4 Νοε. 2016

Τί δείχνει η δημοσκόπηση της Public Issue

Επιτείνεται η απαξίωση του κομματικού συστήματος – Πλήρης ένδεια αποδεκτών εναλλακτικών λύσεων – Ραγδαία συρρίκνωση της προοδευτικής παράταξης

(Η ανάλυση πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.ependitislive.gr/

Αν ξεπεράσει κανένας τα εντυπωσιακά και πολυπροβαλλόμενα στοιχεία της πρόσφατης δημοσκόπησης (εκτίμηση εκλογικής επιρροής, δημοτικότητες πολιτικών αρχηγών, βαθμός ικανοποίησης από την κυβέρνηση, εκτίμηση αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας για τα επερχόμενα), η τελευταία δημοσκόπηση του Γιάννη Μαυρή, προσφέρει πράγματι πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για ανάλυση, ορισμένα από τα οποία επικυρώνουν την αίσθηση περί «αλλαγής του πολιτικού σκηνικού». Πρόκειται για αλλαγή που δεν αφορά πλέον στο «σκηνικό της μεταπολίτευσης», που προδήλως έχει πια αποσυρθεί από τα πολιτικώς εγκόσμια ως παράγων επηρεασμού του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων. Αφορά, αντιθέτως, σε αλλαγή της εικόνας του ίδιου συσχετισμού, όπως αυτός διαμορφώθηκε με την αρχική εκτίναξη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο πολιτικό προσκήνιο  στις εκλογές του 2012 και την εν συνεχεία εκλογική επικράτησή του στις δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις του 2015.

…Η ανατροπή -κατά τη γνώμη μου- συνίσταται σε 3 βασικά στοιχεία:

– Την σχεδόν ολοσχερή εξαφάνιση του παράγοντα της «πολιτικής προσδοκίας» των εκλογικών κοινών για κάτι καλύτερο, συνδεόμενης μάλιστα ευθέως της προσδοκίας αυτής με χώρους που διαθέτουν κομματική υπόσταση και παραταξιακή ταυτότητα.

– Την απόλυτη και εμπεδωμένη πλέον αδυναμία των κομματικών συσχετισμών να προσδώσουν στις εισπραττόμενη από τους πολίτες εικόνα τους στοιχεία συλλογικής απόπειρας να σχεδιαστούν οι κινήσεις της χώρας από τούδε και στο εξής. Τούτο, ιδίως,  ως φυσική αντίδραση αλλά και οιονεί υποχρέωση των κομμάτων να οδηγήσουν τη χώρα μακριά από τον κύκλο των αδιεξόδων, στον οποίο έχει αχθεί, εδώ και μερικά χρόνια.

– Την μεγάλη υποχώρηση του αθροιστικού ποσοστού των κομματικών σχηματισμών που συγκαταλέγονται στην αναφερόμενη ως δημοκρατική- προοδευτική παράταξη και την αντίστοιχη ενδυνάμωση των δυνάμεων της πολιτικής συντήρησης.

Τα 3 σημεία που προανέφερα εγκυμονούν έναν γύρο εξελίξεων, εκκαθάρισης κομματικών λογαριασμών για τον έλεγχο του πολιτικού τοπίου. Γύρο, που προηγείται, μάλιστα, οιασδήποτε διάθεσης να αναζητηθούν σημεία ενότητας των πολιτικών οργανισμών, που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν στοιχειωδώς αποδεκτό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση!

Κατά πάσα πιθανότητα, αυτός ο γύρος διαγκωνισμών μεταξύ κομμάτων για το ποιός θα αναλάβει τον πρώτο ρόλο, συνιστά και τη βασική τεκμηρίωση για την απαξίωση του κομματικού συστήματος στα μάτια των πολιτών. Η ίδια η απροθυμία να συζητηθούν τα σοβαρά και η μεταγωγή του πολιτικού βίου από όχημα δυνάμει συνεννόησης των διαφωνούντων προς προαγωγήν του δημοσίου συμφέροντος σε πεδίο στυγνής αντιπαράθεσης για την εξουσία, εξηγεί απολύτως την απέχθεια για την Πολιτική.

(Για παράδειγμα ο βαθμός δυσαρέσκειας από την κυβέρνηση ανέρχεται στο 91% ενώ για την αντιπολίτευση στο 79%! Νούμερα που αποδεικνύουν συνολική απαξίωση για τους πολιτικούς οργανισμούς της χώρας και υπογραμμίζουν την πλήρη απουσία «προσλαμβανόμενης ελπίδας» από τους πολίτες.

Επίσης, στο ερώτημα ποιά θεωρείται καλύτερη κυβέρνηση για τη χώρα, διαζευκτικά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ή της Ν.Δ., το «καμιά από τις δύο» συγκεντρώνει το 51% του δείγματος της δημοσκόπησης).

Παράλληλα, στο -εκτιμώ- κρισιμότατο για την εικόνα του τρέχοντος πολιτικού κλίματος ερώτημα περί της αναγκαιότητας διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών, ή όχι, υπέρ των εκλογών τοποθετείται το 50% των ερωτηθέντων και «όχι» λέει το 48%, σε μια εικόνα απόλυτου διχασμού. Πώς ερμηνεύεται αυτό, αν όχι ως μία απροθυμία να εισαχθεί η χώρα στην «περιπέτεια για το τίποτα»; Ποιό άλλο στοιχείο, που ενδεχομένως εμένα μου διαφεύγει ή το υποτιμώ, θα μπορούσε να γεφυρώσει τη χαώδη διαφορά ανάμεσα στη δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση (91% των πολιτών δηλώνουν ευθέως τη δυσαρέσκειά τους) και την αποστροφή για εκλογές, αν όχι ο ελάχιστος βαθμός εμπιστοσύνης ότι οι εκλογές θα έφερναν κάτι καλύτερο;).

Τέλος, στο -επίσης εκτιμώ ως μείζον- θέμα της μειούμενης επιρροής του προοδευτικού-δημοκρατικού πολιτικού χώρου, τα ζητήματα που αναφύονται είναι πολύ μεγάλα!

Μεταξύ των άλλων –και τα αναφέρω ενδεικτικά:

– Η παράταξη αυτή παραδοσιακά λειτούργησε ως «χώρος υποδοχής ελπίδας» των πολιτών, με πρακτική συνέπεια την αντικειμενική συμβολή του στην πολιτική σταθερότητα και ανεξαρτήτως του εάν η προοδευτική παράταξη κυβερνούσε ή βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Ο ρόλος αυτός σήμερα «χηρεύει» με αποτέλεσμα τη μετακίνηση πολιτών εκτός πολιτικού και κομματικού «πεδίου» ή τον προσανατολισμό τους σε ακραίες στάσεις, που περισσότερο απελπισία υποδηλώνουν, παρά προσδοκία βελτίωσης των πραγμάτων.

– Η επέλευση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην εξουσία δείχνει να έχει αφαιρέσει από το κομματικό σκηνικό την «αλληλο-συμπληρωματικότητα» των πολιτικών οργανισμών, προς κάλυψη όλου του φάσματος ιδεών και συνεπάγωγα ευρείας εκπροσώπησης των απόψεων που υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία. Εν προκειμένω, η ενίσχυση της συντηρητικής παράταξης δεν φαίνεται να είναι απλή απόρροια υποχώρησης του ιδεολογικο-πολιτικού λόγου της προοδευτικής παράταξης (στην υπόλοιπη Ευρώπη τουναντίον ο χώρος μάλλον ενισχύεται), αλλά προϊόν χρεοκοπίας του λόγου ύπαρξής της δεύτερης.

Η ευθύνη των κομμάτων που συνωστίζονται στον χώρο της προοδευτικής παράταξης ασφαλώς είναι μεγάλη. Από τον ιδιότυπο «πολιτικό λουδιτισμό» του Κ.Κ.Ε., έως τον διάχυτο οπορτουνισμό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και την εγκόλπωση δεξιού πολιτικού DNA στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., τα προβλήματα δεν μπορούν να κρυφτούν και εξηγούν το φαινόμενο.

Η συνέχιση μιας προφανώς άγονης διαδικασίας πολιτικού διαλόγου μεταξύ των ανομοίων (δεξιά και αριστερά σε πακέτο ενός), απομακρύνει τους πολίτες από το «δικαίωμα στην ελπίδα» που θα μπορούσε και οφείλει να προσφέρει ο χώρος. Δεν απομένει, δηλαδή, παρά η διαμάχη για το «ψητό της εξουσίας» ως μόνη εισπραττόμενη εντύπωση από τους πολίτες για τις πολυσυζητούμενες συζητήσεις για συνεργασίες. Πώς να γίνουν αυτές πιστευτές από τα νοικοκυριά που πιέζονται έως ασφυξίας;