31 Οκτ. 2016

Οι αφανείς συνέπειες της απόφασης του ΣτΕ

Γιατί όλοι οι περιφερειακοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί είναι παράνομοι, μετά την απόφαση του ΣτΕ, και πρέπει να κλείσουν 

Αναμένοντας το σκεπτικό της επίμαχης απόφασης του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, ο χρόνος κυλάει και παράγονται νέα δεδομένα! Είναι φανερό πως έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο εντονότατης κινητικότητας προς αναδιαμόρφωση του εγχώριου ραδιοτηλεοπτικου τοπίου, μετά από σχεδόν 30 χρόνια στασιμότητας σε μια κατάσταση κάθε άλλο παρά καλή!

Το σημείο αυτό, είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα είχε κάθε λόγο να αισθάνεται ικανοποιημένη και να υπερηφανεύεται, αφού με δική της πρωτοβουλία το απόστημα μιας κακοφορμισμένης θεσμικής, πολιτικής και οικονομικής πληγής, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έσπασε. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση αναλώνεται σε διαμάχες «δεύτερης γραμμής». Με στόχο επιφανειακά οφέλη πολιτικού περιεχομένου, άνευ ουσιαστικού αντικρίσματος, αφού όσο η οικονομία και η κοινωνία ασφυκτιούν από το βάρος των επιπτώσεων του 3ου μνημονίου, το κυβερνητικό πρόβλημα θα παραμένει και θα εντείνεται!

Η πολιτική διαμάχη, όμως, είναι αενάως εξελισσόμενο θέμα και η επίδρασή της στους εκάστοτε συσχετισμους πολιτικών δυνάμεων μεταβάλλεται αενάως και εκείνη. Κάτι, δηλαδή, τελείως διαφορετικό από μια δικαστική απόφαση, η οποία «στιγμιαίως» ελήφθη και έκτοτε δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνον σε έκτακτες και εξαιρετικές συνθήκες και πάρα πολύ δύσκολα!

Θα αναφερθώ, λοιπόν, σήμερα σ’ ένα αποτέλεσμα (από τα πολλά) της τελευταίας απόφασης του ΣτΕ, που συγκαταλέγεται στις «δεύτερες επιδράσεις» της επί του ραδιοτηλεοπτικού μας τοπίου.

Μια από τις θλιβερότερες συνέπειες της μακράς ανομίας στα ραδιοτηλεοπτικά μας πράγματα, είναι η μη απονομή αδειών σε ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς. Μερικές προσπάθειες που ξεκίνησαν από το ΕΣΡ δεν ολοκληρώθηκαν. Τελικά, μάλιστα, μόνο μία (!!!) ευοδώθηκε οριστικά: Η απονομή αδειών στους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αττικής. (Και οι εν λόγω άδειες, σήμερα φυσικά έχουν λήξει μετά τις αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες οι χωρίς όρους αλλεπάλληλες ανανεώσεις των ίδιων αδειών, δεν τις καθιστούν νόμιμες).

Όμως, ανεξαρτήτως του τί γινόταν στην Αττική (και μόνο στα ραδιόφωνα), σ’ όλην την υπόλοιπη χώρα άδειες για τα ιδιωτικά ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις απονεμήθηκαν από τις ...Νομαρχίες!!! (Οι περίφημες «νομαρχιακές άδειες» είναι ένα από μεγαλύτερα σκάνδαλα σε ό,τι αφορά τα ραδιοτηλεοπτικά μας πράγματα, γνωστό σ’ όλους όσοι ασχολούνται με το αντικείμενο αυτό, που ποτέ, όμως, δεν «έφτασε» και στην κοινή γνώμη).

Εικάζω, λοιπόν, ότι μετά την τελευταία απόφαση του ΣτΕ όλες οι άδειες ραδιοφώνων και τηλεοράσεων σ΄ όλους τους νόμους της χώρας, είναι πλέον παράνομες, ως μη εκδοθείσες από το ΕΣΡ. Μάλιστα, επειδή εδώ δεν πρόκειται περί πράξεων της διοίκησης, των οποίων τα παραγόμενα έννομα αποτελέσματα σταματούν να έχουν συνέπειες από την απόφαση του ΣτΕ και μόνον, νομίζω πως ορθή εφαρμογή της απόφασης του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου επιβάλλει την έκδοση πράξεων της διοίκησης (εδώ δεν χρειάζεται το ΕΣΡ), με τις οποίες θα πρέπει να κηρύσσονται όλες οι νομαρχιακές άδειες ως άκυρες, να διατάσσεται η διακοπή εκπομπών όλων των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών της χώρας, ή -στην καλύτερη περίπτωση- να αναστέλλεται η λειτουργία τους μέχρι να συγκροτηθεί το ΕΣΡ και να αποφανθεί για την τύχη τους.

Προσθέτω πως αν η διοίκηση στην περίσταση αυτή δεν πράξει τα δέοντα θα έχει παραμελήσει το καθήκον της, με τις γνωστές συνέπειες.

Από τη στιγμή αυτή, δηλαδή, και από ‘δω και πέρα οποιοσδήποτε πολίτης νομιμοποιείται να προσφύγει σε διοικητικά δικαστήρια και να ζητήσει την απαγόρευση λειτουργίας οποιουδήποτε ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού της περιφέρειας ή και όλων των σταθμών.   

Δεν πιστεύω ότι θα εξελιχθούν έτσι τα πράγματα και κάποια λύση θα «ανακαλυφθεί» (πράγμα που το εύχομαι) για να αποφευχθεί αυτή η ολοσχερής καταστροφή. Ομολογώ, όμως, πως περιμένω με ενδιαφέρον τη μεταβατική ρύθμιση που θα «ανακαλυφθεί» για να μην έρθει το «μαύρο» σ’ ολόκληρη την περιφερειακή ραδιοτηλεόραση της Ελλάδας, καθώς και τη νομική επιχειρηματολογία επί της οποίας θα στηρίζεται η «λύση».