18 Ιουλ. 2017

Ένας μύθος που πρέπει να καταπέσει

Γιατί δεν είναι καθόλου συγκρίσιμα

η έξοδος στις αγορές σήμερα

και το ομόλογο Σαμαρά

Με ιδιαίτερη επιμονή αφηγούνται εδώ και μερικές μέρες οι γνωστοί «αντικειμενικοί» αναλυτές των αγορών (και ενδεχομένως κάποιοι ανόητοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο τους ακολουθούν), ότι η κυβέρνηση Τσίπρα προετοιμάζει το εγχείρημα έκδοσης ομολόγων του ελληνικού δημοσίου με κεντρικό κριτήριο αν θα πετύχει επιτόκια δανεισμού καλύτερα από το λεγόμενο «ομόλογο Σαμαρά».

Για το τελευταίο απλώς να υπενθυμίσω (γιατί πάνω στην κοντή συλλογική μνήμη μας πατάει το νέφος πολιτικού ψεύδους που επιβάλλουν ισχυρά μέσα ενημέρωσης), ότι πρόκειται για ομόλογο που εξεδόθη λίγο πριν την αποχώρηση της κυβέρνησης Σαμαρά και διακινήθηκε με επιτόκιο δανεισμού 4,95%. 

Έτσι, με τα δεδομένα αυτά οι εν λόγω αφηγητές των αγορών διατείνονται ότι αν η κυβέρνηση Τσίπρα «πιάνει» επιτόκιο κάτω από 4,95%, θα προχωρήσει στην έκδοση ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, αν όχι, θα την αναστείλει, γιατί αν το δεχόταν θα ήταν αυτό πολιτική ήττα για την κυβέρνηση!

Μερικές θεμελιωδέστατες διαφορές του 2014 από το 2017, είναι οι ακόλουθες:

1. Το ομόλογο Σαμαρά εξαγγέλθηκε ως μοναδικής έκδοσης, δηλαδή θα ήταν μία και μόνη έξοδος στις αγορές, για τη συνέχεια μάλιστα θα έπρεπε να μεσολαβήσει σειρά ρυθμίσεων και προϋποθέσεων (τις οποίες θα εκθέσω στη συνέχεια), ώστε να επαναπροσδιοριστεί το εάν και το πότε θα μπορούσε να επαναληφθεί έξοδος στις αγορές και δη και μονιμότερη. Σήμερα, αντιθέτως, η έξοδος στις αγορές μελετάται ως εξ αρχής μονιμότερη επιλογή χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας και μάλιστα υπό την παραδοχή ότι αυτή η μονιμότητα πρόσβασης στις αγορές θα συνιστά και το βασικό εργαλείο της Ελλάδας για την αποπληρωμή του (απομειωμένου σε σύγκριση με το 2014) εξωτερικού της χρέους μακροπρόθεσμα.                 

2. Όταν εξεδόθη το ομόλογο Σαμαρά η τότε ελληνική κυβέρνηση διακήρυττε ότι το ελληνικό χρέος ήταν βιώσιμο και, επομένως, οι αγορές παρέμεναν εξαιρετικά επιφυλακτικές για τη μεσο-μακροπρόθεσμη εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, -γι’ αυτό άλλωστε επελέγη η έξοδος στις αγορές για μία και μόνη φορά! Σήμερα, οι δανειστές έχουν ήδη προχωρήσει σε ρυθμίσεις μείωσης του χρέους (βραχυπρόθεσμα μέτρα), έχουν δεσμευτεί για περαιτέρω μειώσεις (μεσοπρόθεσμα μέτρα, που θα συγκεκριμενοποιηθούν ακόμη περισσότερο, ήδη, όμως, παραχωρήθηκε χρονική αναβολή αποπληρωμών έως 15 και έτη), ενώ η υπόθεση του ελληνικού χρέους κάθε άλλο παρά θεωρείται σήμερα «τελειωμένο ζήτημα», όπως ήταν το 2014, με ρητή δήλωση τότε της ίδιας της κυβέρνησης Σαμαρά. Σήμερα, δηλαδή, λόγος γίνεται για συστηματική πρόσβαση στις αγορές, η μακροπρόθεσμη επιτυχία της οποίας ως επιλογή δεν πρόκειται να κριθεί από την έκδοση ενός ομολόγου. Ακόμη κι αν τα επιτόκια είναι υψηλότερα, τί σύγκριση θα μπορούσε να γίνει μεταξύ μιας «αρπαχτής πολιτικών εντυπώσεων» -προεκλογικά μάλιστα- και μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής εξωτερικού δανεισμού μακριά από εκλογές και με στόχο την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια; Η μακροπρόθεσμη εξέλιξη του ύψους των επιτοκίων δανεισμού είναι το «κλειδί» της επιτυχίας και όχι τα επιτόκια ενός ομολόγου!               

3. Όταν εξεδόθη το ομόλογο Σαμαρά, η χώρα κατευθυνόταν καθ’ ομολογία της τότε κυβέρνησης σε 3ο μνημόνιο, που ήταν κατά τους ευρωπαϊκούς κανόνες απαράβατος όρος για την ένταξη της Ελλάδας στη λεγόμενη πιστοληπτική γραμμή τύπου ECCL, που είχε περίπου εξαγγείλει επισήμως ο Αντώνης Σαμαράς (και που επικοινωνιακά δεν προέβαλε, εν όψει εκλογών). Μην κοιτάτε που οι τότε κυβερνώντες το ξεχνούν (ή σκοπίμως αποσιωπούν) αυτό, ευρισκόμενοι σήμερα στην αντιπολίτευση. Αυτή ήταν η τότε απόφαση της κυβέρνησης Σαμαρά -ομολογημένη, μάλιστα- και το περίφημο μέιλ Χαρδούβελη δεν ήταν παρά η «μπροστάντζα» για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το επερχόμενο 3ο μνημόνιο, τις λεπτομέρειες του οποίου θα συμφωνούσε ο Σαμαράς, εάν κέρδιζε τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 -όπως πίστευε. Σήμερα, σε τελείως διαφορετικές συνθήκες, όλες οι πλευρές, Ελλάδα και δανειστές, δηλώνουν ότι το εν ισχύι 3ο μνημόνιο ολοκληρώνεται στο μέσον του 2018, δηλαδή σε λιγότερο από ένα έτος από σήμερα και από κοινού εύχονται να μην υπάρξει επόμενο μνημόνιο. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να επιχειρηματολογήσω περισσότερο σχετικά με το πόσο πιο επιφυλακτικές είναι οι αγορές για τον δανεισμό χώρας υπό τους περιορισμούς προγράμματος της ΕΕ-ΔΝΤ, σε σύγκριση με τον δανεισμό χώρας που εξέρχεται από μνημόνιο.

4. Το ομόλογο Σαμαρά στόχευε περισσότερο στο εσωτερικό της χώρας και στην προσπάθεια να αποκτήσει κάποια στοιχειώδη «εικόνα αληθείας» το θλιβερό success story και λιγότερο στην εξωτερική χρηματοδότηση του ελληνικού χρέους. Σήμερα, στον απόλυτο αντίποδα, προσπάθεια πρωτίστως της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι σ’ ένα χρόνο να έχει τελειώσει με το 3ο μνημόνιο, για να μπορεί να κάνει τις επόμενες εκλογές από ευνοϊκή θέση. Για να το πετύχει αυτή η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα πρέπει εκτός από το να ολοκληρώσει το 3ο μνημόνιο, να έχει εξασφαλίσει πιστώσεις αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους από άλλη πηγή, αντί ενός νέου μνημονίου, δηλαδή με σταθερή πρόσβαση στις αγορές χρήματος. Μ’ άλλα λόγια, πρόκειται για τελείως διαφορετικές στρατηγικές διαχείρισης του ζητήματος «εξυπηρετησιμότητας» (και όχι βιωσιμότητας) του ελληνικού χρέους, αλλά και τελείως άλλες πολιτικές επιδιώξεις!

5. Τέλος, το 2014 ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη και τον κόσμο ήταν εξαιρετικά δυσμενέστερος σε βάρος της Ελλάδας, σε σύγκριση με τον σημερινό. Αρέσει ή όχι στην αντιπολίτευση, ο κόσμος δεν βλέπει πια Ελλάδα μέσα από τις περιγραφές των ελληνικών μέσων ενημέρωσης, αλλά μέσα από τον αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο της χώρας και την γενική πεποίθηση στην ευρωζώνη (πλην των γνωστών ελαχίστων εξαιρέσεων) ότι η πατρίδα μας έχει περίπου ολοκληρώσει τον κύκλο της δημοσιονομικής προσαρμογής και πρέπει να περάσει σε κύκλο αναπτυξιακό. (Η τελευταία απόφαση του Eurogroup το ορίζει ως «ρήτρα ανάπτυξης»).

Για όλους αυτούς τους λόγους, σύγκριση εξόδου στις αγορές σήμερα, με το ομόλογο Σαμαρά του 2014, δεν μπορεί να γίνει!

Τότε γιατί την επιχειρούν ορισμένοι; Το κάνουν διότι, προσπαθούν απεγνωσμένα (τη βοηθεία των γνωστών μέσων ενημέρωσης) να εμφανίσουν ως δήθεν αληθή την αφήγηση ότι η κυβέρνηση Τσίπρα το μόνο που έκανε ως τώρα ήταν να μας επιστρέψει σε ό,τι είχε …«πετύχει» ο Αντώνης Σαμαράς το 2014! Παραβλέπουν σκοπίμως τις θετικές εξελίξεις στο θέμα του ελληνικού χρέους, που αυτό και μόνο θα αρκούσε για να υπογραμμίσει τη συντριπτική βελτίωση της θέσης της Ελλάδας σε σύγκριση με το 2014. Αποσιωπούν πόσο έχει αλλάξει θετικά υπέρ της Ελλάδας ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων. Θολώνουν με σχεδιασμό παραχάραξης της πρόδηλης αλήθειας τα νερά, προσπαθώντας να δώσουν λογική υπόσταση και πειθώ στην γενική προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη (και με την σύμπραξη, λυπούμαι να πω, της Φώφης Γεννηματά) ότι όπου να ‘ναι καταστρεφόμαστε –όπως μας λένε αμετανόητοι από τότε που ορκίστηκε πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας.

Και για να τελειώνουμε…  Ο Αλέξης Τσίπρας πολιτικά απέτυχε! Όχι, όμως, για τους λόγους που ανερυθρίαστα επικαλείται η αντιπολίτευση! (Μόλις χθες υπουργός της απελθούσας κυβέρνησης Σαμαρά αλλά υπουργός και της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου, χωρίς καμιά αιδώ, τόλμησε να ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επειδή μείωσε λίγο την ανεργία! Η εκτόξευση επί των ημερών της, από  ανεργία της τάξης του 10% σε περισσότερο από 25%, δεν συνέβη ποτέ, θαρρείς!...).                               

Ο Αλέξης Τσίπρας, λοιπόν, απέτυχε, όχι γιατί είναι αληθή όσα αφηγείται η αντιπολίτευση Μητσοτάκη-Γεννηματά, αλλά διότι δεν κατάφερε να ανατρέψει την πολιτική που αντί να σώσει τη χώρα, όπως αρχικώς είχε επιδιωχθεί, την βύθισε ακόμη περισσότερο στην κρίση.         

…αλλά αυτή είναι μια κριτική, που αφήστε να την κάνουν όσοι -κι εγώ ανάμεσά τους- επιζητούσαν αυτήν την ανατροπή, ως την καλύτερη πολιτική για την Ελλάδα!  Αφήστε σε μας να κάνουμε κριτική! Σεις, όσοι μόνον την παλινόρθωση των ολετήρων της χώρας θέλετε, επιθυμείτε και προάγετε, περιοριστείτε στην αγιογράφηση της Θάτσερ, του Μπλερ και του αστείου εγχώριου ιδεολογικού κολαούζου τους κι αφήστε τις αξιολογήσεις για το έργο του Ανδρέα Παπανδρέου σε εκείνους που φέρουν τεκμήρια πειστικά της ιδεολογικοπολιτικής πραγματικής σχέσης τους με τον εμπνευστή της προοδευτικής επανάστασης που συνεπήρε τη χώρα από τη δεκαετία του 1980 ως τις παρυφές του 21ου αιώνα…