31 Μαρ. 2016

Τι είναι τελικά η μαντίλα;

Η μαντίλα ως ο φερετζές προκάλυψης διακινούμενων πολιτικών απόψεων

Τι είναι τελικά η μαντίλα;

Είναι σύμβολο καταπίεσης των γυναικών; Είναι ο συμβολισμός ένταξης μιας γυναίκας που την φοράει σε συγκεκριμένο σύστημα πεποιθήσεων -του ισλαμισμού εν προκειμένω; Είναι ο «τσαμπουκάς» του ισλάμ που πρέπει να «σπάσει», στο πλαίσιο της ανοιχτής δυτικής δημοκρατίας; Είναι ένα αναφαίρετο δικαίωμα όσων την φορούν, είτε ενδυματολογικής είτε οιασδήποτε άλλης προσωπικής αισθητικής αποτύπωσης, ως έκφραση σε δημόσιο χώρο; Είναι ένα παρακολούθημα των φανατικών του τζιχαντισμού; Ή, μήπως, είναι το δυσάρεστο συνοδό στοιχείο των γυναικών που συσσωρεύονται στην Ελλάδα (και όχι μόνο!) ως απόρροια του προσφυγικού, υπενθυμίζοντας ότι ανάμεσα τους κρύβονται και οι ιέρειες μιας ακόμη βομβιστικής καταστροφής;

Αυτές είναι μερικές μόνον από τις δεκάδες εκδοχές ορισμών της μαντίλας, που περιήλθαν σε γνώση μου, εξ αφορμής του δημόσιου διαλόγου που ξέσπασε εξ αφορμής μιας παραστάτριας στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου! Και ομολογώ πως μου προξένησε μεγάλη θλίψη η αμηχανία με την οποία εμείς οι Έλληνες αυτής της συγκυρίας κουβεντιάζουμε ζητήματα, τα οποία ποτέ μέχρι σήμερα δεν αισθανθήκαμε αναγκαίο να συζητήσουμε, με όρους ένταξης σε ομάδες απόψεων! Η μαντίλα υπάρχει στην Ελλάδα από την εποχή της απελευθέρωσής μας από τον τουρκικό ζυγό, σε περιοχές μάλιστα της βόρειας Ελλάδας, στη Θράκη, φοριούνται στον κύκλο μιας συνηθισμένης καθημερινότητας, που δεν φορτίζεται περισσότερο ή λιγότερο από τις αντιπαλότητες μιας ιστορίας συμβιώσεων -αιματηρότατης συχνά, μάλιστα- των πληθυσμών της περιοχής.

Ήρθαν και στην Αθήνα; Ε, και; Με εξαιρετική άνεση θα ζήσουμε μαζί τους, χωρίς χρείαν ειδικών αναλύσεων και τεχνικών διαχείρισης του γεγονότος! Κι αν προσέξει κανένας τί κρύβεται απ’ αυτήν την αμηχανία θα διαπιστώσει, άλλα κίνητρα να τροφοδοτούν τις εκατέρωθεν απόψεις επί του ζητήματος!

3 παραδείγματα:

α. Πολλοί νεοφιλελεύθεροι, στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να εκπροσωπήσουν αυτό το μίγμα αντιλήψεων μεταξύ ατομικής ελευθερίας, από τη μία, και ένταξης σ’ ένα σύστημα σεβαστών κανόνων συνύπαρξης, από την άλλη, επαναστατούν κατά της μαντίλας, ως συμβόλου της γυναικείας καταπίεσης. Κι έτσι, ούτε λίγο-ούτε πολύ θα ανέχονταν ακόμη και την απαγόρευση του μικρού αλλά μισητού τεμαχίου πλουμιστού υφάσματος, ως οιονεί ακούραστοι μαχητές της ελευθερίας.  Και βεβαίως, θα έσφαλαν οικτρά, αφού η στάση αυτή, προσβάλλει βαναυσότατα την εξατομικευμένη ελευθερία επιλογής όσων φέρουν το ύφασμα, αφού το δικαίωμα προτίμησης ακόμη της εσφαλμένης επιλογής είναι αναπαλλοτρίωτο και δεν είναι νοητός κανένας περιορισμός του. (Και πίσω απ’ όλα αυτά, τα οποία υποτίθεται πως ανταποκρίνονται σε δέσμες αξιών, εμφιλοχωρεί ο ανομολόγητος φόβος της κατάληξης σε συμβιώσεις με ανεπιθύμητες συμπεριφορές και στάσεις ζωής, που πλήττουν τον κόσμο τον “δικό” μας).                                                    

β. Οι αριστεροί, από μέρους τους, μάχονται σκληρά για το αναφαίρετο δικαίωμα να επιλέγει έκαστος, τί φοράει, τί λέει και πώς το προβάλλει και το υπερασπίζεται. Αλλά, κι αυτοί σφάλλουν, αφού η προσχώρηση σ’ ένα σύστημα ελεύθερο οιασδήποτε ανάγκης ρύθμισής του με κανόνες, προφανώς προσκρούει στην πρόδηλη ανωριμότητα των κοινωνιών να πράξουν τοιουτοτρόπως. Ο σοσιαλισμός δεν είναι το σωστό σύστημα επειδή δογματικά έχει δίκιο και, έτσι, δεν απομένει παρά η εφαρμογή των αξιών του, ανεξαρτήτως του βαθμού ετοιμότητας των πολιτών να αποδεχτούν αυτές τις αξίες και να τις εφαρμόσουν. Γιατί μόνο με τέτοια δογματική αίσθηση βεβαιότητας της ορθότητας του σοσιαλισμού θα κατέληγε κανένας στη θέση πως επειδή ο σοσιαλισμός είναι «σωστός» και «αναπόφευκτος», ως προϊόν νομοτέλειας, ας τον εφαρμόσουμε, επομένως, ακόμη κι αν οι κοινωνίες δεν μπορούν να τον αποδεχτούν και πολύ περισσότερο να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του. Κι έτσι, αναγκαστική συναίνεση στο δικαίωμα ελεύθερης χρήσης της μαντίλας, ακόμη κι αν υφίσταται θέμα πρόδηλης ασυμβατότητας με κοινωνίες άκαμπτες, προμηνύοντας αντιθέσεις ίσως σκληρές, καταλήγει σ’ άλλην αντίφαση. (Αλλά κι εδώ ανιχνεύεται σκοπιμότητα προαγωγής απόψεων, αντί της πραγματικής αγωνίας να αναζητηθούν οι βέλτιστες λύσεις στο «δίλημμα της μαντίλας»).

γ. Τέλος, μια ακροδεξιά αντίληψη του πράγματος που -ας το ομολογήσουμε, μικρή απόσταση έχει από τις ρατσιστικές απόψεις των ευρωπαίων νεοναζιστών- επεκτείνει τις προτάσεις της προς χειρισμό του ζητήματος «μαντίλα», στον προσδιορισμό της εθνικής καταγωγής και των χωρών προέλευσης των γυναικών που φέρουν το ύφασμα, απαιτώντας εκδιώξεις, και ό,τι δήποτε άλλο πέραν του διεθνούς δικαίου θα χρειαζόταν για να εξασφαλιστεί η «καθαρότητα» της φυλής των Ελλήνων. (Και φυσικά, και εδώ, δεν μπορούν να κρυφτούν οι πολιτικές σκοπιμότητες της άποψης και μακράν των κοινωνικών προβλημάτων που αναδύονται από τις επιλογές αμφίεσης ανθρώπων προερχόμενων από άλλα σχήματα θρησκειών και εθνολογικών προελεύσεων, ανόμοιων με τα ελληνικά).

Το κοινό προσδιοριστικό στοιχείο και στις 3 πιο πάνω περιπτώσεις είναι ότι όλες μιλούν δήθεν για υποθέσεις κοινωνικού ενδιαφέροντος, αλλά στον πυρήνα των εκατέρωθεν επιχειρηματολογιών, ανιχνεύονται πολιτικά συμφέροντα, ευθέως συνδεόμενα με την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών και τις συνέπειές της, αλλά και τη συγκυρία και τις επιπτώσεις του προσφυγικού επ’ αυτής! Πώς, λοιπόν, να γίνει καλόπιστη συζήτηση για τη μαντίλα, όταν οι προθέσεις των συνδιαλεγομένων επί του θέματος ελέγχονται; Αντί, λοιπόν, να κουβεντιάζουμε ασκόπως μεταξύ μας προάγοντας τις άλλες γενικές πολιτικές απόψεις μας, ας μάθουμε τουλάχιστον να ζούμε με τις καλυμμένες κεφαλές των γυναικών «από αλλού», και ας εκθέσουμε απόψεις επί της ουσίας όσων πραγματικά μας απασχολούν!

…αλλά, μήπως ακριβώς επειδή δεν διαθέτουμε απόψεις επί της ουσίας, ξεσπάμε στις μαντίλες;…