15 Αυγ. 2017

Μια συζήτηση που κάποτε πρέπει να γίνει… (4)

Τα 5 κύματα της ελληνικής κρίσης

(Δ΄ μέρος –   Η παρά πολιτική φύση κυβέρνηση Σαμαρά)

4. Με την εκδίωξη Παπαδήμου από την εξ ανάγκης πρωθυπουργία διαδοχής τού ανατραπέντος από το ευρωπαϊκό ιερατείο και την δεξιά εκσυγχρονιστική εσωκομματική φράξια στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., Γιώργου Παπανδρέου, ουσιαστικά χάνεται οριστικά κάθε ελπίδα ευθύγραμμης διαχείρισης του μνημονιακού πλαισίου.    

Με την απαίτηση Σαμαρά να γίνει εκείνος πρωθυπουργός, καθώς και με την αηθέστατη στάση του ίδιου απέναντι στον Γιώργο Παπανδρέου, ενώ η χώρα κλυδωνίζεται, όπως όλα συνοψίζονται στην ειρωνική φράση Σαμαρά «Ο Παπανδρέου ήρθε και μου υπέβαλε την παραίτησή του», το μνημονιακό «διασωστικό» υπόδειγμα της Ε.Ε. στην Ελλάδα μετατρέπεται από τεχνοκρατική εφαρμογή (καπιταλιστικής βεβαίως έμπνευσης και γερμανικής προέλευσης), σε πολιτικό διακύβευμα πανευρωπαϊκής σημασίας!

Το Βερολίνο δίνει τα ρέστα του για επικύρωση της μνημονιακής επιλογής, ως μόνης ανεκτής από τη Γερμανία μεθόδου χειρισμού της κρίσης στην ευρωζώνη και τις προβληματικές χώρες-μέλη. Ο ίδιος ο Σόιμπλε με δηλώσεις του ειδικά για την Ελλάδα δίνει το πρόσταγμα 3 μόλις μέρες πριν τις πρώτες εκλογές του 2012, προκαλώντας θυμωμένη (αλλά «νευρικού» περισσότερο τύπου) αντίδραση των Ελλήνων εκλογέων. Οι κάλπες, λίγες αργότερα, δίνουν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. 16,78%, καταβαραθρώνοντας τον Σαμαρά και τη Ν.Δ., από το 33,5% που είχε πάρει ο Κώστας Καραμανλής το 2009 στο 18,75% και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. από το 43,9% στο 13,18%.

Δύο μόλις μήνες πριν τις εκλογές του Μαΐου 2012, τον Μάρτιο, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, μόνος υποψήφιος, στην τρίτη κατά σειρά και συνεχή «δημοκρατική κωμωδία» άμεσης εκλογής της ηγεσίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τη βάση, έχει αναλάβει την ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

(Οι περισσότεροι παρατηρητές των πολιτικών εξελίξεων -ακόμη και οι εμπειρότεροι εξ αυτών- παραβλέπουν ή υποτιμούν τη σημασία του γεγονότος ότι με το δαχτυλίδι Σημίτη στον Γιώργο Παπανδρέου, την επανεκλογή Παπανδρέου στην κομματική ηγεσία μετά τις εκλογές του 2007, την εκλογή Βενιζέλου το 2012 -αλλά και με τη μεταγενέστερη εκλογή της κυρίας Γεννηματά- όλες αυτές τις αναδείξεις ηγεσίας με την πεντακάθαρα λαϊκίστικη μέθοδο της «άμεσης εκλογής», το ΠΑ.ΣΟ.Κ. βήμα-βήμα μεταπίπτει από κόμμα αρχών που αφορούν σε ευρείες κοινωνικές ομάδες και σε στελεχιακό προσωπικό δρων από πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές, σε εργαλείο συστημικής στήριξης με ρόλο συμπληρώματος σε διακυβέρνηση συντηρητικού πολιτικού προσήμου. Μετασκευάζεται εξελικτικά σε κεντρώο κόμμα του ευρωπαϊκού φιλελεύθερου μετώπου, σαν τα κόμματα που μεσουράνησαν τη δεκαετία του ’80 κυρίως στην -τότε Δυτική- Γερμανία και τη Βρετανία, συγκυβερνώντας είτε με τα συντηρητικά είτε με τα εργατικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Επρόκειτο για ένα εξαιρετικό πολιτικό «κόλπο» των Γερμανών και Βρετανών φιλελευθέρων, οι οποίοι με κόμματα εκλογικής επιρροής ανάμεσα στο 10 και στο 15% πέτυχαν να μείνουν στην κυβερνητική εξουσία ως εταίροι για μεγάλα συνεχή διαστήματα και ανεξαρτήτως του ποιός εκέρδιζε τις εκλογές. Έχω την εντύπωση ότι για μερίδα στελεχών του μετα-ανδρεϊκού ΠΑ.ΣΟ.Κ. αυτός είναι ο σκοπός-φιλοδοξία τους για τον χώρο που απέμεινε από το πρώην κραταιό κίνημα. Και επιθυμούν τέτοιο συμπληρωματικό πολιτικό ρόλο για το μεταλλαγμένο ΠΑ.ΣΟ.Κ. του 21ου αιώνα, διότι λόγω της μετριότητάς τους, που τήν συναισθάνονται έτσι κι αλλιώς, μόνο έτσι υπάρχει θέση και για εκείνους στο μελλοντικό πολιτικό σκηνικό ως αναγκαίες πολιτικές «αποσκευές» της ελληνικής δεξιάς. Αλλιώς, το «χρονοντούλαπο» που επικαλείτο συχνά-πυκνά ο παραταξιακός ιδρυτής, τούς περιμένει ορθάνοιχτο! Ποιοί «χωράνε» στη σκιαγράφηση των πολιτικών χαρακτήρων που μόλις έκανα, στην κρίση του καθενός…).

Και ο Σαμαράς;

Λίγο πριν ο Σαμαράς προβεί στο κρεσέντο πολιτικής ανευθυνότητας των Ζαππείων, της εγκληματικής ατάκας «εμπρός να ανακατάλαβουμε τις πόλεις μας (από τους μετανάστες!!!), που συνέβαλε καθοριστικά στην πολιτική και θεσμική  από-ενοχοποίηση του χρυσαυγητισμού και τη θριαμβευτική είσοδο των νεοναζιστών στη Βουλή, αλλά και πριν ο ίδιος παραμερίσει ανερυθρίαστα τα συμφέροντα της χώρας και εκδιώξει τον Παπαδήμο μόνο και μόνο για να γίνει πρωθυπουργός, είχε χρειαστεί να κερδίσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. (Ο Κώστας Καραμανλής μετά την «εθελούσια εκλογική ήττα» του το 2009 (όρα στα προηγούμενα Μέρη Α΄, Β΄ και Γ΄ του παρόντος κύκλου αναλύσεων), αποχώρησε από την ηγεσία της Ν.Δ. για να εκλεγεί νέος αρχηγός.  Στις 15 Οκτωβρίου 2009, ο Α. Σαμαράς ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για την προεδρία του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Με την υποστήριξη του Δημήτρη Αβραμόπουλου, που απέσυρε τη δική του υποψηφιότητα, στις εσωκομματικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 29 Νοεμβρίου 2009 ο Αντώνης Σαμαράς εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με ποσοστό 50,06% έναντι 39,72% της Ντόρας Μπακογιάννη και 10,22% του Παναγιώτη Ψωμιάδη. Για να εκλεγεί, όμως, με τη διαδικασία που εξελέγη, χρειάστηκε πρώτα να αλλάξει η από το κόμμα καταστατικά προβλεπόμενη διαδικασία εκλογής αρχηγού. Κι ακόμη κι αν για την καταστατική αλλαγή συναίνεσε και η ανθυποψήφιά του Ντόρα Μπακογιάννη, εντοπίζεται εδώ η αντικανονικότητα που παρατηρήθηκε και στην περίπτωση του Γιώργου Παπανδρέου, όταν εκείνος απαίτησε την για πρώτη φορά διαδικασία εκλογής αρχηγού απ’ ευθείας από τη βάση.

Ωστόσο, όπως είχα την ευκαιρία να εξηγήσω διεξοδικά στο προηγούμενο Γ΄ Μέρος, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. η με τέτοιον δημοκρατικά σαθρό τρόπο εκλογή του νέου αρχηγού, Γιώργου Παπανδρέου, δεν θα καταλογιζόταν από κανέναν, αφού γινόταν αισθητή ως ευκαιρία επιστροφής στα χέρια του «παπανδρεϊσμού», που ο Σημίτης είχε στη θητεία του διασύρει. Αντίθετα, στη Ν.Δ. η καταστατική αντικανονικότητα στην εκλογή του νέου αρχηγού αξιοποιήθηκε με αντίρροπη κατεύθυνση: Την έναρξη της συστηματικής προσπάθειας «απο-καραμανλισμού» της Ν.Δ., που συνεχίζεται ως και σήμερα.

ριν ο Αντώνης Σαμαράς διεκδικήσει την ηγεσία της Ν.Δ., στην τότε μεγάλης κυκλοφορίας εβδομαδιαία εφημερίδα «Επενδυτής», είχε δημοσιευτεί ένα άρθρο Σαμαρά, που ουσιαστικά ήταν το μανιφέστο θέσεών του, από δυνάμει ηγετική θέση. Διέκρινα μια γνωστή γραφή… Στη συνέχεια, μερικές μέρες πριν ο Αντώνης Σαμαράς ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την ηγεσία της Ν.Δ., σε μια συνάντησή μου με τον εξ απορρήτων του Χρύσανθο Λαζαρίδη, είχα εκφράσει τη γνώμη ότι έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα ο Σαμαράς σπρωχνόταν ανωρίμως στην ηγεσία της συντηρητικής παράταξης από μερίδα του κομματικού συστήματος που ορεγόταν την κρατική εξουσία …αλλά εγνώριζε πως εάν εκλεγόταν αρχηγός η Ντόρα Μπακογιάννη δεν θα τήν απολάμβανε ποτέ! Ανέφερα, επίσης, στον Χρύσανθο ότι κατά τη γνώμη μου σώφρον για τον Αντώνη Σαμαρά θα ήταν να ανέμενε τις εξελίξεις που προδιαγράφονταν μαύρες στην οικονομία, ώστε να έχει καλύτερες ελπίδες επιτυχίας ως πολιτική ηγεσία, μετά την καταιγίδα, οπότε και θα ήταν εκ των ελάχιστων προσώπων που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός στους πολίτες ως χρήσιμη εφεδρεία, με όλους τους άλλους φθαρμένους από την κρίση που σε λίγο θα εκδηλωνόταν με τον γνωστό άγριο τρόπο. Ο Χρύσανθος αντέτεινε ότι στην Πολιτική το timing δεν το επιλέγεις μόνον εσύ αλλά και οι εξελίξεις –μια άποψη γενικώς ορθή, που με τόσο προφανές όμως το «σπρώξιμο» Σαμαρά από τη μερίδα κομματικών παραγόντων που προανέφερα, διέτρεχε ο ίδιος τον κίνδυνο να καταστεί άθυρμα συμφερόντων –που εκπροσωπούσαν οι εν λόγω κομματικές δυνάμεις. Δεν επέμεινα όμως! Είχα διαγνώσει ότι η απόφαση να διεκδικήσει την ηγεσία της Ν.Δ. ήταν ειλημμένη. Μάλιστα, ο Χρύσανθος άρχισε να περιγράφει και το σχέδιο «του Αντώνη» για την οικονομία… -που αργότερα είδα να διακινείται ως τα περίφημα «Ζάππεια». Ο κύβος, είχε ριφθεί).

Μετά ήρθε η ανεκδιήγητη επιστολή Σαμαρά προς τους δανειστές, στην οποία τους διαβεβαίωνε ότι τα «Ζάππεια» είχαν αποσυρθεί και θα ακολουθούσε πειθήνια τη μνημονιακή ατραπό.     

Στις εκλογές που προκάλεσε ο Αντώνης Σαμαράς του 2012, η ακραία ανευθυνότητά του με την πατρίδα στη μέγγενη της καταστροφής, εκδηλώθηκε αμέσως! Παρ’ ότι με τη σύμπραξη της Ν.Δ., του (βενιζελικού) ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της ΔΗΜ.ΑΡ. σχηματιζόταν κυβέρνηση με τη δεδηλωμένη των 168 εδρών που συγκέντρωναν τα 3 κόμματα, ο Σαμαράς αντιμετώπισε την εντολή σχηματισμού που έλαβε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, ως «κουρελόχαρτο». Αντί να λάβει ως νεοδοκιμαζόμενος σε εκλογές αρχηγός της συντηρητικής παράταξης το μήνυμα πολιτικής απαξίωσης του 18,75% που έστειλαν οι εκλογείς και να δώσει τη μάχη για την ανάκτηση αξιοπιστίας για λογαριασμό της χώρας και της παράταξής του, κινήθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση.  Σκοπός του να μη σχηματιστεί κυβέρνηση από τη Βουλή που είχε εκλεγεί και να επαναληφθούν το ταχύτερο οι εκλογές, ώστε να βελτιώσει προσωπικά τη θέση του στις εξελίξεις που θα έπονταν.        

Ακολούθησε ο θεσμικός τραγέλαφος της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο οποίος με ασυγχώρητη ελαφρότητα, αντί να αξιοποιήσει την εντολή που είχε λάβει για να αποκαλύψει την ανευθυνότητα Σαμαρά, την διακίνησε σε μαζικούς φορείς, λες και γι’ αυτόν τον σκοπό το Σύνταγμα ορίζει τη διαδικασία παράδοσης των εντολών στα κόμματα! Φυσικά, λίγες μέρες αργότερα, η γελοία κίνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης που είχε λάβει ολοκληρώθηκε χωρίς αποτέλεσμα όπως αναμενόταν, και η τρίτη κατά σειρά εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ήχθη εις χείρας Βαγγέλη Βενιζέλου. Στο σημείο αυτό, ακριβώς, χάνεται μια μεγάλη ευκαιρία για το ΠΑ.ΣΟ.Κ. (ίσως η τελευταία για τα υπολείμματα του ιστορικού κινήματος) να ασκήσει ουσιαστική πολιτική και θεσμική παρέμβαση στις εξελίξεις, επιβάλλοντας τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αντώνη Σαμαρά άμεσα, στο πολιτικό πλαίσιο συνέχισης και ολοκλήρωσης του 1ου μνημονίου. Για να το πετύχει αυτό το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα αρκούσε ο κ. Βενιζέλος να προειδοποιούσε τον Αντώνη Σαμαρά ότι εάν δεν σεβόταν το αποτέλεσμα της κάλπης -που έδινε κυβέρνηση- και προκαλούσε ανεύθυνα δεύτερες εκλογές, δεν θα συμμετείχε το κίνημα σε σχηματισμό κυβέρνησης. Αντί γι΄ αυτό, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. συνέδραμε ολοψύχως στον ανεύθυνο σχεδιασμό Σαμαρά, που ακολούθως απεδείχθη πόσο καταστροφικός κατέστη για τη χώρα αλλά και το ίδιο το ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Στις δεύτερες εκλογές που ακολούθησαν κατόπιν του εκβιασμού που άσκησε ο Σαμαράς σε βάρος της χώρας και των εν συνεχεία κυβερνητικών εταίρων του, ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ΔΗΜ.ΑΡ., (και ο εκβιασμός του «πέρασε») η Ν.Δ. έλαβε 29,66%, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απογειώθηκε (με πολύ πιο συνειδητοποιημένη αυτή τη φορά τη στήριξη των εκλογέων) στο 26,89% και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αν και υποχώρησε ακόμη σε ποσοστά -αλλά λίγο- στο 12,28%, έχασε αρκετές έδρες και από 41 έδρες που είχε λάβει απέμεινε με 33 και περιορισμένο πολιτικό λόγο. 

(συνεχίζεται...)