5 Φεβ. 2017

Το παράλογον του διλήμματος «ολοκλήρωση αξιολόγησης ή εκλογές»

Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλους εκβιασμούς σε βάρος της!

Τα δεδομένα του σημερινού σκηνικού, όπως έχουν διαμορφωθεί από τη δυστοκία στην ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης ένεκα διαιώνισης της εκρεμότητας περί συμμετοχής του ΔΝΤ στο 3ο μνημόνιο, ή όχι, έχουν περίπου προσλάβει την τελική μορφή τους!

Παραθέτω αυτά τα δεδομένα εν συντομία, για να μπορούμε να μιλήσουμε και για τις εξελίξεις από ‘δω και πέρα:

1. Η διαιώνιση της διαδικασίας ολοκλήρωσης της αξιολόγησης δεν αφορά σε υποχρεώσεις της ελληνικής πλευράς που απορρέουν από το 3ο μνημόνιο και δεν έχουν ικανοποιηθεί. Αφορά σε πρόσθετα μέτρα, πέραν του 3ου μνημονίου και πέραν του χρόνου ισχύος του. Αφορά, συγκεκριμένα, σε πρόδηλη κωλυσιεργία του ΔΝΤ, του οποίου η απόφαση για συμμετοχή στο πρόγραμμα παράγει επιχειρήματα οριακής τυπικής και ουσιαστικής σημασίας, σε ό,τι αφορά την τυπική ισχύ τους, σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου. (Για να διασαφηνιστεί, μάλιστα, πλήρως το σημείο αυτό, αρκεί να αναφερθεί ότι ακόμη κι αν σήμερα η Ελλάδα αποδεχόταν απολύτως ολόκληρη τη δέσμη μέτρων που διακινούνται στη διεθνή ειδησεογραφία ως φερόμενες απαιτήσεις του ΔΝΤ εν είδει όρων σαφών και ρητών προκειμένου να συμμετάσχει το Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα, θα έπρεπε να ακολουθήσει σχετικό ερώτημα προς την Εκτελεστική Επιτροπή του ΔΝΤ για να εγκριθεί η συμμετοχή στο 3ο μνημόνιο, πράγμα τουλάχιστον απίθανο, κατόπιν της τελευταίας έκθεσης του Ταμείου όπου το ελληνικό χρέος χαρακτηρίζεται ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο» -και μάλιστα, κατόπιν και της εφαρμογής των βραχυπρόθεσμων μέτρων ρύθμισης του ελληνικού χρέους, που αποφάσισε το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016 και ενέκρινε και ο ESM).

2. Παρά την επίμονη απόπειρα, εντός και εκτός Ελλάδας, να διαστραφεί το αίτιο των καθυστερήσεων για την ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης, από εκκρεμότητα που αφορά στην κωλυσιεργία του ΔΝΤ, σε δήθεν καθυστερήσεις της ελληνικής πλευράς προς υλοποίηση συμφωνημένων, δεν υπάρχει ούτε ένας στην Ε.Ε. (ούτε ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε!!!), που να υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν έχει υλοποιήσει τα ως τώρα τα συμφωνημένα! Όλοι ανεξαιρέτως μιλούν για «πρόσθετα μέτρα»! (Μικρή εξαίρεση, η Ενέργεια και το μεσοπρόθεσμο, με το δεύτερο, όμως, να σχετίζεται απολύτως με τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο 3ο μνημόνιο, ή όχι, και σε καμιά περίπτωση να μη σχετίζεται με ελληνικές υποχρεώσεις που δεν έχουν εκπληρωθεί, αφού για να καταρτίσει η Ελλάδα μεσοπρόθεσμο πρέπει πρώτα να έχει ξεκαθαρίσει ότι το ΔΝΤ θα συμμετάσχει στη χρηματοδότηση, ώστε να καταγραφούν και οι σχετικές εκταμιεύσεις του δανείου του ΔΝΤ στο μεσοπρόθεσμο).

3. Η συζήτηση που γίνεται, επιδιώκει να εμφανίσει γενικώς ως οιονεί υποχρέωση της Ελλάδας να πράξει παν ό,τι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του ΔΝΤ στο 3ο μνημόνιο! Και επειδή η Ελλάδα δεν αποδέχεται τους πρόσθετους και πέραν του 3ου μνημονίου όρους που τίθενται (ή -για να είμαι ακριβέστερος- αποδέχεται διάλογο για πρόσθετα μέτρα πέραν του 3ου μνημονίου και πέραν του 2018, υπό την απολύτως λογική και θεμιτή προϋπόθεση ότι θα έπρεπε να λάβει πρόσθετα ανταλλάγματα από τους πιστωτές της για τα πρόσθετα μέτρα που τής ζητούνται, για παράδειγμα μέτρα γενναιότερης ρύθμισης του χρέους της), είναι η Αθήνα εκείνη που ευθύνεται για το αδιέξοδο.

4. Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα -και εν προκειμένω η κυβέρνηση Τσίπρα- που ευθύνεται για το αδιέξοδο, επειδή η Αθήνα καθυστέρησε να ολοκληρώσει τη β΄ αξιολόγηση, ελέγχεται ως ιδιαζόντως σαθρό! Γιατί; Διότι ακόμη κι αν αποδεχόταν κανένας τη μεταφυσική προσέγγιση ότι η αυτή αξιολόγηση θα μπορούσε να ήταν αποσυνδεδεμένη από την εκκαθάριση της εκκρεμότητας σχετικά με τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο 3ο μνημόνιο, τίποτα δεν θα απέτρεπε την κλιμάκωση των προβλημάτων που γεννά στο γερμανικό εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, και μάλιστα εν όψει εκλογών, η αυτο-παγίδευση Σόμπλε στη σύμπραξη Ε.Ε.-ΔΝΤ για τα προγράμματα διάσωσης στην ευρωζώνη. Παγίδευση, από την οποία πλέον ο ίδιος δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί, καταβάλλοντας σοβαρότατο πολιτικό κόστος και καταδικάζοντας ίσως εξ αιτίας του είτε σε σοβαρή πολιτική υποχώρηση τους Γερμανούς δεξιούς χριστιανοδημοκράτες, είτε -ακόμη και- σε εκλογική ήττα τους. Κάτι, που μέχρι πριν δέκα ημέρες εμφανιζόταν ως απολύτως απίθανο σενάριο!

5. Ο διλημματικός χαρακτήρας που εντέχνως -και με αμιγή μικροκομματικά κριτήρια- έχει αναφυεί στο επί του πραγματικού ανύπαρκτο ερώτημα «ολοκλήρωση αξιολόγησης ή εκλογές», είναι τελείως πλασματικός! Γιατί; Διότι οι υψηλές οφειλές της Ελλάδας προς εξωτερικούς πιστωτές της που τοποθετούνται προς εξυπηρέτηση το προσεχές καλοκαίρι, υπάρχουν δυνατότητες και λύσεις να αντιμετωπιστούν (ακόμη και ιδίοις μέσοις -αν και με αρκετή δυσκολία). Άλλωστε, ακόμη κι αν η Ελλάδα αποδεχόταν το σύνολο των πρόσθετων απαιτήσεων μέρους των πιστωτών της, η συμμετοχή του ΔΝΤ στο 3ο μνημόνιο δεν είναι σε καμιά περίπτωση διασφαλισμένη -το αντίθετο μάλιστα- όπως εξήγησα προηγουμένως. Δηλαδή, ακόμη κι αν δεχόταν άμεσα η Αθήνα όλα τα πρόσθετα και εκτός 3ου μνημονίου μέτρα που τής ζητούνται, παραμένει εξαιρετικά πιθανό το ΔΝΤ να μην ξεκαθαρίσει στο αμέσως προσεχές διάστημα αν θα συμμετάσχει ή όχι, και επομένως ο κ. Σόιμπλε (κατά τις δικές του δηλώσεις) θα πρέπει να απευθυνθεί στο γερμανικό κοινοβούλιο και να ανακοινώσει την απουσία του ΔΝΤ, μη δυνάμενος (επαναλαμβάνω, κατά τις δικές του δηλώσεις) να εισηγηθεί τη συνέχιση του 3ο μνημονίου. Όμως, αν είτε έτσι-είτε αλλιώς η Γερμανία δεν μπορεί να συνεχίσει στο 3ο μνημόνιο χωρίς το ΔΝΤ, τότε γιατί άραγε η Ελλάδα να λάβει σήμερα πρόσθετα μέτρα και μάλιστα για μετά το 2018, σε μια ηχηρότατη διακωμώδηση των δημοκρατικών διαδικασιών στο πλαίσιο της Ε.Ε.; 

Τί πρέπει να γίνει;

- Η Ελλάδα, ορθότατα αποδέχεται να εισέλθει σε διάλογο για πρόσθετα και πέραν του 3ου μνημονίου μέτρα που τής ζητούνται, με αντάλλαγμα πρόσθετες υπέρ της αντιπαροχές, για παράδειγμα περισσότερα και γενναιότερα μέτρα προς ρύθμιση του ελληνικού χρέους.

- Ορθότατα εισέρχεται η Ελλάδα σε τέτοιο διάλογο, τόσο για λόγους εντυπώσεων έναντι των πιστωτών της και ενώπιον της διεθνούς κοινότητας, πολιτικής και οικονομικής, όσο και για λόγους ουσίας! Δηλαδή, ακόμη και στην απολύτως απίθανη περίπτωση που η Ελλάδα θα δεχόταν πρόσθετα και πέραν του 3ου μνημονίου μέτρα και το ΔΝΤ θα ανακοίνωνε άμεσα τη χρηματοδοτική συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα, θα ήταν εθνικά μειοδοτικό τα πρόσθετα μέτρα που θα θέσπιζε η Ελλάδα να μη συνοδεύονταν με ταυτόχρονα πρόσθετα ανταλλάγματα υπέρ της χώρας μας. 

- ...αλλά, ακόμη κι αν δεν κλείσει η αξιολόγηση, τί ακριβώς είναι εκείνο και με ποιόν τρόπο, που εγγυάται στη χώρα και τους πολίτες της ότι με προκήρυξη εκλογών και ανεξαρτήτως αποτελέσματος, το ΔΝΤ θα αποδεχόταν τη συμμετοχή του στο 3ο μνημόνιο; Πέραν του ότι η Ελλάδα, λόγω πρόωρων εκλογών, θα εμφανιζόταν στη διεθνή κοινή γνώμη με τη διχασμένη εικόνα μιας προεκλογικής αντιπαράθεσης και όχι υπό τη σημαία της ενότητας ότι νέα μέτρα δεν είναι ανεκτά από κανέναν και κανένας δεν θα συναινεί στην αντιδημοκρατική πρακτική προταβολικής νομοθέτησης  μέτρων που θα κληθεί να υλοποιήσει η ...επόμενη κυβέρνηση (με ποιάν άραγε πολιτική νομιμοποίηση;), ο χρόνος θα επιβάρυνε την ελληνική θέση, όποιος κι αν κέρδιζε τις εκλογές! Και με όποιαν τυχόν νέα ελληνική κυβέρνηση, το γερμανικό κοινοβούλιο θα συμφωνούσε να συνεχίσει στο 3ο μνημόνιο ακόμη και χωρίς το ΔΝΤ; Το πιστεύει κανένας αυτό; Κι αν ναι, ποιός είναι αυτός και γιατί δεν το δηλώνει δημόσια και ευθέως;

- Η Ελλάδα ορθότατα συνεχίζει να αρνείται την αποδοχή των πρόσθετων μέτρων, χωρίς προηγουμένως να έχει κατατεθεί ρητή και κατηγορηματική ανάληψη δέσμευσης του ΔΝΤ ότι θα συμμετάσχει στο 3ο μνημόνιο. Επί πλέον, η Ελλάδα ορθότατα συνεχίζει να αρνείται την αποδοχή των πρόσθετων μέτρων, χωρίς προηγουμένως να έχουν συμφωνηθεί πρόσθετα ανταλλάγματα υπέρ της Ελλάδας για τα πρόσθετα μέτρα που της ζητούν να λάβει. Η λογική που ζητεί να αποδεχτεί η χώρα μας τα πρόσθετα μέτρα που τής ζητούνται, χωρίς να έχει εξασφαλίσει προς όφελός της κανένα πρόσθετο αντάλλαγμα (δηλαδή, με κόστος σε βάρος των συμφερόντων της χώρας), είναι πολιτική μειοδοσίας. Παράλληλα, η λογική που ζητεί να γίνουν αποδεκτά τα πρόσθετα μέτρα που τής ζητούνται, μπας και πειστεί να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο 3ο μνημόνιο και χωρίς ρητή και κατηγορηματική δέσμευση του Ταμείου ότι θα συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο ελληνικό πρόγραμμα, είναι πρόταση που επισωρεύει πρόσθετα βάρη στους πολίτες, χωρίς βέβαιο αποτέλεσμα, αντιθέτως, μάλιστα, με λίαν επισφαλές αποτέλεσμα. Υπάρχει κάποιο από τα ελληνικά κόμματα που συμφωνεί μ’ αυτά; Αν ναι, οφείλει να το δηλώσει δημοσίως!

- Τέλος, σε καμιά απολύτως περίπτωση η ορθότατη -επαναλαμβάνω- άρνηση της Ελλάδας να αποδεχτεί έτσι γενικώς πρόσθετα μέτρα, δεν άγει σε έξοδο από το ευρώ και επιστροφή στη δραχμή. Ένα επιχείρημα, που όσο περνούν οι ημέρες γίνεται κι αυτό ολοένα και περισσότερο μέρος κρίσιμο του εκβιασμού «κλείσιμο της αξιολόγησης με οποιαδήποτε μέτρα ή πρόωρες εκλογές»! Ούτε ισχύουν, ούτε μπορούν να γίνουν αποδεκτές τέτοιες αυθαίρετες, ανερμάτιστες, σκόπιμες και υποβολιμαίες αναφορές!                                                        

Όμως, πέραν όλων όσων ανέφερα έως εδώ, υπάρχει και το τελευταίο και κατά τη γνώμη μου και σοβαρότερο αντεπιχείρημα του να γίνουν δεκτά τα πρόσθετα μέτρα, ή εάν όχι και τα πρόσθετα μέτρα δεν γίνουν αποδεκτά, να προκηρυχτούν πρόωρες εκλογές. Και το μείζον αντεπιχείρημα είναι ότι η χώρα δεν αντέχει πλέον να καταλήξει σε επιλογές, υπό το κράτος εκβιασμών!

Είναι πια υπόθεση εθνικής επιβίωσης, ό,τι αποφασιστεί για την Ελλάδα και εφαρμοστεί από ‘δω και πέρα να είναι απόρροια πειστικής αποδοχής της κοινής γνώμης ότι αυτή είναι η ορθότερη λύση για την προαγωγή του εθνικού συμφέροντος. Ταυτόχρονα, η όποια απόφαση να είναι προϊόν της ελευθέρας βούλησης των Ελλήνων, και όχι αποτέλεσμα εκβιαστικού διλήμματος, όπου στον έναν πόλο του διακυβεύματος βρίσκονται οι καταστροφικές πρόωρες εκλογές.

Η σημερινή κυβέρνηση (καθώς και οποιαδήποτε άλλη τυχόν ήθελε σήμερα να βρισκόταν σήμερα στη θέση της) οφείλει:

  • Να απρορρίψει τον εκβιασμό, με την παραδοχή ότι εάν υποκύψουμε σ’ αυτόν συναινούμε οριστικά σε μια εθνική καταστροφή, και
  • Να συνεχίσει τη σκληρή διαπραγμάτευση, χωρίς προσφυγή σε πρόωρες κάλπες που θα επιτείνουν το αδιέξοδο και επιζητώντας ό,τι περισσότερο μπορεί να διασφαλιστεί υπέρ του εθνικού συμφέροντος.