25 Σεπ. 2018

Επέτειος για ένα νομισματο-πιστωτικό γεγονός – Ευκαιρία για πολιτικές σκέψεις

H κρίση της Lehman Brotehrs

και ο θρίαμβος της Πολιτικής

Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας νομισματο-πιστωτικής αναστάτωσης που προκλήθηκε από την κατάρρευση της Lehman Brohters, περίσσεψαν οι αναλύσεις και οι τεχνοκρατικές αναφορές στα αίτια εκείνων των γεγονότων. Ταυτόχρονα, σχεδόν κυριαρχεί ως εντύπωση από τις αναφορές αναλυτών και τεχνοκρατών, ότι μια νέα κρίση είναι πιθανή, ενώ κοινή είναι η αίσθηση της απαισιοδοξίας για την παγκόσμια οικονομία.

Ωστόσο, παρά τις εκτεταμένες επετειακές προσεγγίσεις στην υπόθεση της Lehman Brothers, λίγες και δειλές παραμένουν οι ματιές στην ευρεία γκάμα των πολιτικών αιτίων που προκάλεσαν εκείνην την κατάρρευση.

Ενδεχομένως μία εξήγηση για την αποχή αναφορών στις πολιτικές παραμέτρους της κρίσης που ξέσπασε το 2008 και έκτοτε δεν έχει τιθασευτεί ικανοποιητικά, είναι ακριβώς ότι και η οικονομική διάστασή της παραμένει κατά βάση απροσπέλαστη, εκουσίως ή ακουσίως. Έτσι, αναζητώντας ακόμη τα οικονομικά αίτια, πώς να επεκταθείς στην πολιτική ρίζα τους; Είναι κρίση χρέους, διαθεσιμότητας κεφαλαίων, παραγωγικού αδιεξόδου ή συνέπεια μιας από τις μονομερέστερες  στιγμές ανακατανομής των πόρων  υπέρ των ισχυρότερων και σε βάρος των ασθενέστερων; Μήπως είναι συνδυασμός τους; Και πώς να απαντήσεις σ’ αυτά χωρίς αναγωγές σε πολιτικά ερωτήματα; 

Μια άλλη εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι όσο παρατείνονται οι συνέπειες και οι αναδράσεις των συνεπειών της κρίσης στις επί μέρους οικονομίες, όλη η προβληματική για το θέμα εξαντλείται στα τεχνικά στοιχεία του. Πώς να τολμήσεις να μεταπηδήσεις, ως τεχνοκράτης των οικονομικών  πραγμάτων, σε πολιτικές διαπιστώσεις, όταν ακόμη ελέγχεσαι για την αδυναμία σου να αντιμετωπίσεις πειστικά τα προβλήματα εντός πεδίου επιστημονικής ειδίκευσής σου;

Επί πλέον, μια εξήγηση ακόμη για την ένδεια αναφορών πολιτικού προσήμου, εικάζω πως είναι η αμηχανία του διεθνούς καπιταλισμού να χειριστεί αποτελεσματικά το μοναδικό στην ιστορία του σύγχρονο φαινόμενο παγίωσης σε περιβάλλον οικονομικής κρίσης. Δηλαδή, σ’ όλες τις προηγούμενες στιγμές της ιστορίας, όποτε ξέσπασαν κρίσεις σε περιβάλλον οικονομικών λειτουργιών του διεθνούς καπιταλισμού, σχετικά σύντομα και πάντως πολύ ταχύτερα απ’ όσο η δεκαετία που έχει διέλθει από την κατάρρευση της Lehman Brothers, η οικονομία αντιδρούσε και έβρισκε ξανά τον βηματισμό της. Φυσικά, εκείνες οι ανανήψεις σε πολύ σύντομο χρόνο από την αρχική εκδήλωση μιας καπιταλιστικής κρίσης, ήταν αποτέλεσμα των κλασσικών υποδείξεων του κεϊνσιανικού manual (κόψιμο πληθωριστικού χρήματος, μεταβίβαση πόρων ή δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα σε ιδιώτες κ.λπ.), κάτι που στην παρούσα κρίση δεν ακολουθήθηκε τουλάχιστον σε κρίσιμα καπιταλιστικά κέντρα της εποχής (π.χ. Ε.Ε.). (Κι αυτήν την αντίληψη των πραγμάτων, άλλωστε, υποδηλώνει και ο όρος «κυκλική κρίση» για τις αναταράξεις στις καπιταλιστικές οικονομίες, δηλαδή την αδιόρατη αλλά υπαρκτή προειδοποίηση ότι θα έχουμε τέτοιες κρίσεις, …αλλά  δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας γιατί ξέρουμε πώς να τις ξεπεράσουμε!) 

Όμως, αυτά, τελικά, δεν έχουν σήμερα σημασία! Η αμηχανία να χειριστεί ο σύγχρονος  καπιταλισμός τον παρατεταμένο χαρακτήρα της παρούσας κρίσης, είναι δεδομένη. Και αυτό συνιστά, ενδεχομένως, και σοβαρή ένδειξη ότι το σύστημα αυτό αγγίζει ίσως τα ιστορικά όριά του και χωρίς αναθεώρησή του θα κινδύνευε να αποτύχει πλήρως ως παράγων συμβολής σε μια νέα διεθνή οικονομική ισορροπία ευημερίας. Μ’ άλλα λόγια ξανά το αναλυτικό αδιέξοδο: Πώς να μιλήσουμε σήμερα και να βρούμε ουσιαστικές απαντήσεις στην οικονομική κρίση, που τείνει να παγιωθεί ως ταυτοτικό στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού, χωρίς να προσφύγουμε σε αναζητήσεις τυχόν αδιεξόδων που αναδύονται από την πολιτική «ιδιοσυγκρασία» και τους μηχανισμούς του ίδιου συστήματος;

Για παράδειγμα, χωρίς ενσωματώσεις δημογραφικών και εργατοπαραγωγικών δυνατοτήτων από προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα που συρρέουν στις καπιταλιστικές χώρες-μητροπόλεις, μπορεί να αναζωογονηθεί με χαρακτηριστικά σταθερότητας, η παραγωγή και να κινηθεί μακροπρόθεσμα υγιώς η οικονομία στις χώρες αυτές; Και εν συνεχεία, παρ’ ό,τι η εμπνευσμένη πολιτική Μέρκελ για το προσφυγικό, εξετέθη επίσημα στην Ευρώπη ως πολιτική θετικής διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης, πώς να προχωρήσουν τέτοιες αναγκαίες ενσωματώσεις δυναμικών πληθυσμιακών ρευμάτων, όταν η ιδεολογική και θεσμική συγκρότηση των χωρών σε οικονομική κρίση, καθώς και η πολιτειακή οργάνωσή τους, κατατείνει σε ρατσιστικές και νεο-ναζιστικές παραδοχές και σε «σιδηρόφρακτες λύσεις»;

Μόλις προχθές, στο Σάλτσμπουργκ, προέκυψε η επιλογή της «Ευρώπη-φρούριο» ως μόνη κοινά αποδεκτή λύση στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. για το προσφυγικό ζήτημα. Έχουμε άραγε κατανοήσει ότι εάν τυχόν αυτή η επιλογή της «Ευρώπης-φρούριο» εφαρμοζόταν με απόλυτη επιτυχία στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., ο μόνος λόγος για τον οποίο θα συνέχιζε να διευρύνεται το κατά κεφαλήν εισόδημα στις χώρες-μέλη θα ήταν η δημογραφική κατάρρευση της γηραιάς ηπείρου, και όχι η αύξηση του ΑΕΠ, το οποίο βεβαίως θα μειωνόταν από χρονιά σε χρονιά; (Κι ας με κατηγορήσουν οι αναγνώστες μου ως σκληρό διακινητή της δήθεν ευχής Τσίπρα-Τσακαλώτου να πεθάνουν οι συνταξιούχοι! Διότι, άλλως, δηλαδή αν είναι ανήθικο να μιλάμε για το δημογραφικό, επειδή κάποια στιγμή οι γηραιότεροι θα απέλθουν από τον μάταιο τούτο κόσμο, πώς θα μπορούσαμε να βρούμε τη δίοδο απέλευσης από το σημερινό οικονομικό, παραγωγικό, κοινωνικό -και πολύ φοβάμαι και πολιτισμικό- αδιέξοδο του αγαπημένου μας καπιταλισμού;)

…Κι αφήνω τις Η.Π.Α., που υπό τον αδιανόητο Τραμπ κυριολεκτεί όταν ομιλεί για «χώρα-φρούριο»!…    

Ολοένα και περισσότερο πείθομαι, λοιπόν, ότι χωρίς να αναζητήσουμε τα πολιτικά αίτια της περιπέτειας που ξέσπασε με την κατάρρευση της Lehman Brothers (η οποία από πολύ νωρίτερα μας προειδοποιούσε, αλλά εμείς αφελώς πιστέψαμε ότι με χειρισμό των επιφανειακών συνεπειών της και μόνο θα τα «φέρναμε βόλτα»), ουσιαστική κίνηση απεμπλοκής μας από το σημερινό αδιέξοδο της «στασιμο-κρίσης» δεν θα δούμε.

Δεν είναι της παρούσας ανάλυσης να εμβαθύνουμε περισσότερο σ’ αυτήν την «πολιτική συζήτηση», αφού μόνον ως ατζέντα την επιζητώ εδώ, και όχι ως διάλογο επί της ουσίας. Δεν μπορώ, όμως, να ξεπεράσω τον πειρασμό να πω ότι χωρίς σοβαρή ήττα και υποχώρηση της πολιτικής δεξιάς, τέτοιος αναγκαίος διάλογος δύσκολα θα ξεκινούσε!