19 Σεπ. 2016

Τί κρίνεται με την πίεση για αποχώρηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από την κυβέρνηση

Η επίθεση κατά της πολιτικής ομαλότητας

και το αντιθεσμικό πραξικόπημα

Το προσεχές τρίμηνο (ανεξαρτήτως του πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, το θέμα του εξωτερικού μας χρέους ή στο προσφυγικό -μ’ άλλα λόγια σε ο,τιδήποτε συνθέτει το ούτω καλούμενο δημόσιο συμφέρον και συγκροτεί τα συμφέροντα των πολιτών), είναι το κρισιμότερο στη σύντομη περίοδο διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.! Γιατί; Διότι, στο τρίμηνο που επίκειται, θα διαφανεί εάν και κατά πόσον η σημερινή κυβέρνηση θα έχει ανθέξει την πολιτική πίεση των προηγούμενων μηνών, ώστε να καταστεί εφικτό να περάσει τον κάβο του 2016 και ακολούθως να δοκιμαστεί επί της πολιτικής ουσίας, το 2017 και -γιατί όχι- και το 2018.

Θα πρόκειται για μιαν αντοχή -εάν επιβεβαιωθεί- που θα μπορεί πλέον να κάνει την κυβέρνηση να υπερηφανεύεται πως είναι η μόνη μετά τη μεταπολίτευση, η οποία μπόρεσε να αντιμετωπίσει την ανοιχτή υπονόμευσή της από μεριάς των εκδοτικών συμφερόντων που ανέτρεψαν τον Ανδρέα Παπανδρέου με το «βρώμικο ’89», κλόνισαν και τελικά υποχρέωσαν τον Κώστα Καραμανλή σε εθελούσια πολιτική έξοδο το 2009 με τα «πλάσματα σκαδάλων» του Βατοπεδίου και των υποκλοπών, εξώθησαν σε παραίτηση τον Γιώργο Παπανδρέου το 2011 και σπρώχνουν μανιασμένα και τον Αλέξη Τσίπρα σε αποβολή από τον ρόλο που με όρους αναμφίβολης δημοκρατικής νομιμοποίησης τού έχει ανατεθεί.   

Η δημοπρασία για τις 4 άδειες, είναι το αίτιο για την εκδήλωση  τούτου του τελευταίου και σκληρότερου -εικάζω- γύρου έγερσης της καθαρά εξωθεσμικής και πρόδηλα αντιδημοκρατικής απαίτησης των #παραιτηθειτε και των συν αυτώ. Οι λόγοι σαφέστατοι και δεν χρήζουν περαιτέρω τεκμηρίωσης. Ακόμη και οι αφελέστεροι συμπολίτες μας, ακόμη και οι πιο φανατισμένοι από την αντιπολίτευση, ακόμη και τα ισχυρότερα και συντεταγμένα στο πλευρό του εκδοτικού κατεσημένου επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα, κατανοούν πλέον ότι στην υπόθεση των αδειών θα παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος. Και κατόπιν, μπαίνοντας στο 2017, από την έκβαση αυτής της υπόθεσης και εντεύθεν, είτε θα έχει περάσει η Ελλάδα σε μια περίοδο με ηττημένα τα καθεστωτικά μιντιακά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας μας –που έφτασαν τα περασμένα χρόνια σχεδόν μέχρις καθαρών ανατροπών εκλεγμένων πολιτικών ηγεσιών, είτε οι εκδότες θα επικρατήσουν και η επιστροφή στο καθεστώς αδιαφάνειας, διαπλοκής, αντιδημοκρατικού επηρεασμού της διαδικασίας λήψης των πολιτικών αποφάσεων θα έχει επικρατήσει. Ξανά σε βάρος του πολιτεύματός μας!

Κρατώ με ικανοποίηση ότι από τα κόμματα της Βουλής μόνον η αξιωματική αντιπολίτευση και το «Ποτάμι» υιοθετούν ανοιχτά το πολιτικώς ζητούμενο από μεριάς των εκδοτών και των συμφερόντων που τους στηρίζουν: Να φύγει ο Τσίπρας. Όλα τα άλλα κόμματα (ανεξαρτήτως της φωνασκίας μερίδας οπαδών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. -ιδίως των «εκσυγχρονιστών» που άλλωστε τσαλαβούτηξαν και στις εσωκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας για τα μάτια του Κυριάκου- μπορεί πολιτικώς να κρίνουν αρνητική τη διακυβέρνηση Τσίπρα, να ζητούν άλλο τρόπο διακυβέρνησης και με άλλες συνθέσεις πολιτικής υποστήριξης των δυνάμει κυβερνητικών σχημάτων, να κάνουν λόγο για οικουμενικές κυβερνήσεις ή άλλες συνεργασίες στη σημερινή Βουλή, να προσκαλούν σε εθνικές συναινέσεις ή σε διαλόγους, αλλά στις επίσημες θέσεις τους δεν καλύπτουν πολιτικά το αντιθεσμικό αίτημα του #παραιτηθειτε. Και είναι αυτό ενδεικτικό, βεβαίως, του ποιός και γιατί ενεργεί από την πολιτική θέση που τον τοποθέτησε η κάλπη στις τελευταίες εκλογές, με θέσεις και αιτήματα που δεν μπορούν πια να «εξαφανίζουν» τα κίνητρα τους. Ο,τιδήποτε κι αν «σερβίρουν» τα κανάλια. Ανυποψίαστοι πολίτες μάλλον είναι είδος εν ανεπαρκεία στις σημερινές συνθήκες του έκτου συναπτώς έτους εν κρίση.                   

Υπ’ αυτήν την οπτική, λοιπόν, θεωρώ πως είναι μείζονος θεσμικής και δημοκρατικής σημασίας ζήτημα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, να καταφέρει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ξεπεράσει τον κάβο και να κινηθεί με ορίζοντα ολοκλήρωσης της τετραετίας, αποκρούοντας την εξωθεσμική και αντιδημοκρατική απαίτηση των κύκλων, των οποίων τα συμφέροντα πλήττονται με τη διαδικασία δημοπράττησης των τηλεοπτικών αδειών. Τόσο γυμνά και τόσο απροσχημάτιστα τίθενται πλέον τα ζητήματα στη δημόσια ζωή μας. Και μόνο μετά την εκκαθάριση αυτής της υπόθεσης θα μπορεί να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για τα άλλα και πραγματικά προβλήματα του τόπου, την οικονομία, το χρέος, το προσφυγικό και τα υπόλοιπα. Έως αυτήν την εκκαθάριση, είναι ολοκάθαρα θέμα πολιτικής ομαλότητας και εύρυθμης λειτουργίας των δημοκρατικών μας θεσμών να καταστεί δυνατό στην εκλεγμένη κυβέρνηση να ασκήσει τις πολιτικές λειτουργίες που της αναλογούν και που νομίμως διαχειρίζεται!  

Δεν γνωρίζω (και στην πραγματικότητα πολύ αμφιβάλλω) εάν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως κομματικός σχηματισμός, όταν διετύπωνε προγραμματική δέσμευση για την αδειοδότηση των ελληνικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, φανταζόταν πόσο δημοκρατικώς κρίσιμη θα αποδεικνυόταν όλη αυτή η διαδικασία της αδειοδότησης. Όμως, είτε το φανταζόταν και το σχεδίαζε, είτε έτσι προέκυψε, τώρα πια έχει εκών-άκων αναδεχτεί τον συμβολικό ρόλο του δημόσιου παράγοντα που θα υπερασπιστεί τη Δημοκρατία μέχρις εσχάτων. Υπαναχωρήσεις και συμβιβασμοί πλέον δεν χωράνε. Το δημοκρατικό πολίτευμα, το πρώτο που έρχεται να θεσπίσει και να θωρακίσει είναι η έννοια της «ισότητας των ευκαιριών». Σε κόμματα, σε πολίτες, σε φορείς και οργανώσεις, σε κοινωνικούς σχηματισμούς. Κι αν ηττηθεί, η Δημοκρατία στην Ελλάδα θα έχει υποστεί ένα (ακόμη) ισχυρότατο πλήγμα. Εμείς οι πολίτες, σ’ αυτήν την αμείλικτη σύγκρουση, όπως εξελίσσεται, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να επιλέξουμε «με ποιούς θα πάμε και ποιούς θ’ αφήσουμε»!