20 Οκτ. 2016

Μετά την (πρώτη) απόφαση του ΣτΕ και την αδυναμία συγκρότησης του ΕΡΣ

Τα νέα δεδομένα

στην υπόθεση αδειοδότησης των καναλιών

Νομικός δεν είμαι -αν και από νομική οικογένεια ορμώμενος- κι έτσι οι σκέψεις είναι υπό την ιδιότητα του πολίτη:

1. Θα ήθελα να επαναλάβω πως με χαροποιεί ότι η κρίση επί της υπόθεσης θα γίνει επί της ουσίας και όχι επί του παραδεκτού προσφυγών των καναλιών. Φανταστείτε τί θα γινόταν εάν η υπόθεση κρινόταν στα τυπικά και όχι στα νομικώς ουσιώδη. Εικάζω -νομίζω βασίμως- ότι το ΣτΕ θα καταγγελλόταν ως κυβερνητικό άθυρμα. Σφάλμα της κυβέρνησης, που δεν παρενέβη (αν της επιτρέπεται –πολιτικά, πάντως, ασφαλώς εδύνατο να έχει γνώμη και να την εκφράσει δημοσίως) υποστηρίζοντας την ανάγκη η υπόθεση να κριθεί επί της ουσίας.           

2. Κρισιμότατο στοιχείο της υπόθεσης παραμένει η δυνατότητα συγκρότησης του ΕΡΣ, ή μη, που συνιστά το όργανο στο οποίο εκ του συντάγματος ανατίθεται μέγα μέρος της ρυθμιστικής, εποπτικής και κανονιστικής αρμοδιότητας του κράτους επί των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης.

3. Κρίνω ως θετικό ότι έχουν πλήρως αποσυρθεί από την πολιτική αρένα με αντικείμενο την υπόθεση, απόψεις όπως τα περί ανυπαρξίας οιασδήποτε ρυθμιστικής ή εποπτικής αρμοδιότητας του κράτους επί των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, επειδή τέτοια αρμοδιότητα θα συνιστούσε δήθεν περιορισμό της ελευθερίας. Αυτές οι αστείες απόψεις του άγονου και επικίνδυνου νεο-φιλελευθερισμού εξαφανίστηκαν και κανένας σοβαρός άνθρωπος πλέον δεν τις υπερασπίζεται.  

4. Με δεδομένη τη λίαν πρόσφατη αδυναμία συγκρότησης του ΕΡΣ-για πολλοστή φορά- δεν μπορώ να δω πώς θα μπορούσε να παρακαμφθεί το έννομο αποτέλεσμα σκαστών παραβιάσεων της συνταγματικής και της συμβατικής έννομης τάξης συνεπεία της εν λόγω αδυναμίας. Οι δικαστές ξέρουν και θα κρίνουν, εντός των πλαισίων του νόμου.

5. Η αδυναμία συγκρότησης του ΕΡΣ, στο πνεύμα της προηγούμενης παρατήρησης, έχω την εντύπωση πως δεν συνιστά πλεονέκτημα για τους αντιπάλους του νόμου Παππά. Εάν αυτό ισχύει, τότε η παγίδευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην άγονη στάση άρνησης προς συγκρότηση της Ανεξάρτητης Αρχής, ίσως αποδειχτεί καταλυτικής σημασίας.

6. Η διαλλακτικότερη στάση της κυβέρνησης, όπως φαίνεται από την προσώρας απόσυρση της διάταξης για το κλείσιμο των μη αδειοδοτηθησομένων  καναλιών, γίνεται αντιληπτή από την αντιπολίτευση και τα μέσα ενημέρωσης ως ένδειξη αδυναμίας. Αυτό δεν έχει σημασία, αφού κίνητρό του η απόλυτη επιφάνεια των εντυπώσεων. Σημασία έχει να πέσουν οι τόνοι και είναι θετικό ότι έγινε το πρώτο βήμα από την πλευρά της εξουσίας, εκείνην δηλαδή που θα όφειλε να δείχνει την ευελιξία που απορρέει από τον πολιτικό ρόλο της.

7. Από τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, απολύτως ακραία αντιθεσμική υπήρξε η στάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Όχι γιατί δεν συναίνεσε! Αυτό δικαιούται να το πράττει και να αναλαμβάνει και τις ευθύνες της επιλογής του. Αλλά διότι, δεν συναίνεσε, ενώ ο εκπροσωπός του (ο συνταγματολόγος κ. Λοβέρδος), εδήλωσε ταυτοχρόνως ότι συμφωνεί με τα πρόσωπα που προτάθηκαν από τον πρόεδρο της Βουλής. Πρόκειται για ακραία διακωμώδηση της Βουλής και των οργάνων της.

8. Εξακολουθώ να πιστεύω ό,τι πίστευα εξ αρχής: Η υπόθεση συνιστά μείζονα ευκαιρία για τον πολιτικό κόσμο να αποδείξει ότι μπορεί να εγγυηθεί τους δημοκρατικούς θεσμούς, θέτοντας τέλος στη μακρά και τραυματικότατη πολιτική και οικονομική διαπλοκή που πανθομολογουμένως συγκροτήθηκε στην Ελλάδα από μεριάς των καναλιών και πλήγωσε σοβαρά την ποιότητα της δημοκρατίας εδώ και δεκαετίες. Κάθε κόμμα οφείλει να το κάνει με τον τρόπο που θεωρεί ως τον πλέον ενδεδειγμένο. Και στο τέλος και ανάλογα με τις εξελίξεις όλοι θα κριθούν!  

9. Α, και για να μην το ξεχάσω: Εάν ο νόμος κριθεί αντισυνταγματικός, φυσικά και τα χρήματα θα επιστραφούν στους υπερθεματιστές.                            

---------------------------------------------- 

(Υγ.: Επειδή κάποιοι άσπονδοι φίλοι μου έχουν πλήρως διαστρέψει τις αλλεπάλληλες προτροπές μου να προσπαθήσουμε όλοι καλή τη πίστει να αποφύγουμε την ενάσκηση πιέσεων στους δικαστές, ως δήθεν προτροπή επιβολής γενικού σιωπητηρίου σε ό,τι αφορά την πολύκροτη υπόθεση, διευκρινίζω: Η μη ενάσκηση πιέσεων στους δικαστές ούτε σημαίνει ούτε μπορεί να άγει στη λογική εξαίρεσης του ζητήματος από τον πολιτικό διάλογο στον δημόσιο βίο μας. Τα δικαστηρία δεν λειτουργούν και ασκούν τις αρμοδιότητες τους εν πολιτικώ κενώ! Τότε θα είχαμε να κάνουμε με ένα ιδιότυπο καθεστώς διακστηριακής δικτατορίας. Το ύφος, ο τρόπος και το ήθος εκφοράς των απόψεων στον δημόσιο διάλογο είναι που προσδιορίζει το αποφευκτέον των αναφορών του καθένα μας, ώστε να αποφεύγεται η ενάσκηση πιέσεων στους δικαστές. Όπως και μετά την έκδοσή τους οι δικαστικές αποφάσεις είναι μεν σεβαστές, δεν εξαιρούνται δε της βασάνου κριτικής τους –ακόμη και της σκληρότατης. Έτσι!)