29 Απρ. 2017

Φαινόμενα αποσύνθεσης στα Σκόπια

Τί συμβαίνει στα Βαλκάνια

Η επιδρομή του στίφους στην Βουλή των Σκοπίων, προ ημερών, θέτει επί τάπητος το μεγάλο θέμα του ρόλου των Βαλκανίων στη νέα -και υπό παρατεινόμενη αποσταθεροποίηση- ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Η ποιοτική μετάσταση της ευρωπαϊκής κρίσης, από χρηματοικονομική -αρχικά- σε κρίση πολιτικής και εν συνεχεία σε κρίση στρατηγικής, φυσιολογικό είναι να επεκτείνεται σ’ όλην την έκταση του γεωπολιτικού χώρου, ο οποίος ορίζεται από την ευρωπαϊκή υπόθεση. Πολύ περισσότερο, εάν (όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα) τίθενται υπό αμφισβήτηση ή ακόμη και υπό αίρεση θεμελιώδεις εγγυητικές εξασφαλίσεις που φαινόταν έως σήμερα να προσφέρει η Ε.Ε. σε πληθυσμούς «υπό υιοθέτηση». Αν η «υποσχετική της ένταξης» στο πλαίσιο της γνωστής πολιτικής διευρύνσεων της Ε.Ε. κατόρθωσε να ξεγελάσει, επί μία δεκαπενταετία περίπου, τα βαθύτατα πάθη που εμπεριέχονται στην ίδια τη φύση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού πειραματισμού, η απόσυρση του ευρωπαϊκού επεκτατισμού από τη φιλοδοξία να περιλάβει στους κόλπους του πολύ ευρύτερα εδάφη και πληθυσμούς από τα ιστορικά αναλογούντα στο εγχείρημα, σήμερα ασφαλώς θα έχει διαλυτικές συνέπειες.

Την πλήρη επίπτωση του προβλήματος βλέπουμε σήμερα στις ευρω-τουρκικές σχέσεις και φυσικά και στην χερσόνησο του Αίμου.

Η περίπτωση των Σκοπίων, ιδίως, διακωμωδεί απολύτως την αστεία απόπειρα να εφευρεθούν γεωπολιτικές και εθνολογικές αναφορές επί ανυπάρκτων διεθνο-πολιτικών και ιστορικών δεδομένων, ως δήθεν επαρκούς εγγύησης για τη βιωσιμότητα κρατιδίων άνευ ιστορικού λόγου και αιτίας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στα Σκόπια!                     

(Κι αν η περίφημη φράση «ποιός θα θυμάται το σκοπιανό σε 10 χρόνια», στις αρχές της δεκαετίας του ’90, έχει από μακρού καταπέσει ως δήθεν «σοφή πρόβλεψη» στο στενό πλαίσιο των ελληνο-σκοπιανών σχέσεων δικαιώνοντας απολύτως όσους είχαν τότε διαφορετική γνώμη, σήμερα η δυναμική αποσύνθεσης του κρατιδίου επικυρώνει πόσο ανόητη υπήρξε εκείνη η μητσοτακική προφητεία: Ακόμη κι αν η Ελλάδα είχε υποχωρήσει και ανεχτεί την ιστορικο-πολιτική παραχάραξη δημιουργίας κράτους της «Μακεδονίας» στα Βαλκάνια, σήμερα αυτό το κράτος, τα ίδια διαλυτικά προβλήματα θα αντιμετώπιζε).

Τα Σκόπια, εκτός από την έωλη υπόσταση της σκοπιμότητας ύπαρξής τους, εξ αρχής υπέφεραν από την ασάφεια εκείνου του απροσδιόριστου λόγου που επέβαλε τη δημιουργία τους. Η ίδρυση και η διαφάλιση της ύπαρξης τους στηρίχτηκε στην εξωτερική πολιτική των Αμερικανών Δημοκρατικών, που στις αρχές της δεκαετίας του ’90, υπό τη διπλωματία Κλίντον – Όλμπραϊτ, επέλεξαν τα Βαλκάνια ως πεδίο διεκδίκησης μέρους ενάσκησης της δυτικής επιρροής στην περιοχή, και ενώ κατέρρεε το στρατόπεδο του λεγόμενου «υπαρκτού» σοσιαλισμού. Την επόμενη περίοδο, σημειώθηκε στροφή της αμερικανικής διπλωματίας αρχικά επί Μπους στο Ιράκ. Ακολούθησε, επί προεδρίας Ομπάμα, η βαθμιαία πολιτική και στρατιωτική απόσυρση των Η.Π.Α. από πολλές περιοχές του κόσμου όπου έως τότε ασκούσαν επιρροή (μεταξύ άλλων και από τις αραβικές χώρες στη Βόρειο Αφρική, με αποτέλεσμα την καταστροφική «Αραβική Άνοιξη» που ευνόησε η ευρωπαϊκή μεγαλομανία ως -αποδεδειγμένα πλέον- επικίνδυνο υποκατάστατο της εποπτείας των Η.Π.Α.), συμπεριλαμβανομένων και των Βαλκανίων.

Σήμερα αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το έλλειμμα εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. στα Βαλκάνια (της οποίας η ευρωπαϊκή πολιτική διευρύνσεων ασφαλώς δεν μπορεί να είναι ουσιώδες υποκατάστατο), χρεοκοπεί με διαλυτικές συνέπειες για τα πιο αδύναμα κράτη των Βαλκανίων, πρώτα-πρώτα τα Σκόπια.

Το κενό ηγεμονίας των Η.Π.Α. στο κρατίδιο, από καιρό τώρα διαγκωνίζονται να καλύψουν η Μόσχα (που επί ματαίω επιζητεί προνομιακό σύμμαχο στα Βαλκάνια), η Τουρκία (στο πλαίσιο του γνωστού μεγαλοκρατισμού της Άγκυρας και για να ασκήσει πιέσεις στην Ε.Ε.) και πλέον και ο αλβανικός εθνικισμός (που τακτικά συμπραττει με τον Ερντογάν).

Μοναδικό στοιχείο συνοχής του κρατιδίου έχει απομείνει η συγκολλητική ουσία περί την εξουσία Γκρουέφσκι, η οποία συνιστά μηχανισμό αποδιδόμενης σ΄ αυτόν διαφθοράς, μεγάλου βάθους. Περισσότερο, όμως κι από την ίδια τη διαλυτική δυναμική του κρατιδίου, αυτό που ενδιαφέρει είναι οι επαγωγικές συνέπειες του διαφαινόμενου κατακερματισμού του. Διότι το «κόλπο» της «Μεγάλη Αλβανίας» και η δεδομένη άρνηση της Σερβίας να αποδεχτεί νέα αλλαγή συνόρων στην περιοχή, εγκυμονεί έναν νέο γύρο κινδύνων υπερθέρμανσης των Βαλκανίων.

Και αυτό πρέπει να αποτραπεί με πρωτοβουλίες που θα αναλάβουν οι χώρες της περιοχής, ενδεχομένως στο πλαίσιο μιας διεθνούς διάσκεψης για το ζήτημα. Γιατί αν τα Βαλκάνια αναμείνουν τις παρεμβάσεις της Ε.Ε., μόνον αισιοδοξία δεν θα εδικαιολογείτο...