14 Μαϊ. 2017

Σημαντικές εξελίξεις στην Ευρώπη

Ο Μάης του ’68 και ο Μακρόν

“Caminante, no hay camino,

se hace camino al andar”

(Antonio Machado)

…Διαβάτη, ο δρόμος δεν υπάρχει,

τον δρόμο τον φτιάχνεις προχωρώντας...

Η ανάληψη των καθηκόντων του από τον 8ο πρόεδρο της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, Εμανουέλ Μακρόν, οριοθετεί κατά τη γνώμη μου το τέλος της περιόδου που συνεπήρε την Ευρώπη στο μέγα ταξίδι των πολιτικών προοδευτικών οραμάτων και της δημοκρατικής ωρίμανσης του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ήταν ταξίδι σπάνιας εμπειρίας ιδεολογικών συγκινήσεων και αναμφίβολης αθωότητας, σε ό,τι αφορά τη σχέση των επιβαινόντων σ’ εκείνο με τις «εξουσίες» πάσης μορφής. Στα «οχήματά» του μεταφέρθηκαν «αποσκευές» γνήσιας ανατρεπτικής δύναμης και «επιβάτες» που επικαθόρισαν καίρια το σκηνικό με τις σκέψεις, τις ελπίδες και την ουτοπία τους. Περισσότερο, όμως απ’ όλα, αυτό που κατέστησε τούτο το ταξίδι ιστορικά μοναδικό, ως περιστατικό πολιτικής αρμοδιότητας, είναι ότι οι συνταξιδιώτες δικαιούνται να δηλώνουν ότι δεν άφησαν σε κανέναν τα περιθώρια εξαπάτησής τους, ως υποκείμενα της εξέλιξης των πραγμάτων. Γνωρίζαμε τί θέλαμε και φτάσαμε στον προορισμό της διαδρομής που μας αναλογούσε, σταματώντας άμα τη αφίξει εκεί, όπου ανομολογήτως ψυχανεμιζόμασταν -χωρίς ποτέ να το δηλώσουμε ευθέως- ότι «ως εδώ ήταν».            

Θαρρώ, πως όσο περισσότερο προσπαθούμε σήμερα (αναπολώντας εκείνον τον Μάη) να μιλήσουμε για την εγγύηση που προσφέρει ο αυθορμητισμός των μαζών σε μια πολιτική διεργασία πρόκλησης αλεπάλληλων ρηγμάτων στο σώμα της κοινωνικής συντήρησης, τόσο περισσότερο θα διαπιστώνουμε τον θάνατο της Πολιτικής του 20ου αιώνα. Αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα στα κλέη όσων πετύχαμε και στον θρήνο απωλείας του κύκλου της ιστορικής στιγμής, οφείλουμε μόνο την αυτοκριτική ότι αφήσαμε με την αδράνεια αίσθησης μιας δικαίωσης (= το τέρμα του δρόμου), σε αναρμόδιες και τελικά εχθρικές των απόψεών μας δυνάμεις και πρόσωπα, να πάρουν τη σκυτάλη και να γράψουν εκείνα τον άδικο και μονομερή επίλογο μιας αταίριαστης λήθης.         

Κατανοώ, ακόμη, σήμερα, ότι βιώνοντας αυτόν τον πολιτικό κύκλο εξατομικευμένα, αν και με εδραία και αμετακίνητη συναίσθηση της συλλογικότητας του εγχειρήματος, αναδύεται απ’ όλ’ αυτά η μελαγχολία μιας προσωποποιημένης δήλωσης «τέλους εποχής». Έτσι, όμως, γραφόντουσαν πάντα τα τελευταία λόγια σε τέτοιες περιπέτειες. Σαν να απέμενε ως κατακλείδα μια μικρή παρέα «μολυβιών της μνήμης», συγγράφοντας μανιασμένα για το αύριο, που -όμως- κινείται πλέον πέρα απ’ αυτά τα λιγοστά πρόσωπα.         

Η επέλευση του Μακρόν, από την άλλη, είναι η πιο «κενή οραμάτων» νικήτρια πολιτική δύναμη που θυμάμαι! Ετεροκαθορίζεται από τις ανάγκες της εποχής όσο αυτό έχει συμβεί περισσότερο παρά ποτέ, αντί να θέτει στόχους για την ικανοποίησή τους. Την ίδια στιγμή, διαθέτει την ανεπανάληπτη ευκαιρία να χαράζει τον δρόμο της πολιτικής πραγματικότητας που η ίδια κομίζει, εν τη γενέσει της.       

Το στοιχείο αυτό έχω την εντύπωση πως προσφέρει στην προοδευτική πολιτική παράταξη και τις μάζες που την ακολουθούν τη μοναδική ευκαιρία να είναι εκείνες που θα κρατήσουν το μολύβι, αφαιρώντας το από τα χέρια της συμπαιγνίας των εξουσιών που επιχειρούν να «καπελώσουν» νωρίς-νωρίς το ίχνος του 21ου αιώνα.

Δεν έχω να υποδείξω εδώ τρόπους, μεθόδους, κόλπα και τακτικές για τον σκοπό αυτόν! Όχι γιατί δεν σκέπτομαι τέτοια ή δεν μπορώ να τα διατυπώσω. Το αντίθετο, μάλιστα, η πρόκληση να το κάνω με τραβάει απ’ το μανίκι! Αν το έκανα, όμως, θα συνέπραττα στο αμάρτημα της υπόδειξης πολιτικών δράσεων, θανατώνοντας την οσμή αυτονομίας του ’68 που βρισκόταν και μοιραζόταν σήμερα απλόχερα στους κήπους του προεδρικού μεγάρου, κι ας καμώνονται πολλοί ανάμεσά μας που την οσμιζόντουσαν ότι ήταν απούσα.