4 Σεπ. 2016

Η ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης

Τα ελληνικά κανάλια, οι άδειες και η Δημοκρατία (9)

(Ο Καραμανλής, ο Παυλόπουλος, οι νταβατζήδες και ο ΜακΚρίβι)

(Στη φωτογραφία δημοσίευμα της εποχής: Οι εκδότες κατηγορούσαν τότε την κυβέρνηση Καραμανλή για προσπάθεια δημιουργίας «γαλάζιας διαπλοκής». Σας θυμίζει τίποτα σημερινό;) 

Η αποχώρηση της κυβέρνησης Σημίτη το 2004, άλλαξε σημαντικά (ή, τουλάχιστον, έτσι επιχειρήθηκε από την κυβέρνηση Καραμανλή που τον διαδέχτηκε) το σκηνικό στο καθεστώς ασυδοσίας που είχε εγκαθιδρυθεί νωρίτερα (διάβασε τα προηγούμενα) υπέρ των ιδιωτικών ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης. Η απαξίωση του ΕΣΡ και η άφιξη της ψηφιακής ραδιοτηλεόρασης περιέπλεξε ακόμη περισσότερο τα πράγματα, αφού η «μιντιακή», επιχειρηματική και εν τω αποτελέσματι πολιτική επιθετικότητα των εκδοτών-καναλαρχών επιτάθηκε. Η οδυνηρή διεθνής εμπειρία από τη διείσδυση επιχειρηματιών άλλων κλάδων στον κλάδο των μέσων ενημέρωσης για να προωθήσουν αλλότρια της Ενημέρωσης δικά τους συμφέροντα σε άλλους τομείς,  στην Ελλάδα αντιστράφηκε. Στη χώρα μας, οι επιχειρηματίες του κλάδου των μέσων ενημέρωσης άρχισαν με ραγδαίους ρυθμούς να διεισδύουν σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους (κατασκευαστικές εταιρείες, ενέργεια, τουριστικές υπηρεσίες, τηλεπικοινωνίες, αθλητισμός κ.λπ.). Η αντιστροφή αυτή δεν διέλαθε της προσοχής ευρωπαϊκών κύκλων, πολιτικών και οικονομικών. Τα επόμενα χρόνια και μέχρι την έκρηξη της ελληνικής κρίσης εξωτερικου δανεισμού το 2010, σε πληθώρα περιπτώσεων ευρωπαίοι επιχειρηματίες διαφόρων κλάδων που προσπάθησαν να έρθουν στην Ελλάδα για επενδύσεις στον τομέα τους, αναζητώντας συμμαχίες και δυνάμει συνέργιες, συναντούσαν μπροστά τους ...εκδότες και καναλάρχες!  Και αυτό, κατ’ αρχήν, μπορεί να μην ήταν προβληματικό, στη συνέχεια, όμως, οι παράλογοι όροι που έθεταν οι εγχώριοι οικονομικοί «παίκτες»-εκδότες στους αλλοδαπούς υποψήφιους επενδυτές, κατέληξε σ’ έναν κλειστό κύκλο λήψης των οικονομικών αποφάσεων (με μεγάλη επιρροή και στις διαδικασίες λήψης των πολιτικών αποφάσεων, καθώς είναι φυσικό).

Η «κόντρα» Καραμανλή-παραδοσιακών εκδοτών ξεκίνησε με το γνωστό περιστατικό του σουβλατζίδικου «Μπαϊρακτάρης», με την ατάκα περί «νταβατζήδων» (2004). Ο Κώστας Καραμανλής έμελε να ήταν ο δεύτερος μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου εκλεγμένος πρωθυπουργός μετά τη μεταπολίτευση, που στη συνέχεια θα δοκίμαζε τη μήνι των εκδοτών.

Ο νόμος περί του «βασικού μετόχου» (μετά την ψήφισή του ονομαζόμενος Ν.3310/05) ήρθε στο κοινοβούλιο προς ψήφιση από τον τότε αρμόδιο υπουργό -και σήμερα Πρόεδρο της Δημοκρατίας- Προκόπη Παυλόπουλο, τον Ιανουάριο του 2005. Ο πόλεμος κατά Καραμανλή προσέλαβε χαρακτηριστικά ανοιχτής σύγκρουσης κυβέρνησης-εκδοτών. Την ώρα ανάγνωσης και ψήφισης του νόμου στην ολομέλεια της Βουλής, παρ’ ότι το θέμα είχε προσλάβει τεράστια έκταση και είχε καταστεί το μείζον στην επικαιρότητα, η μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, ...απουσίαζε! Ο νόμος τελικά πέρασε με τις ψήφους των υπουργών και ελάχιστων παρόντων βουλευτών της συμπολίτευσης.

Αμέσως μετά την ψήφισή του, το λόμπι κατασκευαστικών εταιρειών (με τη συμπαράσταση γερμανικών, γαλλικών και ισπανικών κατασκευαστικών εταιρειών, που είχαν συνεργασίες με εγχώριους κατασκευαστές-καναλάρχες) προσέφυγε στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Η ελληνική κυβέρνηση έμεινε μόνη, βαλλόμενη πανταχόθεν στο εσωτερικό από τους εκδότες και στις Βρυξέλλες από τους λομπίστες των κατασκευαστικών εταιρειών. Λίγο αργότερα, ο τότε επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών, Charles McCreevy, απέστειλε επιστολή-προειδοποίηση προς την ελληνική κυβέρνηση, απαιτώντας την τροποποίηση του ψηφισθέντος από την ελληνική Βουλή Ν.3310/05 σχετικά με τον «βασικό μέτοχο», διότι -κατά την επιχειρηματολογία του επιτρόπου- οι διατάξεις του προσέκρουαν στο ευρωπαϊκό δίκαιο ελευθερίας εταιρικών πρακτικών στην Ε.Ε..

(Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι τότε στην Κομισιόν του Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, δεν υπήρχε χαρτοφυλάκιο επιτρόπου Ανταγωνισμού, όπως υπάρχει σήμερα. Την ίδια εκείνη εποχή η Ε.Ε. εξοπλισμένη με αφθονία διαθέσιμων  κεφαλαίων προς επένδυση -προερχόμενων από τις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», που είχε καταρρεύσει- και με πληθώρα διαθέσιμων επενδυτικών ευκαιριών, επειγόταν να διευκολύνει τη διακίνηση κεφαλαίων -ακόμη και ανεξελέγκτως- για να προεκλύσει επιχειρηματίες. Η κατάληξη αυτής της προσπάθειας είναι η συγκρότηση της σημερινής Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ε.Ε., γνωστής ως DG COMP. Μόνο που σε αλλοίωση του περιεχομένου των ευρωπαϊκών συνθηκών, που απαιτούν την διασφάλιση της ισότητας ευκαιριών στον ανταγωνισμό μεταξύ ιδιωτών, η DG COMP τα τελευταία έτη αφιερώνει περισσότερο χρόνο σε υποθέσεις υπεράσπισης συμφερόντων ιδιωτικών εταιρειών, που εστράφησαν κατά του δημόσιου τομέα. Κι έτσι η αντι-καρτέλ μέριμνα της Ε.Ε. μεταστράφη προϊόντος του χρόνου κυρίως στις γνωστές υποθέσεις παράνομων κρατικών επιδοτήσεων. Η νεο-φιλελεύθερη «μανία» που συνεπήρε την Ε.Ε., ιδίως μετά την οικονομική επικράτηση της  Γερμανίας, προκαλεί θυμηδία στη «Μέκκα του καπιταλισμού», δηλαδή τις Η.Π.Α., όπου η αντι-μονοπωλιακή νομοθεσία και η εφαρμογή της ουδέ και διανοούνται υπόθεση κατά την οποία ιδιώτης θα εστρέφετο κατά του αμερικανικού δημοσίου για αθέμιτο ανταγωνισμό).                        

Η ελληνική θέση, αρχικά ήταν ότι ο σχετικός νόμος είναι εφαρμοστικός του άρθρου 14 παρ. 9 του ελληνικού Συντάγματος. (Για την ιστορία το άρθρο 14 παρ. 9, που εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, αναφέρει: «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων»).                 

Παράλληλα, ο αρμόδιος υπουργός Πρ. Παυλόπουλος βρέθηκε στον στόχο των εκδοτών. Η κυβέρνηση δεν άντεξε την πίεση και τροποποίησε τον νόμο που είχε ψηφιστεί για τον «βασικό μετόχο», με νεώτερο νόμο, τον Ν.3414/05, που ουσιαστικά έπαυσε να απαιτεί την ονομαστικοποίηση των μετοχών εταιρειών μέσων μαζικής επικοινωνίας. Ο Καραμανλής είχε ηττηθεί! Παρά την υποχώρησή του, ο ίδιος δέχτηκε στη συνέχεια καταιγιστικές πιέσεις, με τις υποθέσεις του Βατοπεδίου και των υποκλοπών.

Κι έτσι κάπως τελείωσε και αυτή η υπόθεση αναμέτρησης Πολιτικής-εκδοτών. Με μιαν ακόμη ήττα της Πολιτικής!

...με μια σημείωση, όμως, που είναι άγνωστη στους περισσότερους: Ο νόμος Παυλόπουλου για τον «βασικό μετόχο», που η ίδια η κυβέρνηση Καραμανλή που τον θέσπισε αλλά δεν είχε τη τόλμη να τον εφαρμόσει, τελικώς δικαιώθηκε από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια!

Συγκεκριμένα, κατά της τροποποίησης του νόμου περί «βασικού μετόχου» (όπως ζήτησε και τελικά πέτυχε την τροποποίησή του ο επίτροπος McCreevy), προσέφυγε όχι το ελληνικό δημόσιο, αλλά ελληνική τεχνική εταιρεία, ανταγωνιστής των τεχνικών εταιρειών που απαίτησαν και επέβαλαν τη μη εφαρμογή του «βασικού μετόχου». Συγκεκριμένα, η εταιρεία  «ΜΗΧΑΝΙΚΗ» του Πρόδρομου Εμφιετζόγλου -που δεν είχε σχέση με μέσα ενημέρωσης- προσέφυγε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπερασπιζόμενη το Σύνταγμα (άρθρο 14 παρ. 9) και το νόμο για το «βασικό μέτοχο». Με την απόφασή του της 16/12/2008 το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με Πρόεδρο τον Έλληνα δικαστή κ. Β. Σκουρή, δικαίωσε σε σημαντικό βαθμό τη ΜΗΧΑΝΙΚΗ και ως προς την υπεράσπιση του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος και ως προς το νόμο για το «βασικό μέτοχο».

Η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ άλλων, αποδέχεται: «...«1) Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ ..., έχει την έννοια ότι απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος-μέλος να προβλέψει άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου.

2) Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνικές διατάξεις οι οποίες καίτοι επιδιώκουν τους θεμιτούς σκοπούς της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ αφενός της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών».

Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δημοσιεύτηκε σε μία μόνο ελληνική εφημερίδα και φυσικά δεν είναι «υπαρκτή» για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών». 

(...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...)