29 Ιουλ. 2016

Συνταγματική αναθεώρηση και πολιτικές σκοπιμότητες

Από τις απαιτήσεις της πολιτικής ανάγκης

στους ορισμούς των κομματικών συρμών  

Η κίνηση ενεργοποίησης της διαδικασίας αναθεώρησης του ελληνικού Συντάγματος, ανταποκρίνεται σε μια πολιτική ανάγκη της Ελλάδας, τόσο αυτονόητη, ώστε μόνον αρρωστημένος κομματισμός και νοσηρότατοι όσο και ανομολόγητοι  σκοποί ανακατάληψης της εξουσίας με πολιτικό γιουρούσι από την αντιπολίτευση, θα μπορούσαν να το παραβλέπουν και να το παραμερίζουν ως προτεραιότητα.

Όμως, ακόμη και η λεκτική αιτιολόγησης της άρνησης να προχωρήσει η αυτονόητη ανάγκη για τη συνταγματική αναθεώρηση και να συμμετάσχει στη συζήτηση η αντιπολίτευση (δηλαδή το επιχείρημα πως πραγματικός σκοπός του πρωθυπουργού που προχώρησε στην εξαγγελία δεν είναι η αναθεώρηση, αλλά να υπεκφύγει από τη σκληρή και λίαν φθοροποιό σε βάρος της παράταξής του ατζέντα των επιβαρυμένων εκκαθαριστικών της εφορίας), είναι για γέλια. Ακόμη κι έτσι να είναι (που είναι πολύ πιθανό να ισχύει), μια σοβαρή παράταξη -ιδίως στην αντιπολίτευση- οφείλει να σταθεί με επάρκεια στο θέμα που «αρέσει-δεν αρέσει» ανοίγει και να διατυπώσει λόγο ανασυγκρότησης της χώρας, διά του διαλόγου για την αναθεώρηση. Διαφορετικά τί;...

Βεβαίως, υπάρχει και η αφήγηση περί «εκτροπής»! Και δη και «κομμουνιστικής» εκτροπής, κατά κάποιον τρόπο, μάλιστα, για να ικανοποιείται ανοήτως και το ιδεολογικό απωθημένο των φύσει και θέσει μορφωμένων και ευφυών οπαδών της αντικυβερνητικής αρμάδας, που σιχαίνονται τον σεμνό πλην τίμιο σανό, με τον οποίο σιτίζεται η πλέμπα που εψήφισε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τη μπολσεβίκικη ηγεσία του. Τώρα, το πώς μπορεί στα σοβαρά να τεκμηριώνεται «εκτροπή» όταν η κυβερνώσα παράταξη έχει εκλεγεί με κάλπη πριν από ένα έτος, επαφίεται στη μαεστρία και τη ρητορική δεινότητα του εισηγητή της εν λόγω άποψης. Και επειδή και ο δεινότερος ρήτορας αλλά και ο εγκυρότερος συνταγματολόγος, ο,τιδήποτε κι αν μηχανευτούν, δεν μπορούν να παραχαράξουν την ιστορία μιας κάλπης που άνοιξε και το περιεχόμενό της καταμετρήθηκε, δεν απομένει παρά ο βλακώδης κομπασμός της τερατικής μεταλλακτικής ακρο-δεξιο-νεο-φιλελεύθερης αφασίας. Που έφτασε μέχρις του σημείου να ταυτίζει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τον ...Ντόναλντ Τραμπ!!!                  

Στα σοβαρά θέματα τώρα!

Τρεις εναρκτήριες παρατηρήσεις επί της εκκινηθείσας διαδικασίας:

1. Ανοητότατη όλων η κριτική της δομικής αντιπολίτευσης (ρηθείσας και μη), ότι η λαϊκή διαβούλευση συνιστά ακραία λαϊκή διακωμώδηση μιας θεσμικής λειτουργίας. Είναι απολύτως σαφές ότι η στρατηγικού χαρακτήρα κατευθυντήρια βάση, η θεματολογία και το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναθεώρησης δεν θα προκύψει από τη λαϊκή διαβούλευση, αλλά θα οριστεί από την τυπική εκκίνηση της προβλεπόμενης διαδικασίας εκ μέρους της Βουλής των Ελλήνων. Τώρα το ότι «θα κάνει και το κομμάτι του» ο πρωθυπουργός ως προσφέρων εις το καταπιεσμένο από την κρίση πόπολο την ευκαιρία να εκφράσει άποψη για εξαιρετικά λεπτά θεσμικά ζητήματα και υποθέσεις μείζονος πολιτικής σημασίας, δεν είναι και προς θάνατον! Η έντεχνη παρουσίαση αυτής της τυπικά αχρείαστης αλλά συμβολικά ενδεχομένως σημαντικής λαϊκής συμμετοχής στη συζήτηση αναθεώρησης του Συντάγματος, ως δήθεν τεκηριωτική ένδειξη της «εκτροπής» που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν είναι άλλο παρά σύμπτωμα της καθεστωτικής σοβαροφάνειας των απελθόντων από την κυβέρνηση και διακαώς επιθυμούντων την επιστροφή τους εις αυτήν, για λόγους εν πολλοίς αυτονόητους, ...που πάντως δεν είναι της παρούσης.  

2. Θεωρώ ατυχέστατη την σκόπιμη ασάφεια του πρωθυπουργού σχετικά με βασικά σημεία της όλης συζήτησης, που μπορεί μεν τυπικά να ξεκινά από τη Βουλή, η εισαγωγή δε της σχετικής εναρκτήριας ατζέντας δεν μπορεί να αποστερείται της εκπεφρασμένης βούλησης της πλειοψηφούσας παράταξης στο κοινοβούλιο, ως προς το περιεχόμενό της. Μ’ άλλα λόγια, όταν εξαγγέλλεται αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν αναβάλλονται για ευθετότερο χρόνο οι οριστικές επιλογές της εξαγγέλλουσας ηγεσίας. Άλλωστε, τί θα τεθεί σε λαϊκή διαβούλευση; Διαζευτικές απόψεις ή συγκεκριμένες κατευθύνσεις; Γνώμη μου ότι θα ευνοούσε τον πρωθυπουργό η κατάθεση καθαρών και ξάστερων προτάσεων και όχι εξισορροπητικές ασκήσεις του τύπου «περισσότερες αρμοδιότητες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ή όχι» (...πες μου εσύ, λαέ, τί θέλεις κι εγώ θα το κάνω).

3. Όλη η υγιώς ανατρεπτική δυναμική που θα μπορούσε να αναβιβάζει την αναθεώρηση σε «ιστορική», φοβούμαι πως απλώς ...δεν είναι εδώ! Γιατί, φυσικά, δεν είναι η ψήφος στα 17, τα δημοψηφίσματα (που εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να μελετηθούν πολύ πιο προσεκτικά ως πρωτοβουλία για να αποφευχθούν καίριες αστοχίες που θα αποδυνάμωναν τον θεσμό της δημοψηφισματικής έκφρασης της λαϊκής βούλησης) και διάφορα άλλα, αλλαγές εκείνου το βάθους που θα δικαιολογούσε η σημερινή κατάσταση της Ελλάδας. Για αναθεώρηση του συρμού φαίνεται πως κινούμεθα, ενώ οι αλλαγές που είναι αναγκαίες θα επέβαλαν θεσμική  κοσμογονία.

...και 2-3 αρχικές σκέψεις-προτάσεις:

α. Μεγάλου ενδιαφέροντος η συζήτηση για συνταγματική ρύθμιση του εκλογικού νόμου! Συνιστά κίνηση ωρίμανσης της Ελληνικής Δημοκρατίας, αντιμετωπίζει οριστικώς και αμετακλήτως το πρόβλημα τυχοδιωκτικής παράδοσης των κομμάτων απέναντι στο εκλογικό σύστημα και διαμηνύει εσαεί στους πολίτες την υποχρεωσή τους να μετρούν προσεκτικά τις συνέπειες της εκάστοτε ψήφου τους. Πέραν αυτού, εικάζω (νομίζω βασίμως) ότι με πάγιο εκλογικό σύστημα οι θητείες των εκλεγηθησομένων κυβερνήσεων θα εξαντλούνται σε πολύ ικανοποιητικότερο βαθμό απ’ όσο συμβαίνει σήμερα. Όμως, έχω μια απορία: Αν ήταν στις προθέσεις της κυβέρνησης εξ αρχής η συμπερίληψη στη συνταγματική αναθεώρηση, τότε γιατί βιάστηκε να φέρει πρώτα στη Βουλή τον νέο εκλογικό νόμο; Δεν θα ήταν περισσότερο σώφρον να ολοκληρωνόταν πρώτα η θεματική της αναθεώρησης του συντάγματος και εν συνεχεία, και σε ευθυγράμμιση με ό,τι θα είχε εγκριθεί να γινόταν και η κατάθεση σχεδίου νόμου για τον εκλογικό νόμο; Επειδή, λοιπόν, οι απαντήσεις θαρρώ πως είναι αυτονόητες, κρίνω αναγκαίο να σχολιάσω πως με τη βιασύνη του ο κ. Τσίπρας προσέδωσε βασιμότητα στη σεναριολογία περί πρόωρων εκλογών σχετικά σύντομα από σήμερα, ενδεχομένως και σε μερικές μόλις εβδομάδες. Σεναριολογία, που αλλιώς δεν θα είχε καμιά εδραία τεκμηρίωση.

β. Η πολιτική παθογένεια της διλημματικού τύπου ενασχόλησης με την ίδια την αναθεωρητική διαδικασία (που υπό φυσιολογικούς όρους είναι διαδικασία που ενώνει τους πολίτες), θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φυσική συνέπεια του άτυπου διχασμού της χώρας, με τους πολίτες στοιχισμένους πίσω από τις γραμμές των εκπροσώπων του άγονου σημερινού δικομματισμού. Έτσι, ζητήματα, όπως για παράδειγμα η συζήτηση σχετικά με το άρθρο 16  για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, εκτρέπεται μοιραία από διάλογος επί θέσεων, σε αναμέτρηση μικροκομματικών τόνων και συμπαρασύρεται σε ανοησίες σχετικά με τη δυσμενή συγκυρία στην οικονομία, που καμιά σχέση δεν έχουν με το υπό κρίση θέμα (εξ ορισμού σύνθετο και ευαίσθητο): την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα και το δικαίωμα του ιδιωτικού τομέα να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα επ’ αυτού, ή όχι. Θα έδινα προτεραιότητα σε αναθεωρητικές ρυθμίσεις με αντικείμενο τη διασφάλιση της ποιοτικής λειτουργίας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (και όχι μόνον), με την εισαγωγή δέσμης από μέριμνες που θα αποσυνέδεαν τα πανεπιστήμια και τη χρηματοδότησή τους από την εκάστοτε δημοσιονομική κατάσταση της χώρας και εις ανταπόκριση μιας «στρατηγικής της χώρας για την Παιδεία».

γ. Η μεγάλη θεσμική αλλαγή της αποσυσχέτισης των λειτουργιών της εκκλησίας από την κρατική διοικητική δομή και τις εξουσίες που αυτή αυτονοήτως διαθέτει και ασκεί επί των πολιτών, αναβάλλεται! Γιατί; Αν δεν επιθυμεί ο πρωθυπουργός στις προτάσεις που θα εισηγηθεί στη Βουλή προς έγκριση για την αναθεώρηση από την επόμενη σύνθεση του κοινοβουλίου, να συμπεριλαμβάνεται η υπογραφή του κάτω από τον χωρισμό κράτους-εκκλησίας, τότε πρόκειται για κατίσχυση επικοινωνιακών προτεραιοτήτων επί πολύ σοβαρών θεσμικών υποθέσεων, κι αυτό κρατείται αρνητικά από την Ιστορία.                        

δ. Μια γενική παρατήρηση (θα την αναλύσω λεπτομερέστερα σε επόμενη ανάλυσή μου): Ακούω προτάσεις για πολύ εξειδικευμένες ρυθμίσεις, που κατά τη γνώμη μου δεν υπάγονται στο πεδίο της δυνάμει ρυθμιστικής και παρεμβατικής αρμοδιότητας του συντάγματος. Αντίθετα, εγώ θα επιζητούσα περισσότερη λιτότητα και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σ’ αυτό το «μετα-σύνταγμα» κατόπιν της κρίσης, η οποία ωστόσο ακόμη συνεχίζεται. ...αλλά γι’ αυτό θα τα ξαναπούμε!...