24 Μαρ. 2018

Η Γαλλία επιστρέφει στο κλαμπ των ισχυρών

Ο νέος ρόλος του Εμανουέλ Μακρόν

Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, ήρθε στην εξουσία διά της απλής εκλογικής εφόδου στα πολιτικά κοινά της γκολικής δεξιάς και της συντηρητικής πτέρυγας του σοσιαλιστικού κόμματος, τα οποία, αμφότερα, καταδρομικώς διεκδίκησε και κέρδισε στην κάλπη.

Εύκολη δουλειά, θα μού πείτε, με τη γαλλική δεξιά (με μοιραίο πρόσωπο τον υπό δίωξη πλέον Σαρκοζί) να διαχειρίζεται εδώ και 2 δεκαετίες την απολύτως κρίσιμη για την Ευρώπη αλλά και ένα σημαντικό μέρος του διεθνούς σκηνικού εξουσία των Ηλυσίων Πεδίων, με όρους νεποτισμού και προσωποποιημένου star system, που έριξαν τη Γαλλία χαμηλότερα παρά ποτέ. Ο δύσμοιρος Φιγιόν, επίσης με «προφίλ διαφθοράς», απλώς επιδείνωσε τα πράγματα για την παράταξή του...

Από την άλλη πλευρά, τα επίχειρα που καταβάλλουν οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες για την επί 20ετία δεξιά στροφή τους απ’ άκρου σ’ άκρο της Γηραιάς Ηπείρου, δεν θα μπορούσε να αφήσει αλώβητο το σοσιαλιστικό κόμμα. Πολύ περισσότερο, αφού ο Φρανσουά Ολάντ δεν συγκυβερνούσε με τη δεξιά αλλά μονάχος του και ουδέ καν τη δικαιολογία περί «διάσωσης της πατρίδας» δεν θα εδικαιούτο να επικαλεστεί το πάλαι ποτέ κραταιό και ξεκάθαρα προοδευτικό κόμμα του Φρανσουά Μιτεράν, για τις τωρινές συντηρητικές πολιτικές επιλογές του. Επίσης, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο Μπενουά Αμόν, εκτός του ότι «ήρθε πολυ αργά» για να αλλάξει το εμπεδωμένο στη γαλλική κοινή γνώμη συντηρητικό πρόσημο της πολιτικής του κόμματός του, επί πλέον συνεθλίβη εξ αιτίας του θετικού μομέντουμ για τον ευρωσκεπτισμό στην Ε.Ε., που εκπροσώπησε ωριμότερα (αλλά πολύ πιο καταστροφικά για τη γαλλική αριστερά) ο Ζαν Λυκ Μελανσόν.

Κάπως, έτσι, ο Μακρόν κέρδισε την προεδρία, εικονογραφώντας τον θρίαμβό του περισσότερο ως αυτονόητη επικράτηση του «νέου» απέναντι στο «φθαρμένο» πολιτικό «προϊόν», παρά ως ουσιαστικά αρθρωμένη «νέα πρόταση πολιτικής» για τη Γαλλία, στην ίδια τη χώρα του και τον κόσμο (παρ’ ό,τι εψέλισε και μερικά ρηξικέλευθα συνθήματα).

Φυσικά, το κακό για τη Γαλλία είχε ξεκινήσει από νωρίτερα, όταν ως συνειδητή επιλογή του γαλλικού πολιτικού κατεστημένου η χώρα προσδέθηκε ασφυκτικά στο γερμανικό «οικονομίστικο» άρμα του «ισχυρού νομίσματος», ως αυτοσκοπού και βασικού μέσου για την ενδυνάμωση του διεθνούς ρόλου της Ε.Ε.. Εκείνη η συμμαχία (που γνωρίζουμε με τον όρο «γαλλο-γερμανικός άξονας»), όπως έγραφα σε μια ανάλυσή μου προ πολλών ετών, στηριζόταν σε μια απλή συμφωνία: Το Παρίσι θα εισέφερε τον στρατό του και το Βερολίνο την οικονομία του.

Μια συμφωνία που κράτησε για δύο περίπου δεακετίες από την καταρρευση του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ως σήμερα. Μια συμφωνία, επιπροσθέτως, που πολύ άρεσε αρχικά στην επικρατούσα γαλλική πολιτική τάξη, όσο σε συνθήκες διεθνούς ύφεσης η Γαλλία ξόδευε λίγα (για να αποκτά κάποιο διεθνές πρόσωπο ένοπλης ισχύος η Ε.Ε.) και έπαιρνε πίσω πολλά, μέσω της συγκάλυψης των αδυναμιών της οικονομίας της, με τα νομισματικά μέσα που προμήθευε το ενιαίο νόμισμα.

Εκείνο που η επικρατούσα γαλλική πολιτική τάξη δεν κατενόησε (ή το ανέχτηκε, για να μη χαλάσει τη «βολή» της), ήταν ότι η μεσοπρόθεσμα ετεροβαρής υπέρ του Βερολίνου συνεργασία των δύο χωρών, κατέγραφε την ίδια ώρα κόστος βαρύ προς βλάβην της Γαλλίας! Βλάβη, τόσο στο πεδίο μιας οικονομίας που συνήθισε στον «αναπτυξιακό κατήφορο» υπό την απόλυτη εξάρτηση του διεθνούς δανεισμού και όχι ως απόρροια του παραγωγικού δυναμισμού της, όσο και στο πεδίο της γαλλικής διεθνούς ισχύος, η οποία παρ’ ό,τι διέθετε καίρια αυτόνομο λόγο (ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και πρώην κοσμοκράτειρα αποικιοκρατική δύναμη), τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο φαινόταν ως η «διεθνής φωνή» του Βερολίνου.

Η προεδρία Μακρόν, συμπίπτει, λοιπόν, με βαθειές αλλαγές σε 2 βασικά σημεία της μέχρι τώρα εμφανιζόμενης ως ακλόνητης ευρωπαϊκής διεθνούς «σταθεράς:

1. Το πρώτο σημείο είναι η απομυθοποίηση της -καθαρά γερμανικής και αποδεικνυόμενης πλέον ως εντυπωσιακά εσφαλμένης- πεποίθησης ότι η διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης θα μπορούσε ποτέ να ήταν μόνον υπόθεση νομισματική και εμμέσως οικονομική, χωρίς εμβαθύνσεις σε ζητήματα ιστορίας και πολιτισμού, τα οποία άλλωστε πάντα και εξ αρχής ήταν τα βασικά πολιτικά προτάγματα του εγχειρήματος.

2. Το δεύτερο σημείο είναι η επιστροφή της κυριαρχίας των όπλων, ως του βασικού παράγοντα διαμόρφωσης των παγκόσμιων συσχετισμών δυνάμεων. Σημείο, το οποίο προκύπτει, αφ’ ενός μεν επειδή απλά χρεοκόπησε η «επικυριαρχία των νομισμάτων» επί της διεργασίας παραγωγής πολιτικών εξελίξεων στον κόσμο, αφ’ ετέρου δε επειδή ήρθε ως φυσική συνέπεια της ήδη δεκαετούς καπιταλιστικής κρίσης και των πολιτικών «τερατογενέσεων» που η ίδια προκάλεσε ανεντίμως «στο όνομα της δημοκρατίας», προκαλώντας το δράμα της ανήλιας «αραβικής άνοιξης».

Ο Μακρόν, δηλαδή, έκων-άκων, καλείται κατά τη διάρκεια της προεδρίας του να διαχειριστεί την «τελευταία ευκαιρία» ίσως της χώρας του να επανακάμψει ως αυτόνομη παγκόσμια δύναμη, αντί της ως σήμερα προσλαμβανόμενης από τη διεθνή κοινότητα εικόνας της ως «μέρος» μιας έσωθεν κλονιζόμενης (και πλέον όχι μόνον ένεκα της οικονομικής κρίσης αλλά πρωτίστως για λόγους αδυναμίας διαχείρισης των προκλήσεων της γεωπολιτικής συγκυρίας) ευρωπαϊκής Βαβέλ.  

Φυσικά η γαλλική πολιτική και δημοκρατική παράδοση -ιδίως συγκρινόμενη με τη αρνητική γερμανική- αδυνατεί να ανθέξει για μεγάλο χρόνο να άγεται και φέρεται στον διεθνές στερέωμα ως άθυρμα μιας τροχήλατης οικονομικής πολιτικής, που ήδη εγκαταλείπεται  με θέα στα κοινωνικά ερείπια και τις πολιτικές εκτροπές, που η ίδια κληροδότησε στην Ε.Ε..               

Οι πρώτες αντιδράσεις του Μακρόν φάνηκε να αφορούσαν στην οικονομική πολιτική, με μάλλον ήπιες πιέσεις προς το Βερολίνο για ταχύτερη και δραστηριότερη απεμπλοκή από τις πολιτικές των εσωτερικών υποτιμήσεων και των άκαμπτων ορίων ελλειμάτων της Λισαβόνας, σε περίοδο που ο αποπληθωρισμός και η αναιμική ανάπτυξη γνέφουν αγωνιωδώς, ζητώντας ρευστότητα και όχι άλλη δημοσιονομική πειθαρχία, που ξεκάθαρα σκοτώνει τις καπιταλιστικές οικονομίες.

Η μεγάλη γεωπολιτική και οικονομική περιπέτεια, όμως, που ανοίγει στην ανατολική Μεσόγειο, κάνει την οικονομία του κ. Λε Μερ να μοιάζει με νεροπίστολο, όταν οι αντίρροπες δυνάμεις διαθέτουν την ισχύ διαμετρήματος μιας Ρωσίας, ή την κουτουράδα και το θράσος ενός Ερντογάν.

Ο Μακρόν, που πριν μερικές εβδομάδες είχε προαναγγείλει ότι στην παρούσα σύνοδο κορυφής της Ε.Ε, θα ανακοίνωνε την πανευρωπαϊκής σήμανσης οικονομική πολιτική του, διεκδικώντας την ανάκτηση μέρους της παραχωρημένης στο Βερολίνο εξουσίας, αμέσως μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Μέρκελ, ανέκρουσε πρύμναν. Παρ’ ό,τι επανειλημμένα είχε νωρίτερα απευθύνει πρόσκληση την καγκελάριο να συμπράξουν στην εγκατάλειψη της περιοριστικής οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη, οι προσκλήσεις του απέβησαν άγονες. Όχι γιατί, δεν το θέλει η κυρία Μέρκελ, αλλά απλούστατα διότι δεν το μπορεί, ως η πλέον αδύναμη γερμανική κυβέρνηση εδώ και πολλά χρόνια! Κοινός άξονας, δηλαδή, ο γαλλο-γερμανικός, μ’ έναν εταίρο σε αδύναμη στιγμή, στοιχείο, που καθόλου δεν μπορεί να συνεισφέρει στην προσπάθεια Μακρόν να επαναπροσδώσει στη Γαλλία ενισχυμένο διεθνή λόγο. Η σύμπραξη με αδυνάμους, σε κάνει και εσένα αδύναμο, όπως είναι γνωστό στο μεγάλο παιχνίδι της παγκόσμιας διπλωματίας.

Ο Μακρόν, δηλαδή, έχει κατανοήσει ότι ο κύκλος παγκόσμιας αναμέτρησης που ήδη έχει ξεκινήσει, θα έχει ως επίδικο αντικείμενο ζητήματα γεωπολιτικής ισχύος και όχι νομισματικές υποθέσεις -και δη και εσωτερικής σημασίας- όπως η συζήτηση για τη συνέχεια του πληγωμένου ευρώ. Έτσι, νομίζω, ο Γάλλος πρόεδρος επέλεξε να απέχει κατά βάση από τα «πολλά λόγια» για το τί θα απογίνει το ενιαίο νόμισμα, για να αποφύγει την εμπλοκή του σε μια συζήτηση που τριτευόντως πια συνιστά αντικείμενο της παγκόσμιας ατζέντας. Ανέβαλε, χωρίς να το ανακοινώσει επισήμως, δημόσιες πρωτοβουλίες για το ευρώ που θα αναλάμβανε στην τωρινή Σύνοδο Κορυφής και επικεντρώνεται στην ενδυνάμωση της γαλλικής ισχύος ανά την υφήλιο, και όχι στον στενό για το ιστορικό γαλλικό διαμέτρημα «κορσέ» της "γερμανικής" Ε.Ε..                   

Στην ανατολική Μεσόγειο, μάλιστα, υπάρχουν γαλλικά συμφέροντα με την απολύτως στενή έννοια του όρου, με δεδομένο ότι η 4η σε ισχύ παγκοσμίως πετρελαϊκή εταιρική δύναμη, η Total, είναι αμιγώς γαλλικών  συμφερόντων και έχει δικαιώματα γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ.

Ο Μακρόν, εδώ, θα είχε να επιλέξει ανάμεσα σε μια στάση ανάλογη με εκείνην της ιταλικής Eni, η οποία αποχώρησε από τα δικά της δικαιώματα της γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, υποχωρώντας στις τουρκικές προκλήσεις, από τη μία, και μια αποφαστική υπεράσπιση των δικαιωμάτων της Total, ως υπολογίσιμη δύναμη στο παγκόσμιο σκηνικό, από την άλλη.

Έχω την αίσθηση ότι αν τα ίδια περιστατικά ελάμβαναν χώρα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο πριν από 2-3 χρόνια, ο τότε Γάλλος πρόεδρος -όποιος κι αν ήταν- θα έσπευδε να συναντήσει τη Γερμανίδα καγκελάριο για να ανταλλάξουν απόψεις για την υπόθεση και με πιθανότερη συνέχεια μερικές γλυκανάλατες υποδείξεις προς την Άγκυρα, υπό την -γελοία, πλέον, για την Τουρκία- απειλή διακοπής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων... 

Παράλληλα, η νέα γερμανική κυβέρνηση υπό την Άγγελα Μέρκελ, ανεξαρτήτως του πόσο χρόνο πήρε η συγκρότησή της, παρουσιάζεται ως η πλέον αδύναμη (και πολιτικά «ενοχική») εδώ και δεκαετίες.  Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ όλη η Ε.Ε. ανέμενε τη νέα κυβέρνηση Μέρκελ, ως τον παράγοντα εκείνον του οποίου ο βαρύνων λόγος θα επηρέαζε τις ευρύτερες εξελίξεις στην Ένωση και την ευρωζώνη, οι πρώτες «ατάκες» των νέων Γερμανών υπουργών αφορούν σε ζητήματα εσωτερικού πολιτικού ενδιαφέροντος. (Ο κ. Ζεεχόφερ ασχολείται με τις μεταναστευτικές ποσοστώσεις για να ανακάμψει το κόμμα του στη Βαυαρία και οι Γερμανοί οικονομολόγοι διερωτώνται εάν θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για το ενδεχόμενο θεσμικής εξόδου από το ευρώ, σε μια άχρηστη διελκυστίνδα εμμονών των ελάχιστων εναπομενόντων επιγόνων του Σόιμπλε, με την φυσική κίνηση προς εγκατάλειψη της λανθασμένης πολιτικής). Σκηνικό, δηλαδή, έκδηλης αδυναμίας άρθρωσης διεθνώς βαρύνοντος λόγου, ενώ οι παγκόσμιες εξελίξεις βρίσκονται σε εξαιρετικά κρίσιμο σημείο. 

Δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο ότι ο Εμανουέλ Μακρόν παρά την αρχική επιμονή των πιέσεών του προς το Βερολίνο να ανακοινώσει και επίσημα (γιατί ανεπίσημα έχει ήδη δρομολογηθεί) τη χαλάρωση της οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη, τις τελευταίες εβδομάδες έχει εγκαταλείψει την ενασχόλησή του με την οικονομία στην  ευρωζώνη ως εσωτερικό ζήτημα πολιτικής στην Ε.Ε. και δραστηριοποιείται εντόνως σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής.

Υπό την παρούσα διεθνή συγκυρία θα ήταν ανόητος αν δεν το έκανε!...

(Υγ.: Στην προηγούμενη ανάλυσή μου αφιέρωσα μέρος των αναφορών μου στην παρασκηνιακή ανάμιξη Μακρόν στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, εξαντλώντας ο Γάλλος πρόεδρος την επιρροή του προς εγχώριους πολιτικούς παράγοντες (πρόσωπα και φορείς) με σκοπό την εγγύηση της πολιτικής σταθερότητας στην Ελλάδα για τη μετα-μνημονιακή περίοδο. Διεπίστωσα με έκπληξη ότι οι αναφορές μου αυτές ενόχλησαν, αδυνατώ να αντιληφθώ γιατί... Αν μεν ενόχλησαν ως «αδύνατο να συμβαίνουν αυτά», νομίζω πως θα αρκούσε για την άρση της δυσαρέσκειας η επανάληψη της διαβεβαίωσης -που έδωσα άλλωστε και δημοσιεύοντας την προηγούμενη ανάλυσή μου- ότι η πληροφορία αυτή είναι πολλαπλώς διασταυρωμένη και δεν  επιδέχεται αμφισβήτηση. Αν, όμως, ενόχλησαν, επειδή στα Ηλύσια Πεδία ασχολούνται με την Ελλάδα και τη μετα-μνημονιακή πολιτική σταθερότητα, ενώ ο μανιοκαταθλιπτικός αντι-συριζισμός των ενοχλημένων τούς οδηγεί στην αδυναμία καταγραφής και κατανόησης του πραγματικού γεγονότος ότι με τέτοιο τρόπο και τέτοιες προτεραιότητες ασχολούνται με την Ελλάδα αυτήν την περίοδο στην Ε.Ε., τότε άλλο είναι το πρόβλημά τους: Στον αρρωστημένο κομματισμό που διέπει τη σκέψη τους, με «κόστος βλακείας», λυπούμαι να πω...

...αλλά, αυτό είναι πρόβλημά τους που θα πρέπει να λύσουν από μόνοι!...)