25 Ιαν. 2017

Ανάλυση σε 3 μέρη για την αποχώρηση Ομπάμα από την προεδρία των Η.Π.Α.

Το τέλος του «δημοκρατικού καπιταλισμού»

Β΄ μέρος: Η μεταφορά της εθνικής ταξικής διαμάχης στον ανταγωνισμό για την ηγεσία του καπιταλισμού

Η εκδήλωση και στη συνέχεια πολύ περισσότερο η εμπέδωση και εμβάθυνση της δομικής κρίσης  καπιταλιστικής κρίσης (σχετικά με τις συνέπειες και τον χαρακτήρα διεύρυνσης της κρίσης όρα σε ανάλυσή μου με τίτλο «Το 4ο κύμα της κρίσης» στο blog μου και στο link http://www.molyvi.com/414923945, στο δεύτερο κατά σειρά άρθρο της σελίδας), είχε ως συνέπεια την προσπάθεια αντιμετώπισης των αιτίων της και αποτροπής των συνεπειών της. Αν και όχι με επιτυχία, όπως φαίνεται σήμερα.

Η αντίδραση του δυτικού καπιταλιστικού μοντέλου στην κρίση, όμως, δεν χαρακτηρίστηκε από ενιαίες πρακτικές και οικονομικές πολιτικές, όπως συνέβαινε σε κάθε ανάλογη περίπτωση στο παρελθόν και κατά τη μακρά ιστορία των καπιταλιστικών κρίσεων. Και τούτο συνιστά ένα ιστορικό παράδοξο, αφού σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης περισσότερο παρά ποτέ, το λογικώς αναμενόμενο θα ήταν να εφαρμόζονταν ενιαίες οικονομικές πολιτικές σ’ όλη τη δύση. Προφανές παράδειγμα αυτής της ασυμφωνίας παρεμβάσεων οικονομικών πολιτικών για την αποτροπή των επιπτώσεων του προβλήματος είναι η διαφορά στάσης απέναντι στην κρίση μεταξύ Η.Π.Α. και Ευρώπης:

- Στις Η.Π.Α. από το 2008 και μέχρι σήμερα (και ενώ σήμερα ήδη αναμένεται να διασαφηνιστεί η στάση Τραμπ επί του ζητήματος) η λύση αναζητήθηκε στις κλασσικές (για τους θεωρητικούς του καπιταλισμού») προσεγγίσεις της έκδοσης φθηνού χρήματος από την κεντρική τράπεζα, με σκοπό τη στήριξη της ζήτησης, σε συνδυασμό με στοχευμένες παρεμβάσεις δημόσιων επενδύσεων, για την αναζωογόνηση της επενδυτικής δραστηριότητας (διάσωση τραπεζών και προβληματικών επιχειρήσεων κ.λπ.).

- Στην Ευρώπη, δύο περίπου χρόνια αργότερα, η λύση επιζητήθηκε με πολιτικές σκληρού νομίσματος και έλλειψης ρευστότητας, σκληρής εσωτερικής υποτίμησης στα αδύναμα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, την ακόμη πιο έντονη πίεση για αποκρατικοποιήσεις (ακόμη κι αν η αφορμή προς τούτο εμφανίστηκε να είναι η συγκέντρωση πόρων για την αποπληρωμή εξωτερικού χρέους) και τη μείωση της ζήτησης. Δηλαδή, όλα όσα αντιστρατεύεται το καπιταλιστικό manual χειρισμού των κρίσεων που το ίδιο το σύστημα παράγει.                      

Στη διάρκεια της περιόδου που ακολούθησε ως σήμερα (και με τη σκέψη ότι εξ ορισμού το Βrexit και η εκλογή Τραμπ συνιστούν καίρια μεταβολή των δεδομένων στον γεωπολιτικό και οικονομικό σχηματισμό που αποκαλούμε «δύση»), πολύ συχνά τα δύο μέρη, Η.Π.Α. και Ευρώπη, συγκρούστηκαν σχετικά με την ακολουθητέα οικονομική πολιτική για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που κλιμακώνονταν.

(Η τοποθέτηση της Ελλάδας στο επίκεντρο των συμβολισμών αντιπαράθεσης μεταξύ Η.Π.Α. και Ε.Ε. μέσω του ρόλου του ΔΝΤ στις ελληνικές διασώσεις, είναι γνωστή και εν πολλοίς ερμηνεύει και το παράδοξο του πώς ένα ελάχιστο ποσοστό του αθροιστικού ΑΕΠ της ευρωζώνης μπορεί να εμφανίζεται ως δήθεν τόσο καθοριστικής σημασίας για τη συνολική έκβαση χειρισμού της κρίσης στη ζώνη του εναίου ευρωπαϊκού νομίσματος).

Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης Η.Π.Α.-Ε.Ε. για τον χειρισμό της κρίσης, όμως, ανεφύησαν και ορισμένα άλλα στοιχεία που σήμερα αποκαλύπτονται. Διαλέγω δύο από τα πιο σημαντικά:  

1. Οι Η.Π.Α. εξ αρχής αντιμετώπισαν την κρίση ως ηγέτιδα οικονομική δύναμη του καπιταλιστικού (οικονομικού, παραγωγικού και πολιτισμικού) μοντέλου και επιζήτησαν πολιτικές που θα διευκόλυναν και τα υπόλοιπα μέρη της κρίσης του δυτικού συστήματος. Αντιθέτως, η Ε.Ε. (και πάντα με τη Γερμανία να έχει πρωτεύοντα λόγο στις επιλεχθείσες πολιτικές) προσανατολίστηκε σε δράσεις συγκέντρωσης πλούτου και διαθέσιμων κεφαλαίων, προς ίδιον όφελος.

2. Με τη γεωπολιτική ρευστοποίηση της ευρω-αφρο-ασιατικής μεθορίου λόγω των άτσαλων και ατελέσφορων παρεμβάσεων της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής (κυρίως -όπως αποδεικνύεται σήμερα- ένεκα της αφελούς πολιτικής που επωνομάστηκε «αραβική άνοιξη»), αυξήθηκε ιδιαίτερα το κόστος αμυντικής συγκρότησης του ευρωπαϊκού τόξου. Κόστους, το οποίο -φυσικά- από τούδε και στο εξής θα κληθεί να σηκώσει κατά κύριο λόγο η Γερμανία. Μ’ άλλα λόγια, μια χώρα με διαφημιζόμενο ως επιτυχημένο οικονομικό μοντέλο, που έως σήμερα δεν συμπεριελάμβανε σοβαρές δαπάνες για εξοπλισμούς και συντήρηση τακτικών στρατιωτικών δυνάμεων και σε αντίθεση με τους κρατικούς προϋπολογισμούς όλων των άλλων χωρών-μελών της ευρωζώνης και της Ε.Ε. που χρηματοδοτούσαν συστηματικά το ΝΑΤΟ, τώρα εισέρχεται σε περίοδο ανάγκης δημοσιονομικής στήριξης των αμυντικών δαπανών εξ ιδίων και όχι δαπάναις τρίτων, συμπεριλαμβανόμενων και των Η.Π.Α..

Εν συντομία συνοψίζω ότι, βαθμιαία, από τη φάση της απόπειρας ενιαίου χειρισμού της καπιταλιστικής κρίσης από τις μητροπολιτικές δυνάμεις του συστήματος και στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, σήμερα έχουμε μεταβεί στη φάση διαφορετικών χειρισμών ανά χώρα ή ομάδα χωρών προς υπέρβαση των σημερινών προβλημάτων.

Η διάσπαση και ο διχασμός ανάμεσα στις δυτικές χώρες, γενικώς μπορεί να αποδίδεται στα κάτωθι αίτια:                                   

α. την αναποτελεσματικότητα της μέχρι σήμερα οικονομικής πολιτικής από την εκδήλωση της κρίσης και εντεύθεν, η οποία ούτε τις υφεσιακές πιέσεις πέτυχε να αποτρέψει με πειστικό και μόνιμο τρόπο, ούτε τα διαθέσιμα κεφάλαια κατόρθωσε να διευρύνει, αλλ’ ούτε και το αθροιστικό χρέος του δυτικού στρατοπέδου εδυνήθη να περιορίσει,

β. το γεγονός ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός φαίνεται με την άμετρη παγκοσμιοποίηση να καταλήγει σε νέο γύρο εθνικοποίησης των μέσων παραγωγής και των διαθέσιμων κεφαλαίων, αντί της διεθνοποίησής τους,  

γ. είναι πιθανό ο καπιταλισμός, ως σύστημα ιστορικά δικαιωμένο σε ό,τι αφορά την ικανότητά του να αναπροσαρμόζεται και να ανανεώνεται για να ξεπερνά τις κυκλικές κρίσεις που γεννά, να πλησιάζει τα όριά του (παραγωγικά και πολιτισμικά) για να συνεχίσει ανεμπόδιστος την πορεία του στην ιστορία (αν και είναι νωρίς για να οριστικοποιηθεί και να επιβεβαιωθεί αυτή η εκτίμηση οι ενδείξεις σχετικά με την ισχύ της πληθαίνουν –εξ ου και ο χαρακτηρισμός που αποδίδω ως «δομική κρίση»),

δ. ένεκα του ότι ο καπιταλισμός φαίνεται να μη διαθέτει πλέον άλλα αποθέματα συμβατικού χειρισμού του σημερινού αδιεξόδου, στρέφεται πλέον σε απομύζηση αποθεμάτων φτωχότερων κοινωνικών ομάδων (εν προκειμένω κυρίως της μεσοαστικής τάξης, επειδή εκεί βρίσκονται περισσότερα αποθέματα πλούτου αλλά και -έτσι εκτιμήθηκε αρχικά- μεγαλύτερη πολιτική διαθεσιμότητα για εισοδηματικές θυσίες προς διάσωση του συστήματος). Εδώ, όμως, ομιλούμε πια για αντιθέσεις ταξικών διαστρωματώσεων, οι οποίες βεβαίως έχουν εθνικό και τοπικό χαρακτήρα, και όχι διεθνείς αναφορές στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Όπως, επίσης, η υποβάθμιση του πολιτικού και οικονομικού λόγου της μεσαίας τάξης λογικό είναι να παράγει αποσταθεροποιήσεις ευρείας κλίμακας και συστημικού βάθους.      

Το τελευταίο σημείο, επί πλέον, εξηγεί κατά βάση, γιατί πια έχουμε εισέλθει  οριστικά σε περίοδο αναζήτησης τοπικών και μερικών λύσεων του προβλήματος, με αποτέλεσμα την απόδειξη εκείνου που πραγματεύτηκα και προσπάθησα να αποδείξω στο παρόν Β΄ μέρος αυτού του τριμερούς γύρου αναλύσεων: Ότι, δηλαδή, σήμερα κυριαρχούν ήδη οι εθνικές ταξικές διαμάχες, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού για την ηγεσία του καπιταλισμού.

---------------------------------------

(Στο Γ΄ μέρος-τελευταίο, ο αποχαιρετισμός στο πρόσωπο Ομπάμα της τελευταίας ευκαιρίας ευθύγραμμης υπέρβασης της κρίσης, η επέλευση Τραμπ και προβλέψεις για τη συνέχεια)