24 Μαϊ. 2017

Μετά το eurogroup…

Χρέος και Πολιτική

Η παγκόσμια οικονομική κρίση αλλά -ιδίως- η μακρά ανεπαρκέστατη διαχείρισή της στην Ε.Ε., έχουν εγκαταστήσει στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος το αντικείμενο του εξωτερικού χρέους των κυρίαρχων χωρών.

Τα αστρονομικά νούμερα αποτύπωσης του προβλήματος, σε απόλυτους αριθμούς και διάφορα παραμερικά δεδομένα, επαρκούν πλήρως για να αποκαλύψουν ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη καπιταλιστική κρίση στην ιστορία (ως οικονομικό, εννοώ εδώ, και όχι ως πολιτικό, ζήτημα). Το βάθος και η έκταση του προβλήματος, αλλά -κυρίως- η ανυπαρξία μέσων ουσιαστικής αντιμετωπισής του (τόσο σε ό,τι αφορά τις τρέχουσες συνέπειές του όσο και την εξουδετέρωση των αιτίων που το προκαλούν), όμως, το έχουν πλέον μετατρέψει στο μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα του 21ου αιώνα, το οποίο πιθανότατα θα επικαθορίσει και τη σκιά της εκατονταετίας στην Ιστορία.

Η οικονομική διάσταση του χρέους των κυρίαρχων χωρών, εν τη ρύμη του πολιτικού χρόνου, το έχει καταστήσει τον πλέον εξαρτησιογόνο παράγοντα των κρατών. Αν τις προηγούμενες δεκαετίες το πρόβλημα εκδηλωνόταν ως η εξαίρεση της παγκόσμιας οικονομικο-πολιτικής πραγματικότητας, σήμερα συνιστά τον κανόνα! Και έχει μεγάλο ενδιαφέρον (πραγματικό και συμβολικό) ότι -σε μια σπάνια ιστορική «παραξενιά» της υπόθεσης- οι συνέπειές του πλήττουν τόσο τις φτωχές όσο και τις αναπτυγμένες χώρες, σε μια αδήριτη επιβεβαίωση ότι η κρίση είναι παγκόσμια και ότι συναρτάται με τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων και την κίνησή τους -πρόκειται δηλαδή για μια κλασσική περίπτωση κυκλικής και συστημικής καπιταλιστικής κρίσης!

Στην περίπτωση της Ελλάδας -μοναδική σήμερα περίπτωση σε παγκόσμια κλίμακα- όλα τα αρνητικά στοιχεία του θέματος συναθροίζονται με απολύτως καταστροφικό τρόπο:  

-         Ως ποσοστό επί του ΑΕΠ η σχέση είναι αστρονομική και μη επιδεχόμενη χειρισμών τύπου crisis management! Το ελληνικό χρέος χωρίς γενναίο «κούρεμα» δεν μπορεί να καταστεί αντιμετωπίσιμο (και όχι «βιώσιμο», όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, διατύπωση που μάλλον παραπέμπει σε νοηματική αναφορά διατήρησης του χρέους σε υψηλά επίπεδα και όχι μείωσής του),

-         Υπό την οπτική της «εξυπηρετησιμότητάς» του προκύπτει επίσης αδιέξοδο, διότι υπό τις κρατούσες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες στην Ε.Ε. (προβλέψεις Ευρωπαϊκών Συνθηκών και εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία τροποποίησής τους, τρέχουσα οικονομική πολιτική ευρωζώνης κ.λπ.), για να μπορεί η Ελλάδα να αποπληρώνει κανονικά τις οφειλές της, θα πρέπει να το κάνει σε συνθήκες πλήρους απουσίας διαθέσιμων κεφαλαίων για επενδύσεις, δηλαδή σε σκηνικό ύφεσης, ανεργίας και περαιτέρω συρρίκνωσης του εναπομένοντος κοινωνικού κράτους,

-         Η σχέση αύξησης ΑΕΠ/αύξησης χρέους παραμένει εκτός ελέγχου, με το ΑΕΠ να μειώνεται (αλλά και οι προσδοκίες για μελλοντική μεγέθυνσή του να είναι πολύ περιορισμένες), την ώρα που το χρέος αυξάνεται και μάλιστα αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των ήδη υφισταμένων  υποχρεώσεων της Ελλάδας,

-         Η ανυπαρξία εναλλακτικών τρόπων εξασφάλισης φθηνού χρήματος (με τα ευρωομόλογα να προχωρούν πολύ αργα και την Ελλάδα αποκλεισμένη από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ), ωθεί σε επαναληπτικότητα και αναπαραγωγή του υφεσιακού κύκλου, αφού τα όποια πλεονάσματα και ανεξαρτήτως του πώς εξασφαλίστηκαν κατευθύνονται αποκλειστικά σε αποπληρωμές (και μάλιστα εκτός Ελλάδας), στραγγαλίζοντας την κατανάλωση.

Γιατί πήγαν τόσο άσχημα τα πράγματα με το ελληνικό χρέος;

Αν εξαιρέσουμε την προϊστορία της συζήτησης αυτής (η γνωστή θέση περί τεμπέληδων και υπερκαταναλωτικών Ελλήνων) και επικεντρωθούμε στην ουσία (δηλαδή στο πώς επιχειρείται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα), νομίζω πως το αδιέξοδο προέκυψε από τη σύμπτωση 3 αρνητικών παραγόντων:

  1. Την άθροιση στην Ελλάδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους σε έναν κοινό «λογαριασμό» (μοναδική περίπτωση στα παγκόσμια χρονικά), με κοινό αντικριστή των απαιτητών χρεών το ελληνικό κράτος. (Σε ανάλογες περιπτώσεις στην ευρωζώνη, στην Ισπανία τα χρέη των τραπεζών δεν ενεγράφησαν στο δημόσιο χρέος, στην Κύπρο οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν σε βάρος των καταθετών τους, στην Ιρλανδία το ιδιωτικό χρέος -μακράν το υψηλότερο στην ευρωζώνη- δεν «ενόχλησε» τους ιδιώτες πιστωτές της χώρας (από φόβο μήπως οι κολοσσοί που έχουν επιλέξει ως έδρα τη χώρα λόγω της χαμηλής φορολογίας αποσυρθούν), και στην Πορτογαλία οι οφειλές μέρους του εξωτερικού χρέους της χώρας (προς το ΔΝΤ εν προκειμένω) αποπληρώνονται σήμερα δαπάναις του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QΕ) της ΕΚΤ, αφού τα επιτόκια του QE είναι πολύ χαμηλότερα του δανεισμού από το ΔΝΤ. Αν υποθέσουμε ότι κανένας τεχνικά καταμετρά και υπολογίζει τις επιπτώσεις σε βάρος της Ελλάδας σε ανταγωνιστικότητα και μόνο σε σύγκριση τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, απ’ αυτά και μόνο τα στοιχεία αντιλαμβάνεται διά γυμνού οφθαλμού γιατί η ελληνική οικονομία χωρίς «κούρεμα» του χρέους της δεν σώζεται!).
  2. Την απόλυτη ακαμψία των θεσμικών πιστωτών της Ελλάδας, οι οποίοι αντί να διευκολύνουν τις ανάγκες δανεισμού της χώρας μας για να εξυπηρετήσει τις εξωτερικές οφειλές της με τη μετατροπή μεγάλου μέρους του χρέους προς ιδιώτες σε διακρατικό χρέος, μεσο-μακροπρόθεσμα την επιβάρυναν περισσότερο, αντί να τη διευκολύνουν. (Η προκαταβολική αποστέρηση από τον οφειλέτη κάθε διαπραγματευτικής του δυνατότητας -ακόμη και εκείνης της οιονεί απειλής να καταγράψει απώλειες ο δανειστής αν δεν επιδείξει την ευελιξία να διευκολύνει τον οφειλέτη του με καλύτερους όρους αποπληρωμών, αποδεικνύεται καταστροφική για την ελληνική οικονομία. Το διακρατικό χρέος ως συμπαγές δημοσιονομικό μέγεθος μη επιδεχόμενο παρεμβάσεων απομείωσης εξ ορισμού, στην περίπτωση της Ελλάδας οδηγεί σε αδιαλλαξίες των πιστωτών της Ελλάδας, που εκτός από ατυχέστατες πολιτικές διαχείρισης των αναγκών της τρέχουσας οικονομίας, συνθέτουν ένα σκηνικό παρατεταμένης άγονης απομύζησης και των θεμελιωδών παραγωγικών αποθεμάτων της χώρας μας, με ολέθριες και μόνιμες συνέπειες για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.
  3. Το «κούρεμα» μέρους του χρέους προς ιδιώτες (PSI+) έγινε με ελάχιστες μέριμνες αξιοποίησης των θετικών στοιχείων του προς συμβολή στη δομική ανασύνθεση της ελληνικής οικονομίας. Περιορίστηκε στο ονομαστικό και μόνο μέρος της απομείωσης και μάλιστα με όρους που εξανέμιζαν εξ αφετηρίας σοβαρό ποσοστό των όποιων διαγραφών χρέους έγιναν. (Σε παλαιότερη εκτεταμένη αρθρογραφία μου έχω εξηγήσει ότι η συμπερίληψη στο «κούρεμα» ελληνικών ομολόγων που διακρατούσαν οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία ενέγραψαν στις ονομαστικές διαγραφές ελληνικού χρέους τις απώλειες των τραπεζών και των ταμείων, τις οποίες λίγο αργότερα η Ελλάδα αναγκάστηκε να χρηματοδοτήσει εκ νέου, με τις νέες ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών και τις τρέχουσες χρηματοδοτήσεις αναγκών των ταμείων. Έτσι η Ελλάδα, είναι σαν να διέγραφε χρέος από τη μία μεριά και να το ...επανεγγράφει από την άλλη).                                                 

Σήμερα, οι εξελίξεις στο ελληνικό χρέος, κινούνται με μόνο στοιχείο αναφοράς σ’ αυτό αναγκαιότητες πολιτικών σχεδιασμών, ενώ όλοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα: Χωρίς γενναία ονομαστική απομείωσή του και άμεσα, δεν μπορεί ρεαλιστικά να γίνεται στα σοβαρά λόγος τιθάσευσής του. 

Ένα από τα καθοριστικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι ότι -εκτός από τα κατ’ εξοχήν πολιτικά κίνητρα των θεσμικών δανειστών μας χωρών-μελών της Ε.Ε.- με πολιτικά και κομματικά κίνητρα εν πολλοίς το χειρίζεται και το ελληνικό πολιτικό δυναμικό! 

-         Ο κ. Βενιζέλος προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται τις αστοχίες του «κουρέματος» που ο ίδιος έκανε, εκλωβιζόμενος στη μυθολογία περί της δήθεν επάρκειας του PSI+, ώστε να επιμένει και εις πείσμα της πρόδηλης αλήθειας ότι μετά από το «κούρεμα» το ελληνικό χρέος ήταν υπό έλεγχο (ενώ δεν ήταν),

-         Ο κ. Σαμαράς επέμεινε μέχρι τέλους στο μη αναγκαίο ενεργοποίησης της πρόνοιας της απόφασης του eurogroup του Νοεμβρίου 2012 για νέες παρεμβάσεις απομείωσής του ελληνικού χρέους από πλευράς των ευρωπαίων πιστωτών μας, πετώντας στον κάλαθο των αχρήστων μια σημαντική ευκαιρία ελάφρυνσής του (αδιευκρίνιστο παραμένει και σήμερα το κίνητρο αυτής της με ευθύνη Σαμαρά αυτοεξαίρεσης της Ελλάδας από ελαφρύνσεις του χρέους της που εδικαιούτο), και

-         Ο κ. Τσίπρας, σήμερα, εμφανίζει συμπεριφορά ιδιότυπης παλινωδίας, αφήνοντας με ατυχέστατες αναφορές του αμέσως μετά το ναυάγιο του τελευταίου eurogroup ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο να αποδεχτεί μιαν ακόμη «εικονική» και όχι ουσιαστική απομείωσή του, υιοθετώντας  την κοροιδία Σόιμπλε απέναντι στη διαχείριση του ελληνικού χρέους!      

Να το ξεκαθαρίσουμε: Ο κ. Τσίπρας το μόνο για το οποίο δικαιούται να επιχαίρει από την περίοδο διακυβέρνησής του (και αφού φυσικά απέτυχε να ανατρέψει την μνημονιακή πραγματικότητα για την Ελλάδα) είναι ότι πέτυχε να διαμορφώσει ένα καλό πλαίσιο για τον περαιτέρω  χειρισμό της μεγάλης εκκρεμμότητας του ελληνικού χρέους. Αν το απολέσει και αυτό, θα πρόκειται για πραγματική πολιτική τραγωδία!