21 Μαρ. 2016

Σύνοδος κορυφής - ΕΕ - Προσφυγικό

Η Ευρώπη, η Ελλάδα, το Διεθνές Δίκαιο και οι Πρόσφυγες

(Μέρος Β΄)

Η Ελλάδα στο προσφυγικό αντιμετωπίστηκε από τους ευρωπαίους εταίρους της με 2 τρόπους αντίδρασης:

Ο πρώτος, από την επιδείνωση του συριακού μετώπου, που έφερε τους Σύρους πρόσφυγες κατά εκατοντάδες χιλιάδες στον δρόμο σωτηρίας τους προς την Ευρώπη διά των τουρκικών παραλίων προς τα ελληνικά νησιά, μέχρι την πρόσκληση της Άγγελα Μέρκελ προς αυτούς και τις selfies. Σ’ αυτόν το γύρο οι εταίροι μας θεώρησαν την Ελλάδα ως την ευλογία μιας αναγκαίας ενδιάμεσης ζώνης διαλογής των προτιμητέων προς φιλοξενία, μέχρι την καρδιά της Ευρώπης. Η ικανοποίηση για την Ελλάδα ποτέ δεν εκφράστηκε ανοιχτά, αλλά αν ανατρέξει κανένας στις δηλώσεις ξένων ηγετών εκείνης της περιόδου μάλλον ικανοποίηση θα βρει κανένας, παρά ψόγο, με την εξαίρεση βεβαίως της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

 Ο δεύτερος τρόπος, περίπου από τον περασμένο Φθινόπωρο, δηλαδή μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι και εντεύθεν, και αφού είχαν ενταθεί πολύ οι  φωνές διαμαρτυρίας κατά της πολιτικής Μέρκελ για το προσφυγικό, μέσα στη Γερμανία και το ίδιο της το κόμμα, αλλά και στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά, η οποία στο προσφυγικό και την πρόδηλη ανεπάρκεια της ΕΕ να χειριστεί αποτελεσματικά σοβαρά διεθνή ζητήματα, βρήκε πεδίον δόξης λαμπρόν για να διευρύνει την επιρροή της στις ιστορικά φοβικές στη διαφορετικότητα ευρωπαϊκές κοινωνίες.                

Έτσι, η Ελλάδα στις σχέσεις της με την ΕΕ σε ό,τι αφορά το προσφυγικό δικαιούται να αισθάνεται ήρεμη -αν όχι και υπερήφανη- για τους χειρισμούς της σε ανταπόκριση με τις επιταγές του διεθνούς δικαίου για τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο αλλά και δρώντας ως ευρωπαϊκή χώρα, μέλος δηλαδή της ομάδας των πολιτισμικά και κοινωνικά προοδευμένων κρατών του πλανήτη, και δη προς προαγωγή και του συλλογικού ευρωπαϊκού συμφέροντος, όπως αυτό έχει προσδιοριστεί στις αποφάσεις των οργάνων της Ε.Ε. («ποσοστώσεις» κ.λπ.).

Όπως ήδη προσπάθησα εξηγήσω στο Α΄ μέρος, ανιχνεύεται πληθώρα πολιτικών κινήτρων εσωτερικής σκοπιμότητας, στις ισχυρές κυρίως χώρες της ΕΕ, για τη στροφή από την ευρωπαϊκή πολιτική της ανταπόκρισης στο διεθνές δίκαιο και τους ορισμούς του, στο κλείσιμο των συνόρων και της φοβικές λειτουργίες της κατάσχεσης τιμαλφών των προσφύγων, τις νομιμοποιημένες μικρότερες αμοιβές για εργασία σε μετανάστες και άλλα πολλά, που εν τω μεταξύ έχουν μεσολαβήσει.  

Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, υπάρχουν και τρία επί πλέον πεδία ενδιαφέροντος σχετικά με το προσφυγικό, που αφορούν αποκλειστικά στη χώρα μας: Το πρώτο είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, ιδίως κατόπιν της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, το δεύτερο είναι το Κυπριακό και το τρίτο είναι η διένεξη με τα Σκόπια για την ονομασία.

Α. Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις υπό το βάρος της τελευταίας συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό, 3 παρατηρήσεις:

1. Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό δεν είναι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ. Η εγκατάσταση Τούρκων παρατηρητών, δηλαδή, θα γίνει σε ευρωπαϊκή επικράτεια και τυχόν προστριβές μεταξύ των δύο μερών δεν ανάγονται στις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά στις ευρωτουρκικές σχέσεις, με το τμήμα της ευρωπαϊκής εκπροσώπησης εδώ να έχει ανατεθεί στην Ελλάδα. Παρ’ ότι κατ’ αρχάς δεν φαίνεται και πολύ σοβαρό, υπάρχει κόστος σε βάρος της Ελλάδας στο πλαίσιο των διμερών ελληνοτουρκικών σχέσεων, από την εγκατάσταση Τούρκων παρατηρητών στα ελληνικά νησιά.  Κόστος περισσότερο συμβολικό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει ίση σημασία με το πρακτικό κόστος. Η ελληνική κυβέρνηση Τσίπρα,  είχε να επιλέξει ανάμεσα στο να ασκήσει βέτο ένεκα τούτου, ή όχι! Κρίνοντας τις συνέπειες της απομόνωσης στην οποία θα οδηγείτο η χώρα, δεν θα επέλεγα διαφορετικά! ΟΜΩΣ, εφ’ όσον εδώ μιλάμε για ευρωπαϊκή επικράτεια που συνιστά ευθεία προέκταση της Σένγκεν, θα απαιτούσα στην περίπτωση κατά την οποία θα αναστελλόταν η Σένγκεν, είτε απόσυρση των Τούρκων παρατηρητών από τα ελληνικά νησιά, είτε επ’ αμοιβαιότητι τοποθέτηση Ελλήνων (και όχι ευρωπαίων πλέον) παρατηρητών στα τουρκικά παράλια.

2. Υπό την παραδοχή ότι η τελευταία ευρω-τουρκική συμφωνία δεν αφορά σε διμερείς σχέσεις της Ελλάδας με τη γείτονα αλλά σε σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, δεν θα είχε εδώ περιεχόμενο και τυχόν ελληνικό αίτημα περί άρσης του τουρκικού casus belli, σε ό,τι αφορά το κατοχυρωμένο από το διεθνές δίκαιο δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο στα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο, από τα 6 μίλια που είναι σήμερα στα 12 μίλια.     

3. Όμως, πρόβλημα σοβαρό ανιχνεύεται με τη μη άρση του casus belli στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ! Η ανάμιξη του ΝΑΤΟ στο προσφυγικό δεν συνιστά απόφαση αρμοδιότητας της ΕΕ, αλλά απόφαση αρμοδιότητας του Συμφώνου. Γι’ αυτό και το αντιπαρέρχομαι εδώ που μιλάμε για την ΕΕ, την Ελλάδα και την Τουρκία, αν και σε άλλες αναφορές μου έχω εκφράσει σοβαρές ανησυχίες για την ιδιότυπη εγκαθίδρυση «γκρίζων ζωνών» στο πλαίσιο προσδιορισμού του πεδίου δράσης του ΝΑΤΟϊκού στόλου στο Αιγαίο.  

Β. Σχετικά με το Κυπριακό, μία και μόνη υποχρέωση της Ελλάδας, η οποία και ετηρήθη πλήρως, δηλαδή η πλήρης και άνευ ουδενός όρου υποστήριξη των θέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας! (Εν προκειμένω, έχω κάθε λόγο να αισθάνομαι ικανοποίηση, αφού κανένα από τα 5 κεφάλαια που ζητούσε η Τουρκία να ανοίξουν για την ενταξιακή διαδικασία δεν άνοιξε, κατόπιν της κάθετης κυπριακής άρνησης προς τούτο, χωρίς προηγουμένως να έχει αναγνωρίσει η Τουρκία την Κυπριακή Δημοκρατία και να έχει ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της για την Κύπρο. Το μόνο κεφάλαιο που άνοιξε σχετικά με τον προϋπολογισμό, άνοιξε κατόπιν υποχώρησης της Γαλλίας, που εκείνη το κρατούσε κλειστό, και όχι της Κύπρου. Το θεωρώ ήττα της τουρκικής πολιτικής, που φυσικά περίμενε πολύ περισσότερα, όπως άλλωστε και η ίδια είχε ομολογήσει προ ημερών, όταν με ανακοίνωσή της είχε καλέσει τις χώρες της ΕΕ να μην υποχωρήσουν στις κυπριακές απαιτήσεις, με τελικό αποτέλεσμα, όπως ήδη ελέχθη, οι χώρες της ΕΕ να αγνοήσουν το τουρκικό κάλεσμα και να αποδεχτούν το σύνολο των απόψεων της Κυπριακής Δημοκρατίας.      

Γ. Σχετικά με το σκοπιανό, επίσης, σε άλλες αναφορές μου έχω επισημάνει ότι η «παραδρομή» Μουζάλα είναι σοβαρό σφάλμα και παρά τη συμπάθειά μου στο πρόσωπό του και τον καθαρό τυχοδιωκτισμό που απέδωσα στον Π. Καμμένο, εμμένω στην άποψη ότι δεν πρέπει ο κ. Μουζάλας να συνεχίσει να συνομιλεί (και) με τους σκοπιανούς για το προσφυγικό. Αντιλαμβάνομαι στη σκοπιμότητα να μην αντικατασταθεί τώρα! Αλλά με την πρώτη ευκαιρία…

Τέλος, κουβεντιάζοντας για τις ελληνο-ευρωπαϊκές σχέσεις, υπό το βάρος της πρόσφατης συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό, δεν απομένει παρά  κάποιος αναγκαίος σχολιασμός για τα εσωτερικά μας πολιτικά πράγματα!

- Παραμένουν έκθετοι όσοι με ελάχιστη σωφροσύνη (ή με πρόδηλη μικροκομματική σκοπιμότητα, αν δεν πρόκειται περί αφροσύνης), διακινούσαν τα περί …Τασίας, ως δήθεν γενεσιουργού αιτίου του προσφυγικού για την Ελλάδα. Εξ ίσου αστείες είναι και οι θεωρίες περί …Υπατίας και άλλα ανάλογα που απαξιώ να σχολιάσω.

- Οι αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης (μιας αντιπολίτευσης, που κάθε άλλο παρά «ήπιας» θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανένας), δεν στηρίζουν λογικά τη θέση ότι ο Τσίπρας «απέτυχε». Επιφυλάξεις επί του εάν θα τηρηθούν τα συμφωνηθέντα στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας βλέπω από την αντιπολίτευση και όχι διαφωνίες «επί της ουσίας»…   

- Οι ανόητες, βλακώδεις και επικίνδυνες αναφορές στελεχών της Ν.Δ., μεταξύ των οποίων η ακροδεξιάς έμπνευσης πρόταση Βαρβιτσιώτη περί απομάκρυνσης των εγκλωβισμένων στην Ειδομένη με την οργανωμένη χρήση βίας από μεριάς του ελληνικού κράτους, είναι πρόβλημα του Κυριάκου και ας το λύσει εκείνος, αφού σε καμιά περίπτωση δεν αφορά στην επίσημη πολιτική της Ελλάδα για το προσφυγικό. Θέσεις που αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο και αποτελούν καθαρά αντι-ευρωπαϊκές και ακροδεξιές απόψεις, οφείλει, βεβαίως, άμεσα να αντιμετωπίσει ο Κυριάκος, που από τη μία διαγράφει τους ζηλωτές των εκτελεστών του σκοπευτηρίου της Καισαριανής, από την άλλη η συνταύτισή του με τις νεο-αντι-κομμουνιστικές αντιλήψεις των σαμαρικών, τον κάνει να ανέχεται ανεκδιήγητες απόψεις, που μόνο με «μπαλτακικής» κοπής συμπεριφορές μπορούν να συγκριθούν.