11 Αυγ. 2017

Μια συζήτηση που κάποτε πρέπει να γίνει… (2)

Τα 5 κύματα της ελληνικής κρίσης

(B΄ μέρος –   Από τον Κώστα Καραμανλή στον Γιώργο Παπανδρέου)

2. Το δεύτερο κύμα της ελληνικής κρίσης αφορά στην περίοδο διακυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή.

Είναι διαπιστωμένο ότι ο Κώστας Καραμανλή ανάλαβε την πρωθυπουργία το 2004, υπό εξαιρετικά επιβαρυμένες συνθήκες για την Ελλάδα, με τη χώρα παγιδευμένη στα αδιέξοδα και τις δυσανεξίες των οικονομικών και διπλωματικών μονοδρόμων που κληροδότησε ο Κώστας Σημίτης, όπως προσπάθησα εν συντομία να εξηγήσω στο προηγούμενο μέρος Α΄, τούτης της σειράς πολιτικών αναλύσεων.

Εκτός από την οικονομική υποφώσκουσα κρίση (που επιδεινώθηκε σημαντικά από την αήθη πολιτικά και διαχειριστικά υπόθεση της Ολυμπιάδας του 2004 από το «σύστημα» του απελθόντος πρωθυπουργού), ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας είχε να αντιμετωπίσει και έναν δυσμενή συσχετισμό δυνάμεων για την Ελλάδα στα Βαλκάνια και το Κυπριακό, με τα Σκόπια να έχουν ενδυναμώσει τη θέση τους στη διεθνή κοινότητα μετά από μια σειρά αναγνωρίσεων του κρατιδίου με τη συνταγματική ονομασία του από πολλές χώρες και το σχέδιο Ανάν να απορρίπτεται από τους Ελληνοκυπρίους λίγες μέρες μετά την εκλογική νίκη Καραμανλή.   

Για να είμαστε συνεπείς με την πραγματικότητα θα πρέπει να ομονοήσουμε στην εκτίμηση ότι για την Ολυμπιάδα ο Καραμανλής δεν διέθετε τον χρόνο να κάνει τίποτα το ουσιαστικό για να αποτρέψει τις αρνητικές επιπτώσεις της αηθέστατης (πολιτικά και οικονομικά) διαχείρισης της Ολυμπιάδας από το απελθόν «σύστημα», για ένα γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας, που υπό άλλη διακυβέρνηση -αντί εκείνης του Κώστα Σημίτη- θα μπορούσε να έχει προσφέρει πολλά στην Ελλάδα. Άλλωστε, για τους καλά γνωρίζοντες την Πολιτική στην Ελλάδα, η Ολυμπιάδα ήταν μια από τις τελευταίες ευκαιρίες που είχε πετύχει να φέρει στη χώρα η πρωθυπουργία του ασθενούντος Παπανδρέου, με την Ολυμπιάδα να επέχει θέση κύκνειου άσματος για τον κύκλο του ιδρυτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., στοιχείο με το οποίο ο Κώστα Σημίτης ουδέποτε μπόρεσε να συμφιλιωθεί (ακόμη κι αν διαφωνούσε) προς όφελος της χώρας. (Και εδώ ανιχνεύεται μία ακόμη απόδειξη της «μικρής ηγεσίας» Σημίτη, όπως άλλωστε συμβαίνει με οποιαδήποτε ηγεσία ζει στη σκιά των μεγάλων ηγετών που διαδέχτηκε και αντιλαμβάνεται ότι συνιστά ανάξια συνέχειά τους).

Επιστρέφοντας στον Καραμανλή να σημειωθεί ότι έκανε σοβαρή προσπάθεια να αποκαταστήσει την ισχύ της Ελλάδας σε δύο πεδία:

- Το Κυπριακό, όπου μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκυπρίους, 3 εβδομάδες μετά την εκλογική νίκη Καραμανλή επί του Γ. Παπανδρέου (στον οποίο είχε κληροδοτήσει άρον-άρον ο Κ. Σημίτης το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για να γλιτώσει από την καταιγίδα που θα ακολουθούσε), η Ελλάδα βρισκόταν σε άχαρη θέση, και

- Το Σκοπιανό, όπου 4 χρόνια μετά με την απόφαση της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι (κόντρα σε Η.Π.Α., Τουρκία και μια σειρά άλλων χωρών), ο Κώστας Καραμανλής κατάφερε να ενισχύσει τη διεθνή θέση της Ελλάδας στο ζήτημα, παραγράφοντας εν πολλοίς για λογαριασμό της ελληνικής συντηρητικής παράταξης το άγος Μητσοτάκη που περικλείεται στην περίφημη ατάκα του πρόσφατα εκλιπόντος «ποιός θα θυμάται το Μακεδονικό μετά από 10 χρόνια;»!

Επίσης, ο Κώστας Καραμανλής έδωσε μάχη στο πεδίο της λεγόμενης «πολιτικής των αγωγών», περισσότερο σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της εμπεδωμένης ως τη δεκαετία του ΄90 πολυδιάστατης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που είχε ανακοπεί από τη δυτική μονομέρεια Σημίτη. Ωστόσο, ο Κώστας Καραμανλής με μικρή προετοιμασία για κίνηση τέτοιας εμβέλειας και τέτοιων σκοπών δεν πέτυχε πολλά πρακτικά αποτελέσματα για την ελληνική διπλωματία, αν και το άνοιγμα αυτής της ατζέντας και μόνον έχει τη δική του σημασία –καθόλου ευκαταφρόνητη.        

Όμως, ο Κώστας Καραμανλής απέτυχε παταγωδώς στην προσπάθεια να αντιστρέψει την καθοδική πορεία που ερχόταν για την ελληνική οικονομία! Η απογραφή Αλογοσοκούφη, αντί να αξιοποιηθεί ως κίνηση αποκάλυψης των αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας που παρέλαβε η κυβέρνηση της Ν.Δ. από το σημιτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ., κατέστη μετ’ ου πολύ κολυβήθρα του Σιλωάμ, με τον ίδιον τον Γιώργο Αλογοσκούφη να παραγράφει τα όσα είχαν προηγηθεί στην ελληνική οικονομία με τη φράση «η Ελλάδα μπήκε στην ΟΝΕ με το σπαθί της»!

Η δήλωση αυτή, συνιστά αφροσύνη μεγάλης σημασίας, διότι η παραμονή της Ελλάδας στο κλαμπ των ισχυρών χωρών μεγάλου δανειστικού περιθωρίου από το εξωτερικό και πέραν των δυνάμεων της ελληνικής οικονομίας (όρα προηγούμενο  Μέρος Α΄ τούτων των αναλύσεων), σηματοδοτεί την απώλεια μιας μεγάλης ευκαιρίας να είχε ανακοπεί η πλήρης εξαέρωση ανεξαρτησίας της ελληνικής οικονομίας από το διαφαινόμενο από τότε «γερμανικό ευρώ» και την κερδοσκοπία των funds.           

Οφείλουμε να αποδεχτούμε ότι και στη βασική επισήμανση των αναλύσεών μου, δηλαδή στο ταξικό πρόσημο της μνημονιακής απόπειρας να ελεγχθεί η κρίση, ο Κώστας Καραμανλής υπήρξε ιδιαίτερα φιλικός προς τον ιδιωτικό τομέα των επιχειρήσεων, σε βάρος μάλιστα της «οικονομίας των νοικοκυριών», που είναι η καρδιά των μικρομεσαίων ως σημαντικότερης κοινωνικής και παραγωγικής ομάδας της ελληνικής οικονομικής μηχανής. Σ’ ένα γράφημα από το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη «Σώζεται ο Τιτανικός», που έχω δημοσιεύσει παλιότερα, εμφανίζεται το μίγμα εσόδων του ελληνικού κράτους από φόρους από τη σχέση 75% από επιχειρήσεις και 25% από νοικοκυριά το 2004, το 2009 να έχει αντιστραφεί σε 25% έσοδα από επιχειρήσεις και 75% έσοδα από νοικοκυριά. Είναι η μεγαλύτερη ανακατανομή πλούτου υπέρ των επιχειρήσεων, αποφαίνεται ο Χριστοδουλάκης…

Το πόσο ατελέσφορη υπήρξε η οικονομική πολιτική Καραμανλή αποδεικνύεται από ένα ακόμη γεγονός: Ο δικός του «τσάρος» επί της Οικονομίας, δηλαδή ο Γιώργος Αλογοσκούφης, μετά την απογραφή και την κωλοτούμπα του «η Ελλάδα μπήκε στην ΟΝΕ με το σπαθί της», υπέβαλε αίτημα στην Ε.Ε. να αναγνωριστεί αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ από την Eurostat. Το αίτημα λίγο αργότερα έγινε αποδεκτό και η ΕΕ ανακοίνωσε αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 20%! Τι τραγικό! Η απώλεια για το ελληνικό ΑΕΠ την πενταετία της κρίσης είναι της τάξης του 25%, μεγαλύτερο δηλαδή από το «επίτευγμα Αλογοσκούφη»!

Τέλος, σε βάρος του Κώστα Καραμανλή καταγράφεται η ηχηρή υποχώρησή του υπέρ του εσμού πολιτικών, επιχειρηματικών και εκδοτικών συμφερόντων που λεηλατούν τη χώρα από την εγκαθίδρυση του συστήματος Σημίτη και εντεύθεν. Η διαιώνιση της ραδιοτηλεοπτικής ανομίας και η εσπευσμένη "κοπάνα" του από την πρωθυπουργία το 2009, για να παραγραφούν οι από τους ίδιους κύκλους στημένες υποθέσεις των υποκλοπών και του Βατοπεδίου, ήταν που έστρωσαν τον δρόμο για την επέλευση του Γιώργου Παπανδρέου και τον θρίαμβο της μνημονιακής «λύσης» στο οικονομικό αδιέξοδο της χώρας.

(Υγ.: Με τον Κώστα Καραμανλή είχα την ευκαιρία να συνομιλήσουμε οι δυο μας σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις μας αρκετές φορές. Σήμερα μετά από τόσα έτη δεν είναι αντιδεοντολογικό να μεταφέρω ορισμένα πράγματα, αφήνοντας φυσικά το μεγάλο και ουσιαστικό μέρος των διαλόγων μας εκτός δημοσίευσης. Κλείνοντας την αναφορά σ’ εκείνον νομίζω πως πρέπει να σταθώ στο τελευταίο σημείο αξιολόγησης της περιόδου διακυβέρνησής του, ενδεχομένως το σημαντικότερο όλων! Σε μία από τις συναντήσεις μας, μού εδήλωσε πως αισθανόταν να κάθεται στον ψηλότερο όροφο ενός πύργου, …ενώ από κάτω του δεν υπήρχε απολύτως τίποτα! Η παραβολική αναφορά του αφορούσε την κατάσταση του κόμματός του,  της Ν.Δ., ως μηχανισμού πεπαλαιωμένου και ξεπερασμένου, σε κάθε περίπτωση ανίκανου και απρόθυμου να συμβάλλει στην προσπάθεια να αποτραπεί η οριστική παγίδευση της Ελλάδας στις συνέπειες του αδιεξόδου όπου τήν είχε επιμελώς οδηγήσει ο προκάτοχός του πρωθυπουργός. Toν γόρδιο δεσμό να ανασυγκροτηθεί η ελληνική συντηρητική παράταξη εκ θεμελίων για να δύναται να καταστεί ηγέτιδα δύναμη του εγχώριου πολιτικού οικοδομήματος, ικανή να οδηγήσει την Ελλάδα σε μια βιώσιμη και ισορροπημένη σχέση με την Ε.Ε. δεν πέτυχε να επιλύσει ο Κώστας Καραμανλής. Ο εκ Θεσσαλονίκης επικοινωνιολόγος του, που δημιούργησε το μότο «Ώρα Καραμανλή», για να νοηματοδοτήσει τον προσδοκώμενο β΄ κύκλο καραμανλισμού στην χώρα μας, μετά την πρώτη περίοδο του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας από την μεταπολίτευση και εντεύθεν, αντιλαμβάνεται ασφαλώς το αδιέξοδο κα τον βαθμό αποτυχίας.  Κι όπως είπα, ίσως είναι το πιο αδύναμο σημείο της ηγεσίας του Κώστα Καραμανλή, αν και το πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό σύστημα που κυριαρχούσε τον έπληξε αλύπητα και ύπουλα. Δεν πρόκειται για αναφορά επιζήτησης ελαφρυντικών! Στην Πολιτική κανένας δεν ασχολείται με το γιατί μια ηγεσία πέτυχε η απέτυχε. Στον δημόσιο λόγο επικρατεί η επίδοση και τίποτα άλλο!

Όσοι γνωρίζουν τον Κώστα Καραμανλή -αν κι εγώ σε καμιά περίπτωση δεν φιλοδοξώ εδώ να υποκαταστήσω ή να εκπροσωπήσω τις πολιτικές απόψεις του, απλή αφήγηση γεγονότων κάνω- κατανοούν ότι πίστευε σ’ ένα μίγμα πολιτικής για την Ελλάδα, στηριγμένης στη θεσμική διαύγεια του Κωνσταντίνου Καταμανλή και την πολιτική αποτελεσματικότητα και την ευελιξία του Ανδρέα Παπανδρέου, στην οικονομία και την εξωτερική πολιτική.

Μόνον, που, όπως λέει και ο φίλος μου ο  Κώστας Τ. στο θαυμάσιο βιβλίο του, «Εμείς αλλιώς τα είχαμε σχεδιάσει»…) 

(συνεχίζεται...)