2 Οκτ. 2016

Μερικές σκέψεις για την Ελλάδα του 21ου αιώνα

Οι αρχαίοι έλληνες, οι νεοέλληνες,

ο ρατσισμός, ο εθνικισμός

και ο νεο-φιλελευθερισμός 

(Α΄ μέρος)

Ακούω -ολοένα και σε υψηλότερους τόνους- και δη και από μεριάς διανοουμένων κύρους και συνηθέστερα με προοδευτική πολιτική ταυτότητα, συγκρίσεις απαξίωσης των σημερινών κατοίκων τούτης της -όπως και να το κάνουμε- ιδιαίτερης χώρας, σε σχέση με τους «αρχαίους ημών προγόνους». Αποστάγματα, ίσως, μιας συζήτησης, που ξεκίνησε και κλιμακώθηκε στον τόπο, ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και εντεύθεν, και σχετιζόμενα προδήλως και με την πολιτική σκιά της περιπέτειας που διέρχεται αυτήν την περίοδο η Ελλάδα. 

Οι σημερινοί Έλληνες, σ’ αυτές τις συζητήσεις «γυμνασματάτων λογικής», αντιμετωπίζονται περίπου ως αμόρφωτα υβρίδια αλλεπαλλήλων βιασμών του τοπικού πληθυσμού της περιοχής, από τις διελεύσεις φύλων και στρατευμάτων διαφόρων κατακτητών του περίγυρου της ευρασιαστικής γεωπολιτικής και ιστορικής οντότητας. Κι αφού ξεμπερδεύουν με την εθνολογική απροσδιοριστία των ιθαγενών, όσοι αποπειρώνται αυτές τις συγκρίσεις μεταξύ αρχαίων και νέων κατοίκων του χώρου της νοτιότατης Βαλκανικής, στη συνέχεια εξηγούν γλαφυρά γιατί εκείνος ο πολιτισμός  των παλιών υπερτερεί τόσο του πολιτισμού των τωρινών, ώστε να μην τεκμαίρεται δικαίωμα καν των νεοελλήνων να ομιλούν περί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, αλλιώς -αν και όποτε το κάνουν- αυτό είναι στοιχείο του εθνικισμού που χαρακτηρίζει τους ντόπιους.

Τέλος, ακόμη πλησιέστερα στις ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας, οι εκφέροντες τέτοιες απόψεις καταλήγουν τις περισσότερες φορές σε νουθεσίες προς τους πολίτες της χώρας, σχετικά με τη στάση τους από τώρα και στο εξής με σκοπούμενο εκ μέρους εκείνων των διανοουμένων αποτέλεσμα, το σταμάτημα διεκδίκησης δικαιωμάτων αναφοράς σχέσεων μεταξύ ιστορικών και νέων Ελλήνων. Απομένοντας, δηλαδή, για τους σημερινούς κατοίκους της χώρας χώρος αναφοράς στην αρχαία Ελλάδα αποκλειστικά και μόνο υπό την ιδιότητα των «πολιτών του κόσμου», δηλαδή ανθρώπων που έχουν κληρονομήσει γενικά τα έργα των περασμένων γενεών, χωρίς ειδικεύσεις και ιδιαιτερότητες τοπικών προσδιοριστικών στοιχείων, από τις οποίες ειδικεύσεις και ιδιαιτερότητες, όμως, βρίθει η Ιστορία.

Η στάση αυτή, έναντι της οποίας στη συνέχεια θα προσπαθησω να διατυπώσω και να τεκμηριώσω τη διαφωνία μου, σε τί άραγε οφείλεται; Είναι απόρροια της αντίληψης πως η σημερινή Ελλάδα εξεμέτρησε το προς το αυτονόμως ζην ιστορικό, γεωπολιτικό και παραγωγικό απόθεμά της, και αν θα ήθελε να συνεχίσει να υπάρχει θα πρέπει να συμπεριληφθεί εκουσίως σε ευρύτερες πολιτικές οντότητες του μελλοντικού κόσμου, ως συμβολικό περισσότερο «συμπλήρωμα» των ισχυρών της επερχόμενης περιόδου; Είναι προϊόν κάποιας συνομωσίας σε βάρος του ελληνισμού; Μήπως είναι απλές εφαρμογές αναγκών των τρεχόντων πολιτικών και κοινωνικών παθών και αντιθέσεων, σε μια προσπάθεια διεύρυνσης της πειθούς που αυτές οι πολιτικές απόψεις εκπέμπουν προς τους πολίτες της εποχής; Ή, τελικά, είναι διαξιφισμοί περί πολιτισμού και μόνον;

Αποκλείοντας, εγώ τουλάχιστον, τη συνομωσιολογική  εκδοχή του ζητήματος, ας στραφώ στην αποδόμηση αυτών των απόψεων, αφήνοντας εις έναν έκαστον εξ ημών να αποφανθεί εξ ίδιων κριτηρίων για τα κίνητρά τους.

Νομίζω πως ουδέποτε διέκρινα στη στάση των νεοελλήνων ουσιώδη μαζική συμμετοχή σε δομημένες θέσεις υποστήριξης της γονιδιακής διαφοράς των Ελλήνων έναντι άλλων, πολλώ δε μάλλον περί της υπεροχής τους. Αντίθετα, τα περί αρχαίων ελλήνων σοφίσματα υπεροχής που εμπνεύστηκαν οι ναζί, στην Ελλάδα ξεβράστηκαν αμέσως στα απομεινάρια της ιστορίας του τόπου, αφού και τότε περί ελευθερίας ο αγώνας των κατοίκων της χώρας. Άρα τα περί ρατσισμού, νομίζω, δεν ευσταθούν.

Ακόμη, όμως, κι αυτή η ρητώς κληρονομημένη από τους αρχαίους έλληνες άποψη περί του «βαρβαρισμού» άλλων πληθυσμών, που θα έπρεπε να αποτελεί κεντρικό στοιχείο του ιδεολογικού οπλοστασίου των «εθνικιστών της παλιγγενεσίας» κατ’ αποχωρισμό από την οθωμανική αυτοκρατορία, ουδαμού απαντάται στις αναφορές των διανοουμένων του 19ου αιώνα, που ηγήθηκαν του πνεύματος εξέγερσης της εποχής. Επί πλέον, ακόμη και στις ηρωικές και εν πολλοίς αναποφεύκτως εθνοπροσδιοριζόμενες εποχές της επανάστασης του 1821, κίνητρο, αιτούμενο και πράξη εκείνων των εξεγερμένων αμόρφωτων ανθρώπων του τόπου, ήταν, θαρρώ, η ελευθερία και η εδραία προσδοκία βελτίωσης του βίου, που απέρρεε απ’ αυτήν την ελευθερία. Καμιά αναφορά περί υπεροχής των ανθρώπων που επαναστάτησαν, έναντι των καταπιεστών τους. Η Ελευθερία διαπερνά εγκαρσίως και συγκλονιστικά τα κίνητρα της εξέγερσης. Και το ίδιο μάλιστα συμβαίνει στις εξεγέρσεις άλλων κοντινών πληθυσμών, για παράδειγμα, του Σκενδέρμπεη και του Ουνυάδη.

Τα προσδιοριστικά στοιχεία που μεταμφιέζονται σε εθνικισμό, όποτε μια εξέγερση εξέρχεται των «συνόρων» και γίνεται διεθνές ζήτημα (διότι μόνο σε τέτοιο πλαίσιο η συζήτηση περί εθνικισμού μπορεί να αποκτά περιεχόμενο), δεν είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό των φουστανελοφόρων μαχητών.

(...συνεχίζεται...)