστα με μακροπρόθεσμη οραματική προσδοκία τον απεγκλωβισμό της Ευρώπης από την ανάγκη της αμερικανικής οπλικής ομπρέλας) με συνέπεια τη σημερινή παγίδευση σ’ ένα νεο-ψυχροπολεμικό περιβάλλον, και  

- Την απροθυμία υποδοχής της ευρωπαϊκής αριστεράς ως «νέου αίματος πολιτικής» και ευκαιρίας ανανέωσης των αρχών διακυβέρνησης χωρών-μελών, παρ’ όλο που μετά τον παλιότερο ιταλικό ιστορικό συμβιβασμό και τις σημερινές εμπειρίες στην Πορτογαλία και κυρίως την Ελλάδα, έχει επιβεβαιωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο «ευρωπαϊσμός» τους, ως θεμελιώδους και βασικής αρχής του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού τους.  

Αντί, λοιπόν, για κινήσεις ενσωμάτωσης και εμπλουτισμού της ευρωπαϊκής δημοκρατικής κουλτούρας με τις νέες θεάσεις στον κόσμο που αλλάζει, σε διεθνή αναγωγή με το χτίσιμο μιας μεγάλης ευρωπαϊκής συμμαχίας «από τον Ατλαντικό ως και πέρα από τα Ουράλια» και σε εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες με ισότιμη υποδοχή γνήσια ανανεωτικών δυνάμεων ως πραγματικές εφεδρείες τρέχουσας διαχείρισης των χωρών-μελών και της ίδιας της ενοποιητικής ιδέας (δηλαδή με κινήσεις που θα άλλαζαν τον κόσμο σήμερα, και όχι αύριο), μια κλασσική νομενκλατούρα «παίζει άμυνα» και μας γυρνάει μερικές δεκαετίες πίσω, απλά για να μη χάσουν τα μέλη της πρόσβαση στην εξουσία και τα αγαθά της.

Δεν ξέρω αν ο «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής» θα ήταν μια λύση στα αδιέξοδα που ανέφερα ή αν πρόκειται για ένα «λιγούρικο» και όψιμο κακέκτυπο του «αμερικάνικου τρόπου ζωής»!    

Ασφαλώς δεν είναι αυτή η Ευρώπη που θέλουμε! Και δεν φταίνε οι τυχοδιωκτισμοί του Όρμπαν γι’ αυτό.  

 

 

 

 

12 Νοε. 2020

Καπιταλισμός: Τέλος εποχής

για ό,τι ξέραμε

Το λεγόμενο «δεύτερο κύμα» της πανδημίας πλήττει πλέον με συντριπτικά επεκτατικά αποτελέσματα ολόκληρη την ανθρωπότητα! Η εξέλιξη του δράματος διαφοροποιείται από την πρώτη περίοδο της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης κατά το στοιχείο ότι η εξάπλωση του κακού εκτυλίσσεται με μεγάλες κλιμακώσεις περίπου παγκόσμιας αναλογίας, ενώ αρχικά καταγράφονταν σοβαρές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα. Και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ενώ αρχικά φαινόταν πολλά από την εξάπλωση της πανδημίας να εξαρτώνται από τον διαφορετικό τρόπο αντίδρασης σε κάθε χώρα, σήμερα αποδεικνύεται ότι ο κορονοϊός διαθέτει τη δυναμική υπέρβασης των επί μέρους πολιτικών χειρισμού του προβλήματος και εξαπλώνεται κατά βάση με παρόμοιους ρυθμούς σ’ ολόκληρη την υφήλιο.

Όμως, εκείνο που πραγματικά θα μείνει ανεξίτηλο και για πολύ χρόνο στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας και ανεξάρτητα από την εξέλιξη της μεγάλης υγειονομικής περιπέτειας, είναι ότι τίποτα στην παγκόσμια οικονομία δεν θα είναι από ‘δω και πέρα ίδιο με ό,τι γνωρίζουμε από την εποχή που τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και εντεύθεν.  Γιατί οι επιπτώσεις του λεγόμενου «δεύτερου κύματος» στην οικονομία, μόλις τώρα αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές και να εκδηλώνονται σε πρακτικά αποτελέσματα.  

Αν αναλογιστεί κανένας τα διεθνή οικονομικά μοντέλα που έτυχαν συγκεκριμένης και πρακτικής γενικευμένης εφαρμογής τις περασμένες δεκαετίες, δεν θα βρει παρά δύο απ’ αυτά: το κρατικό μοντέλο του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, και το κεϋνσιανό μεταπολεμικό καπιταλιστικό μοντέλο της προσφοράς και της ζήτησης.

-Το πρώτο μοντέλο κατέρρευσε ήδη από τη δεκαετία του 1990, κάτω από την αδυναμία του να υπηρετήσει πειστικά το αιτούμενο για ανάπτυξη με ανθρώπινο πρόσωπο και δημοκρατική νομιμοποίηση, ώστε το κοινωνικό κράτος και η κοινωνική δικαιοσύνη να είναι εγγυημένα στοιχεία οργάνωσης των κρατικών συστημάτων όπου γης.

-Το δεύτερο μοντέλο, με τις αλλεπάλληλες κυκλικές κρίσεις και με δραματικές αναδιανομές του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων επί δεκαετίες, διασωληνώθηκε και επιβίωσε ως σήμερα (από το 1990 και μετά στηριζόμενο κυρίως στα αποθέματα που κληρονόμησε από τον καταρρεύσαντα «υπαρκτό σοσιαλισμό»), για να βρεθεί μπροστά στην απογυμνωτική αποκάλυψη των σαθρών όριων του, όπως αποκάλυψε η πανδημία.

Θα είναι αυτό το τέλος του καπιταλισμού; Αναμφίβολα όχι! Άλλωστε σε θεωρητικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο επίπεδο δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα εναλλακτικά μοντέλα οικονομικής οργάνωσης των κοινωνιών του 21ου αιώνα, από τον κεϋνσιανισμό και τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Οι θεμελιακές αρχές και των δύο παραμένουν ζητούμενα: στον μεν καπιταλισμό με την αξίωση να καταφέρει να αποφεύγει τις συνεχείς κυκλικές κρίσεις που παράγει (και που συνήθως τις ξεπερνάει με αναδιανομές του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων κλονίζοντας την κοινωνική συνοχή), στον δε επιστημονικό σοσιαλισμό με την απομυθοποίηση της αφελούς πεποίθησης ότι η επέλευση μιας κοινωνικά δικαιότερης οργάνωσης των οικονομιών είναι νομοτέλεια και μόνος ρόλος της πολιτικής αριστεράς κάθε λογής είναι ο ρόλος  επιταχυντή του αναπόφευκτου.

Νομίζω, όμως, πως αυτό είναι το οριστικό τέλος του νεοφιλελευθερισμού! Φυσικά οι υποστηρικτές του δεν θα εξαφανιστούν ως διά μαγείας και θα χρειαστεί χρόνος γι’ αυτό. …αλλά η ομόθυμη αναγνώριση του αυξημένου ρόλου και λόγου του δημόσιου τομέα στην εξυγίανση των οικονομιών με αφορμή την ανάγκη νέου ξεκινήματος μετά τον έλεγχο της πανδημίας και όποτε αυτός ο έλεγχος έλθει (αναγνώριση που έρχεται ακόμη και από μεριάς μέχρι πρότινος φανατικών υποστηρικτών του νεοφιλελεθερισμού), είναι το μήνυμα που πρέπει να κρατήσουμε. 

Έχω την εντύπωση πως η οικονομική πραγματικότητα που ακολουθεί, για να είναι οι οικονομίες, παραγωγικές και αναπτυξιακά βιώσιμες κατά τη μετα-πανδημική περίοδο, οφείλει να εγκαταλείψει τις ως σήμερα κακές συνήθειες του καπιταλισμού σε δύο κυρίως επίπεδα:

-Τη δημοκρατική απονομιμοποίηση στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων (από τη δεκαετία του 2.000 και εντεύθεν ο καπιταλισμός δείχνει να πάσχει ως προς τη δημοκρατική νομιμοποίηση των επιλογών του, τόσο όσο έπασχε ο λεγόμενος «υπαρκτός σοσιαλισμός» κατά την κατάρρευσή του), και   

-Tην οργάνωση των νομισματικών λειτουργιών του (με την ανεξέλεγκτη εισβολή ιδιωτών στα τραπεζικά συστήματα, χωρίς στοιχειώδεις εγγυητικές διασφαλίσεις του δημόσιου χαρακτήρα της χρηματο-οικονομικής «πίστης»).

Εικάζω ότι η επίλυση των δομικών αιτιολογικών παραγόντων της σημερινής κρίσης, τους οποίους επιδεινώνει η πανδημία, θα έρθει με απελευθερωτικό και σχεδόν αυτόματο τρόπο, ρυθμίζοντας το σήμερα αντιλαμβανόμενο ως άνευ επιδεχόμενο λύση πρόβλημα συσσώρευσης δυσθεώρητου χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού. Ήδη, η σημερινή εξέλιξη δανεισμού με αρνητικά επιτόκια, ακόμη και από χώρες με πρόδηλη αναξιοπιστία (όπως, για παράδειγμα, η Ελλάδα με δημόσιο χρέος πάνω από το 200% του ΑΕΠ) συνιστά μια έμπρακτη και εμβληματική μετακίνηση σε νέους κανόνες, τους οποίους και τα τραπεζικά συστήματα δεν μπορούν  να παραβλέψουν, όσον αφορά τις μελλοντικές επιλογές τους, τόσο σε επίπεδο δυνάμει πελατολογίου τους όσο και δανειακών επιτοκίων.

Την ίδια ώρα, με τις κεντρικές τράπεζες να διατηρούν και να επεκτείνουν τα ήδη εκτεταμένα προγράμματα αυξημένης ρευστότητας (που κάνουν τον μέχρι πρότινος πανίσχυρο και σε πλήρη εφαρμογή δομικό «σοϊμπλισμό» στους δημοσιονομικούς περιορισμούς να μοιάζει τόσο ξεπερασμένος και αντιπαραγωγικός), ουσιαστικά κόβεται αφειδώς πληθωριστικό χρήμα, ως κύριο μέσο αναπτυξιακής ανάταξης των δυτικών οικονομιών, με την παραδοσιακή κεϋνσιανική μέθοδο αύξησης της ζήτησης και τόνωσης του πληθωρισμού.

Παράλληλα, πληροφορίες που έρχονται δειλά στην επιφάνεια, αναφέρουν ότι στην ΕΕ ήδη εξετάζεται το ενδεχόμενο αναθεώρησης του πολύ πρόσφατου σχεδίου διάσωσης που έχει εγκρίνει η ΕΕ, για να εμπλουτιστεί με γενναιότερες επιδοτήσεις, ώστε να γίνει αποτελεσματικότερη η στήριξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, στην προσπάθεια αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας. Αν το πολυδιαφημισμένο σχέδιο διάσωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που ενέκρινε μόλις το περασμένο καλοκαίρι η ΕΕ, φαίνεται τόσο σύντομα ξεπερασμένο ώστε ήδη να κουβεντιάζεται η αναθεώρησή του, τότε είτε η πανδημία και οι συνέπειές της στην οικονομία είναι δραματικά χειρότερες από τις ως τώρα προβλεπόμενες, είτε η ως σήμερα σθεναρή πολιτική αντίσταση στις χαλαρές οικονομικές πολιτικές ενός νεο-κεϋνσιανικού μοντέλου έχει υποχωρήσει ουσιαστικά, είτε απλά συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο προηγούμενα, σε μια αδιανόητη μέχρι πριν λίγο επιτάχυνση των εξελίξεων στη διεθνή οικονομία.

Ταυτόχρονα, τα καλά νέα από την ήττα Τραμπ στις ΗΠΑ και τη διαφαινόμενη εγκατάλειψη του συντηρητικού αμερικανικού νεο-προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, εκ των πραγμάτων επιταχύνουν τις εξελίξεις.  

Όπως και να ‘ναι, ακόμη και μέχρι πρότινος σταθεροί υποστηρικτές της πολιτικής των δημοσιονομικών περιορισμών (ως δήθεν μέσου υπέρβασης της κρίσης του 2008, που σήμερα αποδεικνύεται παντελώς αποτυχημένο) ρέπουν πλέον ανοιχτά σε κοινωνικά δικαιότερες και πολύ πιο δημοκρατικά νομιμοποιημένες απόψεις οικονομικής πολιτικής. Με τελευταίο παράδειγμα τον Γερμανό σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, αυριανό υποψήφιο καγκελάριο του SPD (το κόμμα που υποστήριξε μετά μανίας όλα αυτά τα χρόνια την περιοριστική οικονομική πολιτική του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε). Μόλις πριν λίγες μέρες ο κ. Σολτς διακήρυξε επίσημα τη θέση για σημαντική αύξηση στη φορολόγηση των πλουσιότερων, για την εξασφάλιση πόρων χρηματοδότησης της προσπάθειας ανάνηψης της οικονομίας.  

Όχι, δεν ήρθε η συντέλεια για την οικονομική πολιτική της ΕΕ της τελευταίας 25ετίας. Λογική εξέλιξη επιβιωτικής μετακίνησης σ’ ένα μικτό μοντέλο κρατικής οργάνωσης των οικονομιών είναι! Και όσοι κινηθούν ταχύτερα προς αυτό το νέο μοντέλο, τόσο από καλύτερους όρους θα δώσουν τη μάχη ανάνηψης των οικονομιών τους, αφού και όταν θα έχει τεθεί η πανδημία υπό έλεγχο. 

 

 

 

 

8 Νοε. 2020

ΗΠΑ: Ένα μικρό πρώτο βήμα

στη σωστή κατεύθυνση

Με την απομάκρυνση του πιο υποτιμητικού παρά ποτέ για την υπερδύναμη προέδρου από τον Λευκό Οίκο, αναμφίβολα έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για ολόκληρη τη δύση.

Τα ίχνη του κακού στην παγκόσμια σκηνή από την εκδίωξη του ακροδεξιού προέδρου από την ηγεσία παραμένουν πολλά και βαθύτατα και θα χρειαστεί πολύς χρόνος και κόπος για να αποκατασταθούν αυτονόητης κρισιμότητας για την ανθρωπότητα υποθέσεις στις πραγματικές διαστάσεις τους καθώς και στους αναπόδραστους στόχους υπηρέτησής τους. Από τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών και την ελευθερία στο διεθνές εμπόριο και τις οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις, έως τον εσωτερικό εκδημοκρατισμό στις χώρες του δυτικού μοντέλου και την κλιματική αλλαγή, υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει και ασφαλώς ο Τζο Μπάιντεν θα είναι πολύ απασχολημένος την επόμενη περίοδο. Κι όλ’ αυτά υπό το βάρος της πανδημίας, που δυστυχώς κατέστη το τραγικό αποδεικτικό στοιχείο της δομικής παρακμής, στην οποία οδηγήθηκε η χώρα τα τελευταία χρόνια.

Αν κανένας επιζητούσε μια κάποια αδρότερη προσδοκία από την εξ ορισμού υποκείμενη σε περιορισμούς αποτελεσματικότητας προεδρία Μπάιντεν, σε ό,τι αφορά την παγκόσμια σημασία της, θα τολμούσα να τη σκιαγραφήσω ως εξής: Στόχος είναι η όσο το δυνατό ταχύτερη επιστροφή των ΗΠΑ στις κατευθυντήριες γραμμές της προεδρίας Ομπάμα, σε δύο επίπεδα:

- την επανάληψη της βήμα-βήμα και αργά εξελικτικής (αλλά, πάντως υπαρκτής και επιβεβαιωμένης) πορείας περιορισμού του διεθνούς επεμβατισμού των ΗΠΑ, που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 2.000 αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, και

- την αποφόρτιση του ακραία ανισόρροπου ταξικού μοντέλου στο εσωτερικό των ΗΠΑ, που επί Ομπάμα έκανε μερικά δειλά βήματα (π.χ. Obamacare) αλλά φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν ανέτρεψε την εικόνα μιας κοινωνίας παράλογα οργανωμένης ως προς την κατανομή του πλούτου στο εσωτερικό της, με αποτέλεσμα ένα υποφώσκοντα διχασμό εκτόνωσης σε διάφορα επίπεδα, συχνά με αιματηρά αποτελέσματα.

(Σχετικά μ’ αυτό το δεύτερο επίπεδο μια επεξηγηματική παρατήρηση: Η εσωτερική κοινωνική δομή στις ΗΠΑ, έχει μεγάλη σημασία ως ζήτημα καίριου επηρεασμού  του παγκόσμιου κοινωνικού φαινομένου, απλά διότι η δυτική υπερδύναμη συνιστά εν τοις πράγμασι  μοντέλο για όλον τον κόσμο. Αν ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν αποκαταστήσει τάχιστα την εξισορρόπηση δομικά σε επιλογές κατανομής του πλούτου στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης και εμμείνει στον καταστροφικό νεοφιλευθερισμό της τελευταίας 30ετίας, που παρήγαγε τους έσωθεν κλονισμούς του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, τότε οι τριγμοί θα ενταθούν με δυσοίωνα αποτελέσματα. Πιθανόν τότε -ο μη γένοιτο- να δούμε τον παραλογισμό μιας ανθρωπότητας που στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης θα ενοποιείται ολοένα και περισσότερο διεθνώς σε οικονομικές και παραγωγικές διαδικασίες, αλλά την ίδια ώρα θα διχάζεται ολοένα και περισσότερο στο εσωτερικό κάθε χώρας)

Παρέλκει εδώ να πω ότι το οικονoμικό DNA της μητρόπολης του καπιταλισμού άγει σε επιλογές αντιμετώπισης της σημερινής οικονομικής κρίσης με την προσφυγή στη μέθοδο της εκτεταμένης χρηματο-οικονομικής χαλάρωσης, για την ανάσχεση της ύφεσης μέσω τόνωσης της κατανάλωσης. Κι αυτό είναι ένα θετικό προηγούμενο, σε αντίστιξη με τις περιοριστικές επιλογές και τις δημοσιονομικές στενότητες του «σοϊμπλισμού» , στις οποίες δυστυχώς εμμένει η ευρωπαϊκή πολιτική συντήρηση ακόμη και σήμερα, παρά τον υφεσιακό εφιάλτη της πανδημίας.

Στο πλαίσιο των παραπάνω σκέψεων, πρέπει εδώ να λεχθεί ότι τον κοινωνικό διχασμό δεν τον εκόμισε δομικά ο απελθών αμερικανός πρόεδρος, ούτε είναι δικό του δημιούργημα αυτό το κακό, αλλά εκείνος είναι που επέτεινε το πρόβλημα (και με την πανδημία το έφτασε στα έσχατα όριά του), αξιοποιώντας την ταξική διάρθρωση που παρέλαβε από τους προηγούμενους. Και τούτο το στοιχείο είναι και ένας κρίσιμα επεξηγηματικός παράγων του ίδιου του παρακμιακού αμερικανικού υποδείγματος και αιτιολόγησης του γιατί φτάσαμε στο σημείο να εκλεγεί ένας πρόεδρος της «θεραπείας με κατάποση χλωρίνης»!

Αυτά ως εδώ και ως «αμεσότητες» με τις προκλήσεις που καλείται να χειριστεί ο Τζο Μπάιντεν.

Όμως, το μεγάλο στοίχημα για τον νέο αμερικανό πρόεδρο και κυρίως για τους δημοκρατικούς δεν είναι όλ’ αυτά. Είναι εάν θα αποτολμήσουν τις βαθιές αλλαγές πολιτικής συγκρότησης της παράταξής τους, ιδεολογικές και σε επίπεδο αρχών, ή εάν θα συνεχίσουν να ακολουθούν τον μοιραίο δρόμο ραγδαίας αποδυνάμωσης και βαθμιαίας απαξίωσης που έχει πάρει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή μια πορεία (αν)αντιστοίχισης  ως προς την πολιτική τοποθέτηση που το δυτικό δημοκρατικό μοντέλο επιφυλάσσει  σ’ αυτόν τον «χώρο», ως εκφραστή των αξιών της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών και του πολιτισμικού πλουραλισμού. Ένα πλαίσιο αξιών που η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, δυστυχώς, δείχνει να χάνει από τις επιλογές της όλο και περισσότερο όσο περνάει ο χρόνος, μετατρεπόμενη στον πιστότερο υπηρέτη ενός συστήματος, που ολοφάνερα κάνει κακό και είναι ανάγκη να εγκαταλειφθεί το συντομότερο. Και το παρελθόν Μπάιντεν δεν  κομίζει τις καλύτερες εντυπώσεις σχετικά μ’ αυτά.

Όπως στην Ευρώπη το άνοιγμα πρόσβασης της πολιτικής αριστεράς σε ευκαιρίες διακυβέρνησης είναι αυτήν την περίοδο ο φορέας της ελπίδας των πληθυσμών για έναν ειρηνικό και με ανθρώπινο πρόσωπο 21ο αιώνα, έτσι και στις ΗΠΑ οι δημοκρατικοί πρέπει να ανοίξουν τον δρόμο στις προοδευτικές πολιτικές και τη νέα γενιά που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Και σ’ αυτό το επίπεδο οφείλει να συμβάλλει η προεδρία Μπάιντεν. Αν όχι, φοβάμαι ότι στη σειρά των προσεχών αμερικανικών εκλογών ολοένα και περισσότερο λιγότερη σημασία θα έχει ποιος από τους δύο υποψήφιους πρόεδρους θα εκλεγεί.

 

 

 

 

28 Οκτ. 2020

Ελλάδα ειρηνική

δεν μπορεί να σημαίνει

Ελλάδα ηττημένη

Η 28η Οκτωβρίου -ο τύπος και η ουσία του εορτασμού για την Ελλάδα- αφορά στην υπενθύμιση ότι η ειρήνη ως αναπόδραστο μέσο για την επιδίωξη επίλυσης διαφορών μεταξύ κρατών είναι αυτοσκοπός, …αλλά έχει και όρια! Και από την οπτική αυτή η επέτειος (η δεύτερη λεγόμενη «εθνική» επέτειος για τη χώρα μας, μαζί με την 25 Μαρτίου) έχει ευρύτερη σημασία και πέραν του στενού ελληνικού ενδιαφέροντος, αφού στα αλβανικά βουνά ανεκόπη για πρώτη φορά η ως τότε ασταμάτητη προέλαση των δυνάμεων του άξονα κατά της ελευθερίας των ευρωπαϊκών πληθυσμών αλλά και κατά της δυτικής δημοκρατίας. Σίγουρα, αυτή θα μπορούσε να είναι μια βιώσιμη εξήγηση γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη, η οποία έχει δύο «εθνικές» επετείους: Απλουστατα διότι η μία απ’ αυτές δεν είναι «εθνική», αλλά «διεθνική».

Βεβαίως, αυτές είναι οπτικές που μόνο στην Ελλάδα συζητάμε, παρά την ολοφάνερη σημασία της νίκης του ’40 για ολόκληρη την Ευρώπη. Βεβαιο όμως επίσης είναι ότι από πλευράς μας δεν μπορούμε να αποσιωπούμε και τη δεύτερη ευρύτερη πτυχή της ελληνικής νίκης κατά του φασισμού.

Σήμερα, στο πιο επιβαρυμένο από το 1974 (δηλαδή μετά από 46 χρόνια) περιβάλλον αμφισβήτησης και απειλών κατά της ελληνικής κυριαρχίας, η 28 Οκτωβρίου προσφέρεται απολύτως για μερικές διασαφηνίσεις αλλά και για μερικές απομυθοποιήσεις αφηγημάτων για την ελληνική εξωτερική πολιτική στον 21ο αιώνα. Πρόκειται για αφηγήματα και σχέδια για μοντέλα εξωτερικής πολιτικής, τα οποία χτίστηκαν με επιμέλεια από πολιτικές δυνάμεις στη χώρα μας τα τελευταία 26 χρόνια (η αποδόμηση του ως τότε μοντέλου εξωτερικής πολιτικής της χώρας από το 1974 ξεκίνησε οργανωμένα το 2006 με τα Ίμια). Σκοπός αυτών των αφηγημάτων να μετακινηθεί το γεωπολιτικό επίκεντρο επί του οποίου χαράσσεται η πορεία μας στον διεθνή στίβο από τα νοούμενα ως «ελληνικά συμφέροντα» στο ευρύτερο γήπεδο των «ευρωπαϊκών συμφερόντων». Και στην καρδιά αυτών των αφηγημάτων βρίσκεται η θέση ότι η Ελλάδα υπό τον ευρωπαϊκό μανδύα μπορεί να αισθάνεται όσο ασφαλής θα αισθανόταν στο πλαίσιο μιας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Και μαζί, ότι οι εξ αντικειμένου δυσβάστακτες για την οικονομία μας δαπάνες για την άμυνα, προφανώς αναπόφευκτες λόγω της ασίγαστης και εντεινόμενης επιθετικότητας της γειτονικής χώρας, θα είναι αχρείαστες και θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε κοινωνικές επενδύσεις, που στη χώρα μας συστηματικά υποφέρουν.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν απ’ αυτό! 

1. Μπορεί να είναι ο ευρωπαϊκός μανδύας, πολιτικός, οικονομικός και αμυντικός, ικανός να εγγυηθεί την ασφάλεια της Ελλάδας; ΄Η μήπως κινδυνεύουμε να την πάθουμε όπως την πάθαμε με το αφήγημα ότι δήθεν το ΝΑΤΟ εγγυόταν την ασφάλειά μας, που κατέληξε στην κυπριακή τραγωδία;

Φυσικά το ζήτημα αυτό δεν έχει ήδη κριθεί. Θα μπορούσε όμως η Ελλάδα να αναμένει να κριθεί πρώτα αυτό το ζήτημα και μετά να λάβει τις οριστικές αποφάσεις της για την εξωτερική μας πολιτική στον 21ο αιώνα; Και εδώ υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να απαντήσουμε στο ερώτημα! Μήπως ήδη διαμορφώνονται συνθήκες για μια νέα ελληνική ήττα; Το μνημόνιο Σάρατζ-Ερντογάν, η μειωμένη ελληνική ΑΟΖ στην ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία αλλά και την αντίστοιχη ελληνο-ιταλική συμφωνία, οι ανήκουστες διεκδικήσεις κατά των μη επιδεχόμενων αμφισβήτηση δικαιωμάτων της χώρας μας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, στην Κρήτη, τη Ρόδο και την Κάρπαθο, έχει κατορθώσει  ως σήμερα να πετύχει ανάσχεση της επιθετικότητας κατά των ελληνικών δικαιωμάτων;

Τολμώ μια επισήμανση: Τα ζητήματα αυτά (κι αυτός είναι απαράβατος όρος για θεμελιώδη προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων στο γεωπολιτικό πεδίο) δεν μπορεί να αφήνεται πρώτα να διαμορφωθούν οι εξελίξεις και μετά να διαμορφώνεται η ελληνική γραμμή! Γιατί αυτό; Διότι, απλούστατα, αν στα σενάρια των δυνητικών εξελίξεων -όπως συμβαίνει σήμερα- συμπεριλαμβάνονται απώλειες για την Ελλάδα, εδαφικές, κυριαρχικές, ή άλλες ανάλογες, δεν μπορεί να περιμένεις πρώτα να επισυμβεί το κακό για να αντιδράσεις εκ των υστέρων. Τέτοιες τυχόν απώλειες συνιστούν βαρύτατη και οριστική ζημία για τη χώρα τους πολίτες της και τις επόμενες γενιές, και από την αρχή οφείλεις να λαμβάνεις κάθε δυνατό μέσο  για να προλαμβάνεις την επαλήθευσή τους.  

2. Το αφήγημα ότι πρέπει να αλλάξει το μοντέλο εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας της περιόδου 1974-2006 γιατί διχάζει (και εδώ ακούγονται και αδιανόητες απόψεις, π.χ. ότι αυτό ήταν ένα μοντέλο εξωτερικής πολιτικής που επεβαλαν «εθνικιστικές δυνάμεις») έχει επιβεβαωθεί από τις μετέπειτα εξελίξεις; Εγώ, από μεριάς μου, θυμάμαι ότι η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας υπήρξε πεδίο πρωτοφανούς ενότητας για τα πολιτικά δεδομένα μας, με την αντιπολίτευση του Ανδρέα Παπανδρέου να καταψηφίζει το σύνολο του κρατικού προϋπολογισμού, με εξαίρεση τις δαπάνες για την άμυνα. Λάθος θυμάμαι;

3. Η μείωση των δαπανών για την άμυνα της χώρας πράγματι επιβεβαιώθηκε με μετακινήσεις πιστώσεων στο κοινωνικό κράτος; Από το 2006 και την ελληνική ήττα στη συμφωνία της Μαδρίτης, εγώ είδα αύξηση των πιστώσεων που διατέθηκαν σε ιδιώτες για επενδύσεις (κυρίως εξαγορές κρατικών επιχειρήσεων, από τις οποίες ούτε μία σήμερα δεν έχει διασωθεί και όσοι κλάδοι της οικονομίας αποκρατικοποιήθηκαν σήμερα φυτοζωούν, σε μια περίοδο, τη σημερινή, που το σύνολο της παγκόσμιας διανόησης στην οικονομική επιστήμη κάνει αυτοκριτική για την αντικρατικίστικη μανία της περασμένης 30ετίας). Μαζί, είδα επιθέσεις κατά του κοινωνικού κράτους, με αποτέλεσμα την κακή σημερινή εικόνα του (και όχι και κυρίως λόγω της πανδημίας). Παράλληλα, είδα απερίσκεπτη απογείωση του εξωτερικού δανεισμού, που στην αρχή -αν και με χρέωση του δημοσίου- σχεδόν στο σύνολό του κατευθύνθηκε σε ιδιώτες και μετά το φαγοπότι έμειναν τα πτωχευμένα σκέλεθρα ιδιωτικών επιχειρήσεων να πρέπει να τα ξοφλήσουμε οι Έλληνες όλοι μαζί …αφού επρόκειτο για εξωτερικό και δημόσιο χρέος.

Το αφήγημα ότι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός μας υπήρξε αποτέλεσμα δημόσιας σπατάλης και μόνο, είναι ένα από τα μεγαλύτερα ψευδολογήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας και παρ’ ό,τι σήμερα εδώ σ’ ένα κείμενο για την 28η Οκτωβρίου μοιάζει ασχετο να αναφέρεται, οφείλουμε να κατανοήσουμε πόσο αναληθής εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε η θέση ότι μειώνοντας τις δαπάνες για την άμυνα της χώρας εξασφαλίζονται δήθεν πόροι για το κοινωνικό κράτος. Πόροι αυτής της προέλευσης πράγματι μπορούν να εξασφαλιστούν, μόνον όταν η ασφάλεια της χώρας είναι σταθερή και εγγυημένη και η επιθετικότητα της γειτονικής χώρας έχει πειστικά ανασχεθεί!

4. Ακολουθεί το μύθευμα (ένα από τα βασικά του ελληνικού αναθεωρητισμού για αλλαγή του μοντέλου εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας της περιόδου 1974-2006) ότι δήθεν «όσο ο χρόνος περνάει η Ελλάδα έχει να χάσει»! Μύθευμα ακραίας αναλήθειας! Πριν απ’ όλα γιατί όσο η Ελλάδα δεν καταγράφει απώλειες εδαφικές και κυριαρχικές ο χρόνος δεν μπορεί να λειτουργεί σε βάρος μας. Δεύτερον, διότι αυτό το μύθευμα εν τοις πράγμασι αποτελεί πολιτική υπόδειξη για την ελληνική εξωτερική πολιτική του 21ου αιώνα, προωθώντας την αντίληψη ότι η χώρα μας πρέπει να συναινέσει εξ ιδίων σε παραχωρήσεις μη επιδεχόμενων αναμφισβήτητη κυριαρχικών δικαιωμάτων της, ως δήθεν του τρόπου που θα κάνει ασφαλέστερη την ελληνική παρουσία στην περιοχή μας. Διερωτώμαι ειλικρινά: Υπάρχει έστω και ένας εξ εκείνων που υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις, που πραγματικά να πιστεύει ότι έτσι θα ανασχεθεί η τουρκική επιθετικότητα και δεν θα ανατροφοδοτηθεί, όπως αντιθέτως εικάζω εγώ;   

Αλλά και στα επί μέρους σημεία του αυτό είναι ένα μύθευμα χωρίς ιστορικό αντίκρισμα! Για παράδειγμα, μετά την κυπριακή τραγωδία όλα στα κατεχόμενα φαινόταν έχουν οριστικά χαθεί από την προδοσία των δικτατόρων. Μόνον ο χρόνος που έκτοτε έχει περάσει, καθώς και η σταθερή ελληνική στάση ότι με στρατιωτική εισβολή, εποικισιμό και κατοχή δεν μπορούν να παράγονται εξελίξεις, έχει σήμερα επανέλθει το κυπριακό στη διεθνή ατζέντα, ως διεθνές πρόβλημα στρατιωτικής εισβολής και παράνομης κατοχής. Είναι όνειδος μετά από 46 χρόνια αποτελεσματικής ελληνικής διπλωματικής προσπάθειας να εμπεδωθεί στη διεθνή κοινότητα το κυπριακό, ως πρόβλημα με τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε σ’ αυτή τη βάση να άρχονται οι προσπάθειες επίλυσής του, να ακούγονται απόψεις ότι λύση δήθεν θα ήταν προτεκτορατοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας (αλά σχέδιο Ανάν, δηλαδή) και αυτό θα μπορούσε να λογίζεται ως «λύση», για «να μη μας πάρει ο χρόνος».

Κλείνω με μια οφειλόμενη αναφορά στους φορείς αυτών των αφηγημάτων και των μυθευμάτων: Ως εφαρμοσμένη εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα, αυτά τα αφηγήματα επέδρασαν, εφαρμόστηκαν και δυστυχώς είχαν αρνητικά μαποτελέσματα, σε δύο διακυβερνήσεις: την περίοδο του Κώστα Σημίτη, με τα Ίμια και τη Μαδρίτη, και σήμερα την περίοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη, με υπουργούς του να χαρακτηρίζουν ως «εθνικισμό» το ρητώς προβλεπόμενο ως απαράγραπτο και αποκλειστικό δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα ως τα 12 μίλια. Ας πούμε κάτι πρόσθετο εδώ: Ο όρος «αποκλειστικό δικαίωμα» μιας χώρας, σημαίνει ότι ακόμη κι αν η χώρα που το φέρει επιλέγει να μην το ασκήσει ποτέ, αυτό το δικαίωμα δεν μπορεί να ασκηθεί από κάποια άλλη χώρα! Τόσο «εθνικιστικό» είναι να μην επιτρέπει την παραμικρή παραχώρηση ούτε μίας σπιθαμής ελληνικής επικράτειας η εκάστοτε ελληνική πολιτική ηγεσία έναντι οποιασδήποτε αφισβήτησης και προς οποιαδήποτε πλευρά!

Υπάρχουν και άλλα  αφηγήματα και μυθεύματα σχετικά με τη διεθνή θεση και τον ρόλο της Ελλάδας στον 21ο αιώνα. Ίσως είναι καλύτερο αυτά να περιμένουμε να τα συζητήσουμε με την επέτειο της 25ης Μαρτίου το 2021!...  

 

 

 

 

24 Οκτ. 2020

Κάτι αλλάζει...

Ο φυγόποινος Παππάς αποδεικνύει τη λογική και δικονομική ορθότητα της δικαστικής απόφασης για μη χορήγηση αναστολής στα μέλη της εγκληματικής νεοναζιστικής οργάνωσης. Υπογραμμίζει και την τουλάχιστον περίεργη και εκ του αποτελέσματος ελεγχόμενη ως εσφαλμένη πρόταση της εισαγγελέως για χορήγηση της αναστολής.

Σε κάθε περίπτωση θα ήταν παράδοξο μέλη ανακηρυγμένης με δικαστική απόφαση οργάνωσης ως εγκληματικής, να μη θεωρείται πιθανό ότι θα προβούν σε νέα αδικήματα. Και η δικαιοσύνη εκτός από τους άκαμπτους κανόνες που συγκροτούν το πλαίσιο λειτουργίας της, υπόκειται και στην υποχρέωση οι αποφάσεις της να υπηρετούν τη λογική. Μέχρι τη δευτερόδικη αξιολόγηση της υπόθεσης, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να αίρεται το τυπικό περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, όπως θα συνέβαινε εάν είχε υιοθετηθεί η εισαγγελική πρόταση.

Μία μόνο φράση ακόμη στo σημείο αυτό: Η δικαστική απόφαση κατά το ποινικό μέρος της αλλά και κατά την πτυχή που αφορά στη μη χορήγηση αναστολής είναι σημαντική δημοκρατική στιγμή, αφού ελήφθη σε περιβάλλον ασφυκτικών πολιτικών πιέσεων, χωρίς να λείπουν και οι απειλές σε βάρος των μελών της σύνθεσης. Η πάνδημη εντύπωση ότι είναι μια δίκαια απόφαση, και όχι μια απόφαση πολιτικής σκοπιμότητας, υπογραμμίζει ότι δεν ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αντώνης Σαμαράς που την εξασφάλισαν, όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί κατά παράβαση της ιστορικής καταγραφής πόθεν ο νεοναζισμός και με ποιούς συγχρωτίζεται, αλλά ήταν μια ανεξάρτητη δικαιοσύνη αρμόζουσα σε μια ώριμη δημοκρατία, εκείνη που την έλαβε. Κι αυτό, σ’ ένα περιβάλλον συνεχών κραυγαλέων πολιτικών παρεμβάσεων στο έργο της, όπως στην περίπτωση της κυρίας Τουλουπάκη, είναι ένα μεγάλο δημοκρατικό βήμα που θα έχει βαρύνουσες επιδράσεις σε όσα θα ακολουθήσουν.

Οι αυθαιρεσίες της σημερινής κρατικής δραστηριότητας, που έτειναν να καταστούν η πολυδιαφημισμένη «κανονικότητα» εθίζοντας τις πολιτικές διαδικασίες και τα υποκείμενα στις συνέπειές τους άτομα, δηλαδή όλους εμάς τους πολίτες, αμφισβητήθηκαν ανοιχτά και καθαρά από τη συγκεκριμένη  δικαστική απόφαση. Και ηττήθηκαν κατά κράτος! Έτσι, η Ελλάδα έκανε ένα γενναίο βήμα αποστασιοποίησης από το σκηνικό καθεστώτος περιορισμένης δημοκρατικής αποτύπωσης, στο οποίο έχουμε οδηγηθεί. Όλοι οι πολίτες ανασαίνουν πλέον πιο ελεύθερα.       

Μαζί με το εξ αντικειμένου καίριο ζήτημα ολοκλήρωσης της δίκης της εγκληματικής οργάνωσης των νεοναζιστών τις ίδιες αυτές μέρες μια σειρά γεγονότων πιστοποιεί ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει στο άγονο κατηφορικό σκηνικό, στο οποίο έχει οδηγήσει τη χώρα ο συγκεκριμένος πρωθυπουργός. Και είναι μια αλλαγή αυτή που αναδύεται σήμερα στον εξολκέα των πολιτικών εξελίξεων, η οποία περιλαμβάνει το καταλυτικής σημασίας στοιχείο ότι επανέρχεται στο προσκήνιο ο κεντρικός πολιτικός παράγων της δημοκρατίας, δηλαδή οι πολίτες. Δηλαδή, δεν είναι μία κατά το συντριπτικό μέρος της κατασκευασμένη εικόνα, που επιβάλει τις πολιτικές εξελίξεις, όπως συμβαίνει εδώ και κάποιον καιρό.

Εκδηλώνεται πια σαφής αντίδραση στην αφασία των στημένων δελτίων ειδήσεων και της κρατικά επιδοτούμενης ενημέρωσης. Η αλήθεια παύει να είναι ό,τι σερβίρεται στους πολίτες και αναζητά την επικύρωσή της στη βάσανο της πραγματικότητας. Δεν επαληθεύονται τα σκηνικά των διαγγελμάτων αλλά οι περιπέτειες του έπους της καθημερινότητας. Και κάπου εκεί βρίσκεται και η βαθύτατη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πραγματικής πολιτικής και της πολιτικής των νεποτικών συμπλεγμάτων, ίδιον αναπόσπαστο κάθε καθεστώτος με αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά και καταγωγές σε πολιτεύματα που ελάχιστη επαφή έχουν με την απαράβατη προϋπόθεση νομιμοποίησης κάθε εξουσίας σε ερείσματα αρυόμενα από τον λαό και τους πολίτες.      

Τα άλλα στοιχεία που συνηγορούν την επαλήθευσή της εκτίμησής μου ότι κάτι αλλάζει, είναι δύο:

α. Το πρώτο και σημαντικότερο είναι ότι επειδή «το ψέμα έχει κοντά ποδάρια» (με τραγικές συνέπειες ως προς τα αποτελέσματα του γεγονότος), αποδεικνύεται ότι η πανδημική κατάρα δεν μπορεί να μετατραπεί σε «πολιτικό μέσο» -χαλάκι κατά απ΄το οποίο θα κρύβονται οι ολοφάνερες ανεπάρκειες διαχείρισης της υγειονομικής πτυχής από μια κακή κυβέρνηση. Η πλασματική και εκ του αποτελέσματος αποδεικνυόμενη ως επικίνδυνη ευφορία και η συνεπάγωγη αυτής θριαμβολογία της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη ότι είχαμε τελειώσει από τον περασμένο Μάιο με το κακό, υπογραμμίζει σήμερα με τραγικό τρόπο πόσο επικίνδυνο είναι στις θλιβερές συνέπειές του προς την κοινωνία, να υποκαθίστανται τα πραγματικά δεδομένα μιας υπόθεσης τεράστιου δημόσιου ενδιαφέροντος από την επικοινωνία των «ψαγμένων» της πολιτικής.

Πολιτικό μάθημα σκληρό για την κυβερνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά δημοκρατικά αναγκαίο: Επενδύοντας σε πολιτικές σκηνογραφίες, την ώρα της πραγματικότητας θα θερίσεις πολιτική αποδοκιμασία. Σε όλες οι χώρες της υφηλίου οι πολιτικές ηγεσίες χειρίστηκαν την πανδημία. Και όλες οι πολιτικές ηγεσίες αξιολογήθηκαν για τις επιδόσεις τους. Για την Ελλάδα, όμως, σήμερα στον διεθνή Τύπο άρχισαν να εκφράζονται οι αμφισβητήσεις: Τα νούμερα της πανδημίας που ανακοινώνονται από τις κρατικές υπηρεσίες, είναι άραγε πραγματικά, διερωτήθηκε, προχθές μεγάλη γερμανική εφημερίδα. 

Το χειρότερο, όμως, από το τί λένε οι εφημερίδες για τα νούμερα της πανδημίας στην Ελλάδα, είναι ότι είμαστε η μόνη χώρα του πλανήτη, όπου στο λεγόμενο «δεύτερο κύμα» της πανδημίας, ο αριθμός των κρουσμάτων σε ημερήσια βάση δεκαπλασιάστηκε, ενώ παντού άλλου η αντίστοιχη αύξηση είναι διπλασιασμός.                 

Μια τελευταία σημείωση εδώ: Ευχή και ελπίδα όλων ανεξαιρέτως αυτή η περιπέτεια να τελειώσει με τον καλύτερο τρόπο στην Ελλάδα και ολόκληρο τον κόσμο. Για να γίνει αυτό οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν την αλήθεια και να μην πληροφορούνται με βάση τα προσχεδιασμένα μοντέλα πολιτικής επικοινωνίας. Όσο συνεχίζεται η ανεύθυνη επικοινωνία της «ελληνικής επιτυχίας» με πολιτικά κίνητρα, τόσο θα μεγαλώνει η δυσπιστία για την κυβερνητική ειλικρίνεια και η πραγματική μάχη κατά του κορονοϊού θα περιπλέκεται.

β. Μια ενεργότερη αντιπολίτευση, θεσμικά σοβαρή και πολιτικά αποτελεσματική είναι το δεύτερο στοιχείο. Η ζαλισμένη και αιφνιδιασμένη από την ήττα μετεκλογική παράταξη του 32%, που έμοιαζε ανήμπορη να αξιοποιήσει πολιτικά το ποσοστό της μεγαλύτερης σ’ ολόκληρη την Ευρώπη αξιωματικής αντιπολίτευσης, εδώ και μερικές εβδομάδες φαίνεται να έχει μετακινηθεί σε ωριμότερες επιλογές, από το να καταγγέλλει την -κατά τα άλλα ολοφάνερη- μιντιακή δικτατορία ως το μόνο αίτιο της αναποτελεσματικότητάς της. Οι θέσεις Τσίπρα στα οικονομικά ζητήματα, την εξωτερική πολιτική και τις ανεπάρκειες της κυβέρνησης στην πανδημία, συμφωνεί ή διαφωνεί κανένας με τις θέσεις αυτές, έρχονται στο πολιτικό σκηνικό ως ουσιαστικές εναλλακτικές προτάσεις για τη χώρα, τους πολίτες και τα ραγδαίως επιδεινούμενα προβλήματά τους, σηματοδοτώντας ότι υπάρχει άλλη πορεία, βιώσιμη, και η κατήφορος Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μοιραία και μη ανατρέψιμη πραγματικότητα για την Ελλάδα. Αναμφίβολα η μομφή κατά του υπουργού Οικονομικών, εκτός από τα σημαντικό αποτέλεσμα που παράγει στην αποκάλυψη των συνεπειών μιας από τις αντιλαϊκότερες στην ελληνική πολιτική ιστορία ρύθμισης, αποτελεί μια ισορροπημένη επιλογή κοινοβουλευτικού προσήμου, που ανακόπτει τη βουλιμική κυβερνητική αυθαιρεσία.

Η επιστροφή της αντιπολίτευσης στα κοινοβουλευτικά έδρανα, μετά από μια σειρά μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις εργαζομένων, δημοκρατών πολιτών, ακόμη και μαθητών, και παρά την εντυπωσιακή επίδειξη ασύμμετρου κυβερνητικού αυταρχισμού, αποδεικνύει ότι μόνο ο συνδυασμός μαζικών κινητοποιήσεων και κοινοβουλευτισμού στις ώριμες δημοκρατίες, μπορεί να είναι αποτελεσματικό πολιτικό μέσο, και να σύρει σε δημόσιο λόγο τον κρυπτόμενο πίσω από τη «δημοκρατία των διαγγελμάτων» και τα προσχεδιασμένα μιντιακά fake news, Κυριάκο Μητσοτάκη.   

Η αντίστροφη μέτρηση για την κυβέρνηση ξεκίνησε!