15 Μαρ. 2017

Πως ήρθε η ιδεολογική κυριαρχία της συντήρησης

Τα 3 μεγάλα ψέματα της δεξιάς παράταξης

Η ιδεολογική επικυριαχία της δεξιάς πολιτικής παράταξης στην Ευρώπη, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, δεν προέκυψε τυχαία! Ήρθε ως ώριμη συνέπεια αδυναμίας της προοδευτικής πολιτικής παράταξης να αρθρώσει λόγο διαχείρισης της πολιτικής συγκυρίας, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

 Η ιδεολογική αντεπίθεση που εξαπέλυσε η διεθνής συντήρηση κατά της σοσιαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής γενιάς στα τέλη του 20ου αιώνα, πρωτίστως στηρίχτηκε σε δύο "οχήματα":

- τη θεσμική αποσταθεροποίηση του ρόλου των μέσων ενημέρωσης (που από μηχανισμός ιδεολογικής επικυριαρχίας του δημοκρατικού προτάγματος μετέπεσαν σε υπηρέτη συμφερόντων), και

- την ταξική ύπνωση των μεσαίων στρωμάτων. Ιδίως αυτά, τα μεσαία στρώματα, έζησαν τη μεγαλύτερη στην ιστορία διεύρυνση του εισοδήματος τους ως ποσοστού επί του ΑΕΠ στις καπιταλιστικές χώρες, χωρίς, όμως, ανάλογη διεύρυνση και του πολιτικού λόγου τους στους συσχετισμούς δυνάμεων στις δυτικές δημοκρατίες.

Η δεξιά παράταξη, επέλεξε κυρίως αυτές ακριβώς τις κοινωνικές ομάδες των μικρομεσαίων («μη προνομιούχους» τους ονόμασε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1980 και σήμερα αποδεικνύεται μάλλον ο πιο εύστοχος όρος), για να επιχειρήσει την ιδεολογική αντεπίθεση, αποτιμώντας ότι εκείνες συνιστούν την πιο αδύναμο κρίκο του προοδευτικού πολιτικού μετώπου, που είχε σχηματιστεί ήδη από τη δεκαετία του 1980.

Το ιδεολογικό come back της διεθνούς δεξιάς, ωστόσο, στηρίχτηκε σε τρία μεγάλα ψεύδη:

    1. Στη θέση ότι η συλλογικότητα σκοτώνει την ατομική ελευθερία,
    2. Στη θέση ότι το κοινωνικό κράτος είναι αντι-αναπτυξιακό και απειλεί μάλιστα την εισοδηματική στήριξη των μικρομεσαίων ως αντίρροπη δημοσιονομική σταθερά, και
    3. Στη θέση ότι η παγκοσμιοποίηση είναι μεγάλη δημοκρατική κατάκτηση.

Αντίλογος στη θέση 1: Η πρώτη θέση, απέκτησε πιστοποίηση εγκυρότητας, από την ανελευθερία που επικράτησε στα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Για να το πετύχει απέκρυψε συνειδητά ότι η ιστορικά αναντίρρητη συλλογικότητα της πρώτης περιόδου της Οκτωβριανής επανάστασης, είχε καμφθεί και υποχωρήσει απολύτως, από την εποχή ήδη της επικυριαρχίας του Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τσουγκασβίλι και είχε εκπέσει σε κομματοκρατία και δη και ακραίου γραφειοκρατικού νεποτισμού.

Σε καμιά περίπτωση δεν συνάγεται από την ιστορία ότι οι κοινωνικές και επαγωγικά πολιτικές συλλογικότητες συνιστούν αντίρροπη δύναμη της εξατομικευμένης ελευθερίας του πολίτη. Τουναντίον, κυρίως από τη Γαλλική επανάσταση και μετά, οι συλλογικότητες υπήρξαν εκείνα τα πολιτικά υποκείμενα που εγγυήθηκαν τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής διαδικασίας. Και μάλιστα, επίσης από την ιστορία συνάγεται ότι όποτε οι ίδιες συλλογικότητες απώλεσαν δύναμη στην πολιτική εξέλιξη, κατεγράφη βαρύ δημοκρατικό κόστος που πολύ δύσκολα στη συνέχεια αποκατάσταθηκε.

Αντίλογος στη θέση 2: Οι δημοσιονομικές ατασθαλίες της περιόδου 1995-2005 (δηλαδή η δεκαετία άναρχου προσπορισμού από ιδιωτικούς φορείς των αποθεμάτων του καταρρέοντος λεγόμενου «σοσιαλιστικού στατοπέδου» στην Ευρώπη), έδωσαν την ευκαιρία στη συντηρητική πολιτική παράταξη να ενσπείρει στους μικρομεσαίους το φόβο ότι η δημοσιονομική στήριξη του κοινωνικού κράτους, οδηγεί σε μείωση του όποιου διαθέσιμου τμήματος του ΑΕΠ προς κατανομή στους περισσότερο αδύναμους πολίτες. Ουδέν ψευδέστερο τούτου! Ιδίως την περίοδο της κρίσης και με την επέλαση των συνεπειών της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης, αποδεικνύεται το απολύτως αντίθετο!

Επί πλέον, η εμφανιζόμενη ως ανεπίτρεπτα δαπανηρή (και πράγματι ήταν) εικόνα των δημόσιων συστημάτων υγείας, δεν οφειλόταν σε αύξηση της δαπάνης για δράσεις που κατάληγαν σε εισοδηματική στήριξη μη προνομιούχων στρωμάτων, αλλά σε ραγδαία αύξηση του κόστους παροχής υπηρεσιών προς τους πολίτες, από τον συστηματικό εισοδισμό ιδιωτικών συμφερόντων στον κλάδο. (Το συνταξιοδοτικό, που για να ενισχύσει την έωλη επιχειρηματολογία της επιστράτευσε η πολιτική δεξιά και συμπεριέλαβε στην ίδια ατζέντα, διαφοροποιείται πλήρως, τόσο διότι οι πόροι για τη λειτουργία του κατά 30% και μόνο προέρχονταν από δημοσιονομικές πηγές (3μερής χρηματοδότηση) όσο και διότι η σημερινή χρηματοδοτική κατάρρευση του συνταξιοδοτικού σε σημαντικό βαθμό οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, όπως για παράδειγμα το PSI+).  

Αντίλογος στη θέση 3: Η ελευθερία στη διακίνηση των κεφαλαίων, συμπίπτει άραγε (η εν πάση περιπτώσει προάγει) τις εξατομικευμένες ελευθερίες που εγγυάται μια σύγχρονη δημοκρατία; Η απάντηση το ερώτημα είναι αυτονόητη!

Το αντίθετο, πρόκειται για αντικρουόμενες λειτουργίες και σχεδόν σε απολύτως αντίστροφο βαθμό όσο περιορίζονται οι ατομικές ελευθερίες αυξάνεται η κινητικότητα των διαθέσιμων κεφαλαίων και όσο ενισχύονται οι ατομικές ελευθερίες, επιβάλλεται αποτελεσματικότερη δημοκρατική εποπτεία στην κίνηση των διαθέσιμων κεφαλαίων.

Μ’ αυτά τα τρία μεγάλα ψεύδη πορευτήκαμε, λοιπόν, μέχρι την κατάληξη στη σημερινή εικόνα επικυριαρχίας της πληρωμένης από συμφέροντα ενημέρωσης προς τους πολίτες.

Και στο χέρι των πολιτών παραμένει η ανατροπή των ψευδών, για ωριμότερη και πιο ποιοτική δημοκρατία.