23 Μαϊ. 2018

Θα παραβεί τις δεσμεύσεις του ξανά το Βερολίνο;

Η Γερμανία, το χρέος, η Ελλάδα

και οι «διασώσεις»

Μερικές μόνον εβδομάδες απομένουν μέχρι την ώρα που όλα θα έχουν ξεκαθαρίσει σχετικά με τη ρύθμιση του χρέους της Ελλάδας, προς ανταπόκριση των ανειλημμένων υποχρεώσεων των ευρωπαίων δανειστών μας στο πλαίσιο των προβλέψεων του 3ου μνημονίου.

Η ιστορία αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον (εκτός από την αυτονόητη βαρύτητα του θέματος για τη μακροπρόθεσμη συνέχεια της ελληνικής οικονομίας), και για λόγους συμβολικούς. Το θέμα συζητείται εδώ και 8 χρόνια και ως τώρα το πρόβλημα είναι άλυτο. Αξίζει υπενθύμισης ότι η πρώτη (και μόνη ουσιαστική -ανεξαρτήτως των τεράστιων τεχνικών σφαλμάτων και των αστοχιών που σε άλλα πεδία τίναξαν στον αέρα τις ελληνικές τράπεζες και την τρέχουσα ταμειακή βιωσιμότητα των ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων) πράξη απομείωσης του ελληνικού χρέους, ήταν το PSI! Όταν, δηλαδή, «κουρεύτηκαν» οφειλές του ελληνικού δημόσιου τομέα προς ιδιώτες πιστωτές. Οι έκτοτε ενέργειες «ρύθμισης» του ελληνικού χρέους, που αναλήφθηκαν από μεριάς των κρατών-μελών της ευρωζώνης, δηλαδή του ευρωπαϊκού δημόσιου τομέα, δεν απομείωσαν τα ελληνικό χρέος, αλλά αποσκοπούσαν στην αποτροπή της ανακήρυξής του επισήμως ως «μη βιώσιμου» (της απρόσκοπτης εξυπηρέτησής του, δηλαδή, όπως εννοεί ο αδόκιμος όρος περί «βιωσιμότητας» του ελληνικού χρέους).

Αν το σκεφτεί κανένας θα διαπιστώσει ότι ήταν μια εξαιρετικά συμφέρουσα συμφωνία για τους πιστωτές μας του ευρωπαϊκού δημόσιου τομέα. Χωρίς εκείνοι να πληρώσουν ούτε 1 ευρώ από τις ζημίες του PSI, ανακηρύχτηκαν οι ίδιοι εν μία νυκτί ως αντικριστές του ελληνικού δημοσίου χρέους, με όρους λεόντειους, όπως έχει αποδείξει η συνέχεια, σε ό,τι αφορά τους όρους υπό τους οποίους παραχώρησαν στη χώρα μας δανεισμό για την κάλυψη των τρεχουσών δαπανών της. Χρέος, όμως, ποτέ δεν απομείωσαν!

Θα ρωτήσει κανένας και δικαίως: Μα, καλά, τόσοι ετεροχρονισμοί και αναβολές αποπληρωμών ελληνικού χρέους και τόσες διευκολύνσεις επιτοκίων, δεν αποτελούν απομειώσεις του ελληνικού χρέους; Απάντηση: Όχι! Επαναλαμβάνω πως αυτά συνιστούν ενδιάμεσες παρεμβάσεις διασφάλισης της «εξυπηρετησιμότητας» του χρέους, και όχι απομειώσεις του. Τέτοιες απομειώσεις προκύπτουν με δύο μόνον τρόπους: την διαγραφή χρέους («κούρεμα») και την αλληλόχρεη διαγραφή του, μεταξύ οφειλετών! …και επειδή θέμα αλληλοδιαγραφών χρέους μεταξύ της Ελλάδας και των ευρωπαίων πιστωτών της δεν υφίσταται (μόνο κάποια κέρδη από εκμετάλλευση ελληνικών ομολόγων χρωστάνε οι κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών στη χώρα μας), δεν απομένει παρά μόνον θέμα «κουρέματος» -αν πράγματι προτίθενται οι τελευταίοι να τιμήσουν τη δέσμευσή τους να καταστήσουν το ελληνικό χρέος «βιώσιμο», και όχι απλά «εξυπηρετήσιμο»!   

Ένας από τους λόγους -θαρρώ ο βασικότερος- που η συζήτηση αυτή και οι αποφάσεις που αφορούν σ’ αυτή έχουν πλατειάσει τόσο πολύ και με τόσο ατελέσφορα αποτελέσματα είναι ότι πρόκειται για έναν διάλογο που όλ’ αυτά τα χρόνια δεν τίμησε σε καμιά περίπτωση το πραγματικό περιεχόμενό του, ως προϊόν τεχνικής πρωτίστως ανάλυσης. Η έντονη πολιτικοποίηση της συζήτησης κατέληξε, μάλιστα, ακόμη και στο σημείο ένα αμιγώς τεχνοκρατικό εργαλείο του παγκόσμιου καπιταλισμού, δηλαδή το ΔΝΤ, να εκδίδει γνωματεύσεις «βιωσιμότητας» του ελληνικού χρέους, για τις οποίες το ίδιο αργότερα εμμέσως πλην σαφώς ομολόγησε πως υπήρξαν προϊόν πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Ακόμη και σήμερα κινδυνεύει η υπόθεση αυτή να καταλήξει στην πλήρη διακωμώδηση της ουσίας της, δηλαδή επί 8ετία και με αθροιστική ύφεση 25% για την ελληνική οικονομία, το χρέος της χώρας μας να ανακηρύσσεται αλλεπαλλήλως ως «βιώσιμο» από το ΔΝΤ, και σήμερα, που καταγράφεται ανάπτυξη, το ΔΝΤ για πρώτη φορά να «απειλεί» να το ανακηρύξει ως «μη βιώσιμο»!

Έχει σημασία να αναγνωριστεί εδώ ότι η ουσιαστική συμβολή της έννοιας της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης καταγράφτηκε και έλαβε χώρα κατά τη διετία 2010-2012, όταν ο δανεισμός των χωρών-μελών της ευρωζώνης προς την Ελλάδα αφορούσε στην εξασφάλιση των απολύτως αναγκαίων κεφαλαίων για την κίνηση της (χρεοκοπημένης) κρατικής μηχανής. Την περίοδο, δηλαδή, που η Ελλάδα δανειζόταν από τους ευρωπαίους για να μπορεί «να συνεχίσει να ζει». Αυτή ήταν και η αρχικώς λογική και τεχνοκρατικά τεκμηριωμένη ένδειξη που παρέσχε στις αγορές το 1ο μνημόνιο. Δηλαδή, το μήνυμα που στάλθηκε στην παγκόσμια οικονομική κοινότητα, ότι η ευρωζώνη ακόμη και με αποκλεισμένη από τις αγορές χρήματος μια χώρα-μέλος της, έχει τα μέσα και τη βούληση να διασφαλίσει την επιβίωση της ίδιας χώρας-μέλους, έως ότου αποκατασταθεί η δυνατότητά της να έχει πρωτογενές πλεόνασμα και βήμα-βήμα να εξυγιάνει τα δημοσιονομικά της, ώστε να μην έχει ανάγκη τον εξωτερικό δανεισμό για να μπορεί «να συνεχίσει να ζει».

(Αντιπαρέρχομαι στο σημείο αυτό μιαν άλλη συζήτηση, που επίσης δεν έχει ολοκληρωθεί  και που επίσης αποφεύγεται σκοπίμως η διεξαγωγή της, σχετικά με εάν και κατά πόσον το «σκάσιμο» της Ελλάδας το 2010 οφειλόταν σε εσωτερικά αίτια της ελληνικής οικονομίας, ή εάν ήταν σύμπτωμα μιας γενικότερης αστοχίας της ευρωζώνης -και όχι μόνο, πιθανότατα και του παγκόσμιου καπιταλισμού, στο πλαίσιο του γενικού νεύματος προς τις όλες τις δυτικές οικονομίες να χτίσουν όσο περισσότερη ανάπτυξη θα μπορούσαν, μέσω της «φούσκας» των γνωστών virtual διαθέσιμων κεφαλαίων. Μια προτροπή προς όλες τις οικονομίες της Δύσης, από την υποταγή στην οποία φυσικά η Ελλάδα δεν μπόρεσε -αμφιβάλλω αν ήταν και σκόπιμο- να διαφύγει και, πάντως, όσο το έκανε, το έκανε καθ’ υπερβολή…)

Όμως, όπως είναι γνωστό, κατά δήλωση των ευρωπαϊκών οργάνων, η Ελλάδα είχε εξασφαλίσει πρωτογενές πλεόνασμα, ήδη από το 2012. Και το λογικό -και τεχνοκρατικώς επιβεβλημένο- θα ήταν από τότε και σε συνέχεια του PSI να αποφασιστεί και απομείωση του ελληνικού χρέους προς τις χώρες-μέλη της ευρωζώνης, ώστε η πορεία ανάνηψης της ελληνικής οικονομίας να είχε δρομολογηθεί  τόσο γρήγορα και οριστικά. Τέτοια εξέλιξη θα είχε αποτρέψει την αθροιστική ύφεση στα επίπεδα του 25% και θα είχε προσδώσει την καίρια ώθηση στην ελληνική οικονομία, να αντιμετωπιστεί εκ νέου ως χώρα δυνητικά αποδεκτή για σταδιακά ασφαλή δανεισμό της από τις αγορές χρήματος του ιδιωτικού τομέα.      

Θυμίζω ότι ξανά πολιτικοί λόγοι ανέβαλαν τις ορθές αποφάσεις. Και, μάλιστα, πολιτικοί λόγοι, που προήλθαν από το Βερολίνο, τις οποίες υπερθεμάτισε, μάλιστα, ο αστείος τότε σύμμαχος της Άγγελα Μέρκελ, ο Νικολά Σαρκοζί. Αποτέλεσμα ήταν οι αχρείαστες εκλογές του 2012, τις οποίες στη συνέχεια μετά την κυβέρνηση Παπαδήμου ο ανόητος και επικίνδυνα ανεύθυνος Σαμαράς μετέτρεψε σε «διπλές εκλογές» (αν και δεν ήταν αναγκαίο αφού κυβέρνηση σχηματιζόταν από την πρώτη στιγμή), μόνο και μόνο για να βελτιώσει τη θέση του ο μοιραίος πρώην πρόεδρος της Ν.Δ..

Όμως, και στο 2ο μνημόνιο προσπαθήθηκε να επικρατήσει η λογική πορεία εξόδου της ελληνικής οικονομίας από την κρίση. Συγκεκριμένα, στο 2ο μνημόνιο προβλέφτηκε ότι το ελληνικό χρέος θα «ρυθμιζόταν», εάν η Ελλάδα εξασφάλιζε πρωτογενή πλεονάσματα. Η Ελλάδα εξασφάλισε με αίμα τα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά το Βερολίνο, ως γνωστόν, ανέτρεψε την προβλεπόμενη «ρύθμιση» του ελληνικού χρέους…                                                 

Το μεγαλύτερο, όμως έγκλημα του Σαμαρά ήταν ότι απέτυχε να διεκδικήσει και να εξασφαλίσει την απομείωση του ελληνικού χρέους που είχαν δεσμευτεί  να παραχωρήσουν οι ευρωπαίοι δανειστές μας στο 2ο μνημόνιο! Και όχι μόνον αυτό! Ο Σαμαράς όχι μόνον ανέχτηκε το «σκασιαρχείο» του Βερολίνου και των χωρών-ακολούθων του να τιμήσουν τις δεσμεύσεις τους έναντι της Ελλάδας στο θέμα  του ελληνικού χρέους, αλλά ο ίδιος δήλωνε ανοιχτά και απερίφραστα πριν τις εκλογές του 2014 ότι το χρέος μας είναι βιώσιμο και παγίδευε την πατρίδα στη γερμανική «φάκα» ότι δεν χρειάζεται απομείωσή του.

Κάπου εδώ βρισκόμαστε σήμερα!

Το 3ο μνημόνιο (δείχνει να) ολοκληρώνεται και το Βερολίνο και πάλι στις επίσημες αναφορές του επαναλαμβάνει την εικόνα διάθεσης νέου «σκασιαρχείου» εκ μέρους του από τις ανειλημμένες υποχρεώσεις του.

Δεν μπορώ να γνωρίζω τι θα συμβεί στο τέλος! Γνωρίζω, όμως πως την ιστορία δεν μπορεί  να την «κοροϊδεύεις» εσαεί χωρίς συνέπειες! Κι αν τυχόν και σήμερα το Βερολίνο συνεχίσει να υπεκφεύγει της ευθύνης του ως «ατμομηχανή» της οικονομίας της ευρωζώνης να απομειώσει το ελληνικό χρέος, τότε η συνέχεια θα είναι πραγματική τραγωδία.