9 Αυγ. 2016

Η ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης

Τα ελληνικά κανάλια, οι άδειες και η Δημοκρατία (1)

(Οι προβληματισμοί στην ΕΟΚ και η ελληνική αρχή)

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, το ευρωκοινοβούλιο ανέθεσε σε δύο μέλη του, συγκεκριμένα 2 Γάλλους σοσιαλιστές ευρωβουλευτές, να καταρτίσουν μια έκθεση σχετικά με το καινοφανές τότε φαινόμενο διείσδυσης επιχειρηματιών από διάφορους κλάδους της οικονομίας στον χώρο των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ). Το ευρωκοινοβούλιο απασχολούσε σοβαρά η ενδυνάμωση του επηρεασμού που είχαν αρχίσει να ασκούν στα κέντρα λήψης των αποφάσεων στην τότε ΕΟΚ επιχειρηματίες, μέσω ραδιοτηλεοπτικών σταθμών που εξαγόραζαν από παραδοσιακούς εκδότες.

(Για την ιστορία να προσθέσω ότι η έκθεση των δύο ευρωβουλευτών, όταν ολοκληρώθηκε, εξέφραζε μεγάλη ανησυχία για το ενδεχόμενο αλλοίωσης των συσχετισμών δυνάμεων που καταγράφονται μέσα από τις κλασσικές διαδικασίες δημοκρατικής εκπροσώπησης μέσω της επιρροής των στρατευμένων πίσω από συμφέροντα ΜΜΕ και πρότεινε σειρά μέτρων για τη διασφάλιση του κοινωνικού ελέγχου στους μηχανισμούς πληροφόρησης της κοινής γνώμης. Οι προτάσεις της έκθεσης εκείνης απλώς δεν εφαρμόστηκαν ποτέ! Η μόνη ουσιαστική αντίδραση των οργανωμένων ευρωπαϊκών δημοκρατιών στο πρόβλημα ήταν η ενδυνάμωση -θεσμική και οικονομική- των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών με μέριμνες διασφάλισης του πολυφωνικού και ποιοτικού χαρακτήρα τους).  

Λίγα χρόνια αργότερα η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. θεσμοθετούσε για πρώτη φορά στη χώρα τη δυνατότητα ιδιώτης να κατέχει επιχείρηση που να ασκεί τη δραστηριότητα της εκπομπής ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος, εκτός από την κρατική ΕΡΤ, που ως τότε μόνη διέθετε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά κανάλια.

Η εξέλιξη εκείνη εμφανίστηκε από την τότε αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ως νίκη των τριών δημάρχων του κόμματος (που στις τοπικές εκλογές του 1986 είχαν κερδίσει τις 3 μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, Μιλτιάδη Έβερτ, δήμαρχο Αθηναίων, Σωτήρη Κούβελα, δήμαρχο Θεσσαλονίκης, και Ανδρέα Ανδριανόπουλο, δήμαρχο Πειραιά). Οι 3 δήμαρχοι είχαν δημιουργήσει ραδιοφωνικούς σταθμούς με δαπάνες των ΟΤΑ των οποίων ηγούντο και είχαν ξεκινήσει να εκπέμπουν πρόγραμμα, κατά παράβαση του νόμου που επέβαλε τη ραδιοτηλεοπτική δραστηριότητα να ασκεί αποκλειστικά η ΕΡΤ για λογαριασμό του κράτους.

Παρά τα καθαρά αντιπολιτευτικά κίνητρα της τότε Νέας Δημοκρατίας, το πρακτικό αποτέλεσμα εκείνων των γεγονότων ήταν η γέννηση της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα, με τους πολυπροβεβλημένους εκείνην την εποχή δημοτικούς ραδιοσταθμούς να εξαφανίζονται σύντομα και τη θέση τους να καταλαμβάνουν ιδιωτικά κανάλια. (Οι παλιότεροι θα θυμούνται πίσω από τους δημοτικούς ραδιοσταθμούς αμέσως στοιχήθηκαν κομματικές δυνάμεις: για παράδειγμα εκτός από τους  προαναφερθέντες ραδιοφωνικούς σταθμούς των 3 μεγάλων πόλεων, που ελέγχονταν από τη Νέα Δημοκρατία, υπήρξε ο Δίαυλος 10, που συγκροτήθηκε από Δήμους που ελέγχονταν από το -τότε ισχυρό στην Αυτοδιοίκηση- Κ.Κ.Ε. και το Ράδιο-Κύκλος, από Δήμους της Νοτιοανατολικής Αττικής, φιλικούς προς το ΠΑ.ΣΟ.Κ. -ειρήσθω εν παρόδω, στο ραδιόφωνο αυτό ήμουν για αρκετό καιρό διευθυντής προγράμματος). 

Κι αν οι Δήμοι, φέρουν τεκμήριο αμάχητο της υποχρέωσής τους οι δραστηριότητες που ασκούν να υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο (και είτε έτσι-είτε αλλιώς αυτό ισχύει από τη στιγμή που σε τακτά χρονικά διαστήματα οι ηγεσίες των Δήμων εκλέγονται), οι ιδιώτες δεν υπόκεινται σε κοινωνικό έλεγχο. Όμως, το Σύνταγμα ακόμη και σήμερα ορίζει ρητά την παρεμβατική αρμοδιότητα του κράτους στη ραδιοτηλεόραση. (Συγκεκριμένα, το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, αναφέρει: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας».  

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...)