17 Αυγ. 2016

Η ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης

Τα ελληνικά κανάλια, οι άδειες και η Δημοκρατία (4)

(Πώς και γιατί πολιτικές και επιχειρηματικές σκοπιμότητες σκίασαν «εξ απαλών ονύχων» την εγχώρια ιδιωτική ραδιοτηλεόραση)

Η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, όπως εκτέθηκε στα προηγούμενα, ήρθε στην Ελλάδα σε συνθήκες «θεσμικού κενού». Διότι, προφανώς, ούτε ο νόμος 1730/1986 αλλ’ ούτε και το Προεδρικό Διάταγμα 25/1988, που θέσπισε η τότε κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ήταν σοβαρές και σχεδιασμένες παρεμβάσεις για τη νομιμοποίηση του εδραίου πλέον αιτήματος για ιδιωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής ωρίμανσης, δεκατέσσερα χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας.

Εξ ίσου, η πολιτική πίεση της αντιπολίτευσης προς την τότε κυβέρνηση, για τη θεσμοθέτηση του επιτρεπτού σε ό,τι αφορά ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές από ιδιώτες, παρ’ ότι στη λεκτική της υπόθεσης ως πολιτικού αιτήματος είχε την προαγωγή της ποιότητας της δημοκρατίας, στην ουσία αφορούσε στην προσπάθεια «κλίματος» εκδίωξης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από την εξουσία -δηλαδή πρωτίστως έφερε μικροκομματικές επιδιώξεις.

(Υπενθυμίζεται ότι η εκλογική νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, αρχικά αντιμετωπίστηκε από τη δεξιά πολιτική παράταξη ως ένα περιστατικό ιδιότυπης εκτροπής –ποιός ξεχνά την περίφημη «διαδήλωση της κατσαρόλας» το 1982 στην Αθήνα. Στη συνέχεια, μετά τη νέα ευρεία νίκη του ΠΑ.ΣΟ.Κ και στις επόμενες εκλογές του 1986, έγινε σαφές ότι το κίνημα ήταν πολύ καλά εδραιωμένο στην ελληνική κοινωνία για να αντιμετωπίζεται από την αξιωματική αντιπολίτευση ως «πολιτικό διάλειμμα» και ότι για να μπορεί να καταστεί ρεαλιστικός ο στόχος ενός εκλογικού come back της Νέας Δημοκρατίας, θα χρειαζόταν υπομονή, χρόνος και επεξεργασμένη πολιτική στρατηγική. Σ’ αυτό το πλαίσιο από τα μέσα της 2ης τετραετίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, αξιοποίησε το ώριμο κατά τα άλλα αίτημα για ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, ως τμήμα μιας κομματικής στρατηγικής δημοκρατικής απονομιμοποίησης των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου. Το περιστατικό των τριών νεοδημοκρατών δημάρχων με τους 3 δημοτικούς ραδιοσταθμούς είναι ένα μόνον εξ εκείνων που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω). 

Η ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, επομένως, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως προς τον τρόπο επέλευσής της στη χώρα μας αλλά και ως προς το πώς εν συνεχεία η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση λειτούργησε, χωρίς παράλληλες αναφορές στο πολιτικό σκηνικό της εποχής. Η Νέα Δημοκρατία κερδίζει τις εκλογές του 1989 χωρίς να μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, λόγω του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής που νωρίτερα είχε ψηφίσει η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι εκλογές έγιναν με μόνο θέμα δημοσίου διαλόγου το γνωστό «σκάνδαλο Κοσκωτά». (Για να γίνει κατανοητό  το κλίμα της εποχής, δανείζομαι από το λήμμα της πολιτικά ουδέτερης Wikipedia: «...Οι εκλογές έγιναν με το σκάνδαλο Κοσκωτά να απασχολεί σχεδόν αποκλειστικά την επικαιρότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το φθινόπωρο του 1988 οι εφημερίδες «Έθνος», «Βήμα», «Νέα» και «Ελευθεροτυπία», που μέχρι τότε υποστήριζαν το ΠΑΣΟΚ, άρχισαν σκληρές προσωπικές επιθέσεις στον Ανδρέα Παπανδρέου και σε όσους υπουργούς θεωρούσαν συνεργάτες του Κοσκωτά, σε καθημερινή βάση. Επίσης, από το Νοέμβριο του 1988 η δεξιά εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», που εξέδιδε ο Άρης Βουδούρης (πρώην οπαδός του Παπανδρέου που μεταβλήθηκε σε πολέμιό του) είχε κατακτήσει την πρώτη θέση στην κυκλοφορία, με συνεχείς επιθέσεις σε πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του πρωθυπουργού, όπως η ερωμένη του Δήμητρα Λιάνη και ο επιχειρηματίας και επιστήθιος φίλος του Γιώργος Λούβαρης...»).

Αλλά γιατί οι μέχρι τότε φιλικές προς το ΠΑ.ΣΟ.Κ. εφημερίδες στράφηκαν με τόσο μένος κατά του Ανδρέα Παπαδρέου;  Η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το σκάνδαλο Κοσκωτά! Συγκεκριμένα, ο Κοσκωτάς είχε αγοράσει ήδη από το 1982 τον δημοσιογραφικό και εκδοτικό οργανισμό «Γραμμή Α.Ε.» από τον Παύλο Μπακογιάννη. Ο ίδιος το 1984 αγόρασε το 56% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης. Το 1987 αγοράζει από τον εφοπλιστή Σταύρο Νταϊφά την ΠΑΕ Ολυμπιακός. Η εκδοτική δραστηριότητα της «Γραμμής Α.Ε.», που εν τη ρύμη του χρόνου είχε μετατραπεί σ’ έναν επιχειρηματικό κολοσσό, αφορούσε στην έκδοση μίας καθημερινής εφημερίδας («24 Ώρες») και 6 περιοδικών («ΕΝΑ», «Τέταρτο» κ.λπ.), ενώ είχαν εξαγοραστεί άλλες τρεις αντι-κυβερνητικές εφημερίδες, η «Βραδυνή», η «Εβδόμη» και η «Καθημερινή», από την Ελένη Βλάχου το 1986. Ακόμη, είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον και για την αγορά της «Ελευθεροτυπίας», η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Η γιγάντωση του Κοσκωτά και η απειλή που αισθάνθηκαν οι παραδοσιακοί εκδότες –ιδίως της δημοκρατικής παράταξης, τους έσπρωξαν σε ολόπλευρη στήριξη της Νέας Δημοκρατίας, ακριβώς τη στιγμή που άνοιγε η ιδιωτική ραδιοτηλεοπτική αγορά στην Ελλάδα, και ενώ η επίθεση Κοσκωτά στην ιδιωτική ραδιοτηλεόραση ήταν απλώς θέμα χρόνου, με τους εκδότες να επιθυμούν διακαώς να την αποτρέψουν.      

Για την ιστορία πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι μετά τις εκλογές της 18ης Ιουνίου του 1989 με τη στήριξη της για πρώτη φορά συνεργασίας Κ.Κ.Ε. και του Κ.Κ.Ε. εσ. υπό το σχήμα του «Συνασπισμού (της Αριστεράς και της Προόδου)», σχηματίζεται η ιδιότυπη συγκυβέρνηση Τζανετάκη (από τη Νέα Δημοκρατία και τον «Συνασπισμό»), η οποία παραπέμπει σε δίκη τον Ανδρέα Παπανδρέου για το «σκάνδαλο Κοσκωτά» και προκηρύσσει νέες εκλογές για τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Ωστόσο, στον σύντομο βίο της και με μόνη της δραστηριότητα την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, η συγκυβέρνηση Τζανετάκη προλαβαίνει τον Οκτώβριο του 1989 να ψηφίσει τον νόμο 1866/1989 «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και παροχή αδειών για την ίδρυση  και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών». Μεταξύ των ρυθμίσεών του η διάταξη του άρθρου 4 παρ. δ, όπου αναφέρεται ότι «...για τη χορήγηση και την ανανέωση της άδειας (τηλεοπτικού σταθμού) συνεκτιμώνται ...η εμπειρία  και η παράδοση των μετόχων στα μέσα μαζικής επικοινωνίας...», που είναι πρόδηλο ποιούς ευνοούσε.   

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...)