Μολυβάκι

3 Δεκ. 2022

ΕΣΥ: Θα σωθεί

το ύστατο καταφύγιο

των κοινωνικά αδυνάμων;

Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ομάδα των 156 προσώπων που διοικούν την Ελλάδα ενέκριναν τον νόμο κατάργησης του δημόσιου συστήματος Υγείας, το φαινόμενο επίθεσης νεοφιλελεύθερων πολιτικών στον κρίσιμο αυτόν τομέα της κοινωνικής οργάνωσης γενικεύεται. Και αυτό προσλαμβάνει ενδημικές πλέον διαστάσεις στον δυτικό κόσμο.

Στην Ισπανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τις σκανδιναβικές χώρες αλλα και αλλού, τα δημόσια συστήματα Υγείας πλήττονται καίρια τόσο σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή του τομέα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ όσο και ως τρέχουσα δημόσια δαπάνη συντήρησης των υποδομών. Νωρίτερα, στις ΗΠΑ ήταν εντυπωσιακή η επίμονη καταδίωξη του Obama Care από τον Τραμπ, αλλά ακόμη και σήμερα η διοίκηση Μπάιντεν κάθε άλλο παρά έχει θέσει ως προτεραιότητα την αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε στο αμερικανικό δημόσιο σύστημα Υγείας η περίοδος του τέως προέδρου.

Όλ’ αυτά επιβεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση! Αντίθετα φαίνεται ότι η κατά προτίμηση αποστέρηση πόρων από τα δημόσια συστήματα Υγείας στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης για τη δημοσιονομική διαχείριση της ήδη υπερδεκαετούς μακράς κρίσης στη δυτική οικονομία, είναι στρατηγική επιλογή. Με σκοπό πρόδηλο την απόσπαση πόρων και πιστώσεων από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, προκειμένου οι πόροι αυτοί να διατεθούν σε χρηματοδοτήσεις ιδιωτικών επενδύσεων, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί ο μύθος της αέναης ανάπτυξης που δήθεν εγγυάται ο καπιταλισμός.

Βεβαίως, εδώ δεν είναι η καταλληλη στιγμή (θα το κάνουμε κάποια άλλη στιγμή) να ασχοληθούμε εμπεριστατωμένα με την οργανωμένη αποδόμηση αυτού του μείζονος καπιταλιστικού μύθου, που υπήρξε το πολιτικό λίκνο της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας που σάρωσε επί μία εικοσαετία τις κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους, αν και το κοινωνικό κράτος προσέφερε ανεκτίμηση κοινωνική συνοχή και πολιτική ισορροπία στα δυτικά δημοκρατικά συστήματα. Εδώ προέχει η επισήμανση καταστροφής της δημόσιας Υγείας, όπως την ξέραμε και όπως λειτουργούσε ως σήμερα, στις κοινωνίες μας. Δηλαδή, ως θεμελιώδους μηχανισμού ανακατανομής του πλούτου υπέρ των αδυνάμων, διασφάλισης των όρων πολιτικής ισότητας και ισορροπημένης λειτουργίας των δημοκρατιών και ως πυλώνα της έννοιας του κοινωνικού κράτους.                 

Μια πρόθετη αναγκαία αναφορά: Η επέλαση νεοφιλεύθερων κυβερνήσεων κατά των δημόσιων συστημάτων Υγείας στη δύση, με εξαίρεση τις ΗΠΑ που προηγήθηκαν, θα είχε εκδηλωθεί ακόμη νωρίτερα, αν δεν είχε εμφανιστεί η πανδημία του κορονοϊού. Όμως και σήμερα, μετά το πανδημικό κύμα, είναι έκδηλη η βιασύνη των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων στη δύση να εγκαταλείψουν όσο πιο γρήγορα μπορούν τις αυξημένες δημόσιες πιστώσεις για την Υγεία κατά τη διετία του κορονοϊού και να σπεύσουν να εφαρμόσουν πολιτικές εντατικής λιτότητας στη δημόσια Υγεία. Δεν ξέρω αν η γελοιότητα των χειροκρότημάτων στα μπλακόνια έπεισε κανέναν επί της ουσίας και σε ποιό βαθμό, είμαι όμως σίγουρος ότι αρκετοί απ’ αυτούς που τότε συμμετείχαν στη γελοιότητα, σήμερα αντιλαμβάνονται πόσο επικίνδυνη είναι η πολιτική προτίμηση σε παραστάσεις ενός επικοινωνιακού «κόλπου» που δεν έβαλαν ούτε ένα ευρώ στα ταμεία της δαπάνης για τη δημόσια Υγεία, μπροστά στη γενικευμένη πολιτική απόφαση αφαίρεσης πόρων για την ποιότητα ζωής των πολιτών και τη διάσωση ανθρώπινων ζωών, που στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους ως σήμερα ήταν αυτονόητες λειτουργίες εμπεδωμένες μάλιστα ως υποχρέωση της πολιτείας προς τους πολίτες της.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική επέλαση κατά των δημόσιων συστημάτων Υγείας στη δύση, είναι το επόμενο βήμα και με τις ίδιες σημασίες λόγω και της ομοιότητας των πολιτικών σκοπών, μετά την αναθωρηση των δημόσια επιδοτούμενων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων, προς συστήματα αυτοχρηματοδότησης των ασφαλιζόμενων εκτός του κανόνα της λεγόμενης «τριμερούς χρηματοδότησης» της κοινωνικής ασφάλισης (όπου συμμετέχουν εργαζόμενοι, εργοδότες και το κράτος).

Στο συγκεκριμένο θέμα η εμπειρία πλέον δείχνει και τα μακροοικονομικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η προϊούσα αλλά σημαντική σε τελικό αποτέλεσμα μείωση της δημόσιας δαπάνης για την κοινωνική ασφάλιση, έχει συντελέσει σε ραγδαία επιδείνωση των κοινωνικών και εισοδηματικών διαφορών και σε δραματική χειροτέρευση της ποιότητας των ασφαλιστικών συστημάτων. Παρέλκει επίσης να τονιστεί ότι με το εφεύρημα περί «κόστους εργασίας» και τα οργανωμένα νεοφιλελεύθερα μοντέλα οικονομικής εύνοιας του κράτους προς ιδιώτες, συν τω χρόνω εξανεμίζεται και η συμμετοχή των εργοδοτών στην κοινωνική ασφάλιση, ενώ η συμμετοχή των ασφαλιζόμενων αυξάνεται.

Σε τέτοιες συνθήκες έχει σημασία να αναζητηθούν τα βαθύτερα αίτια των κινήτρων που οδηγούν σ’ αυτές τις επιλογές, ενώ είναι σαφές ότι οι δυτικές δημοκρατίες υποφέρουν πολιτικά από τις συνέπειές τους. Και όταν λέω «κίνητρα», ενοοώ εδώ τις πολιτικές βάθους και στρατηγικού ορίζοντα, περαν από τις μικροτοπικές και ορατές προτιμήσεις της πελατείας του νεποτισμού Κυριάκου Μητσοτάκη που παρεπιδημεί παρ’ ημίν.

Σ’ αυτά τα κίνητρα πολιτικής στρατηγικής έχω την εντύπωση ότι ο νεοφιλευθερισμός αναζητεί την εξεύρεση πόρων για τη χρηματοδότηση των ιδιωτικών επενδύσεων από τα δημόσια ταμεία, που λόγω της μακράς κρίσης του διεθνούς καπιταλισμού ελλείπουν. Μάλιστα, μετά από μια περίπου δεκαετία όπου υποτίθεται ότι η δύση ένεκα της κρίσης μέσω του οργανωμένου κράτους θα επενέβαινε για να ανοίξουν τα σεντούκια και να εξαναγκαστούν οι ιδιωτικές περιουσίες και ο υπέρμετρα συσσωρευμένος πλούτος ως το 2010 να επανέλθει σε διαθεσιμότητα για επενδύσεις, η στροφή του νεοφιλελευθερισμού στη λεηλασία των δημόσιων συστημάτων Υγείας καταλήγει να αποτελεί απόδειξη ότι το κράτος στη δύση απέτυχε κι αυτή φορά παταγωδώς να λειτουργήσει ως πολιτικός και κοινωνικός μηχανισμός άμβλυνσης των αντιθέσεων στις σύγχρονες κοινωνίες, και εφορμά πλέον στα τελευταία διασωζώμενα αποθέματα του πάλαι ποτέ κοινωνικού κράτους, για να βρει πόρους.

Είναι σαν να λέμε -μοιάζει σαν τον τελικό στόχο του εγχειρήματος- ότι τις ιδιωτικές επενδύσεις θα χρηματοδοτούν πλέον οι κοινωνίες και όχι το κεφάλαιο των καπιταλιστών. Δεν είναι φυσικά άνευ σημασίας να υπογραμμιστεί ότι οι δύο τελευταίοι διασωζώμενοι πυλώνες του απερχόμενου δυτικού κοινωνικού κράτους, τα αποκούμπια των μικρομεσαίων και των αδύναμων,  απέμειναν η Υγεία και η Παιδεία. Η άκρατη στροφή του νεομητσοτακισμού στην ιδιωτικοποίηση της Παιδείας, δεν είναι η εξυπηρέτηση της πολιτικής πελατείας  του πρωθυπουργού και των συν αυτώ, αλλά μέρος μιας συνολικής πολιτικής αντίληψης για τα πράγματα, που διαπερνά χωρίς καν μέριμνα απόκρυψης των τελικών στόχων τους, τα ακροδεξιά και συνάμα νεοφιλελεύθερα πολιτικά σχήματα, που δεσπόζουν στη δύση, καταστρέφοντας τα τελευταία υπολείμματα της «τέλειας δημοκρατίας», που κυριάρχησε μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως το τέλος του 20ου αιώνα.

Περιττό να τονιστεί ότι αυτή η ολοσχερής στήριξη στις δημόσιες δαπάνες για να επιδοτηθούν κεφαλαιακά οι ιδιωτικές επενδύσεις, συνιστά τερατική εκδοχή του συστημικού καιταλισμού. Είναι μια πολιτικό-οικονομική διαστροφή με συνέπειες που δεν θα αργήσουν να διαφανούν με δραματικές διαστάσεις στη ρέουσα πολιτική καθημερινότητα στη δύση, είτε με πολιτικές αποσταθεροποιήσεις ευρείας κλίμακας ανά χώρα, είτε με δραματική απομυθοποίηση του αφηγήματος περί αέναης ανάπτυξης, είτε με πιο ευρεία αποσταθεροποίηση του διεθνούς πολιτικο-οικονομικού συστήματος, όπως προαναγγέλουν οι εντεινόμενες θερμές διενέξεις στον κόσμο.                                           

 

 

 

 

30 Νοε. 2022

Η υφαρπαγή στεγαστικών περιουσιών

απόδειξη βαθιάς κοινωνικής κρίσης

Οι πλειστηριασμοί στεγαστικών περιουσιών των μικρομεσαίων την Ελλάδα συμπίπτει -αν δεν ταυτίζεται, όχι μόνο χρονικά, αλλά και σε επίπεδο συμπτωματολογίας του φαινομένου- με τη μνημονιακή δεσποτεία που επιβλήθηκε στη χώρα μας από το 2010 και επί μια δεκαετία.

Φυσικά, δεν είναι αυτό το σημείο και το θέμα πάνω στο οποίο θα μπορούσε να εξαντληθεί η κριτική, που από απλή εφαρμογή των στοιχείων της επιστήμης των οικονομικών καταλήγει απνευστί στο συμπέρασμα ότι τα μνημόνια υπήρξαν ατυχέστατη επιλογή χειρισμού των συνεπειών της νομισματοπιστωτικής κρίσης 2008-2019. Μάλιστα, κατά μία έννοια, ακριβώς η επιμονή των υποστηρικτών αυτής της επιλογής να τη δικαιολογήσουν με προσφυγή στον όρο της αναγκαιότητας (αντί της αναζήτησης της πλέον δόκιμης λύσης από το πλουσιότατο οπλοστάσιο του κλασσικού καπιταλισμού, που θα ήταν η προτιμητέα και πολιτικά ορθή μέθοδος), είναι μια καθαρή επιβεβαίωση της ανομολόγητης αναγνώρισης ότι τα μνημόνια δεν ήταν η επιβεβλημένη οδός.

Όπως και νά ‘ναι,  εδώ, στους πλειστηριασμούς στεγαστικών περιουσιών μικρομεσαίων, ανιχνεύεται ίσως πιο ανάγλυφα από κάθε άλλη περίπτωση η ελληνική ιδιαιτερότητα της ευρωπαϊκής πτυχής στην οικονομική κρίση 2010-2019. Επίσης, στο ίδιο σημείο επιβεβαιώνεται γιατί επλήγη από την οικονομική κρίση προνομιακά και με ιδιαίτερη σφοδρότητα η μεσαία τάξη και οι μικροαστοί της Ελλάδας. Μια κοινωνική σε μεγάλο μέρος ανατροπή, που προκάλεσε τριγμούς γενικότερης αποσταθεροποίησης της ελληνικής σχέσης με τη δύση και πιο συγκεκριμένα με την ΕΕ. Ταυτόχρονα, η μεγαλη αυτή κοινωνική ανατροπή 2010-2015 έγινε η αιτία για την εκδήλωση νεοναζιστικών και νεοφασιστικών πολιτικών παρατάξεων, που κάκιστα από τους πολιτικούς αναλυτές στη χώρα μας είθισται να θεωρούνται περίπου ταυτόσημο πολιτικό σώμα με το ακροδεξιό υπόλειμμα της επταετούς δικτατορίας, που ως «Εθνική Παράταξη» έλαβε 7% στις εκλογές του 1974.     

Πριν μπούμε στο ζήτημα των πλειστηριασμών καθαυτό, λίγες ακόμη σχετικές πολιτικές σκέψεις: 

- Η προνομιακή ζημία σε βάρος της μεσαίας τάξης και των μικροαστών στην Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης 2010-2019 στην Ευρώπη, υποδηλώνει και τη διαφορετικότητα των μικρομεσαίων στρωμάτων στη χώρα μας σε σύγκριση με τις ανάλογες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στις χώρες-μέλη της ΕΕ. Σ’ όλη την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη (αλλά εν προκειμένω και στις ΗΠΑ) η απώλεια εισοδήματος και πλούτου λόγω της οικονομικής κρίσης περίπου ισοκατανέμεται μεταξυ όλων των κοινωνικών τάξεων. Αντίθετα, στην Ελλάδα είναι φανερή η ιδιαίτερη σφοδρότητα με την οποία επιπίπτει η κρίση στα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα. Η διαφορά αυτή εν μέρει ερμηνεύει και την απόκλιση της Ελλάδας ως προς τις πολιτικές αντιδράσεις έναντι άλλων χωρών-μελών της ΕΕ, ανάμεσά τους και μεσογειακές χώρες, όπου στα τεχνικά στοιχεία των συνεπειών της νομισματοπιστιωτικής κρίσης ανιχνεύονται κατά τα άλλα πολλές άλλες ομοιότητες με την Ελλάδα (υψηλό εξωτερικό χρέος, υπερθέρμανση του τραπεζικού τομέα κ.λπ)..

Έχει, φρονώ, μεγάλο ενδιαφέρον ότι από την περιπέτεια αυτή συνάγεται και ένα κατά τη γνώμη μου σαφές πολιτικό συμπέρασμα: Ο εντονότατος κοινωνικός και πολιτικός συντηρητισμός των μικροαστικών στρωμάτων στην Ελλάδα! Φαινόμενο, που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη, όπου η εν λόγω κοινωνική ομάδα (οπωσδήποτε οριζόμενη σε διάφορες εποχές και συγκυρίες) υπήρξε πολιτικός καταλύτης για την κατάκτηση και την εμπέδωση ισορροπημένων μοντέλων κοινωνικής οργάνωσης στο πλαίσιο του λεγόμενου κοινωνικού κράτους. Μάλιστα στην Ελλάδα παρά το βάθος και την ένταση της κρίσης τα στρώματα αυτά αντί να διοχετευθούν πολιτικά σε ριζοσπαστικοποιημένα κινήματα τροφοδότησαν πολιτικά και εξακολουθούν  να τροφοδοτούν συντηρητικές και δεξιές πολιτικές δυνάμεις (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Ποτάμι κ.λπ.), κατι που συμβαίνει ακόμη και σήμερα, τη στιγμή η οικονομική κρίση επανακάμπτει με ορμή στη μεταπανδημική περίοδο.      

- Πρέπει να κατανοηθεί στο σημείο αυτό ότι η απώλεια στέγης σε συνθήκες οικονομικής κρίσης είναι τελείως διαφορετική πολιτικά και κοινωνικά, από τη μείωση του εισoδήματος των νοικοκυριών στο πλαίσιο περιοριστικών εισοδηματικών πολιτικών για τον έλεγχο των συνεπειών της. Οι διαδικασίες και οι λειτουργίες επανασυγκρότησης του κοινωνικού και εισοδηματικού status μετά από μια μείωση του εισοδήματος, απέχει πολύ από την απώλεια στέγης και την ανάγκη αναπροσαρμογής του τρόπου ζωής χωρίς μόνιμη κατοικία. Παρ’ όλ’ αυτά, ενώ θα αναμενόταν πολιτικά εντονότερη τάση πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης των μικρομεσαίων λόγω απώλειας της στέγης τους, αντίθετα στην Ελλάδα παρατείνεται η παραμονή των πληττόμενων κοινωνικών ομάδων σε συνηρητικές πολιτικές προτιμήσεις. (Και ίσως στο σημείο αυτό ερμηνεύεται σε κάποιο βαθμό και η μικρή δυνατότητα διείσδυσης του ΣΥΡΙΖΑ σε τέτοια κοινά).

Τέλος, για να συζητηθεί το θέμα των πλειστηριασμών από τράπεζες ή υποκατάστατά τους ακίνητης περιουσίας που προορίζεται για στέγαση και όχι για εκμετάλλευση θα πρέπει να γίνει αναφορά στο συμβολικό στοιχείο της υπόθεσης, που την Ελλάδα βαρύνει πολύ, ιδίως στα μικρομεσαία και εισοδηματικά επισφαλέστερα στρώματα.  

Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική διαφορετικότητα σχετικά με τον τραπεζικό δανεισμό για την απόκτηση στέγης εντοπίζεται κατά την αντίληψή μου σε τέσσερα βασικά στοιχεία:      

1. Ότι το κύριο κύμα τραπεζικού δανεισμού για στέγαση στην Ελλάδα στηρίζεται στην προσπάθεια κάλυψης πραγματικών στεγαστικών αναγκών των εισοδηματικά πιο αδύναμων πολιτών. Τούτο σε συνέχεια της στεγαστικής πολιτικής της δεκαετίας του 1980, που κι αυτή είναι συνέχεια του κινήματος των αστικών πολυκατοικιών της δεκαετίας του 1960 και της πρώτης περιόδου του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στη χώρα μας, δηλαδή, κυριαρχεί, τουλάχιστον στην πρώτη φάση του κύματος στεγαστικών δανείων, η επιδίωξη απόκτησης στέγης (ή βελτίωσής της), και όχι το επενδυτικό κεφαλαιακό σημείο της δραστηριότητας του real estate.

Αξίζει να σημειωθεί, επιπροσθέτως, ότι το κύμα χορήγησης στεγαστικών δανείων που εκρήγνυται από το 2.000 και εντεύθεν υποκαθιστά πλήρως την οργανωμένη στεγαστική πολιτική που ασκεί ως τότε το κράτος, υπό την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου (κρατική στεγαστική τράπεζα, Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας, στεγαστικοί συνεταιρισμοί υπό τον έλεγχο της αυτοδιοίκησης κ.λπ.).. Η αντίπαλη πολιτική σχέση του Κώστα Σημίτη με τις κοινωνικές πολιτικές της εικοσιπενταετίας 1981-1996, είναι εμφανής και στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτυπώνεται με την βαθμιαία αλλά σε σύντομο χρόνο απόσυρση των κρατικών στεγαστικών πολιτικών που έχουν προηγηθεί και την πλήρη υποκατάστασή τους από την εισβολή στον κλάδο των ιδιωτικών τραπεζών. Ο τρόπος και ο χρόνος εκδήλωσης αυτής της καίριας μεταβολής δημόσιας στεγαστικής πολιτικής σηματοδοτεί και την αλληλουχία των κύριων αιτίων για το ξέσπασμα του φαινομένου των πλειστηριασμών κατοικιών με τη σημερινή μορφή του, που προσέλαβε δραματικό τόνο με την επέλευση των μνημονίων και τελευταία με την οριστική απόσυρση από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη κάθε μέριμνας για την προστασία της στέγης των μικροομεσαίων.

2. Ότι στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες η κοινωνική σταθερότητα είναι προϋπόθεση για την τραπεζική πίστη, και όχι το αντίστροφο, όπως πλασσάρεται τα τελευταία χρόνια ως συστημική κανονικότητα το δεύτερο. Κάτω απ’ αυτή τη σκέψη ο όρος «στρατηγικοί κακοπληρωτές» που υιοθετήθηκε για να συμπεριλάβει σε μια ενιαία κατηγορία τελείως διαφορετικές ανάμεσά τους περιπτώσεις δανείων που δεν κατέστη δυνατό να εξυπηρετηθούν, αφορά σε μια καθαρά πολιτική απόφαση κατάταξης όλων των δανείων (συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και των στεγαστικών για κάλυψη της οικιστικής ανάγκης), σε μια συμπτωματολογία συνδεόμενη εντέχνως με την μομφή περί δημοσιονομικής σπατάλης, ενώ τα δάνεια για απόκτηση πρώτης κατοικίας σε καμιά περίπτωση δεν αφορούν σε κάτι τέτοιο. Έτσι, η ταύτιση τεχνηέντως μιας κατηγορίας δανειοληπτών που κερδοσκόπησαν μέσω της λήψης στεγαστικών δανείων και με σκοπό τη συσσώρευση πλούτου και όχι την κάλυψη στεγαστικής ανάγκης, με δανειολήπτες από τη μικρομεσαία τάξη που απέκτησαν με δανεισμό στέγη, εκτός από το τελείως άστοχο του παραλληλισμού υποκρύπτει και την ανέντιμη πολιτική σκοπιμότητα διεκδίκησης κατοικιών που δεν έχουν εκ των πραγμάτων τις ίδιες κοινωνικές λειτουργίες και επιδράσεις, αλλ’ ούτε και σχετίζονται και επιδρούν στην οικονομία με τον ίδιο τρόπο, για να μπορούν να τύχουν  της ίδιας πιστωτικής μεταχείρισης. Άλλο ακίνητα για στέγαση, άλλο η επιδίωξη αύξησης του τρέχοντος εισοδήματος με τοποθέτηση αποθεματικών στον κλάδο των ακινήτων και εκμετάλλευση των ακινήτων να ενοικίαση, και άλλο η επένδυση αποθεματικών  κεφαλαίων με σκοπό τη διασφάλιση συσωρευμένου και νέα αποθεματοποίηση πλούτου.

Σημειωτέον επίσης ότι στα στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν δεν έτυχαν καμιάς προστασίας και ακίνητα από κληρονομιές στην περιφέρεια (που αναπαλαιώθηκαν μέσω δανεισμού και χωρίς άλλο κίνητρο παρά την εξασφάλιση κάποιας στεγαστικής μέριμνας για τους κατιόντες), αλλά και λαϊκής δεύτερης στέγης (φθηνά εξοχικά, και  αναπαλαιώσεις κληρονομημένων παλιών οικογενειακών καταλυμάτων στα χωριά  κ.λπ.). Έτσι, εδώ άνοιξε πολύ η  βεντάλια των δυνάμει διεκδικήσιμων από τις δανείστριες τράπεζες κατοικιών αλλά και αδόμητης γης, σε μια τελείως αδόκιμη και ασύμπτωτη με την έννοια και τις ανάγκες της λεγόμενης τραπεζικής πίστης.  Γι’ αυτόν σε κάποιο βαθμό είναι κενή ουσιωδών πολιτικών σημαινομένων η χρήση του όρου «προστασία της πρώτης κατοικίας» (και μόνο μια άμεση λαϊκή κινητοποποίηση το αντιμετωπίζει αυτό) και λειτουργεί περισσότερο ως πρόσχημα για την ανταλλαγή πολιτικών διαξιφισμών μεταξύ κομμάτων που ενεπλάκησαν στο θέμα της στεγαστικής πολιτικής εντός μνημονίου.

Με βάση τα παραπάνω ο όρος «στρατηγικοί κακοπληρωτές» για μεγάλες κατηγορίες στεγαστικών δανείων κάλυψης ανάγκης (στο πλαίσιο μιας στεγαστικής πολιτικής ενός οργανωμένου κράτους) και όχι κερδοσκοπίας ή απόπειρας διεύρυνσης του τρέχοντος εισοδήματος του δανειολήπτη ή πλουτισμού, πάσχει σαβαρά νοηματικά και επί της ουσίας και τελικά είναι τελείως καταχρηστικός και πρέπει κατά πολιτική προτεραιότητα να εγκαταλειφθεί, συμπαρασύροντας σε μια γενική αναθεώρηση της πολιτικής των πλειστηριασμών ακίνητων για αποπληρωμή ληφθέντων δανείων.

Η θεσμοθέτηση ενός δείκτη χρηστικότητας και τρόπου χρήσης κάθε ακινήτου που απειλείται με πλειστηριασμό λόγω αδυναμίας αποπληρωμής ληφθέντος τραπεζικού δανεισμού για την απόκτησή του, θα διευκόλυνε τόσο την οικονομία όσο και τις τράπεζες και θα συνέβαλε στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων που σήμερα έχουν καταλήξει στα περίφημα funds.     

3. Επί πλέον, πρακτικά τα στεγαστικά δάνεια και οι πλειστηριασμοί που αφορούν στα μη εξυπηρετούμενα απ’ αυτά, πρέπει να υπογραμμιστεί με έμφαση ότι έχουν τύχει περίπου της ίδιας πιστωτικής μεταχείρισης με τα επιχειρηματικά μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με την απόλυτη ανοχή -αν όχι την προτροπή- του κράτους. Δεν χρειάζεται βεβαίως να πλατειάσουμε στο σημείο αυτό πολύ, για να γίνει αντιληπτό το αδόκιμο του χειρισμού ως προς το σημείο αυτό. Ιδίως αν σημειωθεί ότι η διεκδίκηση ακίνητης περιουσίας από τις τράπεζες αποσκοπεί στην ανάληψη εμπράγματων αξιών για τα χαρτοφυλάκιά τους, ενώ στην πληθώρα των περιπτώσεων επιχειρηματικών δανείων οι αξίες είναι αμελητέες και πολλές φορές αφορούν σε εταιρείες «ζόμπι».  

4. Τέλος, το ζήτημα της μαζικής χορήγησης στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες και σε αντικατάσταση της ως τότε κρατικής στεγαστικής πολιτικής  συμπίπτει με τη γενικότερη ραγδαία τραπεζική επέκταση και την υπερθέρμανση του κλαδου, ήδη από τα μέσα της δεακετίας του 1990, πράγμα που συμπαρασύρει την οικονομία σε δίνη ανατιμητικών πιέσεων, οι οποίες ιδίως για τη στεγαστική πολιτική οδηγεί σε αυξήσεις ανά τιμή μονάδας, τελείως παράλογες. Στην Ελλάδα δηλαδή, με την ανοχή αν όχι την υποκίνηση της ΕΚΤ και των ευρωπαϊκών τραπεζών, η τραπεζική επέκταση βασίζεται κατά σημαντικό βαθμό στον δανεισμό για στέγη, ενώ σ΄όλη την υπόλοιπη Ευρώπη σε επέκταση επενδύσεων, με συνέπεια τα μειονεκτικά αναπτυξιακά δεδομένα για την Ελλάδα σε σύγκριση με την ευρωζώνη να αποκαλυφθούν στη συνέχεια και να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην αναξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας έναντι των αγορών, με κορύφωση το πτωχευτικό περιστατικό του 2010. Και τούτο, ενώ για την Ελλάδα ακριβώς εκείνη την περίοδο το σημαντικό ζήτημα ήταν η τόνωση των επενδύσεων και όχι η πολιτική έντασης συσσώρευσης κεφαλαίων, όπως συνέβαινε στην ευρωζάνη. Οι παραπάνω αναφορές ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο συρμός της σοϊμπλικής ρητορικής περί σπατάλης (και όχι μόνο για την Ελλάδα) υπήρξε η κεντρική ευρωπαϊκή άποψη για την έκρηξη της κρίσης χρέους, ενώ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο, μονολότι αναμφίβολα έλαβε χώρα και καταναλωτικός συβαριτισμός των ελλήνων ως το 2010.     

Συνοψίζοντας, θα μπορούσε να υποστηριχτεί βασίμως ότι στην ελλαδα δεν κυριαρχεί για μεγάλο χρονικό διάστημα το κερδοσκοπικό στοιχείο στη στεγαστική πολιτική ασκουμένη διά του τραπεζικού δανεισμού.

Επίσης, δεν παρέλκει να τονιστεί εδώ σε συνάρτηση με το ζήτημα των πλειστηρισμών ακίνήτων στην Ελλάδα ότι η άκρατη ιδιωτικοποίηση της στεγαστικής πολιτικής διά των τραπεζών καταλήγει μετέπειτα σε διπλή επιβάρυνση των δανειοληπτών, λόγω του ότι πρόκειται για χρέος που δεν αθροίζεται στο δημόσιο, με συνέπεια να μην προκύπτουν για τις τράπεζες και κατ’ επέκταση για τους δανειολήπτες τα οφέλη που προέκυψαν κατά το κούρεμα του ελληνικού δημόσιου  χρέους (PSI+), πριν δέκα έτη. Αν η στεγαστική πολιτική στην Ελλάδα είχε παραμείνει τότε κατά κύριο λόγο κρατική πολιτική και δεν είχε μετακινηθεί στον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, τότε το συνολικό κόστος του μη εξυπηρετούμενου τραπεζικού δανεισμού για ακίνητα θα είχε μειωθεί δραστικά με το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, προς όφελος των δανειοληπτών.

Η παρατήρηση αυτή είναι ισχυρή απόδειξη ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι προς γενική και άκριτη εφαρμογή, όπως έχει παγιωθεί τεχνηέντως ως εντύπωση στο πλαίσιο του εντατικού οικονομικού νεοφιλευθερισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Αντίθετα, σε κάθε περίπτωση απαιτείται εξονυχιστική προβλεπτική ανάλυση των δεδομένων του προς ιδιωτικοποίηση τομέα. Και είναι ανάγκη να ορθωθεί τείχος επιφυλάξεων κατά της έκδηλα αφαιρετικής θέσης ότι όλα εξαντλούνται στο όφελος του μικρότερου κόστους που δήθεν εξασφαλίζει αυτομάτως ο ανταγωνισμός μεταξύ ιδιωτών, όταν είναι προφανές ότι καιροφυλακτούν τα οργανωμένα καρτέλ σε κάθε τομέα εξανεμίζοντας δραστικά το όφελος για τους καταναλωτές.

Κατακλείδα: Το πρόβλημα των πλειστηριασμών ακίνητης περιουσίας για να αντιμετωπιστεί πειστικά και αποτελεσματικά προς όφελος τραπεζών και δανειοληπτών, πρέπει να συσχετιστεί με την άσκηση της στεγαστικής πολιτικής που ασκείται από το κράτος. Αντίθετα, εμβαλωματικές ρυθμίσεις (με ανομολόγητη επιδίωξη την εύνοια υπέρ των τραπεζών και σε βάρος των δανειοληπτών), αντί να αποφορτίζουν το πρόβλημα το επιτείνουν, ενδυναμώνοντας και τις κοινωνικές πολιτικές συνέπειες του ζητήματος.

 

 

 

 

19 Νοε. 2022

Παρακολουθήσεις:

Ο τελειωτικός πολιτικός εξευτελισμός

του Νίκου Ανδρουλάκη

Από την αρχή που ξέσπασε το μεγα δημοκρατικό σκάνδαλο παρακολούθησης πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικά όργανα υπό την άμεση, πλήρη και αποκλειστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Νίκος Ανδρουλάκης -αν και προνομιακό θύμα αυτών των παρακολουθήσεων- τήρησε μια στάση περίεργης πολιτικής ηπιότητας απέναντι τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς του εν λόγω πολιτικού και ποινικού εγκλήματος.

- Ανέχτηκε επί εβδομάδες να διασύρεται από αήθεις αναφορές κυβερνητικών στελεχών με το ανείπωτο επιχείρημα, που μέσες-άκρες ήταν «εκείνος ξερει γιατί παρακολουθείται».  

- Επέτρεψε ανεύθυνα να ευτελίζεται ανεπίτρεπτα ο όρος «εθνική ασφάλεια», που για την Ελλάδα με δεδομένη την τουρκική επιθετικότητα είναι όρος μείζονος σημασίας για τα συμφέροντα της χώρας. Και μάλιστα η ίδια η κυβέρνηση στη συνέχεια με αναφορές στελεχών της στιγμάτισε με πρωτοφανή αντιδημοκρατικό τρόπο την αντιπολίτευση ούτε λίγο-ούτε πολύ ότι υπηρετεί τα συμφέροντα του Ταγίπ Ερντογάν, αποδεικνύνοντας ποιά «εθνική ασφάλεια» έχει στο μυαλό του ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν επικαλείται τον όρο, συσχετίζοντάς τον αποκλειστικά με τα προσωπικά πολιτικά συμφέροντά του και προσφέροντας αδιάψευστη απόδειξη των κινήτρων της μικροπολιτικών κινήτρων παρακολούθησης Ανδρουλάκη.    

- Συνηγόρησε (όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε) σε μια εξεταστική επιτροπή της βουλής, απόλυτη παρωδία κοινοβουλευτικού ελέγχου, που κατέληξε στη μεγαλύτερη στη σύγχρονη ιστορία μας συγκάλυψη ενός σκαστού και ομολογημένου μάλιστα πολιτικού εγκλήματος. Φυσικά, η ίδια η εξέλιξη και  το γελοίο πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής των βουλευτών της ΝΔ, ως άμεσων συνενόχων στο επάλληλο και μεγάλου επίσης δημοκρατικού βάρους εγκλήματος της συγκάλυψης, αποδεικνύει χωρίς δυνατότητα αντίκρουσης πόσο εσφαλμένη ήταν η επιλογή να γίνει δεκτή η συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής υπό τους παρόντες πολιτικούς όρους, αντί να καταγγελθεί και να απονομιμοποιηθεί  πλήρως από την αντιπολίτευση τέτοια εξεταστική από την πρώτη στιγμή.              

- Τέλος, εδέησε να καταθέσει μηνυτήριες αναφορές στην τακτική δικαιοσύνη τρεις ολόκληρους μήνες μετά το ξέσπασμα του μεγάλου δημοκρατικού σκανδάλου  παρακολούθησης πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικά όργανα υπό την άμεση, πλήρη και αποκλειστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη και με τον ίδιο προνομιακό θύμα τους.

Τα παραπάνω θα αρκούσαν για να κλονίσουν την εμπιστοσύνη οποιουδήποτε καλόπιστου παρατηρητή σχετικά με την ειλικρινή πρόθεση του Νίκου Ανδρουλάκη να ξεκαθαρίσει το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων. Όμως, ούτε σ’ αυτά δεν αρκέστηκε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ!

- Τώρα, με την ευκαιρία κατάθεσης σχεδίου νόμου της κυβέρνησης ανάλογης ποιότητας με την παρωδία της εξεταστικής επιτροπής της βουλής που διερεύνησε δήθεν τις παρακολουθήσεις, αλλά και με πανομοιότυπο στόχο τη συγκάλυψη του μεγάλου δημοκρατικού σκανδάλου για να διασωθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης που κλονίζεται επικίνδυνα, ο κ. Ανδρουλάκης εξέφρασε την ικανοποίησή του ότι το κυβερνητικό σχέδιο νόμου είναι «σε σωστή κατεύθυνση»!  

- Δηλαδή οδεύει προς κοινοβουλευτική συζήτηση για την ψήφιση νομοσχεδίου της κυβέρνησης που ενέχεται για τις παρακολουθήσεις σε βάρος πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικά όργανα υπό την άμεση, πλήρη και αποκλειστική εποπτεία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, στην οποία συζήτηση ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και το κόμμα του θα κληθούν να εγκρίνουν κάτι που θα νομιμοποιεί τη μη πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν στην παρακολούθηση σε βάρος του από κρατικά όργανα υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Διότι, τί άλλο πρακτικά συνεπάγεται η πρόβλεψη του νομοσχεδίου ότι οι παρακολουθούμενοι θα ενημερώνονται μετά από παρέλευση 3ετίας; Δηλαδή, ο κ. Ανδρουλάκης θεωρεί ότι είναι σε σωστή κατεύθυνση σχέδιο νόμου το οποίο προβλέπει ότι για την παρακολούθησή του από κρατικά όργανα υπό την άμεση, πλήρη και αποκλειστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη, θα έπρεπε να περιμένει άλλα 2,5 χρόνια για να ενημερωθεί; Και νομίζει άραγε ότι θα γίνει πιστευτός με κάτι τέτοια, όταν δηλώνει ότι θέλει να πέσει φως στο μέγα σκάνδλο των παρακολουθήσεων;

- Ναι, αλλά ζητάει αναδρομική ισχύ του κυβερνητικού σχεδίου νόμου, αν τυχόν εγκριθεί, μας λένε από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ! Αλήθεια, παιδιά; Ποιόν κοροϊδεύει ο κ. Ανδρουλάκης; Αλήθεια, ολόκληρος πρόεδρος κόμματος, δεν κατανοεί ότι αναδρομική ισχύς στην προτεινόμενη από την κυβέρνηση διάταξη ότι οι παρακολουθούμενοι θα ενημερώνονται μετά από παρέλευση 3ετίας, δεν είναι εφαρμόσιμη και τίποτα δεν το αλλάζει αυτό; Και σε τί και ως προς τί θα ενημερωθεί ο κ. Ανδρουλάκης μετά από 2,5 χρόνια, όταν από κυβερνητικής πλευράς αναφέρεται ότι οι φάκελλοι της συγκεκριμένης υπόθεσης παρακολούθησης έχουν καταστραφεί; Αλλά, ακόμη κι αν θα είχε νόημα κι αν ήταν εφαρμόσιμη η προτεινόμενη από την κυβέρνηση διάταξη ενημέρωσης των παρακολουθούμενων μετά από 2,5 χρόνια, αν τυχόν από την ενημέρωση προέκυπταν αποδείξεις ότι συντελέστηκε το πολιτικό και ποινικό έγκλημα της παρακολούθησης, τί σημασία θα είχε η ενημέρωση αφού για τους τυχόν ενόχους πολιτικά πρόσωπα θα είχε εξασφαλιστεί η παραγραφή;  Για κουτσομπολίστικους λόγους θα ενημερωνόταν ο κ. Ανδρουλάκης;  

- Επίσης, αν καθυστερησε 3 μηνες να κάνει μηνύσεις για την παρακολούθησή του, πώς ο ίδιος την ίδια ώρα προτρέπει όσους συμπεριλαμβάνονται στις λίστες παρακολουθήσεων που αποκαλύφτηκαν αργότερα να κάνουν αμέσως μηνύσεις για να εκκαθαριστεί η υπόθεσή τους; Είναι αυτή στάση σοβαρού πολιτικού;

- Τέλος, δεν αντιλαμβάνεται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ότι η παρούσα βουλή δεν φέρει στοιχειώδη δημοκρατικά εχέγγυα και καμιά πολιτική νομιμοποίηση (όπως δεν είχε και για τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής και την έκδοση πορίσματος του ελληνικού κοινοβουλίου) να νομοθετήσει για τις παρακολουθήσεις, όταν ο ίδιος η σημερινός πρωθυπουργός εμπλέκεται καθ’ ύλη και κατά απονεμημένη από τον ίδιο στον εαυτό του αρμοδιότητα με τις παρακολουθήσεις κατά πολιτικών και δημοσιογράφων; Ποιον κοροϊδεύει ο κ. Ανδρουλάκης;

Το κυριότερο όμως ερώτημα στο οποίο αποφεύγει να απαντήσει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, προσποιούμενος ότι δήθεν δεν τίθεται τέτοιο ερώτημα, είναι: Ανατρέπει το κυβερνητικό νομοσχέδιο (που ο κ. Ανδρουλάκης εκτιμά ότι κινείται σε σωστή κατεύθυνση) το σύστημα αλλά και την πολιτική φιλοσοφία υπό την οποία διετάχθησαν και διενεργήθηκαν οι παρακολουθήσεις; Ή μήπως το μόνο που επιδιώκει το νομοσχέδιο είναι η προστασία αυτών ακριβώς, δηλαδή του συστήματος, των προσώπων και των κρατικών οργάνων που διενήργησαν και όπως φαίνεται ακόμη διενεργούν τις παρακολουθήσεις;

Στο τέλος, δεν έχει καν σημασία ο αυτοεξευτελισμός του κ. Ανδρουλάκη στην υπόθεση των παρακολουθήσεων! Αν επιθυμεί να βάλει το πήχη της προεδρίας του στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ τόσο χαμηλά, δικό του θέμα είναι! Εκείνο που δεν έχει κανένα δικαίωμα να κάνει, όμως, είναι να ευτελίζει τόσο κατάφωρα μια μείζονα για την ποιότητα της δημοκρατίας μας υπόθεση, μετατρέποντάς την σε «κόλπο» προσωπικό του και του κόμματός του, για μια αρμαθιά ψήφους.

Ντροπή!  

 

 

 

 

15 Νοε. 2022

Πολυτεχνείο και δημοκρατια

Κάθε φορά που πλησιάζουν οι μέρες να γιορτάσουμε την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, περισσεύουν οι αναφορές περί του επίκαιρου χαρακτήρα της εκδήλωσης, τουλάχιστον ως προς τα πολιτικά νοήματα που κάθε χρονιά αναδύονται σε συνάρτηση με τις τρέχουσες εξελίξεις. Αυτό είναι ένα από τα ισχυρά κλισέ του γιορτασμού, που μερικές φορές μάλιστα καταντάει ασυγχώρητη υπερβολή για την ταπεινότητα με την οποία η ίδια η εξέγερση και οι ήρωές της προσήλθαν στον υπέρτατο υπέρ ελευθερίας αγώνα κατά του καθεστώτος της χούντας. Ο πομπώδης και πανηγυρικός τόνος που αναγκαστικά περικλείεται σε κάθε μορφής γιορτασμό, όπως συμβαίνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντιτίθεται εκ των πραγμάτων στον αναστοχασμό που σιωπηλά απαιτούν οι περιστάσεις τιμητικής συλλογικής μνήμης μιας δημοκρατικής εξέγερσης κατά ενός ανελεύθερου καθεστώτος, πολλές φορές καλύπτοντας την ουσία της ιστορικής ανάμνησης.  

Σπάνια, όμως, ήταν -και μελλοντικά θα είναι- τόσο επίκαιρο το μήνυμα του Πολυτεχνείου, όσο είναι σήμερα. Διότι πραγματικά και αφτιασίδωτα σήμερα αυτό που κομίζει ο γιορτασμός της επετείου είναι  το αίτημα της δημοκρατίας! Μιας δημοκρατίας που έχει πολλαπλώς και από κάθε πλευρά βιαστεί με απίστευτη ωμότητα και κατεξευτελιστεί από τη χυδαιότητα της πολιτικής διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενδεδυμένου μάλιστα του τελευταίου με την απατηλή τήβεννο της λαϊκής νομιμοποίησης των εκλογών του 2019, υπό το ασύστολο ψεύδος ότι απ’ αυτήν τεκμαίρεται δήθεν δικαίωμά του να κάνει ό,τι κάνει βιάζοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Αμ, δεν είν έτσι! Αυτό δεν είναι δημοκρατία!

Όπως δημοκρατία δεν είχαμε, όταν οι αστυνομικοί της χούντας μπουκάρανε στα σπίτια αντιστασιακών και αγωνιστών της ελευθερίας, και σήμερα οι μπάτσοι της αριστείας εισβάλλουνε απρόκλητα στα σπίτια των Ινδαρρέδων και τους ξυλοφορτώνουν με πρωτοφανείς τραμπουκισμούς.

Όπως δημοκρατία δεν είχαμε τότε, με κάθε δημόσια συνάθροιση να καταπνίγεται με βίαια καταστολή και οι απεργίες να απαγορεύονται, και σήμερα κάθε μαζική αντίδραση να πνίγεται στα χημικά και να συντρίβεται από κρατικά όργανα επιφορτισμένα με τον αδιανόητο εμπαιγμό περί «διαφύλαξης της δημόσιας τάξης» από τους σύγχρονους Λαδάδες. (Τον πολιτικό πρόγονό τους, δηλαδή, που είχε εισηγηθεί την εκτέλεση του Ανδρέα Παπανδρέου και είχε σαπίσει στο ξύλο τους δημοσιογράφους Τάκη Λαµπρία και Γιάννη Λάμψα, επειδή τόλμησαν αναφερθούν στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στη αρχαία Ελλάδα). Και βέβαια με τις απεργίες σήμερα να απαγορεύονται με δικαστικές αποφάσεις, πριν ακόμη πραγματοποιηθούν.

Όπως δημοκρατία δεν είχαμε τότε, που οι αριστεροί και οι δημοκρατικοί πολίτες παρακολουθούνταν από τους χαφιέδες της ασφάλειας ως δυνάμει επικίνδυνοι για τη χώρα και το εθνικό συμφέρον, και σήμερα πολιτικοί και δημοσιογράφοι παρακολουθούνται για λόγους «εθνικής ασφάλειας» και όσοι διαμαρτύρονται γι’ αυτό το αντιδημοκρατικό αίσχος να αναγορεύονται από κυβερνητικά χείλη ούτε λίγο-ούτε πολύ σε πράκτορες του Ερντογάν και να κατηγορούνται ότι αντιστρατεύονται το συμφέρον της Ελλάδας.

Όπως δημοκρατία δεν είχαμε τότε, που η δικαιοσύνη, αντί για ύστατο καταφύγιο του πολίτη αλλά και υπέρτατος καθ’ ύλην υπερασπιστής των  δημοκρατικών θεσμών,  πλειοδοτούσε σε αυθαίρετες και δικονομικά ανεπίτρεπτες παραβιάσεις θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, και σήμερα η δικαιοσύνη, αντί να εξιχνιάζει τις υποκλοπες από κρατικά όργανα υπό την άμεση, αποκλειστική και απόλυτη εποπτεία προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη, κυνηγάει όσους έκαναν τις αποκαλύψεις του μεγάλου πολιτικού εγκλήματος των παρακολουθήσεων επειδή τις έφεραν στο δημοκρατικό φως της δημοσιότητας.

Όπως δημοκρατία δεν είχαμε τότε, όταν η προδοσία της Κύπρου από έλληνες είχε σαν τραγική συνέπεια τον Αττίλα και την απώλεια εθνικού χώρου για τον ελληνισμό, και σήμερα βασικά κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα της Ελλάδας στα νησιά μας και τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο, αφήνονται εκτεθειμένα στην τουρκική επιθετικότητα, με αντάλλαγμα ένα σόου του Κυριάκου Μητσοτάκη σε αμερικανικό κοινό.

Εκτός απ’ αυτά, όμως, υπάρχει και η πιο κρίσιμη ίσως πτυχή της επίκαιρης διάστασης που έχει στις μέρες μας, η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Διότι, τότε, μετά από 7 χρόνια ανελευθερίας και βάναυσης καταπάτησης των δημοκρατικών θεσμών, ήταν η άμεση παρέμβαση και αντίδραση του λαϊκού παράγοντα, που ενεργοποίησε τις διεργασίες για την κατάρρευση των συνταγματαρχών και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Και σήμερα, μετά από 10 χρόνια μνημόνια, που κατασπαράξαν βασικά δικαιώματα της Ελλάδας ως χώρας στο πλαίσιο της συλλογικής διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μετά από εγκλεισμούς πρωτοφανούς αυστηρότητας και μοναδικής σκληρότητας όσο σε καμιά άλλη χώρα του δυτικού κόσμου με την επίκληση της πανδημίας. Μετά τους χιλιάδες θανάτους λόγω πλημμελέστατης αρωγής της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη στο δημόσιο σύστημα Υγείας, θανάτους που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Μετά από τον απόλυτο ευτελισμό της κοινοβουλευτικής διαδικασίας διερεύνησης των υποκλοπών από πρωθυπουργικά όργανα σε βάρος πολιτικών και δημοσιογράφων, με το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής-παρωδίας. Μετά από μια διακυβέρνηση, όπου οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές (ως κρίσιμος αρωγός της ίδιας της διαδικασίας του δημοκρατικού αυτοελέγχου) συνθλίβονται ή απομονώνονται (π.χ. ΕΣΡ, ΑΔΑΕ κ.λπ.), όπου οι δικαστικές αποφάσεις δεν εφαρμόζονται (π.χ. αναδρομικά σε συνταξιούχους, απόφασεις Κεραμέως κ.λπ.), όπου οι εποπτικές αρχές παραμερίζονται χωρίς πολλά-πολλά (π.χ. ΡΑΕ). Μετά απ’ όλ’ αυτά…

…δεν απομένει παρά μόνο το προφανές συμπέρασμα ότι για να εκδιωχθεί αυτός ο κυβερνητικός εσμός των αρπακτικών περί τον Κυριακο Μητσοτάκη και για να αποκατασταθούν στοιχειωδώς οι θεσμοί της δημοκρατίας, καταλύτης μπορεί και πάλι να είναι ο λαϊκός παράγοντας και μόνον και η πολιτική ενεργοποίησή του, ιδίως αν η αντιπολίτευση μάλλον υπνώττει.

Γι’ αυτό είναι τόσο επίκαιρος φέτος ο γιορτασμός της επετείου εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Γιατί, όταν οι θεσμοί νοσούν και τα δημοκρατικά όργανα-αντίβαρα στην ανελευθερία ατροφούν, η λαϊκή ενεργοποίηση, χωρίς προαπαιτούμενα και πολιτικούς συμβιβασμούς τρεχουσών παραταξιακών σκοπιμοτήτων, είναι η μόνη δίοδος προς την ελευθερία του πολίτη.

Και, σημειωτέον, ότι μόνο με αποκατεστημένη την ελευθερία και διασφαλισμένα τα ατομικά δικαιώματα του καθένα θα αποκτούσε νόημα και η επακόλουθη συζήτηση για την επιδίωξη της ευημερίας. Αλλιώς, το καθεστώς θα μείνει ανέγγιχτο επί της πολιτικής ουσίας και εκείνοι που θα έπρεπε να αχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης για την πληθώρα ποινικών αδικημάτων που έχουν διαπράξει σε βάρος μας και σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος θα δραπετεύσουν από την υποχρέωση λογοδοσίας και απολογίας τους, λειτουργία που σε τελευταία ανάλυση είναι μείζων αρχή της δημοκρατικής διαδικασίας,

Κλείνω με μια τελευταία παρατήρηση. Μία από τις ύστατες προσπάθειες του καθεστώτος Κυριάκου Μητσοτάκη να αντιδράσει στις καταιγιστικές αποκαλύψεις για το άνομο έργο του, είναι η έκφραση δήθεν της ανησυχίας του ίδιου καθεστώτος και των υποστηρικτών του, ότι επειδή ήρθε στο φως το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από πρωθυπουργικά όργανα, τροφοδοτείται έτσι μια τυφλή λαϊκή οργή που δεν επιτρέπει ένα γόνιμο δημόσιο διάλογο για τα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Δήθεν ανησυχία, δηλαδή, για την αρνητική ψήφο που θα εκφραστεί στις επόμενες εκλογές.    

Πρόκειται για μια ακόμη μεγάλη απάτη του Κυριάκου Μητσοτάκη και των συν αυτώ. Διότι βεβαίως σήμερα το πρόβλημα δεν είναι η αρνητική ψήφος, αφού προηγείται παντός άλλου το αίτημα αποκατάστασης των δημοκρατικών θεσμών.

Ζητω η 17η Νοέμβρη 1973! Το Πολυτεχνείο ζει!

 

 

 

 

13 Νοε. 2022

Γιατί εγκαταλείπουν

τον Κυριάκο Μητσοτάκη

οι «φίλοι» του

Σε πρόσφατη μακρά τηλεφωνική επικοινωνία μου με στενό φίλο (από τους πάλαι ποτέ «αριστερούς», που στον Κυριάκο Μητσοτάκη «είδαν το φως κι ανέβηκαν»), μου ετέθη το ερώτημα για ποιό λόγο άραγε κύκλοι συμφερόντων (πολιτικοί, οικονομικοί, μιντιακοί και επιχειρηματικοί κ.λπ.) εγκαταλείπουν τον πρωθυπουργό, που μοιάζει να χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του ολοένα και περισσότερο.  ...Α, έχει σημασία να σας πω ότι η συζήτηση αυτή δεν έγινε τώρα που οι αποκαλύψεις για το μέγα δημοκρατικό σκάνδαλο των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων αποκτούν μορφή χιονοστιβάδας που απειλεί να οδηγήσει σε άτακτη αποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από το προσκήνιο. Ήταν μια συζήτηση που έγινε στις αρχές Αυγούστου, τις πρώτες δηλαδή μέρες που είχε αποκαλυφθεί ότι η ΕΥΠ υπό την άμεση, απόλυτη και αποκλειστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη είχε προχωρήσει ανερυθρίαστα σε «επισυνδέσεις» (τί γελοίος όρος!) για «λόγους εθνικής ασφάλειας», που ακόμη και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, παραμένει αναπάντητο από την κυβέρνηση σε τί συνίσταται ακριβώς η απειλή για την «εθνική ασφάλεια»! Δηλαδή, μόλις ξεκίναγε τότε αυτή η ιστορία και γνωρίζαμε ελάχιστα πράγματα γι’ αυτή. 

Φυσικά, περιττό να σας μεταφέρω την αγωνία του συνομιλητή μου για την υπόθεση! Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι απ’ αυτή την αγωνία αναδυόταν η εικόνα εκείνη των ανθρώπων που κάποια στιγμή όταν οι όποιες βεβαιότητές τους καταρρέουν γύρω τους, βυθίζονται και οι ίδιοι σε μια δίνη ανασφάλειας. Ακριβώς δηλαδή η εικόνα «συστημάτων» οιασδήποτε μορφής και φύσης, την ώρα που συνθλίβονται από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων και επειδή απλά η «μπογιά» τους πια πάλιωσε και δεν περνάει, ούτε αρέσει σε κανένα. Ο συνομιλητής μου, που επειδή γνώριζε τις απόψεις μου για τον Κυριάκο Μητσοτάκη απέφευγε για πολύ καιρό να επικοινωνήσει μαζί μου, είχε σπεύσει, λοιπόν, να επαναλάβει τις επαφές μας, ξεκινώντας από τη μεταφορά σε μένα της ανησυχίας του για την τύχη του σημερινού πρωθυπουργού, ρωτώντας με για τις εκτιμήσεις μου και «ψαρεύοντας» τις όποιες πληροφορίες (τις ελάχιστες) που κι εγώ είχα.

Ομολογώ ότι η εικόνα ενός ανθρώπου, που μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν αδέσμευτος απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική δουλεία, να έχει μεταβληθεί σε απολύτως πολιτικά εξαρτώμενο πρόσωπο από έναν πολιτικό κύκλο τουλάχιστον αμφιλεγόμενων συμφερόντων, ήταν θλιβερή και μου προξένησε μεγάλη λύπη, αν και τα πολλά χρόνια εμπειρίας μου για τα τεκταινόμενα στον δημόσιο βίο μας μου είχαν καταστήσει σαφέστατο εδώ και πολύ καιρό ότι αυτή ήταν η μοίρα και η τύχη που επιφυλασσόταν σε όποιον έδειχνε εμπιστοσύνη στο μητσοτακέικο.

Όπως και νά ‘ναι, με τα λίγα που και οι δύο γνωρίζαμε τότε για την υπόθεση των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικά όργανα υπό την άμεση εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη, συμφωνήσαμε στην εκτίμηση ότι υπήρχαν κύκλοι που έχουν όψιμους λόγους να αντιπαρατίθενται στον Κυριάκο Μητσοτάκη και το σύστημα εξουσίας και συμφερόντων που ο ίδιος έχει συγκροτήσει γύρω από τον εαυτό του, με την ευκαιρία αποκάλυψης αυτού του μεγάλου δημοκρατικού σκανδάλου.

Κάτι τέτοιο υποτονθορύζουν εσχάτως και από το μέγαρο Μαξίμου, σε μια προσπάθεια να βρουν κάτι να πούνε για να προστατευτούν από το τσουνάμι αποκαλύψεων σχετικά με εξωθεσμικές και εχθρικές προς τους δημοκρατικούς θεσμούς αλλά και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα πρακτικές παρακολούθησης πολιτικών και δημοσιογράφων, στις οποίες πολύ δύσκολα πια ο πρωθυπουργός μπορεί να πείσει οποιονδήποτε ότι είναι τελείως άσχετος μ’ αυτές.

Δηλαδή, πράγματι υπάρχουν συμφέροντα που έχουν ενεργοποιηθεί και στρέφονται κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αλλά -μην τρελλαθούμε κιόλας- αυτό δεν σημαίνει ότι ο σημερινός πρωθυπουργός είναι πάλλευκος πολιτικός από εμπλοκή του σε πολιτικές και πρακτικές όμοιες μ’ αυτές που οι ίδιος σήμερα χαρακτηρίζει ως «βούρκο» και καταγγέλει ως εχθρικές απέναντί του και αντίθετες με την πολιτική του.

Αντίθετα, εκείνος ήταν που εγκαινίασε με παιάνες πομπωδών ψεμάτων τη σύμπραξη με αυτό τον κύκλο συμφερόντων και σκοπιμότητων που περί αυτόν διέστρεψε τη δημοκρατική ομαλότητα από την πρώτη κιόλας στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το 2019, αλλά ακόμη και πριν απ’ αυτό, όταν αναρριχήθηκε με τις περίφημες 50.000 εσωκομματικές ψήφους χωρίς ονοματεπώνυμο στην ηγεσία της ΝΔ. Και σήμερα, με τη σήψη, με την εδραίωση της  μητσοτακικής διαφθοράς των ανακριβών «πόθεν έσχες», με την καταιγίδα των «γαλάζιων ακρίδων» που λυμαίνονται τα δημόσια ταμεία μέσω συμπεριφορών που ελάχιστα διαφοροποιούνται από κλασσσικές απάτες του κοινού ποινικού δικαίου και από  μαφιόζικες πρακτικές, αλλά, τέλος, και με την καθαρή δημοκρατική εκτροπή να παρακολουθούνται από κρατική υπηρεσία υπό την άμεση εποπτεία του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη πολιτικοί και δημοσιογράφοι, έχει εξαπλωθεί με ενδημικά χαρακτηριστικά η σαπίλα σ’ όλο τον δημόσιο βίο μας.

Ας σταματήσει λοιπόν αυτός ο προσβλητικός για τη νοημοσύνη των πολιτών τραγέλαφος ο Κυριάκος Μητσοτάκης «να το παίζει» αγαθός πολιτικός που οι κακοί θέλουν να καταστρέψουν! Όποιους σήμερα κατηγορεί ως εχθρούς του ο σημερινός πρωθυπουργός, είναι οι ίδιοι που μαζί του και με τις πλάτες του, αλλά και ο ίδιος με τις πλάτες εκείνων, χέρι-χέρι, έχτισαν τον κλοιό σήψης και βρωμιάς που πνίγει τη σημερινή Ελλάδα. Και το έκαναν, από κοινού, μαζί και σε πλήρη και αγαστή συνεργασία ανάμεσά τους, μόνο και μόνο για ωφεληθούν οι ίδιοι και να προωθήσουν τα κάθε λογής συμφέροντά τους.      

Επομένως, το δίλημμα σήμερα δεν θα μπορούσε να είναι από τη μία πλευρά να φύγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και από την άλλη να ηττηθούν εκείνοι που σήμερα τον αποσταθεροποιούν, αξιοποιώντας τις αποκαλύψεις από το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες. Οι ίδιοι, θυμίζω, που μέχρι πριν μερικές μόλις εβδομάδες εξυμνούσαν τον πρωθυπουργό ακόμη και για τις πιο σκοτεινές πράξεις του, όπως για παράδειγμα την υποστήριξη που αντικειμενικά προσέφερε το περιβάλλον του σε βιαστές ανηλίκων. Το δίλημμα δεν μπορεί να είναι αυτό που προσπαθεί έντρομος να θέσει στην κοινή γνώμη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για να την εξαπατήσει για μια φορά ακόμη.

Τουναντίον, το δίλημμα είναι, από τη μία, αν θα απομείνει κανένας απ’ αυτούς, και από την άλλη το αν θα φύγουν και θα αποσυρθούν οριστικά όλοι αυτοί μαζί, που ως σήμερα συμπορεύονταν κατακλέβοντας και καταστρέφοντας την Ελλάδα και σήμερα «τα χαλάσανε», αλληλοϋβριζόμενοι και αλληλοσυγκρουόμενοι και διαχέοντας τη βρωμιά και την παρακμή προς κάθε κατεύθυνση. Το δίλημμα, λοιπόν, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι ποιός βούρκος θα επικρατήσει, αλλά το να ηττηθεί οριστικά και αμετάκλητα ο βούρκος αυτός καθ’ αυτός.   

Όμως, μ’ όλ’ αυτά, μένει ένα ερώτημα αναπάντητο: Γιατί «τα χαλάσανε» με τον ως πριν λίγο εκλεκτό τους αυτοί οι κύκλοι συμφερόντων;

Στο ερώτημα δεν χωράνε παρά μόνο δύο ενδεχόμενα-απαντήσεις:

1. Διότι δεν παίρνουνε πια τις δουλειές που θα θέλανε και περιμένανε να πάρουνε διά χειρός Κυριάκου Μητσοτάκη, και                            

2. Διότι δεν επιθυμούν και δεν μπορούν άλλο οι ίδιοι κύκλοι ετερόκλιτων συμφερόντων να συνεχίσουν να επενδύουν σ’ έναν από πάσης πλευράς αφερέγγυο και ασταθή πρωθυπουργό, για να μπορούνε να συνεχίσουν να κάνουν «τις δουλειές τους».

Δεν μπορώ να ξέρω τί από τα δύο ισχύει -αν και υποπτεύομαι ότι τελικά η απάντηση είναι συνδυασμός και των δύο.

Έτσι κι αλλοιώς, όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κάνει πια «για τη δουλειά»! Πρέπει να αντικατασταθεί και στη θέση του να έρθει κάποιος που θα μπορούσε να κάνει τα ίδια, αλλά με πιο αξιόπιστο πρόσωπο. Κι αυτό είναι επιστροφή στο πλαστό δίλημμα που προανέφερα: Ποιός βούρκος τελικά θα επικρατήσει;

Μόνο οι πολίτες με τη στάση τους μπορούν να αποτρέψουν τη περαιτέρω βύθιση της χώρας σ’ αυτό τον ανταγωνισμό μεταξύ βούρκων. Στο κάτω-κάτω εκεί κρίνεται και το μέγα δημοκρατικό στοίχημα που θέτουν επί τάπητος οι ραγδαίες εξελίξεις.