10 Αυγ. 2017

Μια συζήτηση που κάποτε πρέπει να γίνει… (1)

Τα 5 κύματα της ελληνικής κρίσης 

(Α΄ μέρος - Η περίοδος Σημίτη)

Η συζήτηση σχετικά με την κρίση στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την ασίγαστη ελαφρότητα του σκληρού ταξικού προσήμου που ορίζει τις εκατέρωθεν απόψεις σχετικά με τα αίτιά της αλλά και τις πολιτικές που δοκιμάστηκαν για την αντιμετώπισή της. (Και όταν εδώ λέμε «πολιτικές για την αντιμετώπιση της κρίσης» εννοούμε φυσικά την εξής μία: Τη μνημονιακή θεραπεία, αφού ο,τιδήποτε άλλο ακούστηκε η επιχειρήθηκε να τεθεί σε δημόσια συζήτηση και πολύ περισσότερο να εφαρμοστεί, ποινικοποιήθηκε πολιτικά εξ αφετηρίας και με σχεδόν μεταφυσικό τρόπο  ως το προανάκρουσμα της καταστροφής. Ίσως είναι καιρός οι οπαδοί των μνημονίων να αναλογιστούν αν στο οικονομικό πεδίο -για το οποίο εδώ η συζήτηση-  θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει κάτι χειρότερο από την απώλεια για το ελληνικό ΑΕΠ περισσότερο από 25% σε μια πενταετία! Δεν ξέρω αν οι μνημονιακοί -των ΣΥΡΙΖαίων συμπεριλαμβανομένων- το κατανοούν αλλά σε συνθήκες ειρήνης ποτέ άλλοτε δεν έχει καταγραφεί τέτοιας έκτασης ζημία για την οικονομία μιας χώρας, πολλώ δε μάλλον με τις οριστικώς εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, υπό τις οποίες καλείται η Ελλάδα να παραγράψει και τις συνέπειες της πανωλεθρίας).

Επιστρέφοντας στο κυρίως θέμα εξηγώ εξ αρχής ότι όταν ομιλώ περί «ταξικού προσήμου» στις απόψεις που επιχειρούν εκατέρωθεν να εντοπίσουν τα αίτια της κρίσης, αναφέρομαι ευθέως και στις μεθόδους που επίσης εκατέρωθεν προτάθηκαν για την ίαση του κακού.

Δηλαδή, από τη μία πλευρά προβλήθηκε ως δήθεν λύση στο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας η αναδιανομή του πλούτου υπέρ των ισχυρότερων (ανεξαρτήτως της συνοδευτικής πολιτικής αφήγησης του πράγματος, π.χ. μείωση της αμειβόμενης εργασίας και εσωτερική υποτίμηση για τη διάσωση θέσεων εργασίας και άλλα τοιαύτα οικονομικώς γλαφυρά κ.λπ.), και από την άλλη η ενίσχυση των ασθενέστερων, λες και ποτέ θα αρκούσε η αύξηση της ζήτησης ως ευθεία συνέπεια ενίσχυσης της αμειβόμενης εργασίας να επιλύσει δομικά προβλήματα μιας οικονομίας.

Γι’ αυτό και σήμερα πλέον οι ανοησίες περί «εθνικού σχεδίου» για την ελληνική οικονομία (ρητορική στην οποία ασκούνται με την ίδια αμετροέπεια κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά δεν απουσιάζει και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. με τη νεο-αλαζονική τακτική της ηγεσίας Γεννηματά) ακούγονται ως καλαμπούρια!

«Εθνικό σχέδιο» σε ποιά κοινή βάση παραδοχών που ενώνουν και συνεγείρουν τους πολίτες, ώστε να καρπίσει η προσπάθεια; Εδώ εξακολουθεί να κυριαρχεί η πρακτική διαχείρισης της κρατικής μηχανής από πλευράς ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και από την άλλη ο ιδιότυπος ακροδεξιός νεο-φιλελευθερισμός Μητσοτάκη! Που φέρει -κατά τη γνώμη μου- πολύ μεγάλο βάρος ευθύνης για τον διχασμό που γεννά η εφιαλτική αντιπολίτευσή του, αφού ως «δεύτερη επέλευση» της πολιτικής συντήρησης μετά τον ολετήρα Σαμαρά, θα όφειλε να κατέχει ότι η «ενότητα των πολιτών κατά της κρίσης» είναι το «εθνικό σχέδιο» που θα δικαιωθεί μελλοντικά, και όχι βέβαια το να γίνει ο εκπρόσωπος των κακής γενιάς των μετρίων πολιτικών τέκνων πρωθυπουργός -και δη και με αμφιλεγόμενα μέσα! Με την κυρία Γεννηματά, την ίδια ώρα, να τσαλαβουτάει στην ίδια κωμωδία περί «εθνικού σχεδίου», κομίζουσα την εξειδίκευση της καλύτερης προσφερόμενης τεχνικής ενάσκησης εξουσίας! Η πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει δίκιο: Οι περισσότερο διεφθαρμένοι πολιτικοί μηχανισμοί κυβερνάνε καλύτερα και αποτελεσματικότερα, αφού γνωρίζουν να λαδώνουν την κρατική μηχανή όποτε μπλοκάρει από τη μούργα της γραφειοκρατίας και του πελατειακού άγους. Αλλά, μπορεί να υπόσχεται κάτι τέτοιο ό,τι μοστράρεται ως η «τρίτη λύση»;…

1. Πρώτο και γενεσιουργό κύμα της κρίσης είναι η περίοδος Σημίτη. Κεντρικό στοιχείο της όχι βεβαίως η ένταξη στην ΟΝΕ, αλλά οι όροι τους οποίους συνομολόγησε ο τότε πρωθυπουργός. Οι ενδείξεις ότι η κρίση καιροφυλακτεί και ότι η ένταξη στο ευρώ, όπως έγινε, επιδεινώνει τα πράγματα ουκ ολίγες! Χαρακτηριστικότερο όλων το περιστατικό με το ασφαλιστικό, που έμεινε στην ιστορία, ως η περισσότερο παρά ποτέ αγιογραφημένη πολιτική αποτυχία! Ο Σημίτης, που με τον Σαμαρά είναι το δίδυμο των πιο πολύ και πιο προκλητικά υποστηριγμένων πρωθυπουργών στην Ελλάδα του μεταπολέμου από τα μέσα ενημέρωσης, εμφάνισε τις δικές του αποφάσεις υπό το μύθευμα ότι του τίς επέβαλε το «κακό κόμμα»! Λες και δεν ήταν δικό του το κόμμα! Ούτε οι αποφάσεις!  Ποτέ άλλοτε τόση πολλή δημοσιογραφική «κιτρινίλα» και στημένη ενημέρωση!  Και θα αρκούσε να δει κανένας τα φανερά πια κίνητρα των επιχειρηματικών και μιντιακών κύκλων που όρισαν εν πολλοίς την ενημέρωση κατά την πρωθυπουργία αυτών των δύο, Σημίτη και Σαμαρά, για να αποφανθεί ασφαλέστατα και για το πολιτικό ποιόν τους.

Αλλά και επί της ουσίας για το «ασφαλιστικό Γιαννίτση» ο κόλαφος είναι μεγάλος και δικαιώνει απολύτως αυτό που αποκάλεσα «ταξικό πρόσημο» στην αιτιολόγηση της κρίσης που ερχόταν, αλλά τη σπρώχναμε κάτω απ’ το χαλί της ανάπτυξης με εξωτερικό δανεισμό. Το σχέδιο Γιαννίτση επεδίωκε να εξασφαλίσει περισσότερα έσοδα για τα Ταμεία με εντυπωσιακά μονομερή πηγή προέλευσης των πρόσθετων πόρων που απαιτούνταν: Τις αμοιβές των εργαζομένων! Την ίδια ώρα περισσότεροι από 1 εκατ. μετανάστες από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ ενσωματώνονταν στον κύκλο της «μαύρης εργασία» με μόνο σκοπό τη διαφύλαξη και διεύρυνση των κερδών του ιδιωτικού τομέα. Αν βρει σήμερα έστω και ένας σε αντίλογο με όσα επικαλούμαι να μου υπενθυμίσει ένα μόνον ουσιαστικό μέτρο καταπολέμησης της «μαύρης εργασίας» στο ασφαλιστικό Σημίτη-Γιαννίτση, εγώ θα σφάλλω! ..αλλά εις μάτην η πρόκληση! Και αφήνω προσώρας τις βαρύτατες μεσοπρόθεσμα αρνητικές συνέπειες του τόσο φιλικού για τη «μαύρη εργασία» ασφαλιστικού Σημίτη-Γιαννίτση για την ανεργία, που ξέσπασε λίγα χρόνια αργότερα και με τα ελληνικά μίντια να κατηγορούν του Έλληνες νέους ότι σνομπάρουν τις δουλειές που έπαιρναν οι μετανάστες από την Αλβανία, την Ουκρανία, τη Ρουμανία κ.λπ.. Είχαν δίκιο οι σημιτικές εφημερίδες: Οι νέοι μας σνόμπαραν πράγματι αυτές τις δουλειές! Όχι, όμως επειδή ήταν υποτιμητικές, αλλά επειδή οι αμοιβές που δίνονταν για εκείνες ήταν απαράδεκτα χαμηλές, για να διευρύνεται το κέρδος των «επιχειρηματιών». Αμ έτσι, κάνω κι εγώ ανάπτυξη με καλπάζοντα εξωτερικό δανεισμό και χαίνουσα μαύρη εργασία!

Υπάρχει ακόμη για την περίοδο Σημίτη το άγος ένταξης της Ελλάδας στο κλαμπ ομάδας χωρών με πρόσβαση σε εξωτερικό δανεισμό, ο οποίο ανεξαρτήτως των χαμηλότερων επιτοκίων υπερέβαινε τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Αυτό, δηλαδή, που αργότερα τα ίδια μέσα ενημέρωσης αφηγήθηκαν και ενοχοποίησαν τον ελληνικό πληθυσμό συλλογικά για απερίσκεπτο δανεισμό. Αλλά προκαλώ οποιονδήποτε οικονομολόγο να μου εξηγήσει εάν η απερισκεψία βρίσκεται στον δανειολήπτη που αποδέχεται προσφερόμενη ρευστότητα, ή στον προσφέροντα τη ρευστότητα, με κεφάλαια που εξασφάλισε χωρίς η οικονομία της χώρας του υπό φυσιολογικές συνθήκες οικονομικά να το αιτιολογεί.  

Τέλος για το 1ο και γενεσιουργό κύμα της κρίσης επικαλούμαι προς απαξίωσή της και το ηθικό στοιχείο! Η πρωθυπουργία Σημίτη είναι η δημιουργός του ιδιότυπου νεποτισμού, που μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου οδήγησε στην κατάπτωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από κόμμα εξουσίας σε μηχανισμό εξουσίας. Έως την περίοδο Σημίτη το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κατηγορήθηκε συχνά από την αντιπολίτευση για σκάνδαλα, που από την ιστορία όμως κατεγράφησαν είτε ως λογικές κακές κυβερνητικές πρακτικές πολιτικού οργανισμού σε διακυβέρνηση είτε ως σκευωρίες κατασκευασμένες από τους πολιτικούς αντιπάλους του.  Από τον Σημίτη και μετά το «κόλπο» ενάσκησης της κρατικής εξουσίας επ’ ανταλλάγματι υπέρ των δημοσίων προσώπων γίνεται στοιχείο αναπόσπαστο του «συστήματος» που ήρθε για να διαδεχτεί το ιστορικό ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Προσωπικά θεωρώ την ατάκα Σημίτη «όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα» από τις αηθέστερες δημόσιες δηλώσεις πολιτικών προσώπων και μάλιστα ηγετών. Ένας ηγέτης ακόμη κι αν οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούν αδίκως οφείλει να επαναλαμβάνει ακούραστα και μονότονα ότι καταδικάζει ανυποχώρητα την πολιτική διαφθορά και όχι να συγκατανεύει εμμέσως στην προτροπή «κάνε ό,τι είναι να κάνεις, αρκεί να μη σε πάρουν χαμπάρι». Αυτό είναι κάτι που στο προσωπικό επίπεδο ποτέ δεν θα συγχωρήσω στον Κώστα Σημίτη και τους επιγόνους του καθώς και σ’ όσους το ανέχτηκαν.

Από τότε ξεκίνησε η αποστασιοποίησή μου από τις υποθέσεις του κινήματος...

(συνεχίζεται...)