17 Οκτ. 2016

Τί συζητήθηκε στη σύνοδο του ΔΝΤ για την Ελλάδα

Μερικές αποκαλύψεις

σχετικά με το ζήτημα του ελληνικού χρέους

(Μέρος Γ΄- τελευταίο - Τί και πότε είναι πιθανό να συμβεί και ποιό το ελληνικό όφελος ή η ζημία)

Ερχόμενος στον ελληνικό ρόλο κατά τις εν πλήρει εξελίξει διαβουλεύσεις για το ελληνικό χρέος (όρα στα προηγούμενα δύο μέρη) είναι ανάγκη κατ’ αρχάς να διασαφηνιστούν μερικά στοιχεία (ώστε να μπορεί ο διάλογος μεταξύ μας να γίνει σε λογικά πλαίσια):

- Η Ελλάδα στις διαβουλεύσεις αυτές (και έως ότου η πρόταση για την απομείωση του ελληνικού χρέους από μεριάς των ευρωπαίων δανειστών μας προσλάβει επίσημο χαρακτήρα), δεν μπορεί εξ αντικειμένου να έχει πρωταρχικό ρολο –ουδέ καν συμμετοχή! Γι’ αυτόν τον λόγο είναι και εξ ορισμού ανόητη η κριτική της μεγαλύτερης μερίδας της αντιπολίτευσης περί «απουσίας» της Ελλάδας στις εν λόγω διαβουλεύσεις, ως δήθεν ένδειξης διαπραγματευτικής αδυναμίας. Η ευρωπαϊκή θέση μονομερώς θα αποφασιστεί και εν συνεχεία θα επισημοποιηθεί και θα υποβληθεί στην Ελλάδα και κατόπιν θα ακολουθήσει γύρος διαλόγου με ελληνική συμμετοχή για την οριστικοποίηση των μέτρων που θα ληφθούν προς ρύθμιση του χρέους μας. (Εξ ίσου ανόητη και σκοπίμως αφαιρετική της αληθείας είναι και η άποψη που διακινείται -όχι και τόσο δραστήρια, λόγω της σαθρής βάσης τεκμηρίωσής της- ότι η Ελλάδα είχε ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το PSI και, επομένως, αναλόγως θα έπρεπε να έχει και σήμερα! Η άποψη αυτή δεν είναι σοβαρή διότι αφ’ ενός μεν τότε η Ελλάδα ήταν η πλευρά που θα έπρεπε να υποβάλλει πρόταση στους ιδιώτες πιστωτές της για τις προτεινόμενες απώλειες που θα είχαν και δεν μπορούσε κανένας άλλος φορέας να υποκαταστήσει αυτήν την υποχρέωση, αφ’ ετέρου δε η Ελλάδα είχε συναινέσει στη συνολική στρατηγική διαχείρισης της ελληνικής κρίσης, με αντικατάσταση του μεγάλου μέρους του εξωτερικού χρέους της από τα χέρια ιδιωτών σε διακρατικό χρέος, ως θεμελιώδους στοιχείου εξυγίανσης της οικονομίας μας –και ανεξαρτήτως του εάν εν συνεχεία η στρατηγική αυτή έχει δικαιωθεί από τις εξελίξεις, ή όχι! Το PSI, δηλαδή, όχι μόνο δεν έχει σχέση με τη σημερινή πολιτική φύση και το τυπικό υπόβαθρο των διαβουλεύσεων προς απομείωση του ελληνικού χρέους, αλλά και εν πολλοίς αντίκεινται οι δύο περιπτώσεις μεταξύ τους, σε ό,τι αφορά τη διαπραγματευτική θέση υπό την οποία έγιναν τότε και γίνονται σήμερα οι σχετικές συζητήσεις). 

- Το PSI -κατά την κρατούσα πλέον άποψη στους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους ανά την υφήλιο- όχι μόνον έγινε αργά αλλά υλοποιήθηκε και με λάθος τρόπο, ο οποίος μάλιστα επιδείνωσε περαιτέρω την μακροπόθεσμη εικόνα του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας, αντί να τη βελτιώσει, όπως επιβεβαιώνει η σημερινή εικόνα. Αυτό, βεβαίως δεν σημαίνει ότι το PSE δεν έπρεπε να γίνει! Αντιθέτως, ορθότατα έγινε! Κριτική ασκείται επί του πώς έγινε! Η μεγαλύτερη απόδειξη της διαφοράς του τότε με το σήμερα είναι ότι το χρέος προς ιδιώτες διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο (συνήθως της χώρας η οποία φέρει και το βάρος των οφειλών, ή εν πάση περιπτώσει τρίτης χώρας για την οποία συμφωνούν τα δύο μέρη), ενώ για τις τυχόν διαφορές σχετικά με το διακρατικό χρέος αρμόδια είναι διεθνή δικαστήρια, και προς τούτο οι όποιες αποφάσεις επί του θέματος είτε θα υλοποιηθούν με ξεχωριστές συμβάσεις ανά χώρα-μέλος της ευρωζώνης και χωρίς να χρειάζεται απόφαση των εθνικών κοινοβουλίων, αφού πρόκειται για υλοποίηση απόφασης της συνόδου κορυφής της Ε.Ε. η οποία έχει ήδη εγκριθεί από τα κοινοβούλια, είτε θα μεταβιβαστεί από κάθε χώρα-μέλος προς τον ESM η αρμοδιότητα χειρισμού του ελληνικού χρέους. (Ένα από τα «μυστικά» αυτής της υπόθεσης είναι ότι ενώ αρχικώς φαινόταν να προτιμάται η μεταβίβαση από τις χώρες-μέλη προς τον ESM της αρμοδιότητας διαχείρισης της όποιας επιλογής προς απομείωση του ελληνικού χρέους προς τούτο και έχει ανατεθεί η ευθύνη σύνταξης έκθεσης για τη βιωσιμότητα του χρέους μας στον ESM -μεταξύ των άλλων για να αποφορτίζεται πολιτικά η υπόθεση-, σήμερα η στάση Σόιμπλε, προφανώς λόγω των σε βάρος του πιέσεων στην ίδια τη χώρα του και το ίδιο το κόμμα του, οδηγεί σε κατεύθυνση επιστροφής της ευθύνης στα χέρια των κοινοβουλίων των χωρών-μελών (υπενθυμίζεται,  χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο και μόνο για πολιτικούς λόγους στο εσωτερικό της Γερμανίας).         

- Η σημερινή σχέση της ρύθμισης του ελληνικού χρέους με το 3ο μνημόνιο βρίσκεται στο ότι κατ’ εφαρμογήν της απόφασης της συνόδου κορυφής της Ε.Ε. που κατέληξε στην πρόταση προς την Ελλάδα για τους όρους του 3ου μνημονίου, ακολούθησε απόφαση του eurogroup που συγκεκριμενοποίησε τις ενέργειες της πλευράς των ευρωπαίων δανειστών μας σε άμεσα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα απομείωσης του χρέους. Αυτό είναι τελείως διαφορετική περίπτωση με την απόφαση του eurogroup του Νοεμβρίου 2012, οπότε και άνευ ουδεμίας άλλης συμβατικής υποχρέωσης των ευρωπαίων δανειστών μας (αντίθετα δηλαδή απ’ ότι συμβαίνει σήμερα) αναφέρθηκε -για τα «μάτια» του ΔΝΤ, ώστε να πειστεί το Ταμείο να συμμετάσχει στο 2ο μνημόνιο- ότι θα λαμβάνονταν μέτρα απομείωσης του ελληνικού χρέους αρκεί και μόνον η Ελλάδα να επετύγχανε προωτογενή πλεονάσματα, κάτι που η χώρα μας επέτυχε, αλλά οι ευρωπαίοι δανειστές μας δεν έπραξαν. Υπ’ αυτήν την έννοια, η διαπραγμάτευση που ακολούθησε το δημοψήφισμα και την ετυμηγορία του ΟΧΙ ακριβώς προσέφερε τον πρόσθετο όρο της ρύθμισης του χρέους μας με δεσμευτικό τρόπο από αποφάσεις ευρωπαϊκών οργάνων –όπερ και εγένετο! Όρο, που δεν συμπεριλαμβανόταν στην πρόταση των ευρωπαίων προς την Ελλάδα η οποία ετέθη προς έγκριση στο δημοψήφισμα και απορρίφτηκε από τους Έλληνες πολίτες. Δηλαδή, ο όρος περί χρέους με δεσμευτικό τρόπο προέκυψε μετά το ΟΧΙ και γι’ αυτόν τον λόγο και μόνο (όπως έχω εξηγήσει εδώ και καιρό σε αναλύσεις μου), άξιζε τον κόπο η διαπραγμάτευση με -μεταξύ των άλλων- επιστράτευση από την Ελλάδα ΚΑΙ του δημοψηφίσματος.   

Γ. Τα 3 σενάρια εξελίξεων για το ελληνικό χρέος                 

1ο σενάριο: Η συμβατική δέσμευση των ευρωπαίων δανειστών μας ενεργοποιείται πιθανώς και έως τα τέλη του του 2016, και ανακοινώνονται τα άμεσα και τα μεσοπρόθεσμα μέτρα απομείωσης του χρέους. (Στα άμεσα μέτρα, συμπεριλαμβάνονται παρεμβάσεις παραιτέρω μείωσης του επιτοκίου και χρονικής επέκτασης των σήμερα προβλεπόμενων αποπληρωμών. Στα μεσοπρόθεσμα μέτρα συμπεριλαμβάνεται κυρίως ο ορισμός πλαφόν ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, για τις αποπληρωμές ελληνικού εξωτερικού χρέους, κατά πάσα πιθανότητα εις το διηνεκές και σε περίπτωση υπερβάσεων με αυτόματες χρονικές παρατάσεις των οφειλομένων σε επόμενη περίοδο). Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι μετά το 2018 θα τεθεί και θέμα ονομαστικής μείωσης του χρέους (κούρεμα), ενδεχομένως στο πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας μεταξύ των χωρών-μελών της ευρωζώνης.

2ο σενάριο: Η ρύθμιση -κατά το σενάριο αυτό- επίσης ενεργοπείται, όπως και στο προηγούμενο σενάριο. Η διαφορά είναι ότι σχεδόν ταυτοχρόνως διευκολύνεται η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, ώστε να επιχειρηθεί η χρηματοδότηση της ανάπτυξης και -εφ’ όσον αυτό επιβεβαιωθεί- να μην καταστεί άμεσα αναγκαίο ένα «κούρεμα» από το 2018 και εντεύθεν.

3ο σενάριο: Η δέσμευση των ευρωπαίων δανειστών μας δεν ενεργοποιείται (ή αναβάλλεται για τα τέλη του 2017 και ακόμη και για το 2018, ή παραβλέπεται πλήρως), η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές καθυστερεί και δεν απομένει παρά είτε η ενεργοποίηση του προβλεπόμενου «κόφτη» για να «βγει» το δημοσιονομικό σκέλος του 3ου μνημονίου (με άμεση συνέπεια παράταση των υφεσιακών πιέσεων και την οριστική απόκλιση από την επίτευξη των στόχων του 3ου μνημονίου σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη), είτε προκύπτουν πολιτικές εξελίξεις που θα αλλάξουν άρδην το σκηνικό. 

Η Ελλάδα σήμερα ασφαλώς βρίσκεται σε συντριπτικά καλύτερη διαπραγματευτική θέση, από εκείνην στην οποία βρισκόταν όταν απήλθε η κυβέρνηση Σαμαρά. (Άλλωστε και μόνον ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία της χώρας επισήμως θεωρεί το χρέος μας μη βιώσιμο και απαραιτήτως επιδεχόμενο παρεμβάσεων ρύθμισής του, σε αντίθεση με τη θέση Σαμαρά περί βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους -και άρα χωρίς ανάγκη οιασδήποτε ρύθμισής του- αλλάζει πλήρως την εικόνα). Στις θετικές διαφορές υπέρ του σήμερα προσμετρώνται επίσης η συμβατική δέσμευση των ευρωπαίων δανειστών μας να ενεργήσουν -στον αντίποδα της άτυπης απόφασης του eurogroup τον Νοέμβριο του 2012. Κι ακόμη, η σημαντική μεταβολή στον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των ελληνικών θέσεων στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την απομόνωση της άποψης Σόιμπλε, ενώ υπέρ των ελληνικών θέσεων συνηγορεί το σύνολο σχεδόν της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής κοινότητας.

Ωστόσο, τα θετικά στοιχεία του σήμερα σε σύγκριση με την περίοδο προ διετίας, όταν οι Έλληνες ηγέτες έσπευδαν να διακηρύσσουν ότι το ελληνικό χέος είναι βιώσιμο, δεν αρκούν!

Προσωπικά πιθανότερο θεωρώ το 2ο σενάριο, αν και η γερμανική εμμονή περί του αντιθέτου δεν υπόσχεται τίποτα το θετικό.

Εν κατακλείδι, μια γενική αξιολογική αναφορά: Οι εξελίξεις έχουν πλέον δείξει με αντίρρητο τρόπο ότι η άποψη ότι ένα διακρατικό χρέος είναι περίπου απολύτως βιώσιμο (ιδίως, ανεξαρτήτως συνεκτίμησης στοιχείων όπως το ύψος του σε απόλυτα νούμερα, το ύψος του ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, η αποσύνδεσή του από την ανάπτυξη και τις τυχόν αντιπληθωριστικές πιέσεις κ.α.), είναι απολύτως εσφαλμένη! Αντιθέτως, η ελληνική εμπειρία αποδεικνύει ότι η μετατροπή του εξωτερικού χρέους από ιδιωτικό σε διακρατικό, όχι μόνο δεν αποκλιμάκωσε το πρόβλημα, αλλά αντίθετα το επιδείνωσε. Όλ’ αυτά επικυρώνουν την αντίληψη ότι εξωτερικό χρέος με χαρακτηριστικά διακρατικών οφειλών για μια χώρα, αντί να συμβάλλει στις διαδικασίες εξυγίανσης της οικονομίας και επανενεργοποίησής της, άγει σε παράταση των υφεσιακών πιέσεων, χωρίς οι δημοσιονομικές περιστολές (ακόμη και ακραίου χαρακτήρα, όπως στην ελληνική περίπτωση) να μπορούν να βελτιώσουν την εικόνα –αντιθέτως την επιδεινώνουν. Η «ασφάλεια» ότι μια πιστώτρια χώρα δεν θα άφηνε μια οφειλέτιδα άλλη χώρα να πτωχεύσει στο πλαίσιο μιας πολιτικώς γενικώς νοητής αλληλεγγύης (π.χ. στο πλαίσιο των κανόνων της Ε.Ε.), «ασφάλεια» που κατ’ εξοχήν υπήρξε το επιχείρημα της άποψης που διακίνησε η κυβέρνηση Σαμαρά, δεν ευσταθεί. Τουναντίον, κάτω από την «ασφάλεια» της εγγυημένης «μη πτώχευσης» οφειλέτιδας χώρας προς άλλες χώρες, εμφιλοχωρούν πολιτικά κίνητρα και εν τω αποτελέσματι πραγματικότητες περαιτέρω εξάρτησης της οφειλέτιδας χώρας από εξωτερικό χρέος.

Κλείνω με την έκφραση της ελπίδας έστω και την ύστατη ώρα να υπάρξει ευρύτερη πολιτική συνεννόηση στην Ελλάδα για την ευόδωση του σκοπού αποτελεσματικής απομείωσης του χρέους μας, που αναγνωρίζεται πλέον πανταχόθεν ως απαράβατος όρος για την ουσιαστική έξοδο της Ελλάδας από την κρίση. Εύχομαι να παραμεριστούν οι μικροπαραταξιακές δουλείες, που κρατούν την αντιπολίτευση μακριά από τον μονόδρομο της λογικής. Και παρά την απαισιοδοξία μου ότι η συνεννόηση θα έλθει, θα εξακολουθώ μέχρι τέλους να την προτείνω και να την προσδοκώ.