29 Οκτ. 2016

Γιατί δεν είναι νομικά ισχυρές οι προσωρινές άδειες των καναλιών που προωθεί η κυβέρνηση

Νέες κυβερνητικές αστοχίες

στο μέτωπο της «μάχης των καναλιών»

- Το πρόβλημα των παράνομων αδειών

δεν θεραπεύεται από την έκδοση άλλων αδειών

επίσης παράνομων  

Με δεδομένο ότι μόνον ένας φίλος με κριτίκαρε σχετικά με τη στάση που τηρώ εδώ και πολύ καιρό στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών, τολμώ να αναφερθώ εδώ  στις εξελίξεις που έχουν προκύψει μετά την επίμαχη απόφαση του ΣτΕ. Ενδεχομένως, η παλιά ιδιότητά μου ως μέλος του πολυναφερόμενου αυτήν την περίοδο ΕΣΡ (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης)  να είναι χρήσιμη για την κατανόηση δύσκολων πτυχών της υπόθεσης.

Η απόφαση του ΣτΕ για την επίμαχη υπόθεση -κι αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί εξ αρχής- δεν είναι μόνο σεβαστή και δεσμευτική για όλους, αλλά μετά την έκδοσή της συνιστά και νομολογία.  Μ’ άλλα λόγια, αποτελεί πλαίσιο, του οποίου τα όρια δεν μικραίνουν ή διευρύνονται αναλόγως των παραταξιακών επιθυμιών και σκοπιμοτήτων οποιασδήποτε πλευράς. Αντιθέτως, οι πολιτικές επιδιώξεις και οι σκοποί όλων των μερών οφείλουν να προσαρμόζονται στο πλαίσιό της.      

Παράλληλα, ορθώς -κατά τη γνώμη μου- η κυβέρνηση πριν ακόμη την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ, είχε υπογραμμίσει ότι η νομοθετική πρωτοβουλία (που συγκαταλέγεται στις βασικές αρχές εκπροσώπησης της λαϊκής βούλησης στο πεδίο αέναης διαμόρφωσης του νομικού πλαισίου) δεν υποκαθίσταται από δικαστικές αποφάσεις.  Και καλώς είχε κάνει αυτήν τη διάκριση η κυβέρνηση, διότι ο κίνδυνος να θεωρηθεί από μεριάς της κοινής γνώμης ότι τον τελικό λόγο σε μια εξ ορισμού κρίσιμη για τους θεσμούς υπόθεση, θα είχαν οι δικαστικές αποφάσεις, ήταν ομολογουμένως μεγάλος.

Για να τελειώνουμε μ’ αυτές τις εν πολλοίς σκόπιμα καλλιεργημένες στους πολίτες παρεξηγήσεις , να πούμε, λοιπόν, ότι η Βουλή δεν αποστερείται του θεμελιώδους δικαιώματός της να νομοθετεί, σε ευθεία μάλιστα σχέση με την πολιτική υπόστασή της ως ο βασικός θεσμός ενάσκησης της λαϊκής εξουσίας. Η εκάστοτε κυβέρνηση, που έχει την πρωτοβουλία να προτείνει στη Βουλή σχέδια νόμου, επίσης, σε καμιά περίπτωση και  από καμιά δικαστική απόφαση δεν απογυμνώνεται  του δικαιώματος και της υποχρέωσής της να προτείνει σχέδια νόμου. Σε αντικατάσταση, συμπλήρωση, διόρθωση ή προς κατάργηση ήδη ψηφισμένων από τη Βουλή νόμων, ή και με την κατάθεση τελείως καινούριων σχεδίων νόμου και επί παντός. 

Παρεμπιπτόντως να υπογραμμίσω πως όσο αήθεις υπήρξαν εκατέρωθεν δηλώσεις και αναφορές πολιτικών παραγόντων για την απόφαση, άλλο τόσο αήθεις και απαράδεκτες υπήρξαν  και δημοσιογραφικές αναφορές, για παράδειγμα επιφανούς συναδέλφου μου, που «έσκουζε» πώς τόλμησαν να υπάρξουν δικαστές που υποστήριξαν τη συνταγματικότητα του νόμου Παππά!

Επί της ουσίας τώρα! Η κυβέρνηση δικαιούται να ορίσει με νέο σχέδιο νόμου τους όρους και τις προϋποθέσεις διεξαγωγής διαγωνιστικής διαδικασίας για τη χορήγηση των αδειών. Δεν δικαιούται πλέον  να είναι εκείνη που θα οργανώσει τη διεξαγωγή και την εκτέλεσή της. Η απόφαση του ΣτΕ ακριβώς αρνήθηκε να αποδεχτεί  ότι ανεξαρτήτως  της τυχόν ύπαρξης λόγων ανωτέρας βίας που εμποδίζουν τη συγκρότηση του ΕΣΡ θα μπορούσε η αρμοδιότητα της οργάνωσης και διενέργειας της διαγωνιστικής διαδικασίας να αφαιρεθεί από το Συμβούλιο.

(Προσωπική γνώμη μου είναι ότι η απόφαση στο σημείο αυτό πάσχει σοβαρά! Και τούτο, διότι η απόφαση αυτή άγει στο ενδεχόμενο εάν το ΕΣΡ δεν μπορεί να συγκροτηθεί εσαεί και για οποιονδήποτε λόγο, οι άδειες εσαεί να μη μπορούν να απονεμηθούν! Παρ’ ό,τι απολύτως υποχρεωτικές και αναγκαίες, για να ασκηθούν απαρεγκλίτως οι συνταγματικά θεσπισμένες εποπτικές ρυθμιστικές και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του κράτους επί των καναλιών διά της Ανεξάρτητης Αρχής, του ΕΣΡ ! Εν προκειμένω, μάλιστα, τέτοια περίσταση συντρέχει, λόγω επανειλημμένων αρνήσεων συγκρότησης του οργάνου! Άλλωστε, προηγηθείσες αποφάσεις  του ίδιου δικαστηρίου έχουν ορίσει ότι υπάρχει όριο χρόνου για να τελεί το ΕΣΡ υπό νόμιμη συγκρότηση -συγκεκριμένα απροσδιόριστο όριο χρόνου, το οποίο ωστόσο έχει ήδη παρέλθει με αποφάσεις του ΣτΕ. Η τελευταία απόφαση αίρει εν πολλοίς την ακύρωση παλιών αποφάσεων διοκητικών δκαστηρίων, που είχαν κρίνει παράνομες αποφάσεις του ΕΣΡ, λόγω αντικανονικής σύνθεσης του Συμβουλίου. Η προφανής αντίφαση αφορά στις δικαστικές αρχές και όχι στην εκτελεστική εξουσία, που υποχρεούτασι να εφαρμόζει τις δικαστικές αποφάσεις). 

Όμως, ορθή ή εσφαλμένη (το δικαίωμα  να κρίνονται οι δικαστικές αποφάσεις αναφαίρετο) η απόφαση του ΣτΕ πρέπει να εφαρμοστεί!

Τούτου δοθέντος:

- ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ εφαρμογή της απόφασης του ΣτΕ  η θέσπιση ad hoc διαδικασίας για την προσωρινή αδειοδότηση των καναλιών (το περιεχόμενο της απόφασης προφανώς αναθέτει την αδειοδότηση ΜΟΝΟ στο ΕΣΡ. Δηλαδή, ακόμη και τις προσωρινές άδειες μπορεί να απονείμει το Συμβούλιο και μόνον αυτό. Επομένως, μόνο μετά συγκρότηση του ΕΣΡ μπορούν να απομενηθούν άδειες, οριστικές ή προσωρινές. Άνευ αυτού δεν είναι νοητή η έκδοση οποιασδήποτε άδειας). 

- ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ εφαρμογή της απόφασης η αξιοποίηση προς προαγωγή της αδειοδότησης  των καναλιών στοιχείων της διαγωνιστικής διαδικασίας-δημοπρασίας που έλαβε χώρα από άλλο όργανο και όχι το ΕΣΡ. Το εάν τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα -ακόμη και προσδιοριστικά- της κρίσης  για παραχώρηση προσωρινών αδειών και μέχρις ότου το ΕΣΡ διενεργήσει τη διαδικασία οριστικής αδειοδότησης, μόνον το ίδιο το ΕΣΡ θα μπορούσε να το  αποφασίσει και να ζητήσει όποια στοιχεία θεωρήσει αναγκαία (πάντα υπό την προϋπόθεση ότι το Συμβούλιο πρηγουμένως θα έχει συγκροτηθεί). Τούτο πολλώ μάλλον ισχύει με το δεδομένο ότι η διαγωνιστική διαδικασία-δημοπρασία είναι πλέον άκυρη, 

  - ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ εφαρμογή της απόφασης η παύση λειτουργίας καναλιών, τα οποία για τυπικούς λόγους «κόπηκαν» κατά τη διενέργεια της δημοπρασίας σύμφωνα  με τον νόμο Παππά, διότι δεν υπάρχουν πλέον έννομα αποτελέσματα  αυτής της δημοπρασίας, η οποία -επαναλαμβάνω- είναι άκυρη,

Όμως, υπάρχουν προβλήματα και για την άλλη πλευρά!

Κατά την τελευταία απόφαση του ΣτΕ η σύνθεση του ΕΣΡ θα πρέπει θεωρείται ως νόμιμη και επομένως και οι αποφάσεις του να είναι νόμιμες, όσον καιρό κι αν αδυνατεί η διάσκεψη των προέδρων της Βουλής να συγκροτήσει νέα σύνθεση του Συμβουλίου. Κατά την έννοια αυτή,  και η σημερινή σύνθεση (η τελευταία αναγνωρισμένη) είναι νόμιμη! Όμως, η σύνθεση αυτή έχει κριθεί ως παράνομη από παλιότερες αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, του ΣτΕ! (Συγκεκριμένα, τον Οκτώβριο του 2013, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου έκρινε ότι «...κατά την έννοια της ρύθμισης του άρθρου 101Α του Συντάγματος, η οποία προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία εντός ορισμένων χρονικών ορίων και καθιερώνει ρητώς “ορισμένη” θητεία των μελών των ανεξάρτητων Αρχών, είναι μεν ανεκτή η συνέχιση της λειτουργίας των εν λόγω Αρχών μετά τη λήξη της θητείας των μελών τους και μέχρι την επιλογή νέων, μόνον όμως για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις». Σε εφαρμογή αυτής της απόφασης του ΣτΕ, πολλές αποφάσεις του ΕΣΡ ακολούθως ακυρώθηκαν, ως ειλημένες από μη νομίμως συγκροτημένο όργανο.

Υποθέτω ότι το ΣτΕ με την τελευταία απόφασή του θεωρεί ως εύλογο όλον τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από τη μη συγκρότηση του ΕΣΡ έως και σήμερα. Η ισχύς και η λογική της τελευταίας απόφασης του ΣτΕ υπό κρίσιν. Να προσθέσω, μόνον ότι οι σύμβουλοι Επικρατείας έχουν συγκεκριμένα αποφανθεί ότι «...η ρύθμιση του άρθρου 57 παράγραφος 12 του Ν. 3979/2011, που επιτρέπει την αυτοδίκαιη παράταση της τετραετούς (κατά το άρθρο 3 παράγραφος 2 του Ν. 3051/2002) θητείας των μελών ΕΣΡ για μία ακόμη τετραετία, ήτοι για χρονικό διάστημα που σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει τον ανεκτό, κατά το άρθρο 101Α του Συντάγματος, εύλογο χρόνο, είναι ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στην εν λόγω συνταγματική διάταξη».

Πέραν των ανωτέρω, παραμένει στα χέρια της κυβέρνησης το δικαίωμα να νομοθετήσει για τη διαδικασία αδειοδότησης, καθώς και για τις προϋποθέσεις και τους όρους της δημοπρασίας που θα κληθεί να διενεργήσει το ΕΣΡ, εφ’ όσον συγκροτηθεί, αρκεί οι όροι και οι προϋποθεσεις αυτές να ανταποκρίνονται στις υφιστάμενες προβλέψεις των νόμων και του συντάγματος.     

Σε κάθε περίπτωση, η επέλευση στη δημοσιότητα του σκεπτικού της τελευταίας απόφασης του ΣτΕ, θα απαντήσει ενδεχομένως σε ερωτήματα που παραμένουν και είναι πολλά και κρίσιμα.