22 Ιουν. 2017

Στον κολοφώνα αποβλάκωσης του κομματισμού το πολιτικό μας σύστημα

Τί είναι τελικά η απόφαση του Eurogroup;

Καλή ή κακή;

Τώρα που ολοκληρώθηκε ο κύκλος των αντιδράσεων των κομμάτων σχετικά με την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup, θα προσπαθήσω να επιχειρήσω μια αποτίμηση των πραγμάτων.

Πριν απ’ αυτό, όμως...

Για μια κατά κοινή ομολογία κρίσιμη απόφαση, δεν έχω ξανακούσει τόση κενολογία και τόση βλακεία, συγκεντρωμένες στις δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών. Αν με τέτοιες πολιτικές προσεγγίσεις επιχειρείται να βγούμε από το κακό, τότε ο θανατός μας είναι περισσότερο από βέβαιος. Και δεν θα οφείλεται στο βασικό αίτιό του, δηλαδή την παταγώδη αποτυχία της απόπειρας ελληνικής διάσωσης κόντρα στις θεμελιώδεις αρχές της επιστήμης των οικονομικών και κατά βάρβαρη παραβίαση των δημοκρατικών λειτουργιών οργανωμένου δυτικού κράτους, αλλά στην ανοχή των κομμάτων μας στον αυτοκαταστροφικό πολιτικό μικρονοϊσμό.       

Οι δηλώσεις των κομματικών ηγεσιών, όλες ανεξαιρέτως, αποκαλύπτουν τη βαθύτατη ιδεολογική και πρακτικά πολιτική αφασία που κυριαρχεί στον δημόσιο βίο μας, καθιστώντας τους πολίτες υποζύγια της αφόρητης ανεπάρκειας των πολιτικών αρχηγών, μολονότι κρίνονται πολύ σοβαρά πράγματα και με τέτοιες συμπεριφορές ηγεσιών θανατώνεται κάθε περίπτωση να συγκροτηθεί κοινή σταση του πολιτικού μας κόσμου για τη συνέχεια, ακόμη και για τους πλέον αυτονόητους εθνικούς σκοπούς.

Έτσι, τα αναμφισβήτητα θετικά σημεία της απόφασης (όπως για παράδειγμα η σημαντικότατη πρόοδος στο θέμα του χρέους) και τα υπαρκτά αρνητικά της (όπως για παράδειγμα η ανεπαρκειά της σε ό,τι αφορά την ασφαλή δρομολόγηση ένταξης της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ), αντί να ξεκαθαρίζουν στα μάτια των πολιτών (και αυτό είναι ευθύνη των κομμάτων), καταλήγουν να επιτείνουν τη σύγχυση, για να κερδίσουν ο Αλέξης, ο Κυριάκος και η Φώφη λίγα ψηφουλάκια παραπάνω. Και αφήνω τα υπόλοιπα κόμματα, διότι κρίνω πως συνιστούν συμπτώματα της φανερής εκδήλωσης του φαινομένου της παράφρονος πολιτικής μεταβλητής, που ταλαιπωρεί τον δημόσιο βίο μας.

Θεωρώ ως ακραία επιβαρυντικό για τα μεγάλα κόμματα ότι τα μεν δύο της αντιπολίτευσης (Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ.) δεν έχουν καν πει ποιά είναι η πολιτική τους για το ελληνικό χρέος, το δε μείζον κυβερνητικό κόμμα, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., έχει αποδεχτεί την αποδεδειγμένα λανθασμένη πολιτική των μανιοκαταθλιπτιικών δημοσιονομικών περιστολών, που τώρα μάλιστα την υπερασπίζεται κιόλας ως «λύση» για τα προβλήματα της χώρας.  

Κι όμως! Θα αρκούσε απ’ όλες τις πλευρές αδρή εξήγηση γιατί είναι η καλή ή κακή η απόφαση! Και δεν το έκανε ούτε ένας!!!

Ας το προσπαθήσω εγώ...

1. Πολιτική πτυχή: Από τα σημαντικότερα θετικά στοιχεία της απόφασης, ιδίως με δεδομένο ότι ελήφθη με τις γερμανικές εκλογές να επίκεινται. Η συνέχεια (με τις δηλώσεις Σόιμπλε αλλά και τις εξελίξεις στο γερμανικό κοινοβούλιο) για κάθε μάτι που μπορεί να διατηρεί επαφή αληθείας με τις εξελίξεις, παρά τα «παράσιτα» των κομματικών ηγεσιών, αποδεικνύει ότι η πτέρυγα Σόιμπλε υποχρεώθηκε σε άτακτη αναδίπλωση σε τρία σημεία: α. την εμμονή του ότι χωρίς χρηματοδοτική συμμετοχή του ΔΝΤ το 3ο μνημόνιο είναι «νεκρό» (και χρηματοδότηση δεν υπήρξε, ει μη μόνο «με υποσχετική» και εφ’ όσον περιγραφεί ακόμη λεπτομερέστερα η περαιτέρω απομείωση του ελληνικού χρέους από τους ευρωπαίους πιστωτές συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας, και το 3ο μνημόνιο συνεχίζεται κανονικά με εκταμίευση δόσης), β. την άλλη εμμονή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών ότι χρειαζόταν έγκριση του γερμανικού κοινοβουλίου για να προχωρήσει η συνέχιση του 3ου μνημονίου, η οποία αποσύρθηκε άρον-άρον κατά παράκληση του ίδιου του Σόιμπλε, και γ. την βασική εμμονή του ίδιου, ότι δεν μπορούσε να υπάρξει περαιτέρω περιγραφή της δέσμης μεσοπρόθεσμων μέτρων απομείωσης του ελληνικού χρέους, η οποία όχι μόνον υπήρξε αλλά και ως προς το περιεχόμενό της τροποποιεί τη φιλοσοφία με την οποία προσέγγιζε ως τώρα υπό την επιβολή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών η ευρωζώνη το ζήτημα του ελληνικού χρέους (Λεπτομέρειες στη συνέχεια).

Σημείωση απολύτως αναγκαία ακριβώς σ’ αυτό το σημείο: Επειδή ακούω στ’ αυτιά μου τις προσφιλέστατες στους μητσοτακικούς αλλά και βλακωδέστατες υπεκφυγές του τύπου «αφήστε τί κάνει ο Σόιμπλε, εμείς τί κάνουμε έχει σημασία», να υπογραμμίσω κάτι που (θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο: Οι αποφάσεις της ευρωζώνης για την ελληνική οικονομία περνούν από το Βερολίνο, κάτι που γνωρίζει άριστα το σύνολο της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας και το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών. Οι ελάχιστοι εναπομένοντες στην Ελλάδα που (κάνουν ότι) δεν το ξέρουν, ας απολογηθούν πριν απ’ όλα, στον εαυτό τους για την εθελούσια πολιτική τύφλωση που τους ταλαιπωρεί. Οι υπόλοιποι, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, θα μιλάμε με την πραγματικότητα! Γι’ αυτό είχε μεγάλη σημασία να ηττηθεί πολιτικά ο Σόιμπλε, αφού άνευ της ήττας του δεν θα υπήρχε κανένα καλό νέο για την Ελλάδα στην απόφαση του Eurogroup. Όμως και πέραν αυτού, η ήττα Σόιμπλε στην παρούσα συγκυρία, έχει τεράστια συμβολική και πρακτική σημασία, σχετικά με το πώς αντιμετωπίζουν πλέον οι αγορές και η διεθνής οικονομική και χρηματοπιστωτική κοινότητα την γερμανική υποχώρηση, την οποία πια η μεγάλη πλειοψηφία των οικονομολόγων σ’ όλον τον κόσμο, θεωρεί στοιχείο sine qua non για να μπορεί να συνεχίζεται η συζήτηση περί ελληνικής διάσωσης, άλλως...                          

2. Ποσοτική χαλάρωση: Αν και πρόκειται για απόφαση που δεν θα ελαμβάνε ούτως ή άλλως το Eurogroup, η απόφαση φέρνει βελτίωση των πιθανοτήτων να συμπεριληφθεί η Ελλάδα στο QE της ΕΚΤ έως τα τέλη του 2017. Όμως!... Η βελτίωση δεν είναι σε τέτοιο βαθμό, που θα καθιστούσε τη θετική αυτή εξέλιξη βεβαία. Τουναντίον, η επιφύλαξη παραμένει και επειδή συνδέεται με την περαιτέρω αποσαφήνιση των μεσοπρόθεσμων μέτρων απομείωσης του ελληνικού χρέους, που τοποθετείται μετά τις γερμανικές εκλογές, δηλαδή από Οκτώβριο και μέχρι τα τέλη του 2017, ακόμη κι αν τελικά έρθει, μπορεί έχει ελάχιστα θετικά αποτελέσματα. Δεν κατανοώ γιατί η κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει αμέσως το εν λόγω αδύναμο σημείο και το παρακάμπτει κάνοντας πως δεν το βλέπει, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να ζητήσει από τα κόμματα της ελληνικής αντιπολίτευσης να συντονιστούν όλοι μαζί και να ζητήσουν από τα γερμανικά πολιτικά κόμματα (το κάθε ελληνικό πολιτικό κόμμα από το ιδεολογικά προσκείμενο γερμανικό κόμμα), να δράσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, για να επιταχυνθεί κατά το δυνατόν η συμπερίληψη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χάλαρωσης της ΕΚΤ. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για σημείο της απόφασης του Eurogroup, σχετικά με το οποίο δεν μπορεί να γίνεται στα σοβαρά λόγος για επιτυχία της ελληνικής πλευράς.

3. Έξοδος στις αγορές: Απόφαση μερικής και μόνο απόδοσης, για την οποία δεν δικαιολογούνται κυβερνητικές δηλώσεις μεγάλης ικανοποίησης. Το θέμα, παρ’ ότι η αποκλιμάκωση των spreads τις μέρες μετά την απόφαση του Eurοgroup ήταν ταχύτερη απ’ όσο ανέμενα, δεν προσφέρεται ιδίως για επανάπαυση, αφού οι όροι υπό τους οποίους θα επιστρέψει η Ελλάδα στις αγορές χρήματος δεν εξαρτάται μόνον από την εικονα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και από την ευρύτερη οικονομική συγκυρία, κατά τη στιγμή κατά την οποία θα αναληφθεί η προσπάθεια. Θετικότερo σημείο της απόφασης του Eurogroup επ’ αυτού, η συγκεκριμενοποίηση πλαφόν ως ποσοστού επί του ελληνικού ΑΕΠ, που θα απαιτείται τα επόμενα έτη και μετά το μνημόνιο για την αποπληρωμή εξωτερικού χρέους της χώρας, στοιχείο που σε γενικές γραμμές περίπου προσδιορίζει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας από εξωτερικό δανεισμό μελλοντικά για αποπληρωμή του χρέους της.

4. Χρέος: Σημαντική βελτίωση τόσο σε ό,τι αφορά τη συγκεριμενοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων απομείωσης του ελληνικού χρέους όσο και τη φιλοσοφία με την οποία ως τώρα αντιμετώπιζε η ευρωζώνη το ζήτημα. α. ως προς το πρώτο σημείο, διασφήνιση των μεσοπρόθεσμων μέτρων απομείωσης του ελληνικού χρέους ακριβώς είναι αφ’ ενός μεν να οριστεί ο πρόσθετος χρόνος χάριτος, αφ’ ετέρου δε να οριστεί η επιτοκιακή μεταχείριση της περιόδου χάριτος. Και τα δύο περιλαμβάνονται στην απόφαση (έως 15 επί πλέον έτη πρόσθετη περίοδος χάριτος και επιτόκια ανάλογα με τα εξαιρετικά χαμηλά σημερινά). β. Ως προς την αλλαγή στη φιλοσοφία σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε έως σήμερα, δηλαδή να είναι η ταμειακή δημοσιονομική εικόνα της Ελλάδας ο βασικός παράγων αποτίμησης της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, στην απόφαση του τελευταίου Eurogroup ορίζεται ότι θα επαναϋπολογίζονται οι ανάγκες αναδιάρθρωσης του χρέους με βάση τις διαφορές μεταξύ της πραγματικής απόδοσης της ελληνικής οικονομίας και των εκτιμήσεων στο πλαίσιο των αναλύσεων βιωσιμότητας του χρέους, δηλαδή προβλέπεται ένας πάγιος μηχανισμός που μπορεί να εξασφαλίζει αναγκαίες απομειώσεις του χρέους πέραν των δημοσιονομικών στόχων (που ορίζονταν από τα μνημόνια).