18 Ιουν. 2016

Brexit

Η αδιανόητη στενοκεφαλιά της γερμανικής ελίτ

Στην εφημερίδα Die Welt φιλοξενήθηκε κύριο άρθρο της Dorothea Siems με τίτλο «Η Γερμανία, μόνη στο σπίτι» και υπότιτλο «Ένα Brexit θα είχε ολέθρια αποτελέσματα για μας. Διότι η ισορροπία δυνάμεων θα έκλινε τελικά υπέρ των υπερμάχων μιας ένωσης μεταβιβάσεων κεφαλαίων. Και ο ζήλος των Βρυξελλών για παρέμβαση και διαμόρφωση των όρων απειλεί να γίνει απεριόριστος». 

Σύμφωνα με τη γράφουσα, καθώς τρέχει αντίστροφα ο χρόνος ως το δημοψήφισμα στη Μ. Βρετανία, επιτείνονται οι ανησυχίες των χρηματαγορών, των επενδυτών και του επιχειρηματικού κόσμου. Πέραν όμως των όποιων οικονομικών επιπτώσεων, μεγαλύτερης σημασίας είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για την ίδια την Ευρώπη. Και αυτό γιατί με την αποχώρηση του βρετανικού παράγοντα, η Ευρώπη θα απολέσει το άνοιγμα στον κόσμο και το οικονομικά φιλελεύθερο πνεύμα με το οποίο έχει συμβάλει με την έως σήμερα παρουσία του. Αυτό θα συνεπαγόταν για τη συντάκτρια την ενίσχυση του στρατοπέδου των υπέρμαχων του κρατισμού, του οικονομικού προστατευτισμού και μιας Ευρώπης μεταβίβασης κεφαλαίων και τη συρρίκνωση του στρατοπέδου των υποστηρικτών μιας πιο φιλελεύθερης οικονομικής προσέγγισης, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία. 
Επιπλέον, η Ευρώπη κινδυνεύει με ένα Brexit να χάσει πολλές από τις κατακτήσεις της στις διεθνείς αγορές και να οπισθοδρομήσει σε επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, ενώ βαρύ θα είναι το πλήγμα και για Γερμανία γιατί μεταξύ άλλων, μια έξοδος της Βρετανίας θα σημάνει την ενίσχυση της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. 

Στη συνέχεια η συντάκτρια αναφέρεται στο διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των χωρών βορρά και νότου εντός Ε.Ε., με τις πρώτες να σημειώνουν οικονομική ανάπτυξη και τις δεύτερες να συσσωρεύουν χρέη. 
Όπως επισημαίνει, πέραν της οικονομικής διάστασης, το χάσμα αυτό έχει και πολιτική διάσταση, καθώς υπάρχει διαφορά απόψεων σχετικά με τις συνταγές και το μίγμα πολιτικών που θα πρέπει να εφαρμοστεί για την υπέρβαση των προβλημάτων. Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης προσεγγίσεων, ακόμη και η Γερμανία παρά την επιτυχή οικονομική της πορεία, δεν λειτουργεί ως πρότυπο για τους νοτιοευρωπαίους, αλλά αντίθετα γίνεται αντικείμενο σκληρής κριτικής τόσο για την ασκούμενη πολιτική της, που χαρακτηρίζεται ως υπερβολικά νεοφιλελεύθερη, όσο και για τα αποτελέσματά της για τους γερμανούς εργαζόμενους, τη μεσαία τάξη και τους συνταξιούχους της. 
Η συντάκτρια παρατηρεί στη συνέχεια ότι στην πραγματικότητα εδώ εντοπίζεται ένα έλλειμμα δικαιοσύνης από πλευράς των κρατών που λόγω της ανετοιμότητάς τους να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις (Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία) υπονομεύουν το μέλλον των νέων πολιτών τους καταδικάζοντάς τους στην ανεργία και ζητώντας χρήματα από τον ευρωπαϊκό βορρά. Κατά τη συντάκτρια, η Βρετανία λειτουργεί ως φρένο για την περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση, την ίδια στιγμή που οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να παρεμβαίνουν ρυθμιστικά σε ολοένα και περισσότερα πεδία, γεγονός που γεννά έντονο σκεπτικισμό, όχι μόνο στους βρετανούς πολίτες, αλλά και εντός Γερμανίας. 

Καταληκτικά, η αρθρογράφος σημειώνει ότι σε περίπτωση αποχώρησης της Μ. Βρετανίας από την Ε.Ε., δεν θα καταρρεύσει βέβαια ο κόσμος, ωστόσο για το νεοφιλελεύθερο οικονομικό στρατόπεδο θα σηματοδοτήσει μια μείωση της δυνατότητάς του να επηρεάσει τα δρώμενα εντός Ευρώπης, ενώ παράλληλα ορατός είναι ο κίνδυνος το παράδειγμα της Βρετανίας να ακολουθήσουν και άλλοι. 
Τέλος, για τη συντάκτρια η Ε.Ε. χρειάζεται έναν δημόσιο διάλογο για τη μεταρρύθμισή της, καθώς οι Βρυξέλλες ρυθμίζουν υπερβολικά μεγάλο αριθμό θεμάτων, πολλά από τα οποία θα ρυθμίζονταν καλύτερα σε εθνικό επίπεδο. Και κλείνει με την επισήμανση ότι δεν είναι όλα τα κράτη – μέλη σύμφωνα για την πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί και στο πλαίσιο αυτό ο ευρωπαϊκός βορράς δεν μπορεί να λειτουργεί ως δάσκαλος για τον ευρωπαϊκό νότο. Αλλά, σημειώνει, ούτε και ως χρηματοδότης του.