4 Οκτ. 2016

Μερικές σκέψεις για την Ελλάδα του 21ου αιώνα

Οι αρχαίοι έλληνες, οι νεοέλληνες,

ο ρατσισμός, ο εθνικισμός 

και ο νεο-φιλελευθερισμός 

(B΄ μέρος)

Φυσικά οι σύγχρονες ελληνικές πολιτικές ηγεσίες επικαλέστηκαν και το έθνος, κατά κόρον! Νομίζω, όμως, πως αυτό περισσότερο ήταν συνέπεια της αδυναμίας των πολιτικών ηγεσιών της απελευθερωμένης «άγουρης Ελλάδας» του 19ου αιώνα, να επεξεργαστούν και να δώσουν στους «ιθαγενείς» ένα στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα, πέραν των εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος της υπό ρευστοποίηση οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ίδια ανεπάρκεια των πολιτικών ηγεσιών να μιλήσουν για το μέλλον της πατρίδας και πέραν των φιλοδοξιών εδαφικής διεύρυνσης του τόπου, συνεχίζεται άλλωστε απαράλλακτη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, και περίπου ολοκληρώνεται με την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα.

Αν μπορούμε να μιλήσουμε για μιαν «άλλην ατζέντα» περί ενός ελληνικού σχεδίου για το μέλλον από μεριάς των πολιτικών ηγεσιών, τολμώ να πω ότι για πρώτη φορά διακρίνω τέτοια από μεριάς του ΕΑΜ και του Κομμουνιστικου Κόμματος, διαρκούντος ακόμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και με τη χώρα υπό γερμανική κατοχή. Ήταν μια πολιτική πρόταση -σωστή ή εσφαλμένη, δεν είναι της αρμοδιότητας του παρόντος κειμένου να τεθεί- για μιαν άλλη Ελλάδα, χώρα αυτοπροσδιοριζόμενη όχι από την εδαφική της υπόσταση, αλλά από μια διαφορετική αντίληψη για τις δομημένες κρατικές λειτουργίες στο εσωτερικό της και ταυτόχρονα με επιζητούμενη μια διαφοροποιημένη τοποθέτηση της Ελλάδας στο διεθνές σκηνικό, αποστασιοποιούμενη από την ασφυκτική πρόσδεση στο άρμα της δύσης, όπως εγκαθιδρύθηκε από την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και εντεύθεν, με την τεράστια συμβολή των τότε ευρωπαϊκών  χωρών.

Ανάλογης βαρύτητας προσπάθεια να τεθεί από πολιτική ηγεσία η ατζέντα μιας «άλλης Ελλάδας» (στο εσωτερικό της και στον κόσμο), και όχι μιας «μεγαλύτερης Ελλάδας», βρίσκω στην περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου. Και αυτό διήλθε από δύο συμβολικά στοιχεία:

-         από τη θέση «δεν διεκδικούμε τίποτα-δεν παραχωρούμε τίποτα», που επιχείρησε (και σε τεράστιο βαθμό πέτυχε) να κλείσει οριστικά την εκκρεμότητα της «κόκκινης μηλιάς» των δεξιών, και

-         από τη μεγάλη προσπάθεια για μιαν ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, με τα ανοίγματα στον αραβικό κόσμο και το Κίνημα των Αδεσμεύτων, που δεν ολοκληρώθηκε και στις «μέρες των μνημονίων» πλήττεται καίρια.   

Εδώ, όμως, το θέμα μας δεν είναι  τί έκαναν και τί δεν έκαναν οι πολιτικές ηγεσίες! Εδώ μιλάμε για το πώς ο πληθυσμός υποδέχτηκε τον άνωθεν εκπορευόμενο εθνικισμό! Και εντύπωσή μου και εδώ είναι πως τα καραγκιοζιλίκια του επίσημου ελληνικού κράτους, έγιναν μεν ανεκτά από τους Έλληνες πολίτες (άλλωστε, πώς να επιβληθεί «από τα κάτω» το σταμάτημα αυτής της πρακτικής), με μικρή δε αποδοχή από την κοινή γνώμη. Ναι, πηγαίναμε μια-δυο φορές τον χρόνο στις παρελάσεις, αλλά έως εκεί...

Αντίθετα, η Ε.Ο.Ν. του Μεταξά δεν ήταν παρά μια υπόθεση για πολύ λίγους και για δέσμευση πολιτικής πελατείας υπέρ της δεξιάς. Ακόμη, η χουντική εκδήλωση για την «Πολεμική Αρετή των Ελλήνων» στο Παναθηναϊκό Στάδιο (παρά μάλιστα την υποχρεωτική παρουσία του κοινού), αντιμετωπίστηκε μάλλον με ειρωνεία από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Και το ίδιο συμβαίνει και στις μέρες μας με τις ανοησίες του νεο-ναζισμού των χρυσαυγητών. 

Δεν βλέπω συνενοχή των συμπολιτών μου στην εθνικιστική πρόσκληση πολιτικών ηγεσιών και παραγόντων. Ανοχή βλέπω και αποστασιοποίηση, όποτε αυτό το στοιχείο επιχειρήθηκε οργανωμένα να καταστεί κεντρικό στην πολιτική μας σκηνή. Χωρίς πρόθυμους πληθυσμούς ο εθνικισμός μαραίνεται.

Άρα, δεν είναι ο εθνικισμός που ωθεί τους νεο-έλληνες στον θαυμασμό και τον κομπασμό για τους «αρχαίους ημών προγόνους». Κάτι άλλο είναι! ...αλλά τί;... Μήπως, είναι μια απροσδιόριστη αίσθηση πολιτισμικής ομοιότητας με τους παμπάλαιους έλληνες; Είναι τυχαίο ότι είναι η μόνη περιοχή στον πλανήτη που από τότε που στην ανθρώπινη ιστορία συγκροτήθηκαν οργανωμένα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα, μέχρι και σήμερα, παράγεται αξιόλογη ζώσα ποίηση και ρέουσα τέχνη σ’ όλες τις μορφές της (και δεν σταμάτησε ούτε επί τουρκοκρατίας);                                                     

Μ’ άλλα λόγια, μήπως οι ταυτίσεις που ισχυριζόμαστε πως αισθανόμαστε οι σημερινοί πολίτες της Ελλάδας με τους πανάρχαιους κατοίκους του τόπου, δεν οφείλονται σε μιαν αλληλουχία αδιάσπαστης γονιδιακής ένωσής μας μ’ εκείνους (όπως μας κατηγορεί ότι το αντιλαμβανόμαστε η ομάδα των διανοουμένων του συλλογικού δήθεν εθνικιστικού καταλογιστικού παροξυσμού μας), αλλά σε μια «γονιδιακή σειρά», αξιών, αρχών και αισθητικών αναζητήσεων που διαρκεί τόσους αιώνες; Κι αν είναι αυτό που μας συνδέει με την αρχαία Ελλάδα, τότε πώς μπορεί να αποτολμά κάποιος, και μάλιστα διανοοούμενος, και δη και αριστερής πολιτικής ένταξης, να μας προτείνει να «εξαφανιστούμε» εθελουσίως, ως ιδιαίτερη και μικρή διαφορετικότητα στην Ιστορία, για να επιβιώσουμε, λένε, ως «εξάρτημα» συμπληρωματικό ευρύτερων κρατικών και πολιτειακών σχηματισμών; Είναι αυτό σωστή πρόταση για το μέλλον της Ελλάδας;

(...συνεχίζεται...)