21 Οκτ. 2016

Μέγα διεθνές πρόβλημα ο αποσταθεροποιητικός ρόλος της Τουρκίας

Τί σημαίνουν οι δηλώσεις Ερντογάν για την Ελλάδα

Οι αλλεπάλληλες δηλώσεις Ερντογάν, σχετικά με τις βλέψεις της Τουρκίας (βλέψεις άσκησης επιρροής, πολιτικής ανάμιξης, ακόμη και εδαφικές) σε βάρος του συνόλου των χωρών με τις οποίες συνορεύει, εξ ορισμού συνιστούν από μόνες τους απειλή για τη διεθνή ειρήνη. Δεν χρειάζεται καμιά αμφισβήτηση, ρητή ή έμπρακτη, διεθνών συνθηκών (όπως η συνθήκη της Λοζάνης, που μας ενδιαφέρει εδώ πρωτίστως) για να τεκμηριωθεί ο επικίνδυνος ρόλος της γειτονικής χώρας στην παγκόσμια ασφάλεια. Οι αναφορές του Τούρκου προέδρου για το διεκδικούμενο και για λογαριασμό της χώρας του από τον ίδιον επεμβατικό δήθεν δικαίωμα στη Θράκη, το Ιράκ, τη Συρία και σε μια σειρά άλλων χωρών (Ουζμπεκιστάν, Καζακστάν κ.α.) αποτελούν κραυγαλέες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και συμβάλλουν αντικειμενικά στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής. Για τον λόγο αυτόν, η διεθνής κοινότητα, οφείλει το ταχύτερο να αντιδράσει αποφασιστικά, προς απονομιμοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων προς οιανδήποτε γειτονική ή κοντινή της χώρα, καθώς και προς απομόνωση αυτής της πρακτικής, αντί για την επιβράβευσή της.

Εξ αρχής και από πολύ νωρίς έχω υποστηρίξει ότι οι λεονταρισμοί Ερντογάν είναι πολύ σοβαρό θέμα. Το έκανα σε αντίθεση με τις καθησυχαστικές αναφορές ορισμένων πλευρών, σύμφωνα με τις οποίες όσα λέγει ο Τούρκος πρόεδρος δεν είναι άλλο από ρητορική προς εσωτερική κατανάλωση. Και -φυσικά- είναι βέβαιον ότι όσα λέγει ο κ. Ερντογάν απευθύνονται στο εσωτερικό ακροατήριο μιας χώρας με virtual δημοκρατικές διαδικασίες, καμιά αναφορά άλλωστε ηγέτη μιας χώρας -της οποιασδήποτε- θα αποστρεφόταν τους ανθρώπους προς χάριν των οποίων, υποτίθεται, εκφέρεται, δηλαδή τους πολίτες της. Όμως, όποια και να ‘ναι τα κίνητρα εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων που ωθούν τη νεο-κεμαλική Τουρκία σε τόσο επιθετικές αναφορές, οι ίδιες αυτές αναφορές παράγουν συνέπειες στις διεθνείς σχέσεις και επηρεάζουν δυσμενέστατα την παγκόσμια ειρήνη. Ιδίως, με δεδομένο ότι την ίδια στιγμή το αδιέξοδο στην πολιτική αναμέτρηση στη Συρία εμπεδώνεται και με συνέπειες που επεκτείνονται πλέον, αμέσως ή εμμέσως, σ’ ολόκληρον τον κόσμο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, της τουρκικής στάσης αυτήν την περίοδο  προέρχεται εκ του γεγονότος ότι οι αναφορές της Άγκυρας αποσκοπούν στην αλλαγή της βάσης επιζήτησης λύσης για την αποσταθεροποίηση της περιοχής, από πρόβλημα αποκατάστασης της εδαφικής και κρατικής υπόστασης της Συρίας με αναγνωρίσεις τυχόν αναγκαίων ρυθμίσεων αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης επί μέρους εθνικών οντοτήτων της χώρας, σε ζήτημα ευρύτερης συνοριακής αναθεώρησης του status quo των τελευταίων πολλών-πολλών ετών. Μ’ άλλα λόγια, αυτό που επιζητεί η Άγκυρα να ανοίξει ως η ατζέντα μιας λύσης για το συριακό ζήτημα, είναι η δήθεν ανάγκη αναγνώρισης ενός «νέου ανατολικού ζητήματος», στο πλαίσιο της κατανομής εδαφών του οποίου (εάν επικρατήσει αυτή η οπτική) η Τουρκία θα προσερχόταν ως διεκδικούσα μερίδιο, και όχι το αντίθετο (για παράδειγμα, παραχωρώντας την αυτονομία που δικαιούνται κουρδικοί πληθυσμοί στο δικό της έδαφος).

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το κάνει, επειδή διαθέτει ορισμένα σημαντικά όπλα στα χέρια του:

1. Την κλιμάκωση του προσφυγικού και τη φοβική αντίδραση της Ε.Ε.,

2. Την αδυναμία της Δύσης να επιλύσει αποφασιστικά τη συριακή κρίση, αναγνωρίζοντας στη Ρωσία τον ρόλο που ασφαλώς θα πρέπει να έχει, ώστε η λύση να είναι βιώσιμη,

3. Την αδυναμία -διπλωματική, πολιτική και οικονομική- των χωρών σε βάρος των οποίων η Άγκυρα εγείρει εδαφικές και άλλες διεκδικήσεις,

4. Τη γενικότερη πολιτική αποσταθεροποίηση στην οποία έχει περιέλθει η Ε.Ε. την τελευταία περίοδο (και ιδίως μετά το Brexit –αλλ’ όχι μόνον ένεκα τούτου),

5. Τις επικείμενες εκλογές σε 3 από τις μεγαλύτερες χώρες του κόσμου και με καταλυτικό λόγο των χωρών αυτών στις εξελίξεις αυτής της περιόδου (Η.Π.Α., Γερμανία, Γαλλία), που δημιουργούν λογική αίσθηση «κατάστασης αναμονής» σχετικά με τις εξελίξεις (στις διεθνείς σχέσεις, την οικονομία και το προσφυγικό), και

6. Τη δεδομένη διαθεσιμότητα της Ε.Ε. να ανεχτεί τις κραυγαλέες παραβιάσεις  της δημοκρατίας στην Τουρκία, υποκύπτονας στον άδηλο σε βάρος της εκβιασμό περί του ενδεχόμενου στρατιές τζιχαντιστών να εισβάλλουν σε ευρωπαϊκές χώρες.

Οι συνέπειες όλων αυτών για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα σοβαρές, διότι:

-         Το Αιγαίο, ως η πύλη ευκολότερης διέλευσης μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων προς τη Δύση, εξ αντικειμένου καθίσταται ευνοϊκό πεδίο για την Τουρκία να επαναφέρει και να σταθεροποιήσει το -μέχρι πρότινος παραμερισμένο- θέμα συνδιαχείρισης με την Ελλάδα του Πελάγους, στο οποίο η Δύση παλιότερα είχε τείνει ευήκοον ους και η Αθήνα ανησυχεί ότι με την κλιμάκωση του προσφυγικού θα μπορουσε να τεθεί πιεστικά,

-         Το σύνολο των ελληνοτουρικών συνόρων επίγειων και θαλάσσιων, βρίσκεται στο κρισιμότερο γεωπολιτικό όριο Ευρώπης-Ασίας, όπου οι τυχοδιωκτισμοί της Τουρκίας έχουν πολλούς τρόπους να εκδηλωθούν,                                                        

-         Η αναγνώριση τουρκικού παρεμβατικού «δικαιώματος» στη Θράκη συνιστά στρατηγικό στόχο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, εδώ και έναν αιώνα και οι σημερινές συνθήκες προσφέρονται για την προώθησή του,   

-         Ανάμεσα στις περιοχές στις οποίες η Τουρκία διατηρεί επεμβατικές βλέψεις συμπεριλαμβάνεται και η Κύπρος και με το Κυπριακό να βρίσκεται σε εξαιρετικά λεπτή φάση, και

-         Η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσχερή θέση, παρά την ιδιότητά της ως χώρα-μέλος της Ε.Ε..

Για τους λόγους  αυτούς, τα διαβήματα διαμαρτυρίας και οι ανακοινώσεις καταγγελίας είναι μεν χρήσιμες κινήσεις, προφανώς δε ανεπαρκείς! Αντιλαμβάνομαι, βεβαίως, τη σκοπιμότητα της μέχρι τώρα προσπάθειας της Αθήνας να αποφύγει δραστικότερες ενέργειες, για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πρόκλησης ανησυχίας στους Έλληνες πολίτες. Η για πολλοστή φορά, όμως, επανάληψη των τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας, επιβάλλει την ανάληψη πρωτοβουλίας υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για τη συνεννόηση μεταξύ όλων των κομμάτων επί του θέματος.

Η τελευταία πρόκληση της Άγκυρας, δηλαδή η τοποθέτηση μουφτή στη Αγία Σοφία, ήρθε ως επιστέγασμα, θα έλεγα, μιας υπόνοιας που εδώ και μερικόν καιρό με κατατρύχει: Πιθανολογώ ότι εκείνο που η Τουρκία του Ερντογάν επιχειρεί να ανατοποθετήσει στις σχέσεις της με τη Δύση, αφορά στην προσπάθεια να αναγνωριστεί από τις χώρες της Δύσης ότι είναι η Τουρκία που συνιστά -εδαφικά, πολιτικά και πολιτισμικά- το φυσικό σύνορο της ευρασιατικής επαφής, αντί για την Ελλάδα. Αν αυτό επιτευχθεί, οι συνέπειες θα είναι βαρύτατες για την πατρίδα μας και δεν χρειάζεται μεγάλη τεκμηρίωση περί τούτου. Ελπίζοντας να σφάλλω, νομίζω πως οφείλουμε μεγαλύτερη προσοχή πλέον στο πως θα αντιμετωπίσουμε  τις νέες σε βάρος μας τουρκικές απειλές.