25 Οκτ. 2016

Η κυβέρνηση και οι πολιτικές εξελίξεις

Στοιχεία πολιτικής τακτικής για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τη για δεύτερη φορά συνεχόμενη λαϊκή εντολή από κάλπη, το σαφέστερο μήνυμα των πολιτών -που περιλαμβανόταν σ’ αυτήν την εκλογική ετυμηγορία και εκλήθη το κυβερνών κόμμα να υπηρετήσει- ήταν η προσχώρησή του στην πολιτική των μνημονίων. Το μήνυμα αυτό υπήρξε απολύτως σαφές και πολιτικά ευκρινές, ιδίως μετά τη διάσπαση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. την αποχώρηση μιας ισχυρής εσωκομματικής αντιπολίτευσης και την εν συνεχεία εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας του Π. Λαφαζάνη. Ασάφειες, λοιπόν, δεν υπήρξαν σε ό,τι αφορά το πλαίσιο πολιτικής, υπό το οποίο ο κ. Αλ. Τσίπρας εξελέγη για δεύτερη φορά πρωθυπουργός. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι κυβερνητικές δεσμεύσεις δεν αφορούν μόνο στην ανταπόκριση έξωθεν σε όρους που περιλαμβάνονται στο 3ο μνημόνιο, αλλά προφανώς αφορούν και στις αναληφθείσες από τον κ. Τσίπρα δεσμεύσεις ενώπιον των Ελλήνων πολιτών –ανάμεσά τους η τήρηση της νέας συμφωνίας με τους ευρωπαίους δανειστές μας.

Έτσι, είναι εξαιρετικά ενοχλητική η επαμφοτερίζουσα κυβερνητική αντίδραση επιμονής σε μια στάση συνεχιζόμενων αντιδράσεων σε όρους του μνημονίου που καλείται η κυβέρνηση να εφαρμόσει. Όμως, με τη στάση αυτή, που κάλλιστα θα μπορούσε κανένας να χαρακτηρίσει ως «πολιτικά σχιζοφρενή», πλήττεται και η εν γένει προαγωγή του κυβερνητικού έργου, ακόμη και στα σημεία εκείνα στα οποία ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διαθέτει επιχειρήματα για θετικά αποτελέσματα της πολιτικής του! Για παράδειγμα, αυτήν την περίοδο που ο κ. Τσίπρας δικαιότατα διεκδικεί από τους ευρωπαίους δανειστές μας να ανταποκριθούν στη σαφέστατη δέσμευσή τους περί ρύθμισης του ελληνικού χρέους. Όμως, αυτή η δίκαια διαμαρτυρία συγχέεται με κυβερνητικές αντιδράσεις (π.χ. της εξ ίσου σαφεστάτης ελληνικής υποχρέωσης ιδιωτικοποίησης των λιμανιών σύμφωνα με τους όρους του 3ου μνημονίου), και καθιστά συγκεχυμένο τον βαθμό δικαιότητας των κυβερνητικών αιτημάτων, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, δηλαδή πλήττει την αξιοπιστία του δικαιώματος της Ελλάδας να ζητεί σήμερα την απομείωση του χρέους της από ενέργειες των ευρωπαίων πιστωτών της.  

Δεν μπορώ, βεβαίως, να γνωρίζω εάν ο κ. Τσίπρας έχει υπερκτιμήσει τις ηγετικές ικανότητές του και διεκδικεί να καταστεί ο μόνος πρωθυπουργός στην παγκόσμια ιστορία των συντεταγμένων δημοκρατιών δυτικού τύπου, που θα μπορούσε να υλοποιήσει ταυτόχρονα δύο πολιτικές αντικρουόμενες μεταξύ τους! Διότι, φυσικά, το αντιμνημονιακό πνεύμα και η  ανταπόκριση στους όρους του 3ου μνημονίου, δεν μπορούν να υπηρετηθούν από την ίδια κυβέρνηση! Κι αν αυτό το «διπλό παιγνίδι» παραταθεί, εκτός από τις αχρείαστες τριβές που προκαλεί μεταξύ Ελλάδας-δανειστών της, θα καταλήξει σε πλήρη αναξιοπιστία για τον κ. Τσίπρα και τους συν αυτώ. Στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Τα αναφέρω αυτά, διότι αυτήν την περίοδο επιχειρήθηκε ένα πολιτικό «άνοιγμα» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και δεν εκτιμώ εδώ τον βαθμό επιτυχίας της προσπάθειας αυτής του κυβερνώντος κόμματος), προς τη σοσιαλδημοκρατία. Αφήνοντας, προσώρας, την προσπάθεια σοσιαλδημοκρατικής στροφής που επιχειρεί ο κ. Τσίπρας αυτή καθ’ αυτήν (σε μια περίοδο κατά την οποία η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη διάγει τη χειρότερη περίοδο της ιστορίας της τόσο σε ό,τι αφορά την προσχώρησή της σε συντηρητικές πολιτικές όσο και τη εν γένει αποδοχή της στα ευρωπαϊκά πολιτικά κοινά), το πρόβλημα για την κυβερνητική παράταξη στην Ελλάδα παραμένει: Απεθυνόμενος ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε δύο αντίρροπα μεταξύ τους πολιτικά κοινά, τους υποστηρικτές υλοποίησης του 3ου μνημονίου και τους «αντι-μνημονιακούς», καταγράφει απώλειες. Διότι, αντί να διευρύνει τα πολιτικά του ακροατήρια, ελέγχεται εκατέρωθεν ως προς την αξιοπιστία των προθέσεών του και το πεδίο πολιτικής απεύθυνσης των μηνυμάτων του συρρικνώνεται.

Λίγο καιρό μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., από μεριάς της αντιπολίτευσης άρχισε να ασκείται αντιπολίτευση πάνω στη γραμμή «δεν μπορεί και δεν θέλετε να υλοποιήσετε ό,τι υπογράψατε». Τότε, σ’ ένα σχόλιό μου εδώ στο «Μolyvi» έγραφα: «…πολύ καλά πράττει η Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, και συχνά-πυκνά δηλώνει ότι διαφωνεί με το σχέδιο που αποσκοπεί στη δήθεν διάσωσή της! Η επίμονη πρόσκληση μερίδας συμπατριωτών μας να προσέλθουμε ομοθύμως σε δήλωση συλλογικής συναίνεσης στο σχέδιο καταστροφικής διάσωσής μας, θα ήταν η προσυπογραφή του ελληνικού τέλους. Και είναι ολέθριο σφάλμα τέτοια ομαδική προσχώρηση των Ελλήνων στην παράκρουση. Συναινέσαμε από την αρχή σε μια μέθοδο, με την οποία ποτέ δεν συμφωνήσαμε, επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων ήταν τόσο αρνητικοί σε βάρος μας, ώστε να μας παγιδεύουν σε μια πορεία, αρκεί να αποφεύγαμε, τότε και τώρα, τον άμεσο και ξαφνικό μας οικονομικό θάνατο. Όσο περνάει ο καιρός, αργά και βασανιστικά -πάντα έτσι ήταν, θα επιχειρούμε να αλλάζουμε προς το συμφέρον μας αυτόν τον συσχετισμό των δυνάμεων.  Και όποτε κρίνουμε ότι το επιτρέπουν οι συνθήκες, θα δραπετεύσουμε από τη θανατηφόρα διάσωση που ζούμε!

Δεν θα μας το προτείνει κανένας άλλος! Εμείς θα το κάνουμε. Κι αν δεν το έχουμε αυτό σαν κρυφή σκέψη και ελπίδα μας, δεν θα το πετύχουμε ποτέ!...»

Ε, λοιπόν, αυτά που έγραφα τότε υποστηρίζω και σήμερα. Μόνον που μίλαγα για την πολιτική στρατηγική της διακυβέρνησης Τσίπρα. Αντίθετα, η πολιτικώς σχιζοειδής σημερινή στάση της κυβέρνησης, από τη μία να υλοποιεί το 3ο μνημόνιο, και από την άλλη να το καταριέται, συνιστά κυβερνητική τακτική. Κι αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν μπορεί να κάνει αυτήν τη στοιχειώδη διάκριση, τότε πώς να πετύχει πολιτικά; Στο κάτω-κάτω, αυτό που θα κρίνει τον κ. Τσίπρα δεν είναι εάν είχε ψευδαισθήσεις ή έκανε λάθος ανάλυση των συσχετισμών δυνάμεων στην Ευρώπη, αλλά το εάν εφαρμόζοντας την οποιαδήποτε πολιτική ωφέλησε τη χώρα. Ακόμη καλύτερα, αν η πολιτική που υλοποίησε ανταποκρινόταν στις ιδεολογικοπολιτικές αρχές του.