2 Ιουλ. 2016

Άλλη μια χαμένη ευκαιρία για έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο

Μερικές σκέψεις για τον εκλογικό νόμο

Οι αρματωμένοι «τοίχοι» των κοινωνικών δικτύων και οι ανούσιες ανακοινώσεις των κομμάτων φέρνουν ξανά στην επιφάνεια την αδυναμία του πολιτικού μας συστήματος να ξεχωρίσει τη μικροπολιτική από την Πολιτική.

Ανεξαρτήτως των κινήτρων που έφεραν την κυβέρνηση στη θέση να ανοίγει την ατζέντα της συνταγματικής αναθεώρησης και του εκλογικού νόμου, τα ζητήματα αυτά έχουν πλέον τεθεί και το ξόρκισμα του να μη συζητηθούν διά της αποχώρησης από τον δημόσιο διάλογο δεν θα αλλάξει τα δεδομένα: Αρχής γενομένης από τον εκλογικό νόμο, θα κατατεθούν προτάσεις, θα ακουστούν απόψεις και θα ανταλλαγούν ιδέες και -με λίγα λόγια- μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού τίποτα δεν θα είναι το ίδιο στις διαδικασίες κίνησης των πολιτικών μας πραγμάτων. Και σ’ αυτόν τον διάλογο είτε παίρνει κανένας μέρος, είτε επιχειρεί να «δραπετεύσει» από τις θέσεις που ένα οργανωμένο σοβαρό κόμμα οφείλει να έχει έτοιμες, σε οποιαδήποτε συγκυρία, όταν τίθενται θεσμικά προβλήματα και στοιχεία οργάνωσης της δημόσιας ζωής επί τάπητος.

Κατά ένα παράδοξο -αλλά συνήθη για τον κομματικό μας βίο- τρόπο, τα κόμματα αναφέρονται στον εκλογικό νόμο, χωρίς ούτε ένα απ’ αυτά να έχει σκιαγραφήσει τις πολιτικές αρχές αλλά και τη θεσμική σκοπιμότητα όσων προτείνει (ή, έστω, απλώς να εξηγήσει γιατί διαφωνεί με την πρόταση κάποιου άλλου κόμματος).

Μερικά παραδείγματα:

- Η κυβερνητική παράταξη εμφανίζει ως θέμα ιδεολογικών αρχών και δημοκρατικών πρακτικών τη λεγόμενη «απλή και άδολη αναλογική». Όμως, και χωρίς την «απλή και άδολη αναλογική» για 42 χρόνια τώρα από την μεταπολίτευση και εντεύθεν, δημοκρατικά και αποτελεσματικά κυβερνήθηκε η Ελλάδα. Ιδίως με τον σημερινό εκλογικό νόμο, που αφαιρεί έδρες από το δεύτερο σε ισχύ κόμμα για να τις αποδώσει στο πρώτο ως bonus και με τα μικρότερα κόμματα σχεδόν εξασφαλισμένα σε αριθμό εδρών περίπου ανάλογο με εκείνον που θα αντιστοιχούσε στην «απλή και άδολη αναλογική», προς τί όλη αυτή η συζήτηση; Ή απλώς μας ενδιαφέρει να μην αδικείται το δεύτερο σε ισχύ κόμμα;

- Η αξιωματική αντιπολίτευση γενικώς αρνείται την κυβερνητική πρόταση, με βασικό επιχείρημα ότι η κατάργηση του bonus υπέρ του πρώτου κόμματος θα συνέβαλε στο ενδεχόμενο ακυβερνησίας. Όμως, μόλις πριν λίγο καιρό, το ίδιο κόμμα, η Νέα Δημοκρατία, παρ’ ότι μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση από τις κάλπες του Μαΐου 2012, προτίμησε να σύρει τη χώρα σε δεύτερες αχρείαστες εκλογές λίγο αργότερα, χάνοντας πολύτιμο χρόνο, αν και ευρισκόμενη η πατρίδα σε πολύ κρίσιμη στιγμή. Δηλαδή, αυτόν τον σκοπό που επικαλείται η αξιωματική αντιπολίτευση, ακριβώς αυτόν, αρνήθηκε η ίδια να αξιοποιήσει ως το αποτέλεσμα της τότε κάλπης, προτάσσοντας το κομματικό όφελος.

Η αναξιοπιστία, επομένως, είναι δεδομένη! Διότι, η κυβέρνηση βεβαίως και δεν πείθει επικαλούμενη ιδεολογικές και πολιτικές αρχές, για την προτεινόμενη από την ίδια «απλή και άδολη αναλογική», όταν πλανάται η υποψία ότι απλά ευρισκόμενη σε δυσχερή θέση στις δημοσκοπήσεις το μόνο που επιζητεί είναι να ανακόψει την επέλευση της αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση. Αλλ’ ούτε και η αξιωματική αντιπολίτευση πείθει όταν επικαλείται ότι αγωνιά για τυχόν ακυβερνησία, όταν όλοι αντιλαμβάνονται ότι με την κατάργηση του bonus για το πρώτο κόμμα, θα είναι πολύ δύσκολο για την ίδια να κυβερνήσει, ακόμη κι αν κερδίσει τις εκλογές και αυτό καθορίζει τη στάση της και όχι βέβαια το δημόσιο συμφέρον. 

Μερικές θεμελιώδεις αρχές θα ήταν αναγκαίο να έχουν τεθεί εξ αρχής για να είναι γόνιμη η συζήτηση!

Αναφέρω, ως ενδεικτικά παραδείγματα, δύο απ’ αυτές:

- Η εξαετής περιπέτεια της περιόδου των μνημονίων έχει μεταβάλλει σε σημαντικό βαθμό τις πολιτικές συντεταγμένες του κομματικού μας συστήματος και η αναθεώρηση του σήμερα ισχύοντος εκλογικού νόμου θα έπρεπε να αποσκοπεί σε διευκόλυνση των συνεργασιών μεταξύ κομμάτων, απλούστατα διότι οι ιδεολογικές και πολιτικές βάσεις των υφιστάμενων κομματικών σχηματισμών έχουν εν πολλοίς καμφθεί από την επικράτηση  μικροπροσωπικών και μικροκομματικών σκοπιμοτήτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια αποκατάστασης  πρωτίστως ιδεολογικών κινήτρων -άρα και η αναζήτηση τυχόν ομοιοτήτων πολιτικής και συνεργασιών μεταξύ κομμάτων- στις δραστηριότητες των πολιτικών οργανισμών, θα ήταν στοιχείο εξυγίανσης του δημόσιου βίου μας, αντί της «εκλογικής αρπαχτής» κομματιδίων και προσωποπαγών σχημάτων.

- Ο συρμός περί του κακού της ενδεχόμενης ακυβερνησίας, έχω την εντύπωση πως κάθε άλλο παρά αφορά σε παραγωγική προσέγγιση των πραγμάτων. Και τούτο, διότι, με την διατήρηση του bonus υπέρ του πρώτου κόμματος, απλά θα παρατεινόταν και η εικόνα άγονης εναλλαγής κομμάτων στην εξουσία, δηλαδή θα ενδυναμωνόταν ο σημερινός υπαρκτός διχασμός, αντί να της ανάγκης επικράτησης συνθηκών που θα υποχρέωναν τα κόμματα να αναζητήσουν συναινέσεις που προδήλως έχει ανάγκη η Ελλάδα στις σημερινές συνθήκες. 

Με τέτοιες βάσεις οφείλουμε όλοι να συμφωνήσουμε στην παραδοχή ότι το εκλογικό σύστημα δεν συνιστά θεσμικό προαπαιτούμενο για τη δημοκρατία μας (άλλα και πολύ σοβαρότερα ζητήματα θα υπήρχαν εδώ, που προσιδιάζουν στις αναφορές μιας συνταγματικής αναθεώρησης εν προκειμένω). Αντίθετα, ο εκλογικός νόμος δεν είναι παρά απλό μέσο διευκόλυνσης του κομματικού μας συστήματος ώστε να είναι χρήσιμο για τον τόπο, στην προσπάθεια προαγωγής του δημόσιου συμφέροντος. Ένα ακόμη παράδειγμα: η διατήρηση του πλαφόν του 3% ως ορίου για την εκπροσώπηση ενός σχηματισμού στη Βουλή, δεν αφορά στην ποιότητα εκπροσώπησης και αντιπροσώπευσης των πολιτών, αλλά σε διαμόρφωση όρων συνοχής της πατρίδας, και υπό την έννοια αυτήν, είναι ανεκτή η «αντιδημοκρατική συνέπεια» μη εκπροσώπησης στη Βουλή σχηματισμών που αλλιώς θα εκπροσωπούνταν, διότι εδώ διακυβεύονται άλλης τάξης ζητήματα, από την «άψογη αντιπροσώπευση».

Δυστυχώς, αντί  τέτοιων σκέψεων στη διαγενόμενη δημόσια συζήτηση  σχετικά με τον εκλογικό νόμο, βλέπω απαράδεκτες αναφορές ανεπίτρεπτης ελαφρότητας. Ως ένα από τα χειρότερα παραδείγματα θεωρώ την ευκαιρία που έχουν βρει ορισμένοι να αποτολμούν να κάνουν λόγο για επιλεκτικό περιορισμό του «βάρους» της ψήφου ορισμένων κοινωνικών ομάδων -για παράδειγμα κάποιος τόλμησε να ζητήσει η ψήφος των πολιτών άνω των 65 ετών να έχει μειωμένο βάρος από την ψήφο νεώτερων ηλικιών και -αν χρειαστεί- ακόμη και να αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου από τις μεγαλύτερες ηλικίες!

Πίσω απ’ αυτά, η μη δυνάμενη πλέον να αποκρυβεί σκοπιμότητα, του «να φύγει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»! Προσέγγιση, που -φυσικά- μόνον ιδεοληπτικό περιεχόμενο έχει και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να σχετίζεται με μια γόνιμη ανταλλαγή απόψεων για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος!

Άλλοι, πάλι, μέχρι προειδοποποιητικές απειλές τολμούν να εκτοξεύουν (για παράδειγμα, από πρόσωπα του ούτω καλούμενου «εκσυγχρονιστικού» χώρου κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της κυρίας Γεννηματά), εάν τυχόν θα συμφωνούσε με την κυβερνητική πρόταση! 

Συνοψίζω:

- Ένας νέος εκλογικός νόμος θα χρειαζόταν σήμερα, για να προσαρμοστεί καλύτερα η διαδικασία εκπροσώπησης των πολιτών στα σημερινά πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα της Ελλάδας στην περίοδο της κρίσης. Ορθώς, δηλαδή, ανοίγει η συζήτηση, ακόμη κι αν υπάρχουν και άλλα κίνητρα στη κυβερνητική πρωτοβουλία –και πιθανότατα υπάρχουν).

- Εάν ισχύει το παραπάνω, καμιά σημασία δεν έχει η γκρίνια των (υπό αδειοδότηση, υπενθυμίζεται) καναλιών, ότι όλα γίνονται από την κυβέρνηση για να μετακινηθεί το βάρος της επικαιρότητας από τα μεγάλα βάρη του 3ου μνημονίου σε άλλη ατζέντα. Σοβαρά και αξιόπιστα μέσα ενημέρωσης, μπορούν κάλλιστα να παρουσιάσουν όλην την επικαιρότητα, όσο σύνθετη ή πολυεπίπεδη κι αν είναι. Αν κάποια μέσα ενημέρωσης έχουν συνηθίσει να επιβάλλουν εκείνα την ατζέντα, απλώς θα προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα).  

- Το bonus υπέρ του πρώτου κόμματος, ενισχύει τον διχασμό και την εναλλαγή του άγονου δικομματισμού, αντί της επιζήτησης των αναγκαίων συναινέσεων και γι’ αυτό θα πρέπει να πάψει να υφίσταται. Οριακές επί πλέον στηρίξεις υπέρ του πρώτου κόμματος θα μπορούσαν να  γίνουν δεκτές, όχι όμως προς διευκόλυνση σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά για καλύτερη αποτύπωση του εκλογικού αποτελέσματος στη Βουλή (π.χ. από ένα σημείο απόστασης μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κόμματος, ενδεχομένως θα έπρεπε να αρχίζει βαθμιαία να προβλέπεται ένα όφελος υπέρ του πρώτου κόμματος και σε βάρος του δεύτερου).

- Οι εκλογικές περιφέρειες θα πρέπει να προβλεφθούν εις τρόπον ώστε ο κάθε εκλεγόμενος βουλευτής να εκπροσωπεί κατά το δυνατόν τον ίδιο περίπου αριθμό εκλογέων, ανεξαρτήτως του από ποιά εκλογική περιφέρεια προέρχεται.

- Η Ελλάδα για τον πληθυσμό της και τη γεωμορφολογική της εικόνα, είναι λογικό να έχει 300 βουλευτές, ιδίως δεδομένου ότι στη χώρα μας δεν προβλέπεται άλλο νομοθετικό σώμα (π.χ. Γερουσία). Η συζήτηση περί μείωσης του αριθμού των βουλευτών (που άλλωστε δεν είναι αντικείμενο ενός διαλόγου για τον εκλογικό νόμο αλλά μιας συνταγματικής αναθεώρησης), περισσότερο σε λαϊκίστικες κορώνες αφορά, παρά σε ουσιαστική συζήτηση επί του θέματος.        

Αυτά! Και με την ευχή για μια συζήτηση γόνιμη και εποικοδομητική, προς όφελος του δημόσιου βίου μας, έστω από ΄δω και πέρα.