7 Ιουλ. 2016

Επέτειος

Μετά 365 ημέρες...

Πριν ένα έτος, έγινε το δημοψήφισμα. Τα αποτελέσματα και η συνέχεια των εξελίξεων είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε! Όμως, τόσο διαμετρικά αντίθετες αναγνώσεις και αξιολογήσεις του ίδιου γεγονότος από τους Έλληνες, αποτελούν μοναδική απόδειξη του βάθους και της έντασης του διχασμού που επικρατεί ανάμεσά μας. Μεγαλύτερη επικύρωση τούτου του τραγικού στοιχείου (σε μια τόσο αρνητική συγκυρία, που μόνο η ενότητα μεταξύ μας θα μπορούσε να κομίζει ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο) είναι το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα, μετά από έναν ολόκληρο χρόνο, πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ψήφισαν για την παραμονή της Ελλάδας στην Ε.Ε. και αρκετοί άλλοι ότι ψήφισαν για την αποχώρηση της Ελλάδας από την Ε.Ε.!

Κι όμως! Και οι δύο ανωτέρω πεποιθήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της τότε ψήφου και το τί κρίθηκε σε εκείνην την κάλπη, προφανέστατα αποκλίνουν της αληθείας!

Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι παρά το ότι αντίκεινται οι δύο ανωτέρω αποτιμήσεις της κάλπης του δημοψηφίσματος στο κρίσιμο σημείο παραμονής της Ελλάδας στην Ε.Ε., ή όχι, στην πολιτική ουσία τους συμπίπτουν, ταυτιζόμενες καθαρά επί του ότι το κρινόμενο δήθεν ήταν να μείνει ή να φύγει η χώρα μας από την Ένωση.

Σ’ αυτό το κλίμα, είναι πολύ δύσκολο να κρατήσει κανένας τις αποστάσεις του από την αρματωμένη πολιτική αντιπαράθεση στον δημόσιο βίο μας σχετικά με το δημοψήφισμα. Είναι ακόμη πιο επαχθές να κρατήσει την ψυχραιμία του, αν και ζώσα πολιτική οντότητα, και να κάνει αποτιμήσεις που να πατάνε στην αλήθεια. Άλλωστε, ακόμη κι αν το κάνει κάποιος, οι αρματωμένες αντιπαραθέσεις που προανέφερα θα σπεύσουν να ξεκοιλιάσουν την πραγματικότητα, μπας και πληγεί έστω και κατ’ ελάχιστον, η δική τους αφήγηση, μέσω της οποίας έχουν αυτοαναγορευτεί, κάθε πλευρά για λογαριασμό της, η μία σε σωτήρες της Ελλάδας επειδή επέλεξαν ΝΑΙ και ηττήθηκαν, και η άλλη σε δήθεν προδομένους πολίτες που αν και νικητές του ΟΧΙ, παρά ταύτα, η πατρίδα σήμερα παραμένει χώρα-μέλος της Ε.Ε..

Ωστόσο, στην αλήθεια (θα πρέπει να) παραχωρείται πάντα χώρος για τη δική της προσέγγιση στη θέαση των πραγμάτων.

Για παράδειγμα:

- Πόσο μπορεί να εξαφανίζεται από τις μετέπειτα εξελίξεις το αναντίρρητο στοιχείο ότι μετά το δημοψήφισμα και το ΟΧΙ η πρόταση της Ε.Ε. προς την Ελλάδα για το 3ο μνημόνιο, συμπεριέλαβε συγκεκριμένη αναφορά στα της ρύθμισης του ελληνικού χρέους (που δεν υπήρχε στην πρόταση πριν το δημοψήφισμα), η οποία μάλιστα επισημοποιήθηκε τόσο στο 3ο μνημόνιο όσο και στις μετέπειτα εφαρμοστικές αποφάσεις υλοποίησής του;                        

- Πόσο μπορεί να εξαφανίζεται από την αφήγηση της άλλης πλευράς ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος εκείνων που προτίμησαν το ΟΧΙ δεν επιθυμούσε την αποχώρηση από την Ε.Ε.;

Μένω μόνο σ’ αυτά τα δύο (αν και θα μπορούσα να εκθέσω πολύ περισσότερα) διότι αρκούν απολύτως για την απόδειξη των εκατέρωθεν επιλεκτικών αληθειών, που εν προκειμένω ισοδυναμούν με ψεύδη. Γνωρίζω, επίσης, ότι ανάμεσα σ’ όσους αναγνώσουν αυτήν την ανάλυσή μου πολλοί θα αναζητήσουν στο πλαίσιο ενός δικού τους εξατομικευμένου εσωτερικού διαλόγου (ναι, θα το κάνουν ακόμη και σε τέτοιες συνθήκες), εύκολες υπεκφυγές για να εμμείνουν στην άρνηση του αυταπόδεικτου σφάλματός τους! Είναι σαν να ακούω κιόλας τις αστείες ενστάσεις τους.

Για παράδειγμα:

-         Η μία πλευρά θα φωνασκεί ότι όσοι ασκούν κριτική στην Ε.Ε. για τα πελώρια και δεδομένα λάθη της που ταλαιπωρούν ολόκληρους λαούς και αποσταθεροποιούν την ευρωπαϊκή συνοχή συγκλονίζοντας συθέμελα την Ένωση, συγκαταλέγονται στην ίδια κατηγορία με τους Νάιτζελ Φάρατζ και Μαρίν Λεπέν, επειδή στο δημοψήφισμα προτίμησαν το ΟΧΙ.     

-         Η άλλη πλευρά, θα ποινικοποιεί ως εξαγορασμένη, νεο-φιλελεύθερη και «συστημική» την άποψη όσων παρ’ όλο που προτίμησαν στο δημοψήφισμα το ΟΧΙ επιθυμούν την παραμονή της Ελλάδας στην Ε.Ε..

Ας επιχειρήσουμε στη συνέχεια να προσδιορίσουμε τα αναντίρρητης αλήθειας στοιχεία του δημοψηφίσματος (κι όποιος μπορεί να τα διακρίνει ας τα κάνει μέρη της στάσης του):

-         Το ερώτημά του δεν ήταν ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην Ε.Ε.! Αν αυτό ήταν το ερώτημα άλλη θα ήταν η έκβασή του!       

-         Δυνάμεις εντός και εκτός Ελλάδας επιχείρησαν οργανωμένα να αλλοιώσουν το περιεχόμενο του ερωτήματος. Είναι προς τιμήν των Ελλήνων πολιτών ότι σε μεγάλο μέρος έκλεισαν τα αυτιά τους σ’ αυτήν τη σκόπιμη δυνάμει παραχάραξη του περιεχομένου του δημοψηφίσματος.

-         Η κυβερνητική πολιτική από το δημοψήφισμα και εντεύθεν είναι σαφές πως δεν ανταποκρίνεται στο τμήμα εκείνο της εντολής του δημοψηφίσματος που απαιτούσε την άμεση διακοπή της πολιτικής χειρισμού της κρίσης στην Ελλάδα, διά της μεθόδου των δημοσιονομικών περιστολών.

-         Η κυβέρνηση, από την άλλη, μπορεί να επιχαίρει ότι η χώρα μας παραμένει στην Ε.Ε., σε ανταπόκριση της λαϊκής βούλησης.

-         Τί βαρύνει περισσότερο ανάμεσα στα δύο προηγούμενα, παραμένει υπό ιστορική αξιολόγηση!

-         Το δημοψήφισμα συνέβαλε σαφώς στην ανάληψη ρητής δέσμευσης των ευρωπαίων δανειστών μας για ρύθμιση του ελληνικού χρέους, σε πλήρη μάλιστα αντιστροφή με την μέχρι τότε στάση των εταίρων μας. (Το εν λόγω στοιχείο και η βαρύτητά του δεν μπορούν να περιοριστούν από τη μετέπειτα αδυναμία της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να επιτύχει καλύτερο αποτέλεσμα επί του θέματος, από εκείνο που προβλέπει αποφάσεις ρύθμισης του ελληνικού χρέους από το 2018).

-         Το δημοψήφισμα, η έκβασή του και οι μετέπειτα χειρισμοί επί τη βάσει της, αποτελούν πλήρη απόδειξη της αδυναμίας του εγχώριου πολιτικού προσωπικού να ανοίξει σοβαρό διάλογο για το ευρωπαϊκό μέλλον της Ελλάδας. Η αποτυχία αυτή θα κρατά σε εκκρεμότητα τούτη την αναγκαία συζήτηση και σε συμπόρευση με την ευρύτερη αποσταθεροποίηση της Ε.Ε. θα μπορούσε  να προκαλέσει και νέα προβλήματα διχασμού μεταξύ των Ελλήνων πολιτών. Η ευθύνη στο σημείο αυτό βαρύνει περισσότερο την ελληνική προοδευτική πολιτική παράταξη, που είναι η πρωτίστως αμφισβητούσα τα θετικά της ελληνικής συνέχειας στην Ε.Ε. και επομένως, εκείνη θα όφειλε να επιβάλλει στα σοβαρά τέτοια συζήτηση.   

-         Γενικότερα, το δημοψήφισμα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως η κρίσιμη πολιτική στιγμή λήψης της απόφασης από τη σήμερα κυβερνώσα παράταξη να εγκαταλείψει μεγάλο μέρος της δέσμης προεκλογικών θεσεών της, και -με την έννοια αυτήν- το δημοψήφισμα (ως οριακή αποφαστική παράμετρος) συνέβαλε στην οριστική διασαφήνιση ότι -καλώς ή κακώς- οι προσπάθειες για την Ελλάδα εντός της Ε.Ε. θα συνεχιστούν και θα παραταθούν στο ίδιο μοντέλο της πολιτικής των σκληρών δημοσιονομικών περιστολών, αν και είναι πλέον σαφής η καταστρεπτική συνέπεια της εφαρμογής τους.

_________________________ 

(Υγ.: Και μια προσωπική στάση! Έχω την γνώμη ότι η γενίκευση και το βάθεμα της κρίσης στην Ε.Ε., με την εδώ και χρόνια βήμα προς βήμα επέκτασή της από κρίση νομισματοπιστωτική σε κρίση επί της πραγματικής οικονομίας, και κατόπιν σε κρίση πολιτική και σήμερα γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης, δεν αφορά πια στην Ελλάδα, ει μη μόνον ως πρόσθετος επιβαρυντικός παράγων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, πιστεύω πως η παραμονή της Ελλάδας στην κλονιζόμενη Ένωση  και δη με αποστερημένη την Ελλάδα κρίσιμων δικαιωμάτων κυριαρχίας επί των αποφάσεων που σχετίζονται αμεσότατα με το μέλλον των πολιτών της, βλάπτει σοβαρά τη χώρα και τα συμφέροντά της. Δεν προκρίνω την άναρχη μονομερή αποχώρηση από το θλιβερό σημερινό ευρωπαϊκό περιβάλλον, πολιτικό, οικονομικό και θεσμικό. Αντίθετα, έχω την εντύπωση πως η δρομολόγηση ενός διαλόγου αυτού του περιεχομένου στο εσωτερικό της χώρας, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη οιασδήποτε απόφασης μεταγενέστερα και σε άλλες συνθήκες από τις σημερινές. Θεωρώ, επίσης, αναγκαίο, με την ευκαιρία παρέλευσης ενός έτους από τη δημοψήφισμα και εξ αφορμής του, να πει έκαστος τη γνώμη του επί του ερωτήματος της «ευρωπαϊκής συνέχειας» της Ελλάδας. Ερώτημα, που βεβαίως δεν έχει κλείσει (κι ας αφηγούνται ανοητολογούντες πολλοί εξ εκείνων που ψήφισαν ΝΑΙ πως «έσωσαν την Ελλάδα» –ναι, κι αυτό το άκουσα σ’ ένα κρεσέντο του θλιβερού μικροαστισμού, ο οποίος δήθεν σώζει τις πατρίδες και τις τύχες των λαών ανά την υφήλιο, ενώ στ’ αλήθεια τις καταστρέφει). Θαρρώ πως αναπόφευκτα θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε και δη και με διαζευτικό τρόπο στο μέλλον αυτό το ερώτημα. Και καλό θα ήταν να μην ξαναπέσουν στην ίδια παγίδα της πλασματικής διλημματικής παραπλάνησης τόσο πολλοί, όσοι έπεσαν στο δημοψήφισμα του 2015).