7 Μαρ. 2016

4 σημεία για το ελληνικό οικονομικό κόστος από τα προσφυγικό

Η Ελλάδα και το προσφυγικό ζήτημα

(...ή, γιατί η Ελλάδα πρέπει να ζητήσει

οικονομικά ανταλλάγματα από την Ευρώπη)  

Η βίωση από τη χώρα μας της έκρηξης του προσφυγικού ζητήματος είναι ένα ιδιαίτερο στοιχείο των ευρύτερων εξελίξεων στην περιοχή μας και με συνέπειες στη διαμόρφωση των συσχετισμών δυνάμεων στην αποσταθεροποιημένη ευρασιατική μεθόριο. Με την έκβαση της ανθρωπιστικής κρίσης, άλλωστε, έχουν συνταυτιστεί θέματα, όπως η ενδυνάμωση της ακροδεξιάς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η τύχη ενδεχομένως της καγκελαρίου Μέρκελ, η αποκατάσταση σχετικής ισορροπίας έστω στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο τη Συρία, αλλά ακόμη και οι ελληνοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις, όπως και η τελική εικόνα που θα διαμορφωθεί σε ό,τι αφορά την αντιπαράθεση με τον τζιχαντισμό.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Κι αν και ορισμένοι (πολύ λίγοι, ευτυχώς), που φωνασκούν υπέρμετρα σε σχέση με το αντικειμενικό ειδικό βάρος τους, επιχειρούν να καταστήσουν την Ελλάδα γενεσιουργό αίτιο της έκρηξης του προσφυγικού, η «μεγάλη εικόνα» για τη χώρα μας στον κόσμο είναι εικόνα που δικαιώνει τις προσδοκίες του πλανήτη για τη στάση μιας από τις θεωρούμενες ως «παγκόσμιες πατρίδες» του πνεύματος, του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας.

Θλιβερή εξαίρεση τούτης της τιμητικής για την Ελλάδα καταγραφής, οι φωνές εγχώριων πολιτικών κύκλων, που συμμαχούν, εκόντες-άκοντες, με την διεθνή ακροδεξιά και τον πλανητικό συντηρητισμό, αναζητώντας ανοήτως ελληνικές ευθύνες στο προσφυγικό.

Η ηθική ικανοποίηση που έχουμε κάθε λόγο να αισθανόμαστε εδώ, είναι αναμφίβολα ένας οδικός χάρτης δημοκρατικής και ανθρώπινης αντίδρασης σ’ ένα μεγάλο και προσώρας τουλάχιστον ανεξέλεγκτης έκβασης διεθνές πρόβλημα. Ωστόσο, τούτη η πτυχή δεν αρκεί για να καλύπτει όλο το φάσμα αναγκών της χώρας, ώστε το τελικό αποτέλεσμα τούτης της επαινετέας στάσης των Ελλήνων να αφεθεί να καταλήξει σε βλάβη των συμφερόντων της πατρίδας μας. Και τούτο το ενδεχόμενο παραμένει ανοιχτό!                                  

Για παράδειγμα, δεν θα ήταν ανεκτό η αντοχή που δείχνει η Ελλάδα στη διαχείριση του προσφυγικού, να τελειώσει με μια θριαμβευτική επιστροφή της Τουρκίας στη δίοδο των προοπτικών ευρωπαϊκής ένταξης, χωρίς επίλυση του Κυπριακού και χωρίς να έχει αρθεί το casus belli της Άγκυρας κατά της Ελλάδας, εάν η χώρα μας ασκήσει το εκ του διεθνούς δικαίου κατοχυρωμένο δικαίωμα μονομερούς επέκτασης των χωρικών υδάτων της στα 12 μίλια, αντί των 6 που σήμερα ισχύουν.

Επίσης, δεν θα ήταν δεκτό η ελληνική στάση να «ανταμειφθεί» με παγίωση της εκκρεμότητας για τις γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο, που διακαώς επιθυμούν να εγκαταστήσουν οι Τούρκοι, αμφισβητώντας περιοχές δεδομένης ελληνικής κυριαρχίας.

Τέλος, θα ήταν ιστορική φενάκη εάν τυχόν η ίδια η Ε.Ε. στην ιδιότυπη στους κόλπους της διελκυστίνδα με τα όψιμα μέλη της Ένωσης σχετικά με τις ποσοστώσεις, αποδεχόταν έστω και έναν πρόσφυγα λιγότερο ως κατανεμημένη συλλογικά υποχρέωση των χωρών-μελών, όπως προσδιορίστηκε με βάση την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2015, υποχωρώντας στους ακροδεξιούς και -στο εσωτερικό μέτωπο των χωρών αυτών- μικροπολιτικούς τακτικισμούς αντιευρωπαϊκών λογικών.

Εκτός αυτών, όμως,  υπάρχουν και σοβαρές ασυμβατότητες των καθ’ εαυτόν ελληνικών συμφερόντων στο προσφυγικό, σε συνεκτίμηση με τις γενικές ευρωπαϊκές απόψεις επί του ζητήματος.

Για παράδειγμα, η εδώ και ένα έτος τώρα αναφορά της κυβέρνησης και των βιομηχάνων στη Γερμανία  πως οι μετανάστες (ναι, για μετανάστες μίλησαν τότε και όχι για πρόσφυγες) είναι απαραίτητοι για να αντισταθμίσουν την επικείμενη δημογραφική πίεση η οποία θα προκληθεί από τον γηράσκοντα γερμανικό πληθυσμό, είναι κάτι που καμιά σχέση δεν έχει με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της Ελλάδας. Οι προτεραιότητες και οι ανάγκες της Ελλάδας στις σημερινές συνθήκες, καθιστούν ανεπίτρεπτη πολυτέλεια την ενασχόλησή μας με το δημογραφικό, όταν η χώρα και οι πολίτες πιέζονται αφόρητα από την κρίση και τις ομολογημένα από πολλές πλευρές πλέον λανθασμένες πολιτικές που επελέγησαν για να ξεπεράσει η πατρίδα μας την κρίση. Ας βγούμε πρώτα από τη στενωπό και κατόπιν θα δούμε τί δέον γενέσθαι με το δημογραφικό!

Όμως, η πρόσκληση της Γερμανίας προς μετακινούμενους πληθυσμούς να εγκατασταθούν στα εδάφη της (που επίσης πρέπει να επαινεθεί, ως στάση ανταποκρινόμενη σε αξίες που εκφράζονται από τη φιλοδοξία της να ενισχύσει την επιρροή της στις διεθνείς εξελίξεις), εκ των πραγμάτων αντίκειται (και εκ του αποτελέσματος τούτο επιβεβαιώνεται) με τα συμφέροντα της Ελλάδας. Πολλώ δε μάλλον τούτο ισχύει εάν η χώρα μας αντί για χώρα transit κατά τη διέλευση των πληθυσμών προς την Ευρώπη, καταστεί περιοχή μόνιμης ή -στην καλύτερη περίπτωση- παρατεταμένης διαμονής μεταναστών και προσφύγων, όπως διαφαίνεται.  Δεν ήταν βέβαια η Ελλάδα που έκανε το νεύμα πρόσκλησης στους φυγάδες από τις ίδιες τις πατρίδες τους (από τη δεκαετία του 2000-2010, ήδη, η χώρα μας δεν ήταν προτιμητέος προορισμός για μετανάστες αφού το κύμα από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων είχε εκτονωθεί) ούτε και ποτέ αναμίχτηκε η Ελλάδα στη συριακή αποσταθεροποίηση, σε αντίθεση με τον τουρκικό ρόλο και την ευρωπαϊκή παρέμβαση που επέτεινε τον εμφύλιο.

Τούτων δοθέντων, η ιδεοληψία Σόιμπλε και των συν αυτώ να μην αγγιχτεί το 3ο μνημόνιο (που δυστυχώς και στην Ελλάδα βρίσκει ευήκοα ώτα, κυρίως από μεριάς της οπτικής Κυριάκου), είναι αυτόχρημα, άτοπη, ατεκμηρίωτη και μικροκομματικών σκοπιμοτήτων «δευτέρας γραμμής» σε σύγκριση με το προσφυγικό. Εδώ, δεν κρίνεται εάν είχε δίκιο ή άδικο ο εμμονικός Γερμανός υπουργός Οικονομικών και οι ομοτράπεζοί του σε ό,τι αφορά την επελεγείσα πολιτική χειρισμού της κρίσης στην ευρωζώνη. Είναι προσβολή  στη στοιχειώδη πολιτική νοημοσύνη της ιστορίας, να επιχειρείται να περιοριστεί η επίπτωση του προσφυγικού στην Ελλάδα, με ετήσιες  αποτιμήσεις δημοσιονομικών επιβαρύνσεων για την κάλυψη των δαπανών φιλοξενίας των δύστυχων μεταναστών, κατά την εκτέλεση του τρέχοντος κρατικού προϋπολογισμού. Δηλαδή, να επικρατήσει η προσχώρηση στη λογική του «τι χαλάτε ρε παιδιά για τα hotspots να το πληρώσουμε με μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και πάμε παρακάτω», και ούτε γάτα ούτε ζημιά για το 3ο μνημόνιο, που θα πρέπει να εφαρμοστεί χωρίς καμιά παρέκκλιση …για να μην ταλαιπωρηθεί η ήδη κλονιζόμενη σοϊμπλική αξιοπιστία. Και μάλιστα, τούτην την άδικη, ατεκμηρίωτη και αδικαιολόγητη στάση σε ό,τι αφορά την αποτίμηση του κόστους του προσφυγικού για την Ελλάδα, να την επιβάλλουν ως λογική χώρες που ήδη έχουν αθετήσει τη δέσμευσή τους να  ρυθμίσουν το ελληνικό εξωτερικό χρέος και για δεύτερη φορά καθυστερούν να δρομολογήσουν αυτήν την ρύθμιση, και παρά τη ρητή αναγνώριση από μέρους τους -έστω οψίμως- ότι η ρύθμιση του ελληνικού χρέους είναι αναγκαία για την επιτυχία του γενικότερου στόχου που θέτει το 3ο μνημόνιο σχετικά με την Ελλάδα.  

Τα πράγματα, λοιπόν, είναι σαφή και δεν αντέχουν παρερμηνείες.

Δηλαδή:

1. Το κόστος του προσφυγικού στην ελληνική οικονομία δεν μπορεί να ισοφαρίζεται (ή εν πάση περιπτώσει να ελαφρύνεται) από συμψηφισμούς του τύπου «συμβολή των μεταναστών στο χειρισμό του δημογραφικού»,

2. Το κόστος του προβλήματος δεν μπορεί να είναι απόρροια υπολογισμών δημοσιονομικού πλαισίου κατανεμομένου σε μια-δυο ετήσιες χρήσεις, αλλά αφορά σε μεσο-μακροπρόθεσμη επιβάρυνση αποστεωμένης και καταταλαιπωρημένης οικονομίας στη δυσκολότερη φάση της απόπειρας διάσωσής της, οι δε συνέπειες της επιβάρυνσης αυτής εκτείνονται τουλάχιστον σε ίσο χρόνο με το 3ο μνημόνιο,

3. Το ίδιο κόστος, δεν μπορεί βεβαίως να εξαντλείται σε υπολογισμούς σχετικά με τη δαπάνη των hotspots, όταν η Ελλάδα και η φιλοξενία στους μετανάστες που της ανατίθεται με διευρωπαϊκές ευθύνες την μεταβάλλει από χώρα transit σε περιοχή μόνιμης ή ημιμόνιμης εγκατάστασης, ενώ σε καμιά περίπτωση το ελληνικό οικονομικό κόστος δεν είναι αρμοδιότητα «ανθρωπιστικών παρεμβάσεων, και

4. Επαπειλούνται βαρύτερες επιπτώσεις για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό (με πρόδηλη την αδυναμία και την απροθυμία εν τέλει της Ε.Ε. να απορρίψει τις θρασείες τουρκικές απαιτήσεις προς την Ευρώπη, ως «αντάλλαγμα» για τη συμβολή της Τουρκίας στο προσφυγικό).    

Ακούω, ήδη, στ’ αυτιά μου τις αντιδράσεις για όσα αναφέρω εδώ!

- Η μία πλευρά όσων θα αντιδράσουν στις απόψεις μου αυτές προέρχεται από τη στατική αντίληψη των πραγμάτων σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο έκαστη χώρα διαχειρίζεται τα πλεονεκτήματα που τυχόν απορρέουν (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας) από την κρίσιμη γεωπολιτική θέση που κατέχει.

- Η άλλη πλευρά, ανήκει στους μανιοκαταθλιπτικώς φιλοευρωπαϊκούς πολιτικούς, οικονομικούς και επιχειρηματικούς κύκλους, που σε αντίστιξη με τη «λογική της Ιστορίας», ταυτίζουν την προαγωγή του κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος με το ελληνικό, ακόμη κι αν εξόφθαλμα το δεύτερο πλήττεται από την επέλευση του πρώτου.     

Ο καθένας, όμως, τελικά κρίνεται για τις απόψεις του. Και αυτό που μένει είναι η ελληνική κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός να θέσουν ανοιχτά το θέμα: Η Ελλάδα και η συμβολή της στον ευρωπαϊκό χειρισμό του προσφυγικού πρέπει να εξεταστεί σε βάθος και εξαντλητικά σε ό,τι αφορά την οικονομική επίπτωσή του ζητήματος στη χώρα, με την εξασφάλιση λογικών και ισορροπημένων ανταλλαγμάτων για την πατρίδα μας, πολιτικών και οικονομικών, που θα καλύπτουν τη ζημία.

Ακόμη κι αν για λόγους τακτικών σκοπιμοτήτων το θέμα αυτό δεν τεθεί ανοιχτά, δεν μπορεί πια να εξαφανίζεται από την εθνική μας στρατηγική.

Πολύ περισσότερο αφού από τα συμφραζόμενα των αναφορών της ευρωπαϊκής ηγεσίας  διαφαίνεται πλέον ότι το βάρος των προσπαθειών της Ε.Ε. από τώρα και στο εξής επικεντρώνεται στη μεταφορά ατόμων αεροπορικώς απ’ ευθείας από την Τουρκία σε όσες χώρες προτίθενται να υποδεχτούν πρόσφυγες, με όσους ήδη βρίσκονται στην Ελλάδα να απειλείται να παγιδευτούν διά μακρόν εδώ, και μόνη δυνατότητα απομάκρυνσής τους να απομένει η επιστροφή τους στην αποδεδειγμένα αναξιόπιστη Τουρκία.