20 Απρ. 2016

Μια συνέντευξη που άργησε...

Ο Γιώργος

Αυτονοήτως οι παρεμβάσεις του έχουν μεγάλο ενδιαφέρον! Άλλωστε, όροι και συνθήκες στοιχειώδους πλαισίου υπεράσπισης από μέρους του των δικών του θέσεων, των απόψεων και των πράξεών του, με δημόσιο διάλογο και σοβαρή εκατέρωθεν ανταλλαγή απόψεων, στην πραγματικότητα μόλις τώρα συντρέχουν, με την είσοδο του «τελευταίου των αντιμνημονιακών», του κ. Αλέξη Τσίπρα, στον σκληρό πυρήνα υλοποίησης των δεσμεύσεων του 3ου μνημονίου. Μέχρι σήμερα κατίσχυε «η ιστορική αφήγηση της κρεμάλας»! 

Εν τω μεταξύ, ο χρόνος που μεσολάβησε έχει συμβάλλει στην εκκαθάριση ορισμένων κρίσιμων ασαφειών, που ενώ η ίδια η ζωή αποσυσκότισε, παραμένουν στοιχεία της σκοπίμως ελλειμματικής αφήγησης που επέβαλαν κυρίως τα μέσα ενημέρωσης, από την είσοδο της Ελλάδας στο κύκλο της κρίσης και εντεύθεν.

Ας δούμε μερικά από τα σημεία που έχουν εν πολλοίς εκκαθαριστεί (ανεξαρτήτως της κατανοητής αντίρρησης από πολλές πλευρές να του αναγνωριστούν τα όσα δίκια είχε):

1. Ερώτημα: Μπορούσε να υπάρξει άλλη λύση το 2010, αντί της υπαγωγής σε σκληρές δεσμεύσεις της χώρας έναντι των πιστωτών της; Απάντηση: Ναι, υπό την ομολογημένη σήμερα παραδοχή ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να διαχωρίσει την πορεία της από το ενιαίο νόμισμα και ενδεχομένως και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2. Ερώτημα: …και, τελικά, η παραμονή στην ευρωπαϊκή κίνηση, αντί της αποχώρησης από αυτήν, υπήρξε ορθή ή λανθασμένη επιλογή; Η απάντηση εδώ είναι αρκετά αμφίσημη, υπό την έννοια ότι το ένα σενάριο λύσης του ελληνικού προβλήματος (η παραμονή και το μνημόνιο)  εφαρμόστηκε, συνεχίζει να εφαρμόζεται σήμερα και θα κριθεί οριστικά στο τέλος της διαδρομής (αν και η μετέπειτα πολιτική  υπηρέτηση του σεναρίου αυτού το εξώθησε σε σκηνικό αποτυχίας του, ενώ τού έχει προσδώσει  αποκρουστικό χαρακτήρα), ενώ η άλλη, (η αποχώρηση και η πτώχευση) δεν δοκιμάστηκαν και δεν θα κριθούν ποτέ ιστορικά. Σκέπτομαι, ωστόσο, ότι υιοθέτηση του σεναρίου της αποχώρησης από την ευρωπαϊκή κίνηση, χωρίς να επιχειρηθεί πρώτα η προσφυγή στο σενάριο της παραμονής και του μνημονίου, μοιάζει πολύ μεγαλύτερου ρίσκου και με καμιά διασφάλιση για ένα καλύτερο τελικά αποτέλεσμα. Ιδίως, αν συνεκτιμηθεί η μετέπειτα γεωπολιτική αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής μας, μεταξύ άλλων και ένεκα της οικονομικής κρίσης και της διεθνοποίησης των συνεπειών της στις πραγματικές οικονομίες του δυτικού καπιταλισμού.

3. Ερώτημα: Οι επιλογές τις οποίες τελικά έκανε ως πρωθυπουργός, υπήρχαν οι πολιτικές προϋποθέσεις να υλοποιηθούν, ή -αν δεν υπήρχαν- έπραξε παν ό,τι το αναγκαίο για να τις δημιουργήσει; Απάντηση: Αυτός είναι ο μεγαλύτερος καταλογισμός ευθύνης, που -κατά τη γνώμη μου- του αναλογεί. Όχι! Ούτε οι προϋποθέσεις υπήρχαν να υλοποιηθεί -σχετικώς ευθύγραμμα, έστω- η επιλογή της προσφυγής στο σενάριο των μνημονίων, αλλ’ ούτε και μερίμνησε να τις δημιουργήσει ο ίδιος! Αντίθετα, με τα ίδια πολιτικά εφόδια της ανταπόκρισης σε πολιτικές αναγκαιότητες της χώρας «δεύτερης γραμμής» (αυτό, δηλαδή, που θα συνόψιζα στο ολίγον αφελές σύνθημα της πρώτης περιόδου ηγεσίας του, «Γιώργο άλλαξέ τα όλα»), επιχείρησε να «περάσει» στην κοινωνία πολύ βαρύτερα πολιτικά ζητήματα, με συνέπεια την διακωμώδηση  των σημείων αναφοράς του προς τους πολίτες και την ταχεία αποδόμηση του δημόσιου λόγου του, συμπεριλαμβανομένων της αναγκαιότητας και του αναπόφευκτου προσφυγής σε μνημόνιο. Πολιτικές αποφάσεις, ακόμη και οι ορθότερες, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν χωρίς τις δέουσες θεσμικές νομιμοποιήσεις τους και τις συνεπάγωγες αυτών στηρίξεις από μεριάς του λαϊκού παράγοντα! Άλλωστε, σ’ αυτήν ακριβώς την απώλεια λαϊκής στήριξης στις επιλογές του, βασίστηκαν οι τυχοδιωκτισμοί της αντιπολίτευσης των σαμαρικών Ζαππείων αλλά και η ενδυνάμωση της «αφελούς αριστεράς» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., οι οποίες και ελεηλάτησαν την παράταξή του.

4. Ερώτημα: Τελικά η προσπάθειά του για δημοψήφισμα, έβλαψε ή ωφέλησε τη χώρα και συνέβαλε ή όχι τουλάχιστον στην υπηρέτηση της μνημονιακής επιλογής του; Απάντηση: Σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, στην οποία τα δημοψηφίσματα δεν συνιστούν πεπατημένη, αλλά εξαιρέσεις που επιστρατεύονται σπανιότατα για τη λήψη αποφάσεων του κρισιμότατου θεσμικού και πολιτειακού περιεχομένου, ένα δημοψήφισμα θα είχε νόημα εάν πραγματικά εκαλούντο ουσιωδώς οι πολίτες να αποφανθούν υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ή όχι! Αντιθέτως, ένα δημοψήφισμα εν είδει όψιμης πολιτικής νομιμοποίησης της ήδη  ειλημμένης απόφασης για παραμονή στην Ευρώπη και προσφυγή στη μνημονιακή πραγματικότητα, τυγχάνει εν πολλοίς πλασματικών σκοπιμοτήτων, ανεξαρτήτως του θεσμικά άψογου τρόπου με τον όποιο ετέθη το θέμα και του ακραία αντιθεσμικού τρόπου τρόπου αντίδρασης σ’ αυτό, από μεριάς ευρωπαϊκών και εγχώριων, πολιτικών, επιχειρηματικών και εκδοτικών φορέων συμφερόντων αλλά και μεμονωμένων προσώπων. Αυτονοήτως, εν τω αποτελέσματι η εγκατάλειψη της σκέψης για δημοψήφισμα, έπληξε τον ίδιον, την παράταξή του αλλά και την ίδια την απόφασή του να επιχειρήσει λύση στο ελληνικό ζήτημα διά της προσφυγής σε μνημόνιο. Και, φυσικά, όλ’ αυτά, ισχύουν ανεξαρτήτως του γεγονότος της «ιδιότυπης αποστασίας» μέσα στο ίδιο το κόμμα του, που είναι περιστατικό ευτελισμού της ελληνικής πολιτικής ζωής. Οι καταλογισμοί στους υπευθύνους για τα βαριά αυτά πολιτικά και θεσμικά παραπτώματα είναι αρμοδιότητα άλλης θεματολογίας και συζητούνται αλλού και με άλλες ευκαιρίες. 

5. Ερώτημα: Η στάση του μετά την αποχώρησή του ήταν η ορθή; Απάντηση: Αψεγάδιαστη! Ποτέ δεν κρύφτηκε και πάντα υπερασπίστηκε ανυπόκριτα τις θέσεις του. Παραμένει ο μόνος που εξ αρχής επέλεξε την προσπάθεια εξεύρεσης λύσης σε συνεννόηση με τους πιστωτές της Ελλάδας, και δεν άλλαξε θέση ποτέ!    

6. Ερώτημα: Η εσωκομματική στάση του ήταν η ορθή; Ή είναι ένας «διασπαστής», όπως του αποδίδουν οι σημιτο-βενιζελικοί; Απάντηση: Παρέλαβε ένα κόμμα στα επίπεδα του 40% και το παρέδωσε στο 13%, συνεπεία των σφαλμάτων του, που εξέθεσα προηγούμενα. Αυτή είναι η ευθύνη του και ασφαλώς επιμερίζεται σ’ εκείνον το μεγάλο μέρος της ευθύνης αποδόμησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Όμως, το υπόλοιπο κομμάτι παραταξιακών απωλειών, από το 13%, δηλαδή την τρίτη τότε σε ισχύ κομματική συνιστώσα του δημόσιου βίου μας, στο 4% στην έσχατη θέση των εκλογών του Ιανουαρίου 2015, δεν μπορεί παρά να επιμεριστεί στην ηγεσία εκείνης της περιόδου, τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο. Ιδίως, μετά την ανοχή στη σαμαρική ακροδεξιά του Μπαλτάκου, που αποτελεί καθαρή παραταξιακή λοξοδρόμηση από τις ιδεολογικοπολιτικές αρχές, και παραδόσεις αλλά και την ιστορία του κινήματος. Παρέδωσε, όπως είπα, τον τρίτο κομματικό πόλο ενεργό και ικανό να καταστεί θετικός ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων. Η πλήρης απώλεια του ρυθμιστικού πολιτικού ρόλου για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., που υπήρξε μάλιστα διακηρυγμένος στόχος και του ίδιου του κ. Βενιζέλου -που δεν εκπληρώθηκε, δεν είναι λογικό να του αποδίδεται! Αλλά και η συνέχεια, της εμμονής και σήμερα ακόμη σε μιαν ανομολόγητη φιλοδεξιά στάση, στον αντίποδα μάλιστα της ιστορικής παραταξιακής παραδοχής ότι ο μείζων ιδεολογικοπολιτικός αντίπαλος είναι η δεξιά, αιτιολογεί απολύτως την αποστασιοποίησή του και από το μετα-βενιζελικό ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Καθαρά λόγια!   

Ένα σχόλιο εν κατακλείδι: Με πολλές ευκαιρίες έχω σχολιάσει τη συζήτηση περί της προσπάθειας ανασύστασης ενός βιώσιμου σοσιαλιστικού-σοσιαλδημοκρατικού πόλου. (Οι αναφορές μου στο θέμα αυτό μπορούν να αναζητηθούν εδώ στο blog μου www.molyvi.com). Βλέπω, όμως από πολλούς φίλους, των οποίων την άποψη σέβομαι, μια προσπάθεια «γενικού προσκλητηρίου» προς προαγωγή αυτού του σκοπού, χωρίς καμιά αναφορά σε πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, όσο και αρχές, σχετικά με τη συγκρότηση του εν λόγω πόλου. Για να είμαστε, λοιπόν, ειλικρινείς μεταξύ μας, επαναλαμβάνω: Χωρίς την παραδοχή ότι η δεξιά παραμένει ο μείζων ιδεολογικοπολιτικός και κομματικός αντίπαλος της παράταξης που μας ενδιαφέρει, θέμα σύμπραξης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά σ’ εμένα, δεν είναι δυνατή! Αδυνατώ να καταστώ, εμμέσως ή αμέσως, εν ανοχή ή συνομολογία, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, αρωγός σε σχέδια που υπηρετούν τον αντίπαλο μας, τη δεξιά! Και δεν το κάνω επειδή έχω εμμονές, αλλά γιατί βασίμως υποστηρίζω ότι η ελληνική δεξιά φέρει το μεγάλο βάρος και για τα ιστορικά αδιέξοδα της πατρίδας μου αλλά και το αδιέξοδο των τελευταίων έξι ετών!